Αρχαϊσμοί στο ιδίωμα της Αιανής Κοζάνης

ανακτένιση 28.7.2019/13:17΄

Γκόλνα
Θηλυκό όνομα ασβεστολιθικού υψώματος 1290 μ. της οροσειράς του Μπούρινου ( 40° 9’56.42″Β/ 21°44’5.64″Α). Δεσπόζει ιδιαίτερα στην ΝΔ Ελίμεια, περιοχή που οι Τούρκοι μετονόμασαν σε Τσιαρτσιαμπά κι αργότερα το αθηναϊκό κράτος σε επαρχία Κοζάνης. Το αυτό ορωνύμιο υπάρχει και στο Λιτόχωρο Πιερίας.

Το ύψωμα Γκόλνα με το γράμμα G στα αριστερά της εικόνας. Πίσω απ΄ αυτήν κρύβεται η κορυφή του Μπούρινου.

Απέχει 7 χμ από την Αιανή. Οι περίοικοι ανεβαίνουν στο ύψωμα μέσα Ιουνίου προς συλλογήν τσαγιού.

Παλαιός χάρτης το αναγράφει ως Κουτρούλι, αλλά λαθεύει, διότι τα Κουτρούλια, όπως τα εκφωνούν οι ντόπιοι, βρίσκονται νοτιότερα και πιο χαμηλά.

Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κολώνη, η οποία δηλώνει το βουνό, το ύψωμα, τον τύμβο.

Η εικασία ότι το έτυμό του είναι σλαβικό από το βουλγαρικό гол (γκολ) που σημαίνει γυμνός κρίνεται επισφαλής για δύο λόγους, έναν ιστορικό κι έτερο εδαφολογικό:

α) κατοίκηση εξ αρχαιοτάτων χρόνων έχει διαπιστωθεί ανασκαφικά στην περιοχή της ΝΔ Ελίμειας με προεξάρχον οικισμό την αρχαία Αιανή. Αυτοί ονόμασαν το ύψωμα Κολώνη, στη δωρική Κολώνα, στη χωριατική συγκοπτόμενη δωρική προφανώς Κόλνα, αργότερα δε Γκόλνα

β) γυμνά ήταν όλα τα υψώματα τριγύρω του χωριού μας, αν όχι όλα τα βουνά της χώρας, εκτός από ελάχιστες απόμακρες δασωμένες περιοχές πριν από μερικές δεκαετίες. Γυμνά από την βόσκηση και την καθημερινή χρήση ξύλων για θέρμανση, κατασκευές και μαγείρεμα. Οπότε δεν διέφεραν τα υψώματα μεταξύ τους ως προς τη δασοκάλυψη, ώστε να ονομαστεί γυμνό μόνον το ένα.

 

Γκουτσιούν(ι)
Ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Στο χωριό το λέμε του γκουτσιούν(ι). Στη νεοελληνική γουρούνι. Στην αρχαία μακεδονική διάλεκτο (Ησύχιος 1668:223) μαρτυρείται ως γοτάν. Όμως υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες ότι οι λεξικογράφοι, προφανώς αστικής προελεύσεως, δεν την κατέγραψαν σωστά, μάλλον επειδή δεν γνώριζαν την ακριβή προφορά ή διότι δεν μπορούσαν να την καταγράψουν.

Ο Δημητράκος (1949:1627) το αναγράφει «γκουτσούνι» και το μεταφράζει ως χοιρίδιον, δηλαδή γουρουνάκι. Όμως στη διάλεκτό μας το ηλικιακά μικρότερο ζώο το λέμε Γκουτσιουνούλ(ι). Στα λεξικά των Χριστοδούλου (2003:259) και Φίλου (2005:19) η λέξη γκουτσιούνι παραδίδεται ως ηχομιμητική. Στο αντίστοιχο του Ντίνα (2005:124) θεωρείται σλαβικού ετύμου με την παραβολή της λέξη cutšina κι ερμηνεύεται ως «ξύλινο σπίτι γουρουνιού» -όμως στις μηχανές αναζήτησης η cutšina είναι ανύπαρκτη.

Σε κανένα από τα ειρημένα πονήματα δεν συσχετίζεται το γκουτσιούν(ι) με το γοτάν. Οι Σλάβοι (Βούλγαροι, Παίονες, Σέρβοι κλπ) λεν το γουρούνι свиња (svinja), οι Γερμανοί Schwein, οι αρχαίοι Αθηναίοι συς και στα παντζάμπι της Ινδίας γράφεται ως σούρα. Όλοι κρατούν έναν κοινό ινδοευρωπαϊκό τύπο.

Συνάγεται, λοιπόν, πως το γοτάν είναι αποκλειστικά μακεδονική λέξη, η οποία επέζησε μέχρι σήμερα ως γκουτσιούνι. Και σημαίνει το γουρούνι.

Το γουρούνι έμενε στο γουρνουκόμασου. Το θηλυκό το έλεγαν σκρόφα, πιθανότατα από το σανσκριτική λέξη sukara που δηλώνει το γουρούνι. Το αρσενικό μπίτζιου (σχετίζεται προφανώς με το αγγλικό pig).

Φράση: Στου γουρνουκόμασου έχου δυο γκουτσιούνια, μια σκρόφα κι ένα μπίτζιου, ήτοι στο κτίσμα (ή καλύβα) των γουρουνιών έχω δύο γουρούνια, ένα θηλυκό κι ένα αρσενικό.

 

Φύλλωμα ήμερης βελανιδιάς στην Ελίμεια Δυτικής Μακεδονίας. Οι ντόπιοι την αποκαλούν γκριουσιάδ(ι).

Γκριουσιάδι
Ουδέτερο. Το τελευταίο ιώτα είναι άηχο. Δηλώνει την ήμερη βελανιδιά. Στην Καλλιπεύκη Ολύμπου από το ξύλο της έφτιαχναν κουτάλια (Καλούσης).

Σε στρατιωτικό χάρτη του 1927 αναγράφεται ο οικισμός Γκρέος (ΓΥΣ, Καλαμπάκα), εξευγενισμένη μορφή του Γκρέους, της πρώτης ονομασίας του χωριού (Καλιακάτσου, 19.03.2013) όπως την ονομάζουν οι ίδιοι οι κάτοικοι, τους οποίους και θεωρούμε αληθέστερους.

Επιστημονικώς γράφεται Quercus ithaburensis subsp. macrolepis. Η λατινική ονομασία Quercus ετυμολογείται από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό kwerkwu. Παραλλαγή του τελευταίου είναι το γκριουσιάδι.

Φράση: Αυτό μη του σπιράηζ, είναι γκριουσιάδ(ι), όχ(ι) πουρνάρ(ι), δηλαδή αυτό το φυτό μην το πειράζεις, είναι ήμερη βελανιδιά, όχι πουρνάρι.

 

Καράπα
Ουσιαστικό θηλυκού γένους. Σημαίνει το κρανίο, το κεφάλι. Στα σανσκριτικά λέγεται karpara कर्पर. Φράση: Θα σι ρίξου μια ζγκαράπα, ήτοι θα σε χτυπήσω (μια φορά) στο κεφάλι.

 

Τα κατνάκια
Έκφραση που σημαίνει «όπου να ΄ναι». Τη λέγαμε μικροί παίζοντας σκλέντζα, δηλαδή παιχνίδι όπου με ένα ραβδί χτυπούσαμε μια λεπτή βέργα την οποία κρατούσαμε με το ένα χέρι ψηλά με σκοπό να φτάσει όσο πιο μακριά.

Αν κάποιος έριχνε τη βέργα σε άλλο σημείο εκτός παιχνιδιού, λέγαμε «ν΄ έρξις στα κατνάκια», δηλαδή «την έριξες όπου να΄ ναι».

Η κατωνάκη (κάτω και νάκη=δέρμα αιγοπροβάτων) ήταν ευτελές ένδυμα των δούλων στην αρχαία Ελλάδα.  Το οποίο μπορούσες προφανώς να αφήσεις σε όποιο μέρος επιθυμείς, δηλαδή όπου να ΄ναι.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. ΓΥΣ, Καλαμπάκα, Επιτελικός χάρτης της Ελλάδας, 1927
  2. ΓΥΣ, Κοζάνη, Επιτελικός χάρτης της Ελλάδας, Προσωρινή έκδοσις, 1927;
  3. Δημητράκος Π., Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης: δημοτική, καθαρεύουσα, μεσαιωνική, μεταγενεστέρα, αρχαία, τ. 4, Αθήνα 1949
  4. Καλιακάτσου Ζωή, Άνοιξη Γρεβενών, 19/03/2013
  5. Καλούσης Γιώργος, Το ταξίδι μου… 12/01/2016
  6. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων, Κέντρο Λεξικολογίας, β΄έκδοση, Αθήνα 2002
  7. Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2005
  8. Ο Γιώργος Καλούσης θυμάται…, 12.01.2016
  9. σκλέντζα 28.7.2019
  10. Φίλος Παναγιώτης, Αρχαίες μακεδονικές λέξεις, λήμματα, Θεσσαλονίκη 2005
  11. Χριστοδούλου Χριστόδουλος, Τα κουζιανιώτ΄κα (λεξικό του Κοζανίτικου Ιδιώματος), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Κοζάνη 2003
  12. Hēsychiou Lexicon cum variis doctorum virorum notis vel editis antehac vel …
  13. Quercus (n.)
  14. spokensanskrit.org, Dictionary
Δημοσιεύθηκε στην ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ και χαρακτηρίσθηκε , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση