«Η τσάντα μου σκέφτεται και γράφει για την παραμονή της στο σχολείο.»
Γεια σας είμαι η τσάντα Polo1 της Παναγιώτας. Είμαι εδώ από την Παρασκευή και σήμερα είναι Κυριακή. Πως βαριέμαι τόσο πολύ. Καλά θα πάω στην φίλη μου την τσάντα της Ιωάννας την Polo2 που γνώρισα πριν από λίγο.
–Γεια σου, τι κάνεις, καλά;
–Ναι, να σου πω, πως είπαμε το όνομά σου;
–Με λένε Polo Τι κάνεις; Είμαι στην άλλη γωνία και δεν σε είδα, τώρα σε πρόσεξα.
–Καλά. Εσύ πως είσαι;
–Ε ! Εδώ γεράματα.
–Μακάρι να έρθουν τα παιδιά είναι πολύ βαρετά εδώ!
–Να πάω στην τσάντα της Ράνιας την Maul3 και ξαφνικά ακούω τον ΝF 5 να φωνάζει με ένα μεγάφωνο και να λέει : «Τσάντες πρέπει να αποδράσουμε και να πάμε στα παιδιά γρήγορα».
–Ναι!
–Ναι!
–Ναι!
–Ναι!
–Ε ε τότε τι καθόμαστε φύγαμε!
Οι τσάντες άνοιξαν όλες τις κουρτίνες της τάξης, άνοιξαν τα παράθυρα, πήδηξαν πάνω στη σημαία και μία μία κατέβηκαν με προσοχή.
–Τώρα πως θα βγούμε από την πόρτα είναι πολύ ψηλή.
–Μμμ … νομίζω έχω μία ιδέα. Βγάλτε τα βιβλία από τις θήκες σας και φτιάξτε μία σκάλα με αυτά.
–Εντάξει ! (ακούστηκε από όλες τις τσάντες)
Έφτιαξαν την σκάλα και έβγαιναν μία – μία έξω. Έτρεχαν από δώ και από εκεί και κάποια στιγμή οι δύο τσάντες βρήκαν τα παιδιά, μετά οι άλλες δύο και αργότερα όλες οι τσάντες βρήκαν τα παιδιά. Χάρηκαν τα παιδιά και οι τσάντες και εκείνη την ημέρα μου βγήκε το πρώτο δάκρυ!
Παναγιώτα Μαυρομάτη
Ε΄Δημοτικού