Χειμωνιάτικος ο καιρός σήμερα,
δυσκολεύεται να μας δει ο ουρανός.
Μέρες τώρα ο ένας χώρια από τον άλλο,
ξεχάσαμε το γαλάζιο του
κι αυτός τα σκυθρωπά μας πρόσωπα.
Θα νιώθει μόνος εκεί ψηλά, στο κρύο,
θα λυπάται που τα στολίδια του,
τα άστρα, τον ήλιο και το φεγγάρι,
εμείς δεν θα μπορούμε να χαρούμε.
Θα πολεμά απεγνωσμένα,
τα σύννεφα όμως θα αντιστέκονται.
Ώσπου κάποιο ξημέρωμα, ταλαιπωρημένος όπως θα? ναι, θα πέσει πάνω μας.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΚι απόψε η νύχτα το σκοτεινό της παιχνίδι μάς έπαιξε.
Αφού τύλιξε τα πάντα με το μαύρο της δίχτυ,
με ένα πορτοκαλί φεγγάρι
που κρύβεται πίσω από τα μαύρα σύννεφα,
μας παραπλάνεψε.
Κι αφεθήκαμε να κυνηγάμε το φεγγάρι?
Και πάνω που το κυκλώσαμε,
έβαλε τα κλάματα· το άκουσε ο ήλιος κι ήρθε
και φώτισε τον ουρανό
κι έκρυψε το φεγγάρι.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΚρύος καιρός,
σκονισμένο δωμάτιο,
σκονισμένο γραφείο,
το φως της λάμπας,
το άσπρο χαρτί,
τα ίχνη.
Υγρασία στον αέρα,
επανάληψη,
το τικ-τακ του ρολογιού,
μονοτονία,
μοναξιά,
ο φόβος,
η ώρα του θανάτου
άργησε?
? μας πρόλαβε ο φόβος?
στο κατώφλι. Κι απόμεινε ο καημός στους νέους και στους γέρους.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΜέρες τώρα είχα συνηθίσει·
ντυμένος γαμπριάτικα με το αχνό μου χαμόγελο
(που ίσως να έμοιαζε και με παιδική γκριμάτσα),
με τα αστέρια να με αποχαιρετούν το ξημέρωμα
και το κιτρινωπό φεγγάρι να με καλησπερίζει.
Κάπου κάπου θεωρούσα και τυχερό τον εαυτό μου?
Ξαπλωμένος με σταυρωμένα τα χέρια
άφηνα να ξετυλίγεται μπροστά μου
το πανηγύρι της φύσης στο πέρασμα του χρόνου.
Απόψε? απόψε όμως?δυστυχία!
Έβρεξε νωρίς το απόγευμα,
τα αστέρια χάθηκαν στο γκρίζο ουρανό
και το φεγγάρι διάλεξε άλλους για να καλησπερίσει.
Το στήθος μου αδύναμο,
πλέον δεν μπορεί να κρατήσει
την πλάκα μου
που? σα να βάρυνε από τη βροχή.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΆνεμος
Δυνατός είναι σήμερα ο άνεμος,
αδίστακτος σαν την φωτιά,
λυγίζουν όλα στο πέρασμά του:
τα πανύψηλα κυπαρίσσια,
οι λεύκες στον εθνικό δρόμο
και τα λουλούδια στους αγρούς,
έξω από την πόλη.
Μα κι οι ριγμένες μας πλάτες
και το σκυφτό μας κεφάλι
δεν τολμούν να κοιτάξουν στα ίσια τον άνεμο,
που σήμερα,
μοιάζει παντοδύναμα κρυφός,
σαν τα χείλη γυναίκας.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΆπλωσε το δίχτυ της η νύχτα.
Ένα χλωμό μισοφέγγαρο ήρθε να τη φωτίσει.
Έφερε και φίλους του,
νομίζω τα λένε αστέρια.
Και κράτησε ώρες το σκηνικό αυτό,
μέχρι να ξημερώσει.
Κι όταν το φως του ήλιου το πρωί
αφάνισε τη νύχτα
κι εξόρισε το σκοτάδι μακριά,
μια ανακούφιση απλώθηκε παντού:
η νύχτα έφυγε, η νύχτα έχει περάσει.
Και πήραν τους δρόμους? και χοροί? τραγούδια?
Η νύχτα όμως,
η νύχτα η αμείλικτη,
η νύχτα θα ξανάρθει?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΈνα δάκρυ κύλησε απόψε,
μας θύμισε τα παιδικά μας κλάματα
αλλά και τα ανέμελα χαμόγελα ενός κόσμου
φυλακισμένου στο κεφάλι μας·
νοσταλγία μας πλημμύρισε γι? αυτά που έφυγαν,
που τόσο θα θέλαμε να ξαναρθούν,
που όμως θα χαθούν για πάντα.
Το δάκρυ στέγνωσε σιγά σιγά?
στο πρόσωπό μας χάραξε αυλάκι που ο χρόνος θα κυλά?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣα σίφουνας απλώθηκε η άνοιξη εφέτος,
γέμισαν λουλούδια οι αγροί,
στην εξοχή μια μυρωδιά θεσπέσια·
οι μέλισσες ζαλίζονται σε κάθε πέταγμα
και τα νερά από τις χειμωνιάτικες βροχές
διασχίζουν ορμητικά καταπράσινες χαράδρες.
Ήρθαν και τα ασπρόμαυρα χελιδόνια,
να τιτιβίζουν πότε εδώ και πότε εκεί?
Το ανάλαφρο πέταγμά τους, ο έρωτας,
ένα πλατύ χαμόγελο κάτω από τη σκιά των δέντρων.
Πιο κει, πάνω στο λόφο με τις μαργαρίτες,
στο εκκλησάκι με τα λιγοστά κυπαρίσσια
που λικνίζονται ανέμελα στο ανοιξιάτικο αεράκι,
οι περιποιημένοι τάφοι με τα λουλούδια στα βάζα,
ράγισαν.
Χτύποι και βροντές ακούγονται?
Οι νεκροί, θέλουν να βγουν. Το ανοιξιάτικο αεράκι
έφερε τη μυρωδιά της άνοιξης
και δεν αντέχουν πλέον τη μούχλα του θανάτου.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια