1 Οκτώβριος 2008
Σα σίφουνας απλώθηκε η άνοιξη εφέτος,
γέμισαν λουλούδια οι αγροί,
στην εξοχή μια μυρωδιά θεσπέσια·
οι μέλισσες ζαλίζονται σε κάθε πέταγμα
και τα νερά από τις χειμωνιάτικες βροχές
διασχίζουν ορμητικά καταπράσινες χαράδρες.
Ήρθαν και τα ασπρόμαυρα χελιδόνια,
να τιτιβίζουν πότε εδώ και πότε εκεί?
Το ανάλαφρο πέταγμά τους, ο έρωτας,
ένα πλατύ χαμόγελο κάτω από τη σκιά των δέντρων.
Πιο κει, πάνω στο λόφο με τις μαργαρίτες,
στο εκκλησάκι με τα λιγοστά κυπαρίσσια
που λικνίζονται ανέμελα στο ανοιξιάτικο αεράκι,
οι περιποιημένοι τάφοι με τα λουλούδια στα βάζα,
ράγισαν.
Χτύποι και βροντές ακούγονται?
Οι νεκροί, θέλουν να βγουν. Το ανοιξιάτικο αεράκι
έφερε τη μυρωδιά της άνοιξης
και δεν αντέχουν πλέον τη μούχλα του θανάτου.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια