Paris avant et apres Haussman

PARIS AVANT ET APRES 1860

THEATRES ROMANTIQUES

Musée de la Vie romantique
Du mardi 13 mars 2012 au dimanche 15 juillet 2012

Une centaine d’oeuvres provenant du musée Carnavalet – portraits, aquarelles, dessins, décors, études de costumes, souvenirs – illustrent l’intense créativité théâtrale de la première moitié du XIXe siècle à Paris et évoquent les principales figures qui l’ont illustrée.
Dans le poétique et séduisant “enclos Chaptal”, où le peintre Ary Scheffer aimait à réunir les célébrités de la scène parisienne avec ses voisins de la Nouvelle Athènes – écrivains (George Sand, Tourgueniev, Charles Dickens), divas (La Malibran et sa soeur, Pauline Viardot) et musiciens (Chopin, Rossini avant Gounod), le musée de la Vie romantique devient l’écrin idéal pour accueillir cette exposition.

LE PEUPLE FRANCAIS AU XIX SIECLE

ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΑΛΛΙΚΑ ΜΕ ΜΠΑΛΟΝΙΑ

Τα μπαλόνια μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο μάθημα των γαλλικών ως χρηστικά αντικείμενα για τους μαθητές που παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες.
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μαρκαδόρο και ένα ή περισσότερα φουσκωμένα μπαλόνια, αναλόγως την άσκηση.
* Πώς  να ξεχωρίζουμε  ρήματα και ουσιαστικά.
Φουσκώνουμε δύο μπαλόνια.
Γράφουμε ρήματα και ουσιαστικά σε μικρές αυτοκόλλητες ετικέτες και το παιδί πρέπει να της κολλήσει στο ανάλογο μπαλόνι. (verbes et mots communs)
Αν δεν έχουμε ετικέτες μπορούμε να γράψουμε τις λέξεις στο μπαλόνι.
Το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και για να μάθει το παιδί τα 3 γένη, επίθετα-ουσιαστικά (adjectifs et mots communs)

 

*Φωνολογική ενημερώτητα
Αν το παιδί μπερδεύει δύο γράμματα, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε δύο μπαλόνια, το ένα θα είναι π.χ (για διάκριση f-v) το μπαλόνι του f και το άλλο το μπαλόνι του v. Το παιδί διαβάζει λέξεις που ξεκινούν από αυτά τα γράμματα και τις γράφουμε στο αντίστοιχο μπαλόνι.
fille           voiture
* Μαθηματικά
π.χ. Έχουμε το μπαλόνι του 5 και του 6. Γράφουμε τη λέξη πέντε και τη λέξη έξι. (cinq  six)
Το παιδί πρέπει να τις κολλήσει στο αντίστοιχο μπαλόνι.
*Ορθογραφία ρημάτων
Μπορείτε να φτιάξετε το μπαλόνι των ρημάτων ανάλογα με τις καταλήξεις τους ( -oir -ire -er ).
* Ορθογραφία ουσιαστικών
Μπορείτε να φτιάξετε το μπαλόνι των ουσιαστικών σε -ent, σε -ant, σε -on, σε -in

PASSAGES COUVERTS AU XIX SIECLE A PARIS

Une promenade dans les passages couverts du XIX éme siecle”
5 5 étoilesAvis écrit le 25 juin 2014

En partant de la place de la Bourse (2éme arr) on peut rejoindre la rue du Faubourg Montmartre (9 éme arr),en passant par la rue des Colonnes inscrite aux monuments historiques date de la fin du XVIII puis la rue des Panoramas et la rue Vivienne ne pas hésiter à entrer dans la galerie du même nom ( faire un stop aux caves Legrand fils et filles créées en 1880 et déguster des produits d’exception servis par un personnel très accueillant et de bons conseils) au 38 de la rue Vivienne entrer dans le passage Des Panoramas long de 133 mètres et datant de 1799.Théâtre des variétés en 1807 au 7 bd Montmartre, puis au 12 du même bd entrer dans le passage Jouffroy (9 éme arr) long de 140 mètres, premier passage construit en fer et en verre, de nombreux artistes y habitaient, le musée Grévin s’y installa en 1882. Passage classé aux monuments historiques. Puis au 6 de la rue Grande Batelière entrer dans le dernier passage Verdeau qui est le prolongement du passage Jouffroy et lui aussi classé monuments historiques après 75 mètres de promenade arrivée rue Faubourg Montmartre.
Une promenade vraiment agréable tant par le calme des endroits que l’histoire qu’ils racontent.

LES PROMENADES AU XIX

LA SOCIETE DES PROMENEURS

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ 19 ΑΙΩΝΑ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ)

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ 19 ΟΥ ΑΙΩΝΑ

 

Της Δρ  ΕΥΤΥΧΙΑΣ  ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

Τoν 19 ο αιώνα το θέατρο ήταν μια ιδιαίτερη μόδα ακόμα κι όταν  τα θεάματα  ήταν κακής ποιότητας και δεν εκσυγχρονιζόταν  το ρεπερτόριό τους, αν εξαιρέσουμε ασφαλώς την κωμωδία των ηθών. Μετά το  1848 αναγεννήθηκε η   Λεωφόρος του Εγκλήματος[1]  εξ αιτίας των έργων που ήταν γεμάτα[2] δολοφονίες, και όλα τα κοινωνικά στρώματα σαγηνευόντουσαν   από τη μεγαλοπρέπεια του φαντασμαγορικού θεάματος. Το θέατρο κατακτούσε το κοινό όλο και  περισσότερο  εξ αιτίας  του ρυθμού, του ύφους, της τεχνικής  και της αγωνίας  που προκαλούσε.

Το μελόδραμα της Δεύτερης Αυτοκρατορίας αξιοποίησε  τη γοητεία του μαύρου μυθιστορήματος. Για να εκσυγχρονιστεί, το μελόδραμα «à clou»[3] και για να φθάσει στο ζενίθ της μόδας, χρησιμοποίησε λοιπόν  εξελιγμένα μηχανικά μέσα για να μπορέσει να συναγωνιστεί τα άλλα θεάματα, να επαναφέρει τα τραγούδια και τα μπαλέτα. Έτσι, αυξήθηκε ο αριθμός των θεατών. Στο Παρίσι, απαριθμήθηκαν 26 αίθουσες το  1855. Αν προσθέσουμε και τα προάστια,  68 αίθουσες το 1878.

Στην Αισθηματική Αγωγή του, ο Φλωμπέρ μας αναφέρει ότι ο  Φρεντερίκ με τη Ροζανέτ:

«…πήγαιναν σ’ ένα οποιοδήποτε θέατρο, στο προσκήνιο . και η Ροζανέτ, μ’ ένα μεγάλο μπουκέτο λουλούδια στο χέρι, άκουγε τα όργανα προσεχτικά, ενώ ο Φρεντερίκ, σκυμμένος στο αυτί της, της έλεγε τρυφερά λόγια.»   [4]

Η τιμή των θέσεων μπορούσε να είναι μέτρια: τα «παιδιά του Παραδείσου»[5]αγόραζαν τη θέση λιγότερο από ένα φράγκο. Στην πλατεία παρακολουθούσαν παντομίμα, μπαλέτα ή ακόμα και μελόδραμα, με 48 σόλδια. Το μεγαλύτερο κόστος είχε η ενοικίαση ενός θεωρείου με το χρόνο που κόστιζε  πολλές χιλιάδες φράγκα την εποχή[6] εκείνη. Ο Φλωμπέρ επιμένει σ’ αυτή τη δαπάνη καθώς και στην κοινωνική  σημασία της σημειώνοντας:

«Η ετήσια συνδρομή «παρείχε δικαίωμα εις μιαν θέσιν πλατείας ενός των κυριότερων παρισινών θεάτρων. επιπλέον η διεύθυνσις επεφορτίζετο να παρέχει εις τους κ.κ αλλοεθνείς όλας τας ζητουμένας πληροφορίας, καλλιτεχνικάς και άλλας.»[7]

 

Ωστόσο, κατά την Δεύτερη Αυτοκρατορία, μέχρι το 1862, το μελόδραμα γνώρισε μεγάλες επιτυχίες και ανοίχτηκαν πολλές καινούργιες αίθουσες. Άνδρες και γυναίκες ηθοποιοί, λατρεύτηκαν έγιναν τα είδωλα της λατρείας του κοινού: το 1862 ήταν η χρονιά που θριάμβεψε ο  Καμπούρης του Πωλ Φεβάλ.

Μετά από αυτή την ημερομηνία, η εγκατάλειψη έγινε  αισθητή. Τα έργα του Οσμάν καταστρέψανε τα θέατρα της Λεωφόρου του Τemple που επονομαζότανΛεωφόρος του Εγκλήματος[8], και όπου ο φτωχός λαός πήγαινε να διασκεδάσει παρακολουθώντας τις γιορτινές διασκεδάσεις και να θαυμάσει τον μίμοΝτεμπυρώ απ’ το βάθος της αίθουσας. Αυτή η λαϊκή συνοικία καταστράφηκε ανελέητα αλλά παραμένει   ζωντανή στη μνήμη μας  χάρη στη λογοτεχνία και στην ταινία του Μαρσέλ Καρνέ, Τα Παιδιά του Παραδείσου.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι ένα άλλο είδος διασκέδασης ήταν και η οπερέτα που βρισκόταν σε μεγάλη ακμή, και κέρδιζε τους αστούς ενώ υπήρχε και [9] το καφέ-κονσέρτο με κοινό  τους  εργάτες.

Στην «καλλιτεχνική» στήλη του, ο Φλωμπέρ δεν παύει να παρουσιάζει τις επίκαιρες θεατρικές παραστάσεις και να τις κριτικάρει καθώς φροντίζει να δώσει το όνομα της αίθουσας  που δίνεται η παράσταση.

Στην Αισθηματική Αγωγή, στο τέταρτο μέρος του δεύτερου κεφαλαίου ο Σιζύρωτάει:

          «Λοιπόν, φίλτατέ μου ντεζ-Ωναί, πήγατε στο Παλαί Ρουαγιάλ να δείτε το Πατέρας και θυρωρός;[10]»,  αναφέροντας έτσι ένα από τα έργα στο προσκήνιο.

 

Ο Φλωμπέρ αναφέρει  επίσης ότι:

«Μια κυρία είχε παραβρεθεί στην τελευταία δεξίωση της Ακαδημίας. μια άλλη μίλησε για το Δον Ζουάν του Μολιέρου που παίχτηκε πρόσφατα.»[11]

Έτσι, για τη Βασίλισσα Μαργκό του Αλεξάνδρου Δουμά θα κάνει κάποια κριτική:

«Ένας κυβερνητικός υπάλληλος τα έβαλε με τα θεατρικά σκάνδαλα.΄Ετσι λ.χ αυτό το καινούργιο δράμα Η Βασίλισσα Μαργκό ξεπερνά πραγματικά τα όρια!»[12]

Και από το στόμα του αφηγητή θα πει ότι ο Υσοννέ καθώς:

«ερχόταν απ’ το θέατρο του Δουμά όπου είχε δει τον Ιππότη του Κόκκινου Σπιτιού, […] «τον έβρισκε βαρετό»[13]

 

Και συνεχίζοντας θα πει

«έστρεψε τη συζήτηση στους ζωντανούς πίνακες του Ζυμνάζ που τραβούσε τότε πολύ κόσμο.»[14]

Ο Ντελμάρ:  

«παλιός τραγουδιστής της Αλάμπρα «είχε αφήσει τους λαϊκούς χορούς για το θέατρο, και μόλις είχε κάνει ένα πολυθόρυβο ντεμπούτο στο Αμπιγκύ με το Γκασπάρντο ο ψαράς»[15][16]

Ο Φρεντερίκ όπως οι άλλοι: «Πήγαιναν να χειροκροτήσουν το Πανηγύρι των ιδεών[17]ωμειδύλλιο των Λεβέν και Μπρυνσβίκ που παίχθηκε από τον Ιανουάριο ως τον Οκτώβριο] και παρομοίαζαν τους συγγραφείς του με τον Αριστοφάνη.»[18]

Τέλος, ανάμεσα στη λίστα των θεάτρων ο Φλωμπέρ αναφέρεται και στο θέατρο της οδού Σαιν-Μαρτέν[19] που παρουσίαζε μερικά απ’ τα σημαντικότερα δράματα της ρομαντικής ζωής.

 

Ένας αλλιώτικος ρόλος του Θεάτρου

Λίγο αργότερα από το 1794, παρά την επιβολή της κυβερνητικής λογοκρισίας, το θέατρο έγινε εσπευσμένα και διατηρήθηκε σαν  λέσχη και τόπος συζητήσεων αλλά και μια σκηνή για το πολιτικό βήμα.

Ο ηθοποιός Ντελμάρ όπως μας τον περιγράφει ο αφηγητής,

«Πήδηξε πάνω στο βήμα, τους έδιωξε όλους, πήρε την πόζα του . και, δηλώνοντας πως απαξιούσε ν’απαντήσει σε τόσο ταπεινές κατηγορίες, μίλησε διεξοδικά για την πολιτιστική αποστολή του ηθοποιού. Αφού το θέατρο ήταν η εστία της εθνικής διαπαιδαγώγησης, αυτός ψήφιζε υπέρ της μεταρρύθμισης του θεάτρου .»[20]

Oι πολίτες συνωστιζόντουσαν στα θέατρα, τραγουδούσαν με όλη τη δύναμή τους και με ενθουσιασμό τον Ύμνο των Μασσαλιωτών και άλλα πολιτικά τραγούδια. Για να επιτύχει ένα τραγούδι, δεν αρκούσε μόνο να μιλά για τις επιδιώξεις του λαού, έπρεπε να συνοδεύεται και από μελωδίες κατάλληλες να υποβοηθούν τη μνήμη. Πάνω στο Πον-Νεφ, στην πλατεία Σαιν Ζερμαίν, στα Ηλύσια Πεδία ή στον Κεραμεικό τραγουδούσαν μελωδίες όπως η Χαριτωμένη Γκαμπριέλ ή όταν φάνηκε η Ερυθρά Θάλασσα κ.ά

Στην Ελλάδα του 2011, μετά από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα και την οικονομική κρίση οι πολίτες της σύγχρονης Ελλάδας που κινδυνεύει και ψυχορραγεί, δεν μπορούμε να βοηθήσουμε παρά μόνον οικονομικά, με τους ίδιους τους μισθούς μας, με τους κόπους μας. Είναι σκληρή η πραγματικότητα αλλά δεν αλλάζουν τα πράγματα από μόνα του . Την Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου, στο Θέατρο Τζένης Καρέζη ο Σύλλογος των Ελλήνων Ηθοποιών προσκαλούσε με τα παρακάτω λόγια

ΟΛΟΙ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ, ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΕΗ ΣΕ ΑΝΟΙΧΤΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ στις 7 ΜΜ.

Ποιος είναι άραγε σήμερα ο ρόλος του θεάτρου στη σημερινή Ελλάδα; Αυτή λοιπόν η ανακοίνωση, που έλαβα στο κινητό μου, δεν μπορεί παρά να μου θυμίζει τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξε το θέατρο, ως φωνή του λαού, στο Παρίσι του 19ου με τις κοινωνικές ανισότητες, την ανεργία και την πείνα.

 

 

 

 

 

 

[1] Η Λεωφόρος του Εγκλήματος ήταν γεμάτη από εστιατόρια  και θέατρα όπου έπαιζαν συνταρακτικά μελοδράματα.

[2] Alain Viala:Le Théâtre en France des origines à nos jours, Paris, P.U.F 1997.

[3] Πρόκειται για την πιο επιτυχημένη  στιγμή ενός θεάματος, δηλαδή αυτή που προσελκύει την μεγαλύτερη προσοχή του κοινού.

[4] Γ. Φλωμπέρ, Ό.π., Μέρ.3, Κεφ.3

[5] Το πλήθος αυτό που σφύριζε, ούρλιαζε, χειροκροτούσε όρθιο στο θεωρείο (είναι το όνομα που έδιναν στις γαλαρίες του τελευταίου ορόφου. Σήμερα , θα τις αποκαλούσαν «κοτέτσι».

[6] Βλέπε σχετικά,  Alain Viala  «Le théâtre en France des origines à nos jours», éd. PUF, Paris, Août 1997,  page 317

[7] ΙΙ,ΙΙ

[8] Η διάσημη «Λεωφόρος του Εγκλήματος», προς την πλευρά της Δημοκρατίας (République), που εξαφανίστηκε με την  αναταραχή  του Οσμάν αναβιώθηκε με  λαμπρότητα από τους  Carne et Prévert στην ταινία τα Παιδιά του Παραδείσου. Πρόκειται για μια ταινία με τους P.Brasseur, Arletty, J-L.. Barrault που συνδέεται με την παράδοση των μελοδραμάτων και των μίμων, που διασκέδαζαν κάποτε το λαϊκό κοινό.

 

[9] Τα δυο αυτά ήδη γινόντουσαν  έτσι  ανταγωνιστικά.

[10] Πατέρας και θυρωρός  είναι κωμειδύλιο των Ανσελό και Μπουρζουά που παίχτηκε για πρώτη φορά το 1833.

[11] Γ. Φλωμπέρ, Ό.π., Μέρ.2, Κεφ.2.

[12] Ό.π., Μέρ.2, Κεφ.2.

[13] Ό.π., Μέρ.2, Κεφ.6.

[14] Ό.π., Μέρ.2, Κεφ.2. Το Ζυμνάζ ήταν ένα θέατρο της λεωφόρου του Εγκλήματος

[15] Μελόδραμα του Μπουσαρντύ (1837) στα 1845 η επιτυχία του συνεχιζόταν

[16] Γ. Φλωμπέρ, Ό.π., Μέρ.2, Κεφ.2.

[17] Κωμειδύλλιο των Λεβέν και Μπρυνσβίκ που παίχθηκε από τον Ιανουάριο ως τον Οκτώβριο 1849.

[18] Ό.π., Μέρ.3, Κεφ.3.

[19] Το παρισινό θέατρο της οδού Σαιν-Μαρτέν χτίστηκε το 1781.

[20] Ό.π., Μέρ.3, Κεφ.1.

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ ΦΛΩΜΠΕΡ

Το 1983 έφυγα οριστικά από το Παρίσι. Είχα πάντα στο σπίτι μου την Αισθηματική Αγωγή του Φλωμπέρ. Κατά σύμπτωση το 1985 το αγόρασα στα Ελληνικά. Ήταν η δεύτερή μου ανάγνωση. Ίσως γιατί θέλησα να ξανασυναντήσω τον Φρεντερίκ Μορώ στην απέλπιδα προσπάθειά του να κατακτήσει έναν άπιαστο όνειρο και στις αλλεπάλληλες αναφορές του μέσα στο Παρίσι που το περιγράφει με λεπτομέρεια και ταλέντο. Ο Φλωμπέρ μέσα από τον κεντρικό του ήρωα συναρπάζει με την εγγραφή των προσωπικών ιστοριών στο σώμα της επίσημης Ιστορίας τον τρόπο με τον οποίο χανόμαστε ή διασωζόμαστε στην παλίρροια μιας κρίσιμης εποχής. Το Παρίσι, με τον Φρεντερίκ Μορώ αποτελεί το λογοτεχνικό μου ήρωα, και μαζί τους η Μαντάμ Αρνού, που θεωρώ ότι τoυς συναντάμε κάποια στιγμή στη ζωή μας. Κυρίως όμως θέλησα να ξαναβρώ το παλιό χαμένο Παρίσι, την ιστορία του τα στάδια κρίσης και άνθισής του καθώς και τα λόγια του Φλωμπέρ να μουρμουρίζουν αδιάκοπα όπως τα νερά του πλωτού ποταμού ή τα τριξίματα των ξύλινων γεφυριών ή ακόμα οι φωνές των πλανόδιων εμπόρων της εποχής τα παρακάτω λόγια:
Ταξίδεψε
Γνώρισε τη μελαγχολία των καραβιών, τα κρύα ξυπνήματα κάτω απ’ την τέντα, τον ίλιγγο των τοπίων και των ερειπίων, την πίκρα των εφήμερων δεσμών.
Ξαναγύρισε.
Έκανε κοσμική ζωή, είχε και άλλους έρωτες ακόμη. Μα η αδιάκοπη θύμηση του πρώτου τούς επισκίαζε όλους• κι έπειτα, η ορμή του πόθου, το άνθισμα των αισθήσεων είχε χαθεί. Οι πνευματικές του φιλοδοξίες επίσης τον είχαν εγκαταλείψει. Πέρασαν χρόνια• κι αυτός έσερνε παθητικά τη στειρότητα της σκέψης του και την αδράνεια της καρδιάς του.
Η συγγραφέας
ΕΥΤΥΧΙΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ-ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ ΦΛΩΜΠΕΡ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΔΩΝ

)Moulin_de_la_Galette_foto

 

 

ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016 ΣΤΙΣ 7.30 μ.μ

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΔΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

 

Οι τόποι και η τέχνη της γαστρονομίας στο ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ 19ΟΥ  αιώνα

της Δρ Ευτυχίας Νικολακοπούλου

 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ ΦΛΩΜΠΕΡ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΕΛΟΤΟΣ

 

Η γαστρονομία κατείχε σημαντική θέση στην  παρισινή ζωή του 19ου αιώνα. Ο  J.P. Aron τον χαρακτηρίζει  σαν τον «Χρυσό αιώνα της γαστρονομίας»[1] καθώς  εξάπτει τη λογοτεχνική φαντασία και γίνεται ένα  από τα κοινά θέματα πολλών συγγραφέων. Για παράδειγμα, στον Εξάδελφο Πονς, ο Μπαλζάκ περιγράφει το πρότυπο των γευσιγνωστών (1847). Ο Ζολά περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες τα φαγητά όλων των κοινωνικών τάξεων. Ο Μπωντλαίρ κατακρίνει τη βελγική κουζίνα. Ο Αλέξανδρος Δουμάς, μεγάλος γευσιγνώστης παραχωρεί το Μεγάλο Λεξικό της Κουζίνας, που είναι στο μεγαλύτερο μέρος του, ένα βιβλίο ευτράπελης διάθεσης και φαντασίας, παρά γαστρονομίας.

Στην Αισθηματική Αγωγή, ο Φλωμπέρ ανάγει τη γαστρονομία, σε μια μορφή έντεχνης λογοτεχνίας, και με έμπνευση ζωγραφίζει πίνακες εξεζητημένων γευμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα  τι συμβαίνει στο Παρίσι εκείνη την εποχή;

   Στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, εμφανίστηκαν οι «μπρασερί». Μέσα σε εκπληκτικά διακοσμημένα περιβάλλοντα, Αrt Νouveau  συνήθως,[2] σερβιριζόταν μια αστική κουζίνα. Τα εστιατόρια αυτά, για να παραμείνουν ελκυστικά, ήταν ανοικτά όλες τις ώρες-ή σχεδόν όλες- προσέφεραν ποιοτικά γεύματα σε καλές τιμές, ευνοώντας παράλληλα τις τοπικές γεύσεις και τα τοπικά προϊόντα. Τα πρώτα εστιατόρια πολυτελείας[3] άνοιξαν γύρω από το  Παλαί Ρουαγιάλ και ήταν το σημείο στο οποίο κατέληγαν όλοι οι Παριζιάνοι το βράδυ μετά το θέατρο. Στα εστιατόρια αυτά μπορούσε κανείς να ξοδέψει χιλιάδες φράγκα,  και ο Λουί Σεμπαστιέν Μερσιέ, είχε γράψει στον Πίνακα των Παρισίων (Tableau de Paris) ότι:

 «Όλα τα χρηματικά αποθέματα της Γαλλίας δε θα έφταναν για να γευματίσουν και οι 700.000 Παριζιάνοι, έστω και από μια φορά στα εστιατόρια της μόδας.»

 Στα πρώτα χρόνια της Αυτοκρατορίας υπήρχαν πολλές χιλιάδες εστιατόρια, τα ονόματα των οποίων καταγράφτηκαν στο Αλμανάκ των καλοφαγάδων του Γκριμό ντε λα Ρενιέρ, ο οποίος ένα χρόνο μετά ίδρυσε την Κριτική Επιτροπή των γευσιγνωστών». Οι συναντήσεις της Επιτροπής πραγματοποιούνταν είτε στο σπίτι του ιδρυτή, είτε στο εστιατόριο Ροσέ ντε Κανκάλ γύρω από ένα γαστρονομικό τραπέζι, δίνοντας την ευκαιρία στον Γκριμό να γευματίζει δωρεάν και μάλιστα να βγάζει και το κέρδος του.

Τα πιο ξακουστά λοιπόν εστιατόρια ήταν όπως προαναφέραμε το Ροσέ ντε Κανκάλ (Rocher de Cancale),  οι Τρεις Αδελφοί της Προβηγκίας (Les Trois Frères provinciaux) όπου «πολλές φορές στη διάρκεια της μέρας και της νύχτας, έπρεπε να αδειάσουν τα παραγεμισμένα  ταμεία  μέσα σε βοηθητικά χρηματοκιβώτια»[4]. Υπήρχε επίσης  το  «Αγγλικό Καφενείο»[5] στο οποίο σύχναζαν οι ήρωες της Αισθηματικής Αγωγής. Ο Φλωμπέρ μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα  της εποχής:

 «Η Ροζανέτ είπε πως πεινούσε, και μπήκαν στο Αγγλικό Καφενείο. Νεαρές γυναίκες με τα παιδιά τους έτρωγαν όρθιες μπρος στο μαρμάρινο μπουφέ, όπου στοιβαζόντουσαν, κάτω από γυάλινες καμπάνες, τα πιάτα με τα γλυκά.» [6]

Αλλά θα αποθανατίσει και το  «Χρυσό Σπίτι»[7] με την ακόλουθη περιγραφή:

«Ύστερα ντύθηκε για να πάει στο Χρυσό σπίτι»[8]

«Το εστιατόριο χωριζόταν σε δυο τμήματα το ένα εκ των οποίων έβλεπε στη λεωφόρο και ήταν για τις κρατήσεις των περαστικών και  το άλλο στην οδό Λαφίτ, και υποδεχόταν  τους επώνυμους θαμώνες μακριά απ’ τους περίεργους, μέσα  σε πολυτελέστατα « Δωματιάκια »[9].

Ο Φρεντερίκ, λέει ο Φλωμπέρ:  «To ίδιο το βράδυ θέλησε να δειπνήσει μαζί της στο Χρυσό Σπίτι, σ’ ένα ιδιαίτερο δωματιάκι » [10]

Το πιο αξιόλογο δωμάτιο, περιγράφει ο J.P Aron, ήταν το Νο 6  που συχναζόταν απ’ τους πιο διακεκριμένους Παριζιάνους, κόμηδες, μαρκησίους και πλούσιους εκκεντρικούς. Ο Φλωμπέρ μας παραθέτει κάποια ονόματα που τα τοποθετεί στον ίδιο χώρο:

«Ο Σιζύ σύστησε τους καλεσμένους του αρχίζοντας απ’ τον πιο σεβάσμιο(…) Ο μαρκήσιος Ζιλμπέρ ντεζ Ωναί, νουνός μου. Ο κ.Ανσέλμ ντε Φορσαμπώ», ο Ζοζέφ Μποφρέ, ξάδερφός μου . και ο παλιός μου καθηγητής ο κ.Βεζού», περίμενε κάποιον ακόμη, το βαρόνο ντε Κομαίν, «που ίσως να έρθει, αν και δεν είναι σίγουρο».

Περιγράφει επίσης μια «φωτισμένη αίθουσα και υπερβολικά μεγάλη για τον αριθμό των καλεσμένων»[11]στο Χρυσό Σπίτι.

 

Ένα ιδιαίτερο σαλόνι στο Χρυσό Σπίτι.

Το Βεφούρ[12] ανήκε επίσης στα εστιατόρια της μόδας και ο Φλωμπέρ αναφέρεται σ’αυτά, περιγράφοντας πότε πότε τους χώρους, τον φωτισμό,  τις ενδυμασίες και τον διάκοσμο καθώς επίσης τα πολυτελή έπιπλα και τα σερβίτσια. Αναπτύσσει επίσης την  τέχνη της διακόσμησης του τραπεζιού που αφορούσαν εξίσου το ύφασμα του τραπεζομάντιλου και των πετσετών, την ποιότητα της πορσελάνης, το κρύσταλλο των ποτηριών το μέγεθος των οποίων έπρεπε να ταιριάζει στο είδος του κρασιού που σέρβιραν, το ασήμι των μαχαιροπήρουνων. Ενίοτε, κάποιες λεπτομέρειες ενδέχεται να ήταν καθοριστικές, όπως για παράδειγμα ένα πολύ όμορφο μαχαίρι, που δεν έκοβε καλά και έδινε  την αίσθηση ότι το κρέας ήταν σκληρό. Ουσιαστικά, μέσα από την αφήγηση διαπιστώνουμε ότι η παρουσίαση υπερίσχυε έναντι της γεύσης.  Έτσι, πολλά μοντέρνα πιάτα που ήταν φιλοτεχνημένα με αλλόκοτα σχήματα μπορούσαν επίσης να αποσπάσουν την προσοχή από το βασικό αντικείμενο του ενδιαφέροντος που ήταν το περιεχόμενο του πιάτου. Η μεγάλη ποικιλία πρωτοτύπων κουβέρ, όπως τα μαχαιροπήρουνα σε σχήμα ψαριού που κατασκεύαζε ο χρυσοχόος Οντιό, τα σερβίτσια ποτηριών σε διάφορα μεγέθη και τα μπουκάλια ποικίλων σχημάτων και χωρητικοτήτων όπως οι  μποτίλιες τύπου Ναβουχοδονόσορα και Σαλαμαντάρ, ήταν επινοήσεις της ακμάζουσας αστικής τάξης του 19ου αιώνα. Σε ότι αφορά το διάκοσμο του τραπεζιού, θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε τη συνήθεια του ανθοστολισμού αλλά και  της πολυτελούς διακόσμησης με γυαλικά και χρυσαφικά που άρχισε ήδη να παρατηρείται κατά τον 18ο αιώνα. Ο Φλωμπέρ λέει για το δείπνο του  Φρεντερίκ στο σπίτι των Αρνού:«Η συντροφιά, τα φαγητά, όλα του άρεσαν.  Η σάλα, όμοια με μεσαιωνικό εντευκτήριο, ήταν στρωμένη με κατεργασμένο δέρμα . γύρω απ’ το τραπέζι, τα γυαλικά της Βοημίας, πολύχρωμα, ήταν στη μέση των λουλουδιών και των φρούτων σαν φωταψία μέσα σε κήπο. Είχε να διαλέξει ανάμεσα σε δέκα είδη μουστάρδας»[13].

Στον 19ο αιώνα, επινοήθηκαν και εκτελέστηκαν πολλά διάσημα μενού, αλλά και διατηρήθηκαν κάποια του περασμένου αιώνα. Για παράδειγμα, το πιο ξακουστό μενού του 18ου αιώνα  στο οποίο αναφέρεται και ο Φλωμπέρ στην Αισθηματική Αγωγή μέσα απ’ το διάλογο της Ροζανέτ, είναι αυτό του Στρατάρχη Ρισελιέ[14]:«Η Ροζανέτ άρχισε να κοιτάζει τον κατάλογο σταματώντας στα παράξενα ονόματα.

— «Αν τρώγαμε, λέω, ένα «τυρμπάν ντε λαπέν αλά Ρισελιέ» και μια πουτίγκα αλά Ορλεάνη;»

Ένα από τα  πιο γνωστά μενού ήταν  εκείνο της πολιορκίας του Παρισιού, το 1871, όταν πάρθηκε η απόφαση να φαγωθούν τα ζώα του ζωολογικού κήπου: η είδηση ότι το περίφημο Καφέ Βουαζέν  της συνοικίας Σαιντ-Ονορέ πρόσθεσε κρέας ελέφαντα στο μενού του, είχε τόσο μεγάλη επιτυχία που γρήγορα το καφέ αναγκάστηκε να αγοράσει 60 γέρικα άλογα, αφού το κρέας του ελέφαντα εξαντλήθηκε γρήγορα.

Στα οικονομικά εστιατόρια πήγαινε  συνήθως η λαϊκή τάξη και οι φοιτητές.

Ο Φλωμπέρ, ως φοιτητής στο Παρίσι,  σε μια επιστολή του περιγράφει ότι: «Πέντε η ώρα, κατέβαινε  την οδό Ντελά-Αρπ και πήγαινε να δειπνήσει με 30 δεκάρες, σκληρό βοδινό κρέας, με ξίδι και νερό, ζεσταμένο απ’ τον ήλιο μέσα στις καράφες.» Αντίστοιχα μέσα στην Αισθηματική Αγωγή,  ο  Φρεντερίκ:

 «Πήγαινε για δείπνο, με 43 πεντάρες τη μερίδα, σ’ένα μικρό εστιατόριο της οδού Ντελά-Αρπ. Κοίταζε με περιφρόνηση το παλιό μαονένιο μπαρ, τις λεκιασμένες πετσέτες, τα βρόμικα ασημικά και τα καπέλα που κρέμονταν στον τοίχο. Οι πελάτες γύρω του φοιτητές, όπως κι αυτός. Μιλούσαν για τους καθηγητές τους, για τις ερωμένες τους. (…) Υπολείμματα φαγητού σκέπαζαν όλα τα τραπέζια. Τα δυο γκαρσόνια κατάκοπα, κοιμόνταν στη γωνιά, και μια μυρωδιά κουζίνας, λυχναριού και ταμπάκου γέμιζε την έρημη αίθουσα.» [15]

 

Αλλά και ο Ντελωριέ:  «Ήταν μπουχτισμένος απ’ όλα αυτά τα εστιατόρια των 32 σολδίων…»[16]και αυτό ήταν επόμενο, εφόσον δεν υπήρχε η στοιχειώδης καθαριότητα, όπως είδαμε στο παραπάνω εδάφιο. Από την πλευρά του, ο J.P Aron παρατηρεί:«Όταν τα χρήματα ήταν λιγοστά  η δεν υπήρχε όρεξη σερβίρετο η σούπα α λα Κονκάρντ[17], όπου τα λαχανικά ήταν τοποθετημένα σε σχήμα κυκλικό συνθέτοντας τα τρία εθνικά χρώματα. Οι περισσότεροι όμως περιορίζονταν  σε ένα δείπνο α λα Παριζιέν που αποτελείτο από ένα κομμάτι ψωμί[18] και ένα ποτήρι μπύρα ή νερό. Στις χαρτοπαιχτικές λέσχες, στοιχημάτιζαν μερικά τρίλεπτα και δειπνούσαν με φασόλια και χοιρινό τυρί σε πάγκους οι οποίοι χρησίμευαν τη νύχτα και ως κρεβάτια για τους χαμένους».

Πράγματι λοιπόν στις μέρες μας το να διαβάζει κανείς το λογοτεχνικό δοκίμιο της Ευτυχίας Νικολακοπούλου που μόλις κυκλοφόρησε και πουλιέται στα βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ιανός, Ελευθερουδάκης κ.ά αποτελεί πρόκληση δεδομένης της επερχόμενης κρίσης. Θα μπορούσε όμως να αποτελέσει ένα τρόπο διεξόδου από την καθημερινότητα, να μας ταξιδέψει σε έναν άλλο αιώνα σ’ένα Παρίσι αλλιώτικο από αυτό που γνωρίζουμε αλλά που το αποτύπωμά του είναι έντονο. Διότι δεν είναι τυχαίο που τα περισσότερα κτίρια του 19ου αιώνα είναι διατηρητέα, που οι μεγάλες φωτισμένες λεωφόροι με τα σύγχρονα μαγαζιά σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν μαζί με τα πεζοδρόμιά τους την εποχή του Ναπολέοντα Γ από τον βαρόνο Οσμάν.  Και πολλά  εστιατόρια που διατηρήθηκαν αν και  άλλαξαν ονομασία, μερικές φορές διάκοσμο ή και ανακαινίστηκαν,  παρέμειναν στην ίδια θέση.

[1] J.P. Aron: Le Mangeur du XIXème siècle,  Paris, Denoël- Gonthier, Médiations, 1973.

[2] H art nouveau  ήταν μια καλλιτεχνική κίνηση του τέλους του 19ου αιώνα που βασίστηκε στις καμπύλες γραμμές. Δημιουργήθηκε από αντίδραση στην υπερβολική βιομηχανοποίηση. Πρόκειται για ένα ξαφνικό και σύντομης διάρκειας κίνημα που γνώρισε στη συνέχεια μεγάλη διεθνή φήμη. Το γαλλικό όνομα «Αrt Νouveau » επιβλήθηκε στην Μεγάλη Βρετανία και αντίστοιχα με την αγγλομανία στη Γαλλία διαδόθηκε με την φόρμα «Modern Style.»

[3] Πρωτοπόροι ήταν οι αδελφοί Βερί, από την Προβηγκία.

[4] Βλ. Ό.π.,J.P. Aron, Ibid.

[5] Το Αγγλικό Καφενείο ανήκε μετά από την Επανάσταση του Φεβρουαρίου σ’ έναν εστιάτορα που ήταν προηγουμένως στο Μπορντό, κοντά στην εκκλησία Σαιν-Ντομινίκ,  και σέρβιρε δείπνα με  32 δεκάρες, και που δεν άλλαξε τις τιμές του,  μετά την αριστοκρατική του αναβάθμιση στο Παρίσι.

[6] Γ. Φλωμπέρ, Ό.π.,Μέρ.2, Κεφ.1

[7]Σ’αυτή  την  τοποθεσία  υψωνόταν το ξενοδοχείο Σουαζέλ-Στανβίλ (Choiseul-Stainville) όπου έζησε η Κυρία Ταλιέν, « Notre-Dame de Thermidor », η πιο διάσημη από τις  Θαυμαστές (Merveilleuses) που έφερε στη μόδα το κυματιστό και διαφανές ελληνικό ρούχο. Είχε τα πόδια της στολισμένα με ρουμπίνια, πυκνά μαλλιά, άλλοτε καστανή, μετά κοκκινομάλλα, ή ξανθιά με χλωμή επιδερμίδα και μαύρα μάτια. Διεύθυνε με τον άντρα της το επαναστατικό κίνημα. Το σαλόνι της ήταν μια  από τις πιο  στυγνές  αντι-επαναστατικές λέσχες. Σήμερα βρίσκεται:20, λεωφόρος των Ιταλών, 1 / 3 οδός Λαφίτ.

[βλέπε] Augustin Challamel : Les Clubs contre-révolutionnaires, Quentin, Paris 1895.

[8]Γ. Φλωμπέρ, Ό.π., Μέρ.2, Κεφ.4. Le Mousquetaire (Ο Σωματοφύλακας), που ήταν η εφημερίδα του  Dumas, είχε τα γραφεία και τη σύνταξή της ακριβώς δίπλα, στον αριθμό  1 της οδού Λαφίτ, στην πολυκατοικία του Χρυσού Σπιτιού και είχε διαδεχθεί την εφημερίδα του ξαδέρφου των Goncourt,  Le Paris που βρισκόταν  προηγουμένως στην ίδια διεύθυνση.

[9] Η κάβα ήταν επιβλητική και με τα  80 000 μπουκάλια προσέλκυε τους μελλοντικούς γαμπρούς και τους γλεντζέδες της πρωτεύουσας.

[10] Γ. Φλωμπέρ, Ό.π., Μέρ.2, Κεφ.2.

[11] Γ. Φλωμπέρ, Ό.π.,Μέρ.2, Κεφ.2.

[12] Ο Φρεντερίκ και ο Ντελωριέ, «Πήγαν ως του Βεφούρ πιασμένοι απ’ το μπράτσο, γελώντας από ευχαρίστηση…»2,1

Κοντά στο θέατρο του Παλαί Ρουαγιάλ, το εστιατόριο του Grand Véfour άνοιξε το 1760 με την ονομασία Café de Chartres.

[13] Γ. Φλωμπέρ, Ό.π., Μέρ.1, Κεφ.4.

[14] Ο Ρισελιέ όταν κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ανόβερου αναγκάστηκε να περάσει κάποιο διάστημα κλεισμένος σε ένα φρούριο της Ανατολικής Φρυζίας εφοδιασμένος με ένα βόδι, ζήτησε από το μάγειρά του να του το ετοιμάσει με 22 διαφορετικούς τρόπους.

[15] Γ. Φλωμπέρ, Ό.π., Μέρ.1, Κεφ.3

[16]   Ό.π.,Μέρ.2, Κεφ.5

[17] Στις αρχές της περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης, τα τρία χρώματα ενώθηκαν σε πρώτη φάση υπό τη μορφή μιας κονκάρδας. Τον Ιούλιο του 1789, λίγο πριν την κατάληψη της Βαστίλης, στο Παρίσι επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Ιδρύεται μια εθνοφρουρά με ξεχωριστό έμβλημα, μια δίχρωμη κονκάρδα με τα αρχαία χρώματα του Παρισιού, το μπλε και το κόκκινο. Στις 17 Ιουλίου, ο Λουδοβίκος ο 16ος, πηγαίνει στο Παρίσι για ν’αναγνωρίσει την νέα Εθνοφρουρά. Υψώνει την κονκάρδα με το μπλε και κόκκινο χρώμα στην οποία φαίνεται ότι ο Lafayette, διοικητής Φρουράς, προσέθεσε και το άσπρο, χρώμα των Γάλλων βασιλιάδων. Ο νόμος της 15ης Φεβρουαρίου 1794, καθιερώνει την τρίχρωμη σημαία ως εθνικό σύμβολο, διευκρινίζοντας, υπό τις παραινέσεις του ζωγράφου David, ότι η μπλε επιφάνεια έπρεπε να είναι προσκείμενη στο κοντάρι. Κατά τον 19ο αιώνα, το άσπρο χρώμα, σύμβολο των υποστηρικτών του βασιλιά, συγκρούεται με τα τρία χρώματα, κληρονομιά της Επανάστασης. Η άσπρη σημαία ξαναγίνεται σύμβολο κατά την περίοδο της Παλινόρθωσης (επάνοδος στο θρόνο των έκπτωτων βασιλιάδων) αλλά ο Louis-Philippe επαναφέρει την τρίχρωμη σημαία η οποία και παίρνει τη θέση του μέχρι τότε συμβόλου ισχύος της Γαλατίας, τον Κόκορα. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1848, αν και η τρίχρωμη σημαία έχει υιοθετηθεί από την προσωρινή κυβέρνηση, η κόκκινη σημαία είναι εκείνη που προβάλλεται

[18] Τα είδη ψωμιού ήταν πολλά: ψωμί από σούρβο, αφράτο ψωμί, ασπρόμαυρο ή δίχρωμο, ωχρό ψωμί, ψωμί με καφέ, κοκκινωπό ψωμί, στριφτό ή από κριθάρι.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΞΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

http://www.koinignomi.gr/news/i-gnomi-sas/apopseis/2016/03/10/i-didaskalia-ton-xenon-glosson-me-toys-mythoys-kai-ta-paramythia.html

Copyright © Δρ Ευτυχία Νικολακοπούλου           Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση