Πρόσφατα σχόλια

visitors – επισκέπτες

Flag Counter

“Το Μπαλόνι” στα αγγλικά

13 Απριλίου 2025 από και με ετικέτα , , , ,

Ευχαριστώ πολύ το Εργαστήρι Λογοτεχνικής Μετάφρασης, που διευθύνει η Παρασκευή Μόλαρη, για τη μετάφραση στα αγγλικά και τη δημοσίευση στο Homo Universalis του διηγήματός μου “Το μπαλόνι”, από το βιβλίο μου “Εσύ, αγόρι μου, δε θα μάθεις ποτέ να γράφεις…Όμορφες περιλήψεις. 77 μικροδιηγήματα”, Εκδόσεις Αροθυμία. Το μικροδιήγημα μεταφράστηκε στα αγγλικά από την σπουδάστρια του Εργαστηρίου Μαριαλένα Μανουσάκη, φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς, την οποία συγχαίρω από καρδιάς. Η επιμέλεια και οι διορθώσεις έγιναν από την καθηγήτρια και επίσημη μετσφράστρια του Ιονίου Πανεπιστημίου κυρία Παρασκευή Β. Μόλαρη.
Ευχαριστώ και την φιλόλογο κυρία Γεωργία Κοτσόβολου για τη φιλοξενία στο εξαίρετο HOMO UNIVERSALIS.
Διαβάστε το στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

https://homouniversalisgr.blogspot.com/2025/03/blog-post_8.html?spref=fb&fbclid=IwY2xjawJoN6JleHRuA2FlbQIxMQABHnKhzUZzS_C6pImhGcLl4E0U65OtpMUdetahGnegL1eENzwcuQhbvhr3Ojhk_aem_tkYqPUp87cqrvKRPzeTjaA

 

Το μικροδιήγημα με τίτλο ΤΟ ΜΠΑΛΟΝΙ από το βιβλίο του Δρα  Βασίλη Γεργατσούλη Εσύ, αγόρι μου, δε θα μάθεις ποτέ να γράφεις …Όμορφες Περιλήψεις, Εκδόσεις Αροθυμία, Διευθυντή του 19ου Δημοτικού σχολείου Νίκαιας, Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, Συγγραφέα, Ποιητή μεταφρασμένο στα αγγλικά από την σπουδάστρια Μαριαλένα Μανουσάκη του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης, με επιμέλεια- διόρθωση από την υπεύθυνη καθηγήτρια-εισηγήτρια την Παρασκευή Β. Μόλαρη, Φιλόλογο ελληνικής και αγγλικής, Επίσημη μεταφράστρια του Ιονίου Πανεπιστημίου, τακτικό μέλος της ΠΕΕΜΠΙΠ , Ιστορικό ΜΑ.
Το μπαλόνι
Η οικογένειά μου ήταν φτωχή. Ο πατέρας μου ήταν σακάτης και η μάνα μου,αν και ήταν πρόθυμη και εργατική, δεν ήξερε πώς βγαίνουν τα λεφτά. Με μια μικρή αναπηρική σύνταξη του πατέρα πληρώναμε το νοίκι και τους λογαριασμούς. Για τα υπόλοιπα –φαγητό, ρούχα…– είχε φορές που περίσσευαν λίγα λεφτά και τρώγαμε και ντυνόμασταν, είχε φορές που πεινούσαμε. Για βόλτες και παιχνίδια…ούτε λόγος.
Εγώ ζήλευα τα παιδάκια που είχαν μπάλες, στρατιωτάκια και άλλα παιχνίδια. Λάτρευα τη λάμψη τους, τα χρώματά τους…
Μια μέρα πήγα με τη μαμά σε μια πλατεία. Με έπαιρνε συχνά εκεί να κάνω τσάμπα κούνια στη δημοτική παιδική χαρά να μου φεύγει το μαράζι. Δυο τρεις πλανόδιοι έμποροι πλεύριζαν τα παιδιά και τους γονείς. Πουλούσαν ζαχαρωτά,γλειφιτζούρια και παιχνίδια. Προσπαθούσαν να ξελογιάσουν τα παιδιά και αυτά έσερναν απ’ τα φουστάνια τις μανάδες τους στον πάγκο τους.
-Μα αγοράστε ένα παιχνιδάκι, κυρία μου. Δε βλέπετε που κλαίει το παιδί; Δεν αξίζει δυο ευρώ το χαμόγελο του βλασταριού σας; έλεγε εκείνος στις μαμάδες, σαν να νοιαζόταν περισσότερο για το χαμόγελο των παιδιών παρά για την τσέπη του.
Ζητούσα κι εγώ επίμονα από τη μάνα μου να μου αγοράσει ένα πολύχρωμο μπαλόνι. Ο έμπορας έλεγε πως ήταν γεμισμένο με ήλιο και γι’ αυτό πετούσε ψηλά.
-Μαμά, πάρε μου ένα μπαλόνι με…ήλιο μέσα! κλαψούριζα εγώ και την τραβούσα από το φουστάνι. Νόμιζα πως είχαν κόψει απ’ τον ήλιο ένα κομμάτι και είχαν γεμίσει με αυτό το μπαλόνι. Ήθελα να έχω κι εγώ μια φετούλα αληθινό ήλιο να παίζω.
-Δε μ’ αγαπάς! Ποτέ δε μου αγόρασες ένα αληθινό παιχνίδι! της φώναξα.
Με εκείνο το «δε μ’ αγαπάς» είχα ακουμπήσει την πιο ευαίσθητη χορδή της καρδιάς της μάνας μου.
-Σ’ αγαπώ, βλαστάρι μου, μα…!
-Δείξτε με πράξεις την αγάπη σας, κυρία μου! σιγόνταρε από δίπλα ο πωλητής.
Η μάνα μου υποχώρησε. Έβγαλε απ’ την τσέπη ένα κέρμα και πλήρωσε.
-Ποιο μπαλόνι σ’ αρέσει; Διάλεξε!
Πήρα το πιο όμορφο. Η μάνα μου έδεσε τον σπάγκο στο χέρι μου για να μη μου φύγει. Περπατούσα δίπλα της και δεν κοιτούσα πια τη γη. Μόνο τον ουρανό κοιτούσα και καμάρωνα το μπαλόνι μου.
Τότε έγινε το απρόσμενο. Το μπαλόνι με τράβηξε ψηλά. Η μάνα μου άπλωσε το χέρι να με κρατήσει μα είχα ήδη υψωθεί πάνω απ’ την πλατεία.
-Αγόρι μου! άκουσα τρομαγμένη τη φωνή της.
Εγώ όμως δεν είχα τρομάξει.
Αντίθετα γελούσα ευτυχισμένος. Πίστευα πως το κομμάτι του ήλιου, με το οποίο είχαν γεμίσει το μπαλόνι, τραβούσε για τον μπαμπά του, τον ήλιο, κι έπαιρνε κι εμένα μαζί. Έβλεπα τη γη από ψηλά και δε σταματούσα να γελώ. Ακόμα κι όταν νύχτωσε κι άναβαν τα φώτα της πολιτείας, συνέχισα να γελώ ευτυχισμένος.
Κάποτε η κούραση με νίκησε.Έκλεισα τα μάτια και αποκοιμήθηκα ψηλά στον ουρανό, με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Ξύπνησα στο κρεβάτι μου. Στην καρέκλα είδα δεμένο το μπαλόνι μου.Ήπια το γάλα μου και βγήκα στην αλάνα να καμαρώσουν τα παιδιά το πιο όμορφο μπαλόνι της γης, που ήταν δικό μου. Τους είπα πως με είχε ταξιδέψει την προηγούμενη νύχτα ψηλά στον ουρανό. Γέλασαν. Δε με πίστεψαν. Η χαρά μου θάμπωσε.
Έτρεξα βουρκωμένος στο σπίτι.
-Μαμά, τα παιδιά δεν πιστεύουν πως  πέταξα στ’ αλήθεια με το μπαλόνι μου στον ήλιο!
Εκείνη χαμογέλασε.
-Μη βάζεις έγνοια, αγόρι μου. Εγώ σε πιστεύω. Ήσουν τόσο χαρούμενος… που πέταξες αλήθεια ως τον ήλιο!
ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗΣ
 
Εσύ, αγόρι μου, δε θα μάθεις ποτέ να γράφεις….Όμορφες Περιλήψεις
The balloon
My family was poor. My father was disabled, and my mother, although willing and hard-working, didn’t know how money is earned. With a meager disability pension from my father, we paid the rent and the bills. As for everything else -food, clothes…- sometimes we had a little extra money and could eat and dress, but other times we were starving. Outings and toys? Out of the question.
I was jealous of the kids that had balls, tin soldiers and other toys. I adored their brightness, their colors…
One day, my mother took me to a square. She often brought me there to play for free on the municipal playground swings to ease my longing. A few street vendors approached children and their parents selling candies, lollipops, and toys. They tried to tempt the kids who would then tug at their mothers’ skirt, dragging them to the stalls.
‘’Come now, buy a little toy ma’am. Don’t you see the child is crying? Isn’t your beloved child’s smile worth just two euros?’’ the vendor would say, as if he cared more about the children’s smiles than his own wallet.
I was persistently begged my mother to buy me a colorful balloon. The vendor said that it was filled with helium and that’s why it floated so high.
‘’Mom, get me a balloon with… sunshine inside!’’ I whimpered, tugging at her skirt.
I thought they had captured a piece of the sun and filled the balloon with it. I wanted my own slice of real sunshine to play with.
‘’You don’t love me! You’ve never bought me a real toy!’’, I shouted.
That ‘’you don’t love me’’ struck the most sensitive chord of her heart.
‘’I do love you, my child, but…’’
‘’Show your love through actions, ma’am!’’ the vendor chimed in.
My mother gave in. She pulled out a coin from her pocket and paid.
‘’Which balloon do you like? Pick one!’’
I chose the prettiest one. My mom tied the string to my hand so I wouldn’t lose it. Walking beside her, I no longer looked at the ground. I gazed only at the sky, proudly admiring my balloon.
Then the unexpected happened. The balloon pulled me up. My mother reached out to hold me, but I had already risen above the square.
‘’My boy!’’ I heard her frightened voice.
But I wasn’t scared. On the contrary, I laughed with joy. I believed that the piece of the sun which had been used to fill the balloon, was heading back to it’s father -the sun- and taking me along. I saw the earth from above and couldn’t stop laughing. Even when night fell and the city lights turned on, I continued laughing with happiness.
Eventually, exhaustion overtook me. I closed my eyes and fell asleep high up in the sky, a smile painted on my lips.
I woke up in my bed. On the chair, I saw my balloon tied.
I drank my milk and went outside to the empty lot to show off the most beautiful balloon in the world, which was mine. I told the other kids it had taken me up to the sky the previous night. They laughed. They didn’t believe me. My joy dimmed.
I run home, teary-eyed.
‘’Mom, the kids don’t believe I flew with my balloon to the sun!’’
She smiled.
‘’Don’t worry, my boy. I believe you. You were so happy… that you truly flew to the sun!’’
The third year of taking part in the Literary Translation workshop. Translating, makes you realize the similarities and the differences between two languages, two cultures, two lifestyles. It’s truly amazing.
 
Manousaki Marialena, student of University of Piraeus.
Ο τρίτος χρόνος που λαμβάνω μέρος στο εργαστήρι λογοτεχνικής μετάφρασης. Μεταφράζοντας, καταλαβαίνεις τις ομοιότητες και τις διαφορές δύο γλωσσών, δύο πολιτισμών, δύο τρόπων ζωής. Είναι συναρπαστικό.
 
Μανουσάκη Μαριαλένα, φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς.
 
 
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β. ΜΟΛΑΡΗ
 
ΕΠΙΣΗΜΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ  ΜΑ

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

Σουρεαλιστικός ρεαλισμός. 4 μικροδιηγήματα (flash fiction)

6 Φεβρουαρίου 2025 από και με ετικέτα , , ,

Ευχαριστώ τους συντελεστές του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού fractal για τη δημοσίευση 4 μικροδιηγημάτων μου από την υπό έκδοση συλλογή μου «Εξημερώνοντας φαντάσματα: 228 μικροδιηγήματα για τον ύπνο, την αϋπνία, τα όνειρα και τους εφιάλτες».

Διαβάστε τα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Σουρεαλιστικός ρεαλισμός. 4 μικροδιηγήματα (flash fiction)

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΜΟΥ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ

6 Φεβρουαρίου 2025 από και με ετικέτα , , , ,

62

Ευχαριστώ από καρδιάς την Βίβιαν Μόλαρη και τους συνεργάτες/μαθητές της για τη μετάφραση των μικροδιηγημάτων μου στην Αγγλική γλώσσα. Τα διηγήματα δημοσιέυτηκαν στο Homo Universalis.

Διαβάστε τα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

https://homouniversalisgr.blogspot.com/2025/01/blog-post_22.html?fbclid=IwY2xjawIRFiZleHRuA2FlbQIxMQABHVPQdarLm6SzvwCAplg2YOpHYwWZwZxirckkUtgoSr1Hq9NbqBDvoKiIBA_aem_ho3ovYPVJlmJjRLIHnjJHQ

Βασίλης Γεργατσούλης
Εσύ, αγόρι μου,
δε θα μάθεις ποτέ να γράφεις…
όμορφες περιλήψεις
77 μικροδιηγήματα ( flash fiction)
Εκδόσεις Αροθυμία 2019
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ
ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΤΗς ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΜΟΛΑΡΗ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΣΚΙΝΙΩΤΗ — ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΙΔΟΥ –ΙΑΣΟΝΑΣ ΜΠΟΥΛΕΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΟΛΑΡΗ-ΕΠΙΣΗΜΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ, ΤΑΚΤΙΚΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
i  Μήνυμα στο μπουκάλι
Από τότε που ναυάγησε σε εκείνο το
ερημονήσι, ο Γιώργος έριχνε κάθε μέρα
μπουκάλια με μηνύματα στη θάλασσα,
δίνοντας το στίγμα του. Ήλπιζε ότι κάποιος
θα έβρισκε ένα από αυτά και θα προσέτρεχε
σε βοήθεια.
Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος.
Μια μέρα τα κύματα έφεραν ένα
μπουκάλι στην ερημική ακρογιαλιά του
ναυαγού. Γεμάτος ελπίδες το άνοιξε. Ήταν
ένα μήνυμα που του έστελνε η γυναίκα του:
«Γιώργο, έλαβα το γράμμα σου και χάρηκα
που είσαι καλά στην υγεία. Σταματώ λοιπόν
να σε ψάχνω και πάω στην κόρη μας στη
Λαμία. Έλα εκεί να με βρεις!».
Βασίλης Γεργατσούλης
****
Message in a bottle
Since the time he was shipwrecked on that deserted island, George would throw bottles with messages into the sea every day, to signal his location. He hoped that somebody would find one of them and come to his aid.
A whole year passed.
One day, the waves brought a bottle to the castaway’s deserted shore. Full of hope, he opened it. It was a message from his wife : ‘ George, I received your letter and was glad to hear you are in good health. So, I will stop searching for you and go to our daughter in Lamia. Come find me there !’
TRANSLATED FROM GREEK INTO ENGLISH BY
KATERINA KOSKINIOTI, English language student
DESPINA NIKOLAIDOU , English language student
EDITED BY PARASKEVI MOLARI
 
🌼🌼🌼🌼
ii Το λαδί κοστούμι
Φορούσε επί χρόνια το ίδιο λαδί
κοστούμι.
Μια μέρα το έδωσε στο
καθαριστήριο. Καιρός ήταν πια… Μέχρι να
του το επιστρέψουν δεν είχε τι να φορέσει.
Ντύθηκε τον εαυτό του.
Μπήκε στο μπάνιο να ξυριστεί.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Δεν
αναγνώρισε το είδωλό του. Τρόμαξε τόσο,
που έκοψε τις φλέβες του με το ξυράφι.
Βασίλης Γεργατσούλης
*******
The olive green suit
For years, he wore the same olive green suit. One day, he sent it to the cleaner’s. It was about time…But until they returned it, he had nothing to wear. So he dressed in himself.
He went into the bathroom to shave. He looked at himself in the mirror. He didn’t recognize his own reflection. So startled was he, that he slashed his wrists with the razor.
TRANSLATED FROM GREEK INTO ENGLISH BY
KATERINA KOSKINIOTI, English language student
IASONAS BOULES, English language student
EDITED BY PARASKEVI MOLARI

 

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

“ΚΑΙΡΟΙ ΣΚΕΦΤΙΚΟΙ” (βιβλίο με ποίηση χαϊκού)

2 Οκτωβρίου 2024 από και με ετικέτα ,

page1.nnn

Το ιστολόγιο “εκπαιδευτικό βήμα” δημοσίευσε ολόκληρο το βιβλίο μου “Καιροί σκεφτικοί” με 85 ποιήματα χαϊκού. Ευχαριστώ τον υπεύθυνο συντάκτη για την τιμή που μου έκανε.  Μπορείτε να το διαβάστετε στον σύνδεσμο:

https://ekpaideutikovima.blogspot.com/2024/07/84.html#more

 

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

“Η θέση”, διήγημά μου στο περιοδικό Χάρτης

2 Σεπτεμβρίου 2024 από και με ετικέτα , , ,

Gerghatsoulis 69
Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “Χάρτης” (τεύχος 69, Σεπτέμβριος 2024) το διήγημά μου “Η θέση”. Ευχαριστώ πολύ τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού. Διαβάστε το στον σύνδεσμο που ακολουθεί:
 Η ΘΕΣΗ (Διήγημα του Βασίλη Γεργατσούλη)

― Το εισιτήριό σας, παρακαλώ!

Ο ελεγκτής με την άψογα σιδερωμένη ναυτική στολή στεκόταν από πάνω μου και με σκουντούσε, σαν θυμωμένος, να ξυπνήσω. Εγώ άνοιξα τα μάτια και τον κοίταξα σαστισμένος. Αμήχανα έφερα το χέρι στην πίσω τσέπη του παντελονιού μου, έβγαλα και του έδωσα ένα χαρτί.
Εκείνος κοιτούσε διερευνητικά μια το εισιτήριό μου και μια εμένα, σαν να μας ξεψάχνιζε και τους δυο.

― Ήρθατε σε λάθος θέση! μου είπε στο τέλος αυστηρά. Επιπλέον, στο σαλόνι της πρώτης θέσης δεν επιτρέπεται να κοιμάστε. Κατεβάστε τα πόδια σας αμέσως απ’ τον καναπέ και ακολουθήστε με. Θα σας οδηγήσω στη θέση που αναγράφει το εισιτήριό σας, εκεί που ανήκετε!

Σκέφτηκα να του πω ότι τα χίλια τετρακόσια ευρώ που είχα πληρώσει γι’ αυτή την κρουαζιέρα ήταν οι οικονομίες μου δυο ολόκληρων ετών και δεν είναι ευγενικό να μου φέρεται έτσι. Επιπλέον, εγώ δε γνωρίζω να ανήκω πουθενά και γι’ αυτό με ξένισε που είπε πως θα με οδηγήσει και θα με αποθέσει εκεί που ανήκω. Μα δεν είπα λέξη. Ως χαρακτήρας είμαι απ’ τη φύση μου ντροπαλός και δειλός. Σηκώθηκα απ’ τον καναπέ, φορτώθηκα στον ώμο το σακίδιό μου και τον ακολούθησα βαρύθυμος.
Βγήκαμε μαζί απ’ το σαλόνι της πρώτης θέσης. Εκείνος μπροστά, εγώ πίσω, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μια γυριστή σκάλα. Τα πατήματά της ήταν καλυμμένα με μια παχιά κόκκινη μοκέτα και ψηλότερα έτρεχε στην ίδια διαδρομή μια γυαλιστερή ανοξείδωτη κουπαστή. Υπέθεσα πως ο ελεγκτής θα με οδηγούσε δύο επίπεδα πιο κάτω, όπου υπήρχε μια μεγάλη αίθουσα με καθίσματα λεωφορείου, κατάμεστη από κόσμο, που έζεχνε απ’ τη βρόμα. Όμως γελάστηκα, γιατί εκείνος συνέχισε να κατεβαίνει.
Φτάσαμε στο αμπάρι του πλοίου, με τα δεκάδες παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ο ελεγκτής δε σταμάτησε ούτε εδώ. Συνέχισε παρακάτω. Τον ακολούθησα έκπληκτος, γιατί δε φαντάστηκα πως υπήρχε και άλλο επίπεδο χαμηλότερα. Διασχίσαμε μαζί τα ύφαλα του πλοίου. Η σκάλα έμοιαζε ατέλειωτη. Τα σκαλοπάτια εδώ ήταν από σαρακοφαγωμένο φτηνό ξύλο, ενώ η κουπαστή ήταν από φτηνό σίδερο, ξεβαμμένο, φθαρμένο, γεμάτο σκουριές. Το τοίχωμα του κλιμακοστασίου ήταν από παχύ διάφανο γυαλί. Τα βαθυγάλαζα νερά μαστίγωναν το γυαλί με επαναλαμβανόμενους υπόκωφους παφλασμούς. Ένα κοπάδι μεγάλα ασημένια ψάρια πέρασε δίπλα μας και χάθηκε στο βάθος.
Έκανα να διαμαρτυρηθώ, να ρωτήσω τον ελεγκτή πού με πάει επιτέλους. Εκείνος με κοίταξε αυστηρά και μου έγνεψε να μη βγάλω μιλιά, αλλά να συνεχίσω να τον ακολουθώ.
Κάποια στιγμή η σκάλα ακούμπησε στον πυθμένα της θάλασσας.

― Εδώ! μου είπε κοφτά ο ελεγκτής.

Για μια ακόμα φορά δε μου επέτρεψε να μιλήσω. Με κάθισε –με πέταξε σχεδόν– πάνω στα φύκια του βυθού, ενώ εκείνος άρχισε ν’ ανεβαίνει βιαστικά τη σκάλα. Μαζί του υψωνόταν και το γυάλινο περίβλημα του κλιμακοστασίου, ώσπου χάθηκε τελείως απ’ το οπτικό μου πεδίο.
Είχα μείνει κατάμονος στον βυθό. Άκουγα τον θόρυβο απ’ τις μηχανές του καραβιού που ξεμάκραινε… και ξεμάκραινε… Τότε μόνο τόλμησα και ύψωσα τη φωνή μου για να διαμαρτυρηθώ.

―Ως επιβάτης που είμαι έχω δικαιώματα, δεν αξίζω τέτοια κακομεταχείριση! Πλήρωσα γι’ αυτό το ταξίδι χίλια τετρακόσια ευρώ, οικονομίες δυο ολόκληρων χρόνων! Πώς είναι δυνατόν να μου φέρεστε τόσο σκληρά και άπονα;
Όσο δυνατότερα φώναζα, τόσο περισσότερο αλμυρό θαλασσινό νερό έμπαινε με ορμή και γέμιζε το στόμα μου. Πνίγηκα κι άρχισα να βήχω δυνατά, άγρια, χωρίς σταματημό.

―Χάλια είσαι! είπε η μάνα μου. Ψήνεσαι στον πυρετό και βήχεις πολύ άσχημα. Και ήθελες να ταξιδέψεις… Αν δε γίνεις τελείως καλά, δε θα σ’ αφήσω να πας πουθενά. Έχω καλέσει γιατρό. Από στιγμή σε στιγμή θα έρθει εδώ στο σπίτι να σε εξετάσει.
Άνοιξα με δυσκολία τα μάτια μου και την είδα κοντά μου, να κάθεται σε μια καρέκλα, πάνω σε βράχια γεμάτα από φύκια, σφουγγάρια, χοχλιούς και αχινούς. Μπροστά και πίσω της περιφέρονταν σπάροι, χάνοι, γόπες και σάλπες.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

Δυο ποιήματά μου (και στα γαλλικά) στο Homo Universalis

2 Σεπτεμβρίου 2024 από και με ετικέτα , , ,

χ60
Η κυρία Παρασκευή Μόλαρη με ιδιαίτερη ευαισθησία και επαγγελματισμό μετέφρασε στη γαλλική γλώσσα δυο ποιήματά μου: “Των λέξεων η μνήμη” & “Το πανηγύρι της γραφής”. Μπορείτε να τα διαβάσετε στο πολύ καλό λογοτεχνικό ιστολόγιο HOMO UNIVERSALIS της κυρίας Γεωργίας Κοτσόβολου. Το φωτογραφικό υλικό είναι από τον κύριο Νίκο Μανωλίδη. Τους ευχαριστώ όλους.

https://homouniversalisgr.blogspot.com/2024/08/t.html?spref=fb&fbclid=IwY2xjawFCj5hleHRuA2FlbQIxMQABHYDtD0aseVT8YUWS7givmC9I-nRw4CTjW_1Mkc-_erH8ESpxvZ6j43Y3oQ_aem_4KSo-fUqRrE_hZB9mJtVXQ

 

Των λέξεων η μνήμη
Κάθε φορά που γράφω ένα ποίημα
σκοντάφτω σταθερά στων λέξεων τη μνήμη.
Τι με κοιτάς περίεργα; Δεν ξέρεις
πως κάθε λέξη κουβαλά βαριά φορτία,
τα αγκωνάρια της προϊστορίας της;
Θαρρείς πως είναι η οπτική ενός τρελού,
μα εγώ συνήθισα να ψηλαφίζω τα σημάδια
που άφησαν στο σώμα τους
τα τόσα χείλη που τις πρόφεραν
που χάρηκαν με αυτές, που γέλασαν
πόνεσαν, έκλαψαν, ταξίδεψαν…
Δεν ξέρω πως απόκτησα το χάρισμα,
όμως μπορώ και διακρίνω
νοήματα και ερμηνείες που φορτώθηκαν
σε ένα ατέλειωτο ταξίδι πάρε–δώσε,
από τα χείλη στην ψυχή και πάλι πίσω.
Νιώθω και βλέπω ακόμα στα κορμιά τους
τις χαρακιές, τους μώλωπες και τις ουλές
απ’ τους βασανισμούς που τόσοι αδαείς
αλλά και τόσοι φαμφαρόνοι ποιητές τις πέρασαν.
Γι’ αυτό κάθε φορά που γράφω ένα ποίημα
σκοντάφτει η πένα μου –όλο το είναι μου σκοντάφτει–
στων λέξεων τη μνήμη
και τις ακούω τακτικά να μου ζητούν
–καθόλου παρακαλετά, μα με αξιοπρέπεια–
να τις αγγίζω απαλά και τρυφερά, καθώς τους πρέπει
με σεβασμό και με λεπτότητα, που τους αξίζει.
🍁
Το πανηγύρι της γραφής
Ρωτάς
πού βρίσκω όρεξη και γράφω.
Είναι που μέσα μου χαράχτηκαν
παλαιικά «λόγια φτερωτά»
του Ομήρου και του Ησιόδου.
Είναι που εκεί
στον φράχτη της ψυχής μου κούρνιασαν
άλλα «φτερωτά»…
θρύλοι και παραμύθια των γιαγιάδων
που άγραφα αιώνες τρύπωναν
στ’ αφτιά και στις καρδιές παιδιών.
Είμαι κι εγώ αιώνια παιδί
και τα λαχτάρησα.
Είναι που στις αποσκευές μου
χρόνια τώρα κουβαλώ
τα εύθυμα τραγούδια του νερού των ρυακιών
κάτω από θεόρατα πλατάνια.
Εκείνα τα τραγούδια
που ξεστομίζει το νερό
την ώρα που παλεύει υπομονετικά
τις πεισματάρες ποταμόπετρες να ημερέψει
και να λαξέψει πάνω στ’ άγριο δέρμα τους
χίλιες νερένιες διάφανες μορφές
και αγκομαχά στη θάλασσα να βγει.
Είναι που ακούω μες στα αφτιά μου
τώρα ακόμα
των παιδικών μου χρόνων τα τζιτζίκια
όλο τον κόσμο να χαλούν
και να μου φανερώνουν
με το ατέλειωτο κζι-κζι τους
τ’ άρρητα μυστικά τ’ αέναου καλοκαιριού.
Είναι που νιώθω ακόμα
στην άκρη εκεί της γλώσσας μου, το αλάτι
απ’ της Αχάτας τ’ άπατα νερά
με την αλμύρα του να μου αποκαλύπτει
τερτίπια χταποδιών
τραγούδια φώκιας.
Να μου θυμίζει τους κοφτούς μονόλογους
που απαγγέλλει ο άνεμος ανεβασμένος
πάνω στου κύματος τη ράχη την παλλόμενη.
Κι άλλοτε πάλι να μου φανερώνει
του βυθού ήρεμους διαλογισμούς
ώρα μεσημεριού που νανουρίζονται τα ψάρια
και ησυχάζουν.
Είναι και τα όνειρά μου, που φορούν ακόμα
το ίδιο κοντό παντελονάκι
των παιδικών τους χρόνων
και φέρνουν δέκα βόλτες το χωριό με τα κυλίντρια τους
θορυβώδη, ακάματα και γελαστά
μες στο καταμεσήμερο που όλοι κοιμούνται.
Ας τα μαλώνει η γειτονιά,
αυτά δε σκιάζονται.
Και τρέχουν, όλο τρέχουν
και αρνούνται να γεράσουνε μαζί μου.
Είναι που μια φωνή
–ποιου στόματος δεν ξέρω–
με προστάζει
να βάλω στο χαρτί όλα τούτα
να τα κληροδοτήσω σ’ άλλους
για να μη χαθούν.
Για να κρατήσει αιώνια το πανηγύρι της γραφής.
Αυτά όλα με κρατάνε σε επαγρύπνηση
και γράφω.
Deux poèmes de Vassilis Gergatsoulis traduits en français par
Paraskevi Molari : “La mémoire des mots” & “La fête de l’écriture”
 
La mémoire des mots
Chaque fois que j’écris un poème
je me cesse de trébucher sur la mémoire des mots.
Pourquoi me regardes-tu bizarrement? Ne saurais-tu pas
que chaque mot porte de lourds fardeaux,
la pierre angulaire de sa préhistoire?
Tu penses que c’est le point de vue d’un fou,
mais je me suis habitué a tâtonner les signes
laissés sur leur corps
par les nombreuses lèvres qui ont prononcé ces mots
se sont rejouis d’eux, ont ri
souffert, pleuré, voyagé…
Je ne sais pas comment j’ai acquis le don,
mais je peux distinguer
significations et interprétations chargées
dans un voyage sans fin de concessions mutuelles,
des lèvres à l’âme et vice-versa.
Je ressens et vois toujours sur leurs corps
les égratignures, les contusions et les cicatrices
des tortures infligées par tant de poètes ignorants
mais aussi fanfarons.
C’est pourquoi chaque fois que j’écris un poème
ma plume trébuche – tout mon être trébuche –
sur la mémoire les mots
et je les entends régulièrement me demander
–pas de manière suppliante, mais avec dignité–
de les toucher doucement et tendrement, comme il leur convient
avec le respect et la finesse qu’ils méritent.
🍁
La fête de l’écriture
Tu demandes
d’ où je puise l’envie d’écrire.
C’est qu’ en moi se sont gravés
de vieilles «paroles ailées»
d’Homère et d’Hésiode.
C’est que là
sur la clôture de mon âme, se sont perchés
d’autres «ailés»…
légendes et contes de grands-mères
lesquels non écrits se nichaient pendant des siècles
dans les oreilles et dans le cœur des enfants.
Je suis aussi un enfant éternel
et j’en ai eu très envie.
C’est que dans mes bagages
je porte depuis des années maintenant
les chants joyeux de l’eau des ruisseaux
à l’ombre des énormes platanes.
Ces chansons
jaillies de l’eau
pendant qu’elle lutte patiemment
pour apprivoiser les pierres têtues de rivière
et graver sur leur peau sauvage
mille formes liquides et transparentes
et se bat pour se jetter dans la mer.
C’est ce que j’entends dans mes oreilles
encore maintenant
les cigales de mon enfance
se défouler
et me dévoiler
avec leur chant infini
les secrets tacites de l’été éternel.
C’est ce que je ressens encore
sur le bout de ma langue, le sel
des eaux profondes d’Achata
me révélant avec sa saveur salée
des astuces des poulpes
des chants de phoques
Me rappellant des monologues pointus
récités par le vent soulevé
sur le dos palpitant de la vague.
Et parfois encore me laissant paraître
des méditations calmes du fond
midi, heure où les poissons se bercent
et se calment.
C’est aussi que mes rêves, qui portent encore
le même pantalon court
de leur enfance
et font dix fois le tour du village avec leurs rollers
bruyants, agités et riants
en plein midi où tout le monde dort.
Les hommes du quartier ont beau les gronder,
ceux-ci ne s’en soucient pas.
Et ils courent, ils continuent de courir
et ils refusent de vieillir avec moi.
C’est qu’ une voix
-dont je ne connais pas la bouche-
me commande
de mettre tout ceci sur papier
de le léguer à d’autres
pour qu’il ne se perde pas.
Pour garder à jamais la fête de l’écriture.
Tout cela me tient en vigilance
et j’écris.
*Vassilis Gergatsoulis est enseignant, philologue et docteur en folklore. 15 de ses livres ont été publiés. Ses études folkloriques et textes littéraires ont été publiés dans des volumes collectifs et des revues. Il s’est vu attribuer des prix dans de nombreux concours littéraires. Il est directeur à l’école primaire 19e de Nikea.
Βιογραφικό
Ο Βασίλης Γεργατσούλης είναι δάσκαλος, φιλόλογος και διδάκτωρ Λαογραφίας. Έχουν δημοσιευτεί 15 βιβλία του.
Λαογραφικές μελέτες και λογοτεχνικά κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους, περιοδικά και ιστοσελίδες. Έχει βραβευτεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Εργάζεται ως διευθυντής στο 19ο Δημοτικό Σχολείο Νίκαιας.
Παρασκευή Mόλαρη γεννήθηκε στη Νίκαια του Νομού Αττικής το 1967. Είναι πτυχιούχος Αγγλικής και Ελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και πτυχιούχος του Τμήματος Ξένων Γλωσσών Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου πανεπιστημίου με ειδίκευση στη νομική, οικονομική, τεχνική και λογοτεχνική μετάφραση και εξάμηνο εξωτερικού στο πανεπιστήμιο Paul Valéry Μontpellier ΙΙΙ, Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών με μεταπτυχιακή εξειδίκευση σε νομική, οικονομική, ιατρική και λογοτεχνική μετάφραση. Το 2013 της απονεμήθηκε τίτλος μεταπτυχιακού διπλώματος (MASTER II) στη Νεότερη Ελληνική Ιστορία του Τμήματος νεοελληνικών σπουδών του πανεπιστημίου Paul Valéry Montpellier ΙΙΙ. Μιλάει άριστα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά και πολύ καλά ισπανικά, ενώ συνεχίζει τις σπουδές της στα τουρκικά και αραβικά. έχει εργαστεί στην ιδιωτική και στη δημόσια εκπαίδευση- Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια-ως καθηγήτρια αγγλικής και ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και λογοτεχνίας καθώς και ως εισηγήτρια σεμιναριακών κύκλων σπουδών για την προετοιμασία υποψηφίων εκπαιδευτικών και νομικών στις εξετάσεις της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και ως εισηγήτρια κύκλου σπουδών εξειδικευμένης χρήσης της αγγλικής και γαλλικής σε τραπεζικούς και επιχειρηματικούς οργανισμούς. Έχει παρουσιάσει και μεταφράσει από τα ελληνικά στα γαλλικά πλήθος ποιημάτων σύγχρονων Ελλήνων ποιητών (Κ. Βασιλάκος, Κ. Μπούρας, Ε. Τζωάννου, Μ. Παπαδάκης, Γ. Κεντρωτής, Γ. Πίττας, Γ. Ρούσκας, Χρ. Παπουτσής, Κ. Βεργετάκη, Χρ. Μέλλιου, Ν. Παπάνας κ.ά.) καθώς και μελέτες σχετικές με την Ιστορία της Εκπαίδευσης. Μεταφραστικές εργασίες της για την Ιστορία της Εκπαίδευσης και παρουσιάσεις συνεδρίων και επιστημονικών ημερίδων έχουν δημοσιευθεί στο Πανεπιστημιακό Δίκτυο Πολιτικής Ανώτατης Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών HEPNET καθώς και στο επιστημονικό περιοδικό ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ. Έχει συνεργαστεί με εξειδικευμένα επιστημονικά έντυπα και πολυεθνικές εταιρείες ως μεταφράστρια και επιμελήτρια κειμένων ενώ δραστηριοποιείται στο χώρο της μετάφρασης από το 2001 μέχρι και σήμερα. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ιστορικών της Εκπαίδευσης, της Επιστημονικής Ένωσης ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ και της Αστρονομικής Εταιρείας της Κέρκυρας ως ερασιτέχνης αστρονόμος (2001-2010). Σε αυτόνομους δίγλωσσους τόμους έχουν εκδοθεί οι εξής μεταφράσεις της:
1. Εμυ Τζωάννου «Πανδαισία ιριδισμών» (“Infinité d’ Iridescences”), εκδ. Γρηγόρη, 2017.
2. Kωνσταντίνος Μπούρας, «Παλίμψηστος Πάπυρος» (“Papyrus Palimseste”), εκδ. Γρηγόρη, 2019.
3. Κώστας Βασιλάκος, «Πιασμένοι από το χέρι» (“Main dans la main”), εκδ. Αγγελάκη , 2023
Σε αυτόνομους τόμους με συμμετοχή σε μετάφραση στα γαλλικά :
1. Kωνσταντίνος Μπούρας «Τρία Άλφα μία Ήττα κι ένα Ωμέγα» (ποιήματα στην ελληνική, γαλλική κι ιταλική και πολωνική γλώσσα), oι Εκδόσεις των Φίλων, 2017.
2. Μιχαήλ Παπαδάκης, «Παυσώδυνο δάκρυ» (“Larme apaisant la douleur”), εκδ. Οσελότος, 2020.
3. Μιχαήλ Παπαδάκης, «Σαυτόν ίσθι», Μετάφραση δέκα ποιημάτων στα γαλλικά και ισπανικά, εκδ. Αγγελάκης, 2024
Από τις εκδόσεις ΑΓΓΕΛΑΚΗ, κυκλοφορεί η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «ΛΟΓΟΣΤΑΛΙΔΕΣ Ένα παρελθόν ένα παρόν και χίλια μέλλοντα» (Μάρτιος 2023) με παράρτημα μεταφρασμένων ποιημάτων της στα γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά από τους Μαρία Παπαθεοδώρου, Μαρία Στρατή Θαλασσινού, Παρασκευή Μόλαρη, Νίκο Παπάνα.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

“Των λέξεων η μνήμη” & “Το πανηγύρι της γραφής” Tου Βασίλη Γεργατσούλη

21 Μαΐου 2024 από και με ετικέτα , ,

Δυο ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό Fractal, τεύχος 173 (21/05/2024). Ευχαριστώ πολύ τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού για την τιμή που μου κάνουν, καθώς στο περιοδικό τους φιλοξενούν συχνά κείμενά μου. Διαβάστε τα στον σύνδεσμο που ακολουθεί.

Δυο ποιήματα: “Των λέξεων η μνήμη” & “Το πανηγύρι της γραφής”

Των λέξεων η μνήμη

 

Κάθε φορά που γράφω ένα ποίημα

σκοντάφτω σταθερά στων λέξεων τη μνήμη.

Τι με κοιτάς περίεργα; Δεν ξέρεις

πως κάθε λέξη κουβαλά βαριά φορτία,

τα αγκωνάρια της προϊστορίας της;

Θαρρείς πως είναι η οπτική ενός τρελού,

μα εγώ συνήθισα να ψηλαφίζω τα σημάδια

που άφησαν στο σώμα τους

τα τόσα χείλη που τις πρόφεραν

που χάρηκαν με αυτές, που γέλασαν

πόνεσαν, έκλαψαν, ταξίδεψαν…

Δεν ξέρω πως απόκτησα το χάρισμα,

όμως μπορώ και διακρίνω

νοήματα και ερμηνείες που φορτώθηκαν

σε ένα ατέλειωτο ταξίδι πάρε–δώσε,

από τα χείλη στην ψυχή και πάλι πίσω.

Νιώθω και βλέπω ακόμα στα κορμιά τους

τις χαρακιές, τους μώλωπες και τις ουλές

απ’ τους βασανισμούς που τόσοι αδαείς

αλλά και τόσοι φαμφαρόνοι ποιητές τις πέρασαν.

Γι’ αυτό κάθε φορά που γράφω ένα ποίημα

σκοντάφτει η πένα μου –όλο το είναι μου σκοντάφτει–

στων λέξεων τη μνήμη

και τις ακούω τακτικά να μου ζητούν

–καθόλου παρακαλετά, μα με αξιοπρέπεια–

να τις αγγίζω απαλά και τρυφερά, καθώς τους πρέπει

με σεβασμό και με λεπτότητα, που τους αξίζει.

 

 

Το πανηγύρι της γραφής

 

Ρωτάς

πού βρίσκω όρεξη και γράφω.

 

Είναι που μέσα μου χαράχτηκαν

παλαιικά «λόγια φτερωτά»

του Ομήρου και του Ησιόδου.

Είναι που εκεί

στον φράχτη της ψυχής μου κούρνιασαν

άλλα «φτερωτά»…

θρύλοι και παραμύθια των γιαγιάδων

που άγραφα αιώνες τρύπωναν

στ’ αφτιά και στις καρδιές παιδιών.

Είμαι κι εγώ αιώνια παιδί

και τα λαχτάρησα.

 

Είναι που στις αποσκευές μου

χρόνια τώρα κουβαλώ

τα εύθυμα τραγούδια του νερού των ρυακιών

κάτω από θεόρατα πλατάνια.

Εκείνα τα τραγούδια

που ξεστομίζει το νερό

την ώρα που παλεύει υπομονετικά

τις πεισματάρες ποταμόπετρες να ημερέψει

και να λαξέψει πάνω στ’ άγριο δέρμα τους

χίλιες νερένιες διάφανες μορφές

και αγκομαχά στη θάλασσα να βγει.

 

Είναι που ακούω μες στα αφτιά μου

τώρα ακόμα

των παιδικών μου χρόνων τα τζιτζίκια

όλο τον κόσμο να χαλούν

και να μου φανερώνουν

με το ατέλειωτο κζι-κζι τους

τ’ άρρητα μυστικά τ’ αέναου καλοκαιριού.

 

Είναι που νιώθω ακόμα

στην άκρη εκεί της γλώσσας μου, το αλάτι

απ’ της Αχάτας τ’ άπατα νερά

με την αλμύρα του να μου αποκαλύπτει

τερτίπια χταποδιών

τραγούδια φώκιας.

Να μου θυμίζει τους κοφτούς μονόλογους

που απαγγέλλει ο άνεμος ανεβασμένος

πάνω στου κύματος τη ράχη την παλλόμενη.

Κι άλλοτε πάλι να μου φανερώνει

του βυθού ήρεμους διαλογισμούς

ώρα μεσημεριού που νανουρίζονται τα ψάρια

και ησυχάζουν.

 

Είναι και τα όνειρά μου, που φορούν ακόμα

το ίδιο κοντό παντελονάκι

των παιδικών τους χρόνων

και φέρνουν δέκα βόλτες το χωριό με τα κυλίντρια τους

θορυβώδη, ακάματα και γελαστά

μες στο καταμεσήμερο που όλοι κοιμούνται.

Ας τα μαλώνει η γειτονιά,

αυτά δε σκιάζονται.

Και τρέχουν, όλο τρέχουν

και αρνούνται να γεράσουνε μαζί μου.

 

Είναι που μια φωνή

–ποιου στόματος δεν ξέρω–

με προστάζει

να βάλω στο χαρτί όλα τούτα

να τα κληροδοτήσω σ’ άλλους

για να μη χαθούν.

Για να κρατήσει αιώνια το πανηγύρι της γραφής.

 

Αυτά όλα με κρατάνε σε επαγρύπνηση

και γράφω.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

“Ακίνητα και σιωπηλά” & “Αφιονισμένο” Δυο μικροδιηγήματα

14 Μαΐου 2024 από και με ετικέτα , , ,

Ευχαριστώ τη συντακτική επιτροπή του λογοτεχνικού περιοδικού Fractal για τη δημοσίευση στο τεύχος 172 (14-05-2024) Δύο μικροδιηγημάτων μου: “Ακίνητα και σιωπηλά” & “Αφιονισμένο”. Διαβάστε τα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Δύο μικροδιηγήματα

Ακίνητα και σιωπηλά

Ξαφνικά, την ώρα που με νανουρίζει γλυκά ο Μορφέας κι ενώ έχω χαλαρώσει, ακούω τις βαριές λαχανιασμένες ανάσες τους. Μέσα στη βαθιά ησυχία της νύχτας ακούγονται ολοκάθαρα. Ταράζομαι και χάνω κάθε διάθεση για ύπνο. Με σβηστό το φως ανακάθομαι στο κρεβάτι μου και ερευνώ προσεκτικά το δωμάτιο προσπαθώντας να τα εντοπίσω μέσα στο βαθύ σκοτάδι. Δεν μπορώ να διακρίνω τον όγκο και το σχήμα τους, μα ξέρω καλά πως βρίσκονται εδώ και πως με κοιτούν επίμονα, γιατί βλέπω τα μάτια τους που γυαλίζουν σαν της γάτας. Ακούω και τις ψιθυριστές φωνές τους, που ρωτούν το ένα τ’ άλλο για μένα, ποιος είμαι και τι γυρεύω εδώ. Παριστάνουν πως δεν ξέρουν πως αυτό το σπίτι μού ανήκει και πως το κατέχω με πλήρη και αποκλειστική κυριότητα. Διαθέτω σχετικούς τίτλους ιδιοκτησίας και συμβόλαια που αποδεικνύουν πως βρίσκομαι νόμιμα εδώ.

Θέλοντας να τα αιφνιδιάσω, σηκώνω αστραπιαία το χέρι μου, πατώ γρήγορα-γρήγορα τον διακόπτη στον τοίχο και ανάβω το φως. Μα εκείνα, σαν συνεννοημένα, σφαλίζουν όλα μαζί, ταυτόχρονα, τα μάτια τους, τόσο πεισματικά και πειστικά, σαν να μην είχαν ποτέ μάτια. Μένουν τελείως ακίνητα και σιωπηλά, για να με κάνουν να πιστέψω πως είναι άψυχα αντικείμενα, άκακα και αθώα. Αυτό το επαναλαμβάνουν συστηματικά κάθε βράδυ. Μα εγώ, που είμαι αρκούντως ευφυής και υποψιασμένος, δεν ξεγελιέμαι. Ξέρω πόσο ύπουλα είναι. Το κρεβάτι μου –ιδίως αυτό– είναι πολύ μα πολύ αιμοβόρικο. Είναι το πιο επικίνδυνο. Έχει τα μεγαλύτερα και τα πιο γουρλωτά μάτια απ’ όλα τα έπιπλα του υπνοδωματίου μου.

 

Αφιονισμένο

Σαν να το φοβέρισε ένα δηλητηριώδες φίδι –εγώ, όσο κι αν έψαξα, δεν εντόπισα πουθενά φίδι–, σηκώθηκε στα πισινά του πόδια και χλιμίντρισε τρομαγμένο. Τινάχτηκε βίαια για να ξεφορτωθεί τον αναβάτη του, δηλαδή εμένα. Εγώ έγειρα μπροστά και πίσω∙ λίγο έλειψε να πέσω, μα την τελευταία στιγμή κατάφερα και κρατήθηκα στη ράχη του. Μετά άρχισε να καλπάζει σαν αφιονισμένο, ρίχνοντάς με μια στα δεξιά και μια στα αριστερά.

Μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινα ένα σχοινί, κάτι σαν χαλινάρι. Το άρπαξα και το τράβηξα δυνατά. Εκείνο τότε φρέναρε απότομα, σήκωσε ψηλά τα μπροστινά του πόδια, χλιμίντρισε μια ακόμα φορά, ξεφύσησε δυνατά, έκανε σαν χαμένο τρεις βόλτες γύρω απ’ τον άξονά του και, εντέλει, ακινητοποιήθηκε δαμασμένο.

Εγώ ξεπέζεψα βιαστικά. Ήμουν πολύ αναστατωμένος. Φόρεσα πάνω απ’ τις πιτζάμες μου ένα παλτό μακρύ, που έφτανε ως τους αστραγάλους μου, έβαλα τα παπούτσια μου και βγήκα στην κρύα νύχτα να περπατήσω, ν’ αναπνεύσω καθαρό αέρα και να γαληνέψω την ψυχή μου.

Την ώρα που άφηνα το δωμάτιό μου, γύρισα προς τα πίσω και το κοίταξα για μια επιπλέον φορά. Φαινόταν εξουθενωμένο, ανάσαινε ακόμα βαριά, λαχανιασμένα. Ήξερα πως όταν θα επέστρεφα, θα το έβρισκα να κοιμάται ήσυχο, ασάλευτο, με το σεντόνι, την κουβέρτα και τα μαξιλάρια στρωμένα πάνω του, χωρίς να θυμάται καθόλου τ’ αποψινά καμώματά του.

Δεν είναι η πρώτη φορά, εξάλλου, που φέρεται έτσι αλλοπρόσαλλα και απαίσια το κρεβάτι μου. Έχω διαπιστώσει πως είναι πολύ άστατο και επιπόλαιο έπιπλο. Γι’ αυτό δεν το έχω καθόλου σε υπόληψη και δεν το κατατάσσω στα έπιπλα εμπιστοσύνης. Ποιος ξέρει τι εφιάλτες το βασανίζουν τις νύχτες και τρελαίνεται… και δε βρίσκει αναπαμό ούτε στον ύπνο του.

Έτσι αφιονισμένο που είναι, άντε εγώ να βρω τα βράδια ησυχία για να μπορέσω να κοιμηθώ πάνω στη ράχη του!

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

Ασυμφωνία χαρακτήρων (μικροδιήγημα)

20 Απριλίου 2024 από και με ετικέτα , , , , ,

gergatsoulisbasilis asymfoniacharaktiron eikona 01

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Πλανόδιον – Ιστορίες Μπονζάι το διήγημά μου “Ασυμφωνία χαρακτήρων” (18/04/2024)

Ασυμφωνία χαρακτήρων

Μικροδιήγημα του Βασίλη Γεργατσούλη

 

Σήμερα το πρωί ξύπνησα πεθαμένος.

Η γυναίκα μου δε με πιστεύει που λέω πως ξύπνησα.

Εγώ δεν την πιστεύω που λέει πως πέθανα.

Πενήντα χρόνια παντρεμένοι, ποτέ δε συμφωνήσαμε. Το πείσμα της θα με πεθάνει!

Κάλεσε το γραφείο τελετών και δε με άφησε να πάω στη δουλειά. Είπε να μείνω ακίνητος στο κρεβάτι, όπως οφείλει να κάνει κάθε σωστός πεθαμένος.

Ελπίζω όταν θα έρθουν οι νεκροθάφτες εδώ να ξεκαθαριστεί το θέμα. Μα ανησυχώ αν θα είναι αντικειμενικοί. Φοβάμαι πως στο τέλος θα με θάψουν.

Βα­σί­λης Γερ­γα­τσού­λης: Ἀ­συμ­φω­νί­α χα­ρα­κτή­ρων

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

Πρώτα βγαίνει η ψυχή τ’ ανθρώπου (διήγημα του Β. Γεργατσούλη)

20 Απριλίου 2024 από και με ετικέτα , , , ,

ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

Το διήγημά μου “Πρώτα βγαίνει η ψυχή τ’ ανθρώπου” δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο “Ελευθέριες Τέχνες” (εκδόσεις Διάνοια), Απρίλιος 2024, Επιμέλεια του Έρωτα το Κόκκινο & Νόρα Ξένου, σελ. 62-65.

 

Πρώτα βγαίνει η ψυχή τ’ ανθρώπου

Διήγημα του Βασίλη Γεργατσούλη

 

Ήταν Ιούλης του 1995, μέρα ηλιόλουστη. Σηκώθηκα αχάραγα να καθαρίσω και να στολίσω το σπίτι, να σκουπίσω την αυλή, να μαγειρέψω. Ο αδερφός μου αγαπούσε το βυζάντι στον παραδοσιακό φούρνο. Έτσι λέμε στην Κάρπαθο το ψητό κατσίκι που μαγειρεύουμε συνήθως το Πάσχα, γεμιστό με πιλάφι, συκωτάκια, κρεμμύδι, σκόρδο, σάλτσα, αλατοπίπερο και μυρωδικά. Και χοντροκομμένες πατάτες. Είχα απ’ τα χαράματα κάψει τον φούρνο και είχα βάλει μέσα το ταψί. Είχα καλύψει το κρέας με δροσερά φύλλα λεμονιάς να μοσχομυρίζει.

Πενήντα χρόνια είχα να δω τον αδελφό μου. Ο Μανόλης με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου είχε φύγει μετανάστης στην Αμερική, ν’ αναζητήσει μια καλύτερη τύχη. Τον ίδιο δρόμο είχαν πάρει πολλοί συγχωριανοί. Ήταν φτωχός ο τόπος μας, τον είχε ρημάξει κι ο πόλεμος. Μια ανάγκη ήταν το φευγιό. Πολλοί μετανάστες άφησαν τα κόκαλά τους στην ξένη γη. Άλλοι επέστρεφαν σακάτηδες και γέροι.

Έτσι κι ο αδερφός μου μετά από πενήντα χρόνια έκαμε απόφαση να επισκεφθεί το νησί του για ένα μήνα. Παλικαράκι είκοσι χρονών έφυγε, εβδομηντάρης γυρνούσε. Αυτά τα χρόνια επικοινωνούσαμε με γράμματα. Τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του τα ήξερα μόνο από φωτογραφίες. Η γυναίκα του ήταν συγχωριανή. Παντρεύτηκαν στην Αμερική.

Στο τελευταίο γράμμα μού έγραφε ότι λαχταρούσε να βρεθεί στα γνωστά λημέρια των παιδικών του χρόνων και να ξαναδεί το πατρικό μας σπίτι. Αυτό το σπίτι το κληρονόμησα εγώ, ως πρωτοκόρη, σύμφωνα με το έθιμο του νησιού μας. Πόσες αναμνήσεις έχει ο αδερφός μου εδώ!

Ο Μανόλης ήταν ο πιο ατίθασος απ’ όλα τα αδέρφια. Ο πιο τρελός. Ήμασταν δυο κορίτσια και πέντε αγόρια. Στα παιδικά μας χρόνια εμείς δεν είχαμε γνωρίσει Ελλάδα. Τα νησιά μας το 1912 τα κατάκτησαν οι Ιταλοί. Με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν συνθηκολόγησαν οι Ιταλοί στα 1943, ήρθαν οι Γερμανοί. Πιο άγριοι αυτοί, πιο αιμοβόροι. Ο Μανόλης έφυγε για την Αμερική στα 1946, με το τέλος του Πολέμου. Δεν ήταν εδώ να γιορτάσει την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα.

Σας έλεγα πως ο Μανόλης «δεν άκουγε τιμονιού». Οι συμβουλές των γονέων μας έπεφταν στο κενό. Όλο με όπλα καταπιανόταν. Είχε τον τρόπο και τα έβρισκε. Μέσα στον μεγάλο κήπο μας έκρυβε πιστόλια, χειροβομβίδες, μπαγιονέτες, κράνη… Ο πατέρας τον μάλωνε, του έλεγε πως θα έβρισκε μια μέρα τον μπελά του και θα κατέστρεφε κι εμάς.

Η μάνα ανέθεσε σε μένα, ως πιο μεγάλη και πιο μυαλωμένη, ν’ ανακαλύψω πού έκρυβε τα όπλα. Τον παρακολούθησα. Πρόσεξα πως σκαρφάλωνε σαν αίλουρος συχνά στην πανύψηλη καρυδιά του κήπου. Ενημέρωσα τη μάνα. Ο πατέρας έστησε μια σκάλα και ανέβηκε. Σε μια κουφάλα του δέντρου βρήκε δυο περίστροφα και τρεις χειροβομβίδες. Οι κατακτητές είχαν βγάλει ανακοίνωση να παραδοθεί κάθε οπλισμός. Αν τα έβρισκαν κρυμμένα, κινδύνευε ο κάτοχός τους. Πήγαμε στο διοικητήριο και τα δώσαμε στους Γερμανούς. Είπαμε να γράψουν στα τετράδιά τους ότι τα παραδίνει ο Μανόλης μας. Αυτό τον έσωσε αργότερα.

Όταν ο αδερφός μου έμαθε πως μέρος του οπλισμού του είχε δοθεί στους κατακτητές, θύμωσε, φώναξε… Μα είχε κι άλλα. Δεν ήταν αφελής να χώνει όλα τα όπλα στο ίδιο σημείο. Τα είχα μοιράσει σε διαφορετικές κρυψώνες.

Ο Μανόλης από παλιά είχε συνάψει σχέσεις –δε θα τις έλεγα φιλίες· προδότης δεν ήταν να έχει φιλίες με τους κατακτητές– αρχικά με τους Ιταλούς, μετά με τους Γερμανούς στρατιώτες. Έκανε μαζί τους ανταλλακτικό εμπόριο. Έπαιρνε κρυφά απ’ το σπίτι μας λάδι, κρασί, σιτάρι, τυρί, μέλι και τα έδινε στους στρατιώτες. Εκείνοι του έδιναν σοκολάτες και τσιγάρα. Ο πατέρας ήταν ο πιο εργατικός άνθρωπος του χωριού. Χαράματα έφευγε για τα χωράφια, νύχτα γύριζε. Τίποτα δεν έλειπε απ’ το σπίτι μας. Τον καρπό του ιδρώτα του όμως δεν τον σώρευε για τους Ιταλογερμανούς. Γινόταν θεριό όταν διαπίστωνε την αφαίρεση προϊόντων απ’ το σπίτι και συχνά καταχέριζε τον γιο του. Μα είπαμε… ο Μανόλης «δεν άκουγε τιμονιού».

Μια μέρα κάποιος καταδότης –πολλοί ρουφιάνευαν εκείνα τα χρόνια– πήγε στο διοικητήριο και αποκάλυψε στους Γερμανούς πως ο αδερφός μου είχε κρυμμένα όπλα. Ήρθαν οι στρατιώτες στο σπίτι. Έψαξαν. Αν και δε βρήκαν όπλα, έσυραν τον αδερφό μου στη φυλακή. Πήγαν ο πατέρας και η μητέρα και διαμαρτυρήθηκαν. Είπαν πως ο Μανόλης είχε παραδώσει τα όπλα του. Έψαξαν τα τετράδιά τους, βρήκαν πράγματι το όνομα του αδερφού μου και τον άφησαν.

Μα ο Μανόλης δεν έβαλε μυαλό. Το Πάσχα του 1944 γλεντούσε με την παρέα του σ’ ένα σπίτι του χωριού που ήταν χτισμένο ψηλά. Από κάτω περνούσε ο κεντρικός δρόμος. Η νεολαία είχε πιει τα ποτά της, είχαν φέρει και όργανα, λύρες και λαούτα, και «εβίβα» και «στην υγειά μας», είχε ανάψει για τα καλά το γλέντι και είχε φουντώσει το κέφι. «Να είχαμε τώρα και κανένα βεγγαλικό να ρίχναμε για το καλό της μέρας!» είπε κάποιος. Όλοι κοίταξαν με νόημα τον Μανόλη. Εκείνος, ελαφρόμυαλος όπως ήταν, πήγε κι έφερε καμιά δεκαριά χειροβομβίδες. «Καλή Ανάσταση» ευχήθηκαν. Έβγαζαν την περόνη και πέταγαν τις χειροβομβίδες στον δρόμο. Το έφερε ο σατανάς να περνά εκείνη τη στιγμή το κουμάντο των Γερμανών. Έσκασε δίπλα τους μια χειροβομβίδα, πήραν τα θραύσματα τον επικεφαλής και τον τραυμάτισαν στο μπράτσο. Οι στρατιώτες συνέλαβαν τους διασκεδαστές και τους έσυραν στη φυλακή. «Μανόλη, αφού ήταν δικές σου οι χειροβομβίδες, πες πως μόνος εσύ τις έριχνες, μην μπλέξουμε όλοι» είπαν οι άλλοι. Αγαθιάρης και πονόψυχος εκείνος, πήρε πάνω του την ευθύνη. Μετά από μια δυο μέρες άφησαν τους άλλους, κράτησαν τον αδερφό μου. Όσο κι αν παρακάλεσε ο πατέρας κι αν έκλαψε η μάνα, οι Γερμανοί δεν τον αμολούσαν.

Δέκα μέρες μετά, αχάραγα, τον σήκωσαν απ’ το κρεβάτι, του έδωσαν ένα κασμά κι ένα φτυάρι, τον έβαλαν μπροστά και κίνησαν. Ρωτούσε, μα δεν του έλεγαν πού πήγαιναν. Άφησαν πίσω τους το χωριό και βγήκαν στα χωράφια. Τότε η πομπή συνάντησε μια άλλη ομάδα Γερμανών στρατιωτών που έρχονταν απ’ την πρωτεύουσα. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν ένας αξιωματικός με τον οποίο ο Μανόλης είχε κάνει εμπόριο παλιότερα. Ο αξιωματικός ρώτησε τον αδερφό μου. «Ξέρεις πού σε πάνε, Μανόλη;». «Ιδέα δεν έχω!» είπε. «Κακόμοιρε, για εκτέλεση σε πάνε. Με τον κασμά και το φτυάρι θα σκάψεις τον λάκκο σου, θα σε πυροβολήσουν και θα σε σκεπάσουν». Πάγωσε ο αδερφός μου, κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Τελικά γύρισαν πίσω. Η εκτέλεση ακυρώθηκε. Το εμπόριο και η φιλία του αδερφού μου με τον Γερμανό αξιωματικό τού έσωσε τη ζωή. Τον κράτησαν στη φυλακή ένα μήνα ακόμα και μια μέρα τον άφησαν.

Αυτά έφερνα στον νου μου όσο τον περίμενα. Πόσα χτυποκάρδια περάσαμε εξαιτίας του εκείνα τα χρόνια. Σκέφτηκα όμως πως τώρα μαζί με τα νιάτα θα έχει υποχωρήσει και η ορμή και η τρέλα του.

«Αδερφή!» γνώρισα τη φωνή του, που δεν είχε αλλάξει, μόνο ήταν πιο μπάσα, με μια δόση αμερικάνικου αλατοπίπερου στην προφορά της. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια και μπήκε στην αυλής μου.

Άνοιξα την αγκαλιά μου και τον υποδέχτηκα. Μετά φίλησα τη γυναίκα και τα τρία παιδιά του, τ’ ανίψια μου. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου για τα χρόνια που έζησε μακριά μας. Μπήκε στο σπίτι. Το κοιτούσε και δε χόρταινε να το βλέπει. Πόσες αναμνήσεις έκρυβε εδώ! Μετά βγήκε στον κήπο. «Πού πήγε η καρυδιά;» ρώτησε. «Την κόψαμε πριν από τριάντα χρόνια. Έκρυβε τον ήλιο και δεν άφηνε τα δέντρα που ήταν στα πόδια της να προοδεύσουν!». «Κακώς!» είπε κοφτά.

Σε λίγο καθίσαμε στο τραπέζι. Το φαγητό ήταν έτοιμο, λαχταριστό και μυρωδάτο. Ο αδερφός μου έφαγε με μεγάλη όρεξη. Είπαμε, το βυζάντι ήταν το αγαπημένο του. Αφού χόρτασε, σηκώθηκε και βγήκε στον κήπο. Σκέφτηκα πως θα ήθελε να περπατήσει μόνος, να ξαναδεί τα μέρη που έπαιζε παιδί, να φρεσκάρει τη μνήμη μου. Δεν τον ακολούθησα. Εμείς μείναμε στο τραπέζι, πίναμε κρασί και κουβεντιάζαμε.

Ξαφνικά άκουσα πέτρες να κυλούν, σαν να έπεφτε ένας τοίχος. Βγήκα ανήσυχη να δω τι συμβαίνει. Είδα τον Μανόλη να γκρεμίζει με τα χέρια του τον ψηλό τοίχο, τρία μέτρα μπόι, που στήριζε την αυλή μου. «Τι κάνεις, αδερφέ; Τρελάθηκες; Γιατί γκρεμίζεις τον τοίχο μου;». «Ποιος τον έχτισε; Εδώ υπήρχε άλλος τοίχος, παλιός!» φώναξε. «Ήταν ετοιμόρροπος και πριν από χρόνια έβαλα μάστορα κι έχτισε δεύτερο τοίχο απέξω να στηρίζει και τον μέσα» του είπα. «Δηλαδή ο παλιός τοίχος υπάρχει πίσω απ’ τον καινούριο;» ρώτησε. «Υπάρχει!» είπα. «Τότε θα γκρεμίσω τον νέο, να φτάσω στον παλιό!» φώναξε με παράφορο ενθουσιασμό. «Τι λες, ρε παλαβέ; Θα μου γκρεμίσεις την αυλή;». «Πριν πενήντα χρόνια είχα κρύψει όπλα μέσα στον παλιό τοίχο. Τα θέλω!». Είδα κι έπαθα να τον απομακρύνω απ’ τον τοίχο μου.

Θυμήθηκα τη γιαγιά μου –σοφή γυναίκα– που έλεγε πως «πρώτα βγαίνει η ψυχή τ’ ανθρώπου και μετά το χούι του».

Ένα μήνα έμεινε ο Μανόλης στο νησί. Μέχρι να επιστρέψει στην Αμερική φύλαγα σκοπιά, μέρα και νύχτα, μην έρθει και γκρεμίσει τον τοίχο μου να γυρεύει τα πιστόλια του. Όταν έφυγε, ησύχασα.

[1]

Κατηγορία ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

« Παλιότερα άρθρα Επόμενα άρθρα»