To ερωτικό λίκνισμα των δέντρων
πλάι στην ήσυχη λίμνη,
που απολαμβάνει γλυκά το μεσημεριανό της ύπνο·
απέναντι τα ψηλά βουνά αγναντεύουν τη μπόρα που έρχεται
κι ετοιμάζονται να την υποδεχτούν.
Η ματιά μας δεν φτάνει μέχρι εκεί,
σταματά στις ψηλές τους κορφές
και κατρακυλά χαμηλά, ξανά πίσω,
στις καλαμιές που διακρίνονται στην άλλη όχθη.
Ο απαλός άνεμος δυνάμωσε?
Ο μοναχικός μας περίπατος συνεχίζεται
κι ενώ τα κοράκια με τη φρικαλέα τους φωνή
διαλαλούν την επερχόμενη καταιγίδα
εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΗ αγωνία είχε κορυφωθεί.
Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει.
Οι τοίχοι έμοιαζαν με δήμιους ντυμένους στα μαύρα.
Όμως το τηλέφωνο, εκεί, πάνω στο τραπέζι,
παρέμενε ερμητικά ? θανατικά βουβό,
αδιάφορο για τον πόλεμο στα σωθικά μου.
Κι όταν τα βλέφαρά μου έγειραν,? χτύπησε δαιμονισμένα.
Δεν ήταν όμως η φωνή που περίμενα:
το τηλέφωνο σάρκαζε τη μοναξιά μου?
Όλη τη νύχτα?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΤα δέντρα άνοιξαν τα φύλλα τους στα κλαριά,
η χλόη προσκύνησε ευλαβικά,
τα λιγοστά πουλιά της πόλης πέταξαν να κρυφτούν,
σπουργίτια, δεκαοχτούρες, περιστέρια.
Τα παράθυρα των αυτοκινήτων έκλεισαν
πατώντας το αυτόματο κουμπί,
το βήμα των πεζών έγινε γοργό
κι όχι ως συνήθως μπερδεμένο.
Χλωμά πρόσωπα πίσω από τα παράθυρα με τις κουρτίνες
κοιτούν απορημένα. Κι οι κουρτίνες κλείνουν απότομα?
Βρέχει!
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΜέρες ελευθερίας
Ένα σπουργίτι ήρθε ξαφνικά στο μπαλκόνι.
Δεν κάθισε πολύ. Γρήγορα πέταξε γι? άλλες γειτονιές.
Και πίσω από το παράθυρο
το φυλακισμένο πρόσωπό μου έμεινε να το κοιτά
κι έπειτα να θυμάται? τις μέρες ελευθερίας?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣημάδεψα τον ήλιο, ζύγιασα το στόχο μου καλά.
Αλάθευτο το σημάδι μου θα έβρισκε το στόχο.
Τέντωσα το σχοινί, το τέντωσα καλά.
Κι άξαφνα το άφησα, για να ταξιδέψει το βέλος μακριά.
Πήρα ανάσα βαθιά και κοίταξα· το βέλος χάθηκε στο βάθος?
Κι ο ήλιος έδυσε.
Χαρούμενος μάζεψα τα πράγματά μου να σηκωθώ να φύγω.
Μα σε μια στροφή φάνηκε το φεγγάρι και κρυφογέλασε:
ο ήλιος σε ξεγέλασε, πάλι θα ξημερώσει.
Με μίσος το απείλησα πως θα το σβήσω από τη νύχτα.
Εκείνο συνέχισε να γελά σ? όλη την πορεία του.
Το σημάδεψα κι αυτό· και πάνω που τέντωσα το σχοινί,
ανέτειλε ο ήλιος πίσω μου.
Τα μέλη μου παρέλυσαν: ξημέρωσε και πάλι!
Το βέλος έπεσε απαλά στο γρασίδι, προσκύνησε την ανατολή.
Ζήτησα συγγνώμη από τον ήλιο, τη δέχτηκε
και με το άπλετο φως του βρήκα το δρόμο για το σπίτι.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια