Σημάδεψα τον ήλιο, ζύγιασα το στόχο μου καλά.
Αλάθευτο το σημάδι μου θα έβρισκε το στόχο.
Τέντωσα το σχοινί, το τέντωσα καλά.
Κι άξαφνα το άφησα, για να ταξιδέψει το βέλος μακριά.
Πήρα ανάσα βαθιά και κοίταξα· το βέλος χάθηκε στο βάθος?
Κι ο ήλιος έδυσε.
Χαρούμενος μάζεψα τα πράγματά μου να σηκωθώ να φύγω.
Μα σε μια στροφή φάνηκε το φεγγάρι και κρυφογέλασε:
ο ήλιος σε ξεγέλασε, πάλι θα ξημερώσει.
Με μίσος το απείλησα πως θα το σβήσω από τη νύχτα.
Εκείνο συνέχισε να γελά σ? όλη την πορεία του.
Το σημάδεψα κι αυτό· και πάνω που τέντωσα το σχοινί,
ανέτειλε ο ήλιος πίσω μου.
Τα μέλη μου παρέλυσαν: ξημέρωσε και πάλι!
Το βέλος έπεσε απαλά στο γρασίδι, προσκύνησε την ανατολή.
Ζήτησα συγγνώμη από τον ήλιο, τη δέχτηκε
και με το άπλετο φως του βρήκα το δρόμο για το σπίτι.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια