Στις 9 και 10 Οκτωβρίου είχαμε τη χαρά να διαβάσουμε δύο υπέροχα βιβλία. Τα: “Η τελεία”, του Πίτερ Ρέινολντς και”Βαλε λίγη φαντασία, ή αλλιώς μια μουτζουρία!”, της Κονταίου Αιμιλίας.
Είναι δύο βιβλία γεμάτα ενσυναίσθηση και ευκαιρίες για να απελευθερωθούν τα παιδιά από στερεότυπα σε σχέση με την εικόνα των σχεδίων τους. Παράλληλα δημιουργούν αυτοπεποίθηση και αποδοχή της μοναδικότητας του καθενός. Συγχρόνως χρησιμοποιήθηκαν για ευκαιρίες προγραφής και ανάπτυξης του προφορικού λόγου των νηπίων μιας και το καθένα εκφραζόταν για το έργο του.
Οι τελείες πέταξαν κι έγιναν γραμμές, βουνά, καμπύλες, ανάποδα βουνά, σαλιγκάρια που βγαίνουν με τις στάλες της βροχής, διακεκομμένες γραμμές στην άσφαλτο που ξαπλώνουν βαριεστημένες να απολαύσουν τα σύννεφα που τρέχουν. Καθίσαμε στην παρεούλα να τα γράψουμε και στον αέρα και μετά στο χαρτί, να τα εκφράσουμε όλοι μαζί, να τα φυσήξουμε και να πετάξουν μακριά οι τελείες, οι γραμμές κι οι μουτζουρίες μας! Γιατί έτσι παίρνουν τα όνειρα δύναμη…

οι μουτζουρίες μας!!! Ο καθένας από εμάς έδωσε στη μουτζουρία του και μια άλλη μορφή!!!


η ελικοειδής γραφή που έγινε από φίδι, σαλιγκάρι, γλειφιτζούρι ως και δέντρο!


και τέλος τα σαλιγκάρια μας κατασκευασμένα από τα μικρά χεράκια που κάνουν θαυματάκια!



Λίγα λόγια για τα βιβλία!

Η Λία (Vashti στο πρωτότυπο) άφησε το χαρτί της άδειο στο μάθημα της ζωγραφικής. Η δασκάλα της την πλησίασε και της είπε: “Α! Μια πολική αρκούδα σε χιονοθύελλα”. Καθόλου δεν της άρεσε της Λίας το αστείο καθώς με πάθος ισχυριζόταν πως δεν ξέρει να ζωγραφίζει. “Έλα, φτιάξε κάτι. Μια γραμμή, μια τελεία έστω… Κάνε με θάρρος την αρχή και ο,τι βγει”, την παρότρυνε η δασκάλα της. Θυμωμένη μάλλον, η Λία άρπαξε τον μαρκαδόρο και τον κάρφωσε με μανία το χαρτί. Είχε κάνει μια τελεία. “Τώρα βάλε και την υπογραφή σου”, συνέχισε η δασκάλα. Σ’ αυτό η Λία δε δυσκολεύτηκε καθόλου αφού ήξερε να γράφει ολόσωστα το όνομά της. Στο μάθημα της επόμενης εβδομάδας, η Λία αντίκρισε την τελεία της σε μια σκαλιστή χρυσή κορνίζα. Ένοιωσε περήφανη. Θα προσπαθούσε να κάνει καλύτερες τελείες από αυτήν τη βιαστική και θυμωμένη που είχε κάνει.
Από τότε στρώθηκε στη δουλειά. Ανακάτευε χρώματα, μάθαινε τις μίξεις και έφτιαχνε υπέροχες… τελείες. Τις πιο υπέροχες όμως! Κι όταν ένα αγοράκι ισχυρίστηκε πως δε μπορούσε να ζωγραφίσει, η Λία ήξερε πια τι έπρεπε να κάνει. Μα ο,τι και η δασκάλα της κάποτε…
Πρόκειται για ένα από τα παγκόσμια αριστουργήματα που θα (ίσως και να έχετε ήδη) διαβάσετε στη ζωή σας. Ένα από τα 20-30 κορυφαία βιβλία που έχουν γραφτεί παγκοσμίως (και πολλά από αυτά έχουμε ήδη παρουσιάσει στο elniplex). Ένα βιβλίο που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, σε διδάσκει την ομορφιά, την καλοσύνη, την ενσυναίσθηση, την κατανόηση, τη μέγιστη αξία του ρόλου του δασκάλου μέσα από το προσωπικό παράδειγμα κι όχι μέσω κατήχησης και υψωμένου δαχτύλου. Γιατί αυτό το ελάχιστο, ταπεινό σημάδι μας στον κόσμο, η τελεία, η απλή αυτή κουκίδα με τα πολλά ονόματα (τελεία, κουκίδα, βούλα, στίγμα) είναι η πρώτη αρχή να νιώσεις ότι μπορείς να αποτυπώσεις κάτι, να δημιουργήσεις, να αισθανθείς βιωματικά πως μπορείς να τα καταφέρεις, να πιστέψεις σε σένα. Αρκεί ασφαλώς να υπάρχει πλάι σου ένας δάσκαλος, ένας άνθρωπος να κάνει το όχι και τόσο αυτονόητο τελικά: να σου δώσει το χώρο και τη δύναμη να πιστέψεις ότι αυτό που κάνεις είναι κάτι, ότι δεν είναι για πέταμα και για τη λησμονιά του κόσμου.

– Εγώ θα κάνω τη μηλιά και εσύ το σκίουρο.
– Μα δεν ξέρω να κάνω σκίουρους!
– Δεν πειράζει, ούτε εγώ ξέρω πώς είναι η μηλιά…
Θα κάνω μια ελιά ή μια ροδακινιά…
– Μα εγώ δεν έχω δει ποτέ σκίουρο!
– Δεν πειράζει. Κάνε ένα ζώο που να μοιάζει με σκίουρο.
– Μα δεν ξέρω… Κοίτα, βγήκε μια μουτζούρα.
– Καλέ, αυτό είναι μία σβούρα· βάλε τώρα δύο πόδια και δυο χέρια, και θα πάμε ως τα αστέρια…
«”Για όλα τα παιδιά που νομίζουν πως δεν ζωγραφίζουν καλά,
για όλα τα παιδιά του “δεν μπορώ” και του “δεν ξέρω να φτιάχνω”
που πύκνωσε πολύ στις μέρες μας, μα και για εκείνα τα παιδιά που βλέπουν κόσμους ολόκληρους
την ώρα που οι μεγάλοι βλέπουν μουντζούρες.
Ένα βιβλίο όπου συγγραφέας και εικονογράφος
δικαιώνουν σε μεγάλο βαθμό τη ρήση του μεγάλου Π. Πικάσο:
“Κάθε παιδί είναι καλλιτέχνης. Το θέμα είναι πώς θα παραμείνει καλλιτέχνης μεγαλώνοντας”»