ανακτένιση 3/5/2026
ακουτώ
Ρήμα που συναντάται στο δεύτερο πρόσωπο του ενικού.
Από το αρχαίο εγκοτώ που σημαίνει οργίζομαι, αγανακτώ. Στο λεξικό του Ησύχιου κότος λέγεται η οργή κι ο οργιζόμενος καλείται κοτίων.
ΦΡΑΣΗ: ‘Ελα αν ακουτάς λέει ο ένας στον άλλον σε στιγμές διαμάχης. Δηλαδή έλα αν έχεις οργιστεί.
άμμπλαξα
αόριστος του αρχαίου ρήματος εμπλάσσω, που σημαίνει περικλείω, κλείνω στα χέρια μου. Αρνητική έννοια.
ΦΡΑΣΕΙΣ: Αν σιαμπλάξου, να δεις τι θα παθτς (αν σε συναντήσω και σε πιάσω στα χέριαμου, θα δεις θα πάθεις.)
– Τουν άμπλαξα ικεία παρακάτου , αλλά δεν τουν είπα καντίπουτα (τον συνάντησα εκεί πιο κάτω, αλλά δεν τον είπα τίποτα)
ανάβρα
Νερό που βγαίνει μέσα από τη γη. Από το αρχαίο ρήμα αναβρύω. Το τοπωνύμιο Αναβρυκά, όπου είχε πολλές πηγές βρίσκεται δυτικά του οικισμού Ρύμνιο, κοντά στον Αλιάκμονα ποταμό.
ΦΡΑΣΗ: Ικεί κατ απ τ αμπέλι σας είχι ανάβρα (Εκεί κάτω από το αμπέλι σας είχε πηγή που έβγαινε από το χώμα μέσα).
ανασκυρνώ
Σηκώνω πράγματα για να βρω κάτι που βρίσκεται από κάτω.
Από την πρόθεση ανά και το αρχαίο ρήμα σκυράω =χοροπηδώ.
ΦΡΑΣΗ: Τι ανασκυρνάς ικεί πέρα; (Τι ψάχνεις εκεί πέρα;)
αξαμώνου
Ρήμα. Από την αρχαία λέξη έξαμμα, που σημαίνει την λαβή, ουσιαστικό του ρήματος εξάπτω = καταπιάνομαι, ασχολούμαι. Η πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *méh₂-r̥ ~ *mh₂-én-. *(s)meh₂- σημαίνει γνέφω. Στην ποντιακή υπάρχει το ξαμώνω, ήτοι μετρώ (με το χέρι μου). Λατινικά το χέρι λέγεται manus, στα ισπανικά mano.
ΦΡΑΣΗ: Αξάμουσι κι συ λίγου να τιλειώσουμι, ήτοι “βάλε και συ λίγο το χέρι σου να τελειώσουμε”. Δεν αξαμών(ει) ντιπ,΄δηλαδή “δεν απλώνει καθόλου το χέρι του να πιάσει και να βοηθήσει”.
απόπατους
ουσιαστικό αρσενικού γένους. Δηλώνει τον χώρο όπου ο άνθρωπος εκκενώνει την κοιλία του, άλλως εκτελεί τις φυσικές του ανάγκες. Το λεν σήμερα αποχωρητήριο ή βεσέ ή λουτρό ή τουαλέτα. Αρχαία ελληνική λέξη.
ΦΡΑΣΗ: Σίρι, ρίξι λίγου νιρό στουν απόπατου (Πήγαινε, ρίξε λίγο νερό στο αφοδευτήριο).
αριτσιώνουμι
ρήμα, ινδοευρωπαϊκής προελεύσεως. Ο Ντίνας (2005:65) αναφέρει προερχόμενο από το λατινικό ericeus και στο βλάχικο aritsu. Κατά τους Βλάχους των ΝΔ Βαλκανίων aričĭuéscu = σηκώνω τα μαλλιά μου (Papahagi 1974:198). Καθώς όμως στο Μικρόβαλτο το ανασηκώθηκε το λεν ουρτσιώθκι (Μανάδης 2013:243) οδηγούμαστε στο αρχαίο ρήμα ορθόω, ορθούμαι στη μέση φωνή που σημαίνει σηκώνομαι.
ΦΡΑΣΗ: Είδα ν ουχιά κι αριτσιώθκα (είδα την οχιά και σηκώθηκαν οι τρίχες μου)
αρμόζμους
αρσενικό ουσιαστικό, αιτιατική αρμόζμουν. από το άλμη + ζωμός. Ο ζωμός που προκύπτει όταν βάζεις μαζί λάχανο, νερό κι αλάτι και το αφήνεις 20 περίπου μέρες να ζυμωθεί. Ο ζωμός, δηλαδή ο αρμόζμους, πίνεται σαν φάρμακο.
ΦΡΑΣΗ: Πχε λίγουν αρμόζμουν, φκιάν(ει) καλό, δηλαδή πιες λίγο λαχανοζωμό, κάνει καλό.
βάζει
τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματα βάζω. Από το αρχαίο βοάω-βοώ, στον δεν Ησύχιο το λήμμα ἐκβιούζει. θρηνεῖ μετά κραυγῆς. Βαγμούρα = βουητό σύμφωνα με λεξικό της Κοζάνης (Ντίνας 2005:81). Στα αλβανικά βαΐς = θρηνώ (Θωμόπουλος 1912:μζ΄)
ΦΡΑΣΕΙΣ: Απού πέρα του πουλυβόλου του ιταλικό χίρσι να βάζει (Από απέναντι το πολυβόλο το ιταλικό άρχισε να πυροβολεί).
Βάνου του φτι στ τρύπα κι ακούου απού κατ’ έβαζει (Βάζω το αυτί μου στην τρύπα κι ακούω από κάτι ηχούσε).
βίλα
Θηλυκό ουσιαστικό, πληθυντικός οι βίλις.
Από το விழும் (vilum) βίλουμ της γλώσσας ταμίλ (πρωτοδαρβιδική) που σημαίνει πετώ.
ΦΡΑΣΗ: κόψι ένα ίσιου καραγάτσ(ι) κι φκιάσι ένα σλιάρ(ι) για τ΄ βίλα (κόψε μια ίσια φτελιά και φτιάξε ένα στειλιάρι για την πιρούνα).
Περισσότερα στο άρθρο του γράφοντος Οι περιπέτειες της βίλας.
γαίμα
Το αίμα. Το γ μάλλον υπήρχε στην προφορά εξ αρχαιοτάτων χρόνων για λόγους ίσως ευφωνίας. Στον Ησύχιο παραδίδεται π.χ. το ρήμα γάδεται που οι Αθηναίοι το έλεγαν ἥδεται, σημαίνει ευχαριστιέται.
γκανταλνώ, γκανταλυέμι
Ρήμα που σημαίνει γαργαλώ, γαργαλιέμαι.
Από το αρχαίο καταλύω που σημαίνει καταβιβάζω κάτι που είναι ψηλά.
ΦΡΑΣΗ: Τήρα πώς γκανταλιέτι του μκρο, ήγουν κοίτα πως γαργαλιέται ο μικρός.Όταν γαργαλάς τον άλλον, μαζεύεται και το σώμα του χαμηλώνει.
γκαρμπουλάχανου
ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Από την αρχαία λέξη κράμβη. Στην Κύπρο το λεν κραμπί.
ΦΡΑΣΗ: Φάει κι λίγου γκαρμπουλάχανου να τρανέψ΄, ήτοι φάε και λίγο λάχανο να μεγαλώσεις.
Γκόλνα
Θηλυκό όνομα ασβεστολιθικού υψώματος 1290 μ. ( 40° 9’56.42″Β/ 21°44’5.64″Α) στο ανατολικό αντέρεισμα του όρους Μπούρινος. Δεσπόζει ιδιαίτερα στην ΝΔ Ελίμεια, περιοχή που οι Τούρκοι μετονόμασαν σε Τσιαρτσιαμπά κι αργότερα το αθηναϊκό κράτος σε επαρχία Κοζάνης. Το αυτό ορωνύμιο υπάρχει και στο Λιτόχωρο Πιερίας.
Από την αρχαία ελληνική λέξη κολώνη, η οποία δηλώνει το βουνό, το ύψωμα, τον τύμβο. Στη σανσκριτική η κορυφή βουνού είναι kUTa -कूट.

Το ύψωμα Γκόλνα με το γράμμα G στα αριστερά της εικόνας. Πίσω απ΄ αυτήν κρύβεται η κορυφή του Μπούρινου.
Η Γκόλνα απέχει 7 χμ από την Αιανή. Οι περίοικοι ανεβαίνουν στο ύψωμα μέσα Ιουνίου προς συλλογήν τσαγιού.
Παλαιός χάρτης το αναγράφει ως Φαρδυά Τρύπα, αλλά το όνομα αυτό είναι ανύπαρκτο στους Ελιμειώτες.
ΦΡΑΣΕΙΣ: – Πού πήγις ιχτέ; (Πού πήγες χτες;)
– Ανέφκα στ΄Γκόλνα (Ανέβηκα στη Γκόλνα)
Η εικασία ότι το έτυμό του είναι σλαβικό από το βουλγαρικό гол (γκολ) που σημαίνει γυμνός κρίνεται επισφαλής για δύο λόγους, έναν ιστορικό κι έτερο εδαφολογικό:
α) κατοίκηση εξ αρχαιοτάτων χρόνων έχει διαπιστωθεί ανασκαφικά στην περιοχή της ΝΔ Ελίμειας με προεξάρχον οικισμό την αρχαία Αιανή. Αυτοί ονόμασαν το ύψωμα Κολώνη, στη δωρική Κολώνα, στη χωριατική συγκοπτόμενη δωρική προφανώς Κόλνα, αργότερα δε Γκόλνα
β) γυμνά ήταν όλα τα υψώματα τριγύρω του χωριού μας, αν όχι όλα τα βουνά της χώρας, εκτός από ελάχιστες απόμακρες δασωμένες περιοχές πριν από μερικές δεκαετίες. Γυμνά από την βόσκηση και την καθημερινή χρήση ξύλων για θέρμανση, κατασκευές και μαγείρεμα. Οπότε δεν διέφεραν τα υψώματα μεταξύ τους ως προς τη δασοκάλυψη, ώστε να ονομαστεί γυμνό μόνον το ένα.
γκούσια
Ουσιαστικό θηλυκού γένους. Παλαιότατη λέξη, από το ομηρικό αντίστοιχο κόρση. Μετά οι Αθηναίοι την έλεγαν κόρρη, ενώ οι Δωριείς κόρρα. Δήλωνε τον κρόταφο ή την παρειά, δηλαδή το μάγουλο. Στη ιδιόλεκτο του χωριού μου λέγαμε γκούσια τη σιαγώνα, το σαγόνι.
ΦΡΑΣΗ: έτσ΄ που πάινα να βγω απ΄ τη θύρα, χτύπσα στ΄ γκούσια, ήτοι έτσι που πήγαινα να βγω από την πόρτα, χτύπησα στο σαγόνι.
γκουτσιούν(ι)
Ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Στο χωριό το λέμε του γκουτσιούν(ι). Στη νεοελληνική γουρούνι. Στην αρχαία μακεδονική διάλεκτο (Ησύχιος 1668:223) μαρτυρείται ως γοτάν. Όμως υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες ότι οι λεξικογράφοι, προφανώς αστικής προελεύσεως, δεν την κατέγραψαν σωστά, μάλλον επειδή δεν γνώριζαν την ακριβή προφορά ή διότι δεν μπορούσαν να την καταγράψουν.
Ο Δημητράκος (1949:1627) το αναγράφει “γκουτσούνι” και το μεταφράζει ως χοιρίδιον, δηλαδή γουρουνάκι. Όμως στη διάλεκτό μας το ηλικιακά μικρότερο ζώο το λέμε Γκουτσιουνούλ(ι). Στα λεξικά των Χριστοδούλου (2003:259) και Φίλου (2005:19) η λέξη γκουτσιούνι παραδίδεται ως ηχομιμητική. Στο αντίστοιχο του Ντίνα (2005:124) θεωρείται σλαβικού ετύμου με την παραβολή της λέξη cutšina κι ερμηνεύεται ως “ξύλινο σπίτι γουρουνιού” -όμως στις μηχανές αναζήτησης η cutšina είναι ανύπαρκτη.
Σε κανένα από τα ειρημένα πονήματα δεν συσχετίζεται το γκουτσιούν(ι) με το γοτάν. Οι Σλάβοι (Βούλγαροι, Παίονες, Σέρβοι κλπ) λεν το γουρούνι свиња (svinja), οι Γερμανοί Schwein, οι αρχαίοι Αθηναίοι συς και στα παντζάμπι της Ινδίας γράφεται ως σούρα. Όλοι κρατούν έναν κοινό ινδοευρωπαϊκό τύπο.
Συνάγεται, λοιπόν, πως το γοτάν είναι αποκλειστικά μακεδονική λέξη, η οποία επέζησε μέχρι σήμερα ως γκουτσιούνι. Και σημαίνει το γουρούνι.
Το γουρούνι έμενε στο γουρνουκόμασου. Το θηλυκό το έλεγαν σκρόφα, πιθανότατα από το σανσκριτική λέξη sukara που δηλώνει το γουρούνι. Το αρσενικό γουρούνι ονομαζόταν μπίτζιους, λέξη προφανώς ινδοευρωπαϊκή, στα σανσκριτικά είναι paGkakrIDa (पङ्कक्रीड), στην αγγλική pig.
ΦΡΑΣΗ: Στου γουρνουκόμασου έχου δυο γκουτσιούνια, μια σκρόφα κι ένα μπίτζιου, ήτοι στο κτίσμα (ή καλύβα) των γουρουνιών έχω δύο γουρούνια, ένα θηλυκό κι ένα αρσενικό.
γκριουσιάδι
Ουδέτερο. Το τελευταίο ιώτα είναι άηχο. Δηλώνει την ήμερη βελανιδιά. Στην Καλλιπεύκη Ολύμπου από το ξύλο της έφτιαχναν κουτάλια (Καλούσης).
Σε στρατιωτικό χάρτη του 1927 αναγράφεται ο οικισμός Γκρέος (ΓΥΣ, Καλαμπάκα), εξευγενισμένη μορφή του Γκρέους, της πρώτης ονομασίας του χωριού (Καλιακάτσου, 19.03.2013) όπως την ονομάζουν οι ίδιοι οι κάτοικοι, τους οποίους και θεωρούμε αληθέστερους.
Επιστημονικώς γράφεται Quercus ithaburensis subsp. macrolepis. Η λατινική ονομασία Quercus ετυμολογείται από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό kwerkwu. Παραλλαγή του τελευταίου είναι το γκριουσιάδι.
ΦΡΑΣΗ: Αυτό μη του σπιράηζ, είναι γκριουσιάδ(ι), όχ(ι) πουρνάρ(ι), δηλαδή αυτό το φυτό μην το πειράζεις, είναι ήμερη βελανιδιά, όχι πουρνάρι.
γουμαρουσάκκουλου
Ο παππούς μου είχε ένα γουμάρι (ελληνιστί όνος, η λέξη γάιδαρος είναι αραβική), που για να μην το τσιμπούν τα νταβάνια (tabanus, θηλυκές μεγάλες μύγες) στη στοματική και ρινική περιοχές, ζήτημα υγιεινής, τις κάλυπτε με γίδινο σάκκο αραιής υφάνσεως που αναρτούσε πίσω από τα αυτιά του -τον βλέπετε στην εικόνα.
Η λέξη είναι αρχαία ελληνική από το ουσιαστικό γόμος (φορτίο, βλ. γεμίζω) + σάκκος. Σε μερικά νησιά το γομαροσάκκουλο το λεν στομόχι.
ΦΡΑΣΗ:Πού του βρήκις αυτό του γουμαροσάκουλου; (Πού το βρήκες αυτό το γομαροσάκκουλο;)
διάφκι
Αόριστος του ρήματος διαβαίνω.
ΦΡΑΣΗ: σι διάφκι η θιρμασιά; (σε πέρασε ο πυρετός;) Έτσι με έλεγε η γιαγιά μου όταν απέδραμε ο πυρετός μου.
Ελίμεια
Περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, ως πρότινος επαρχία Κοζάνης όπου το χωριό μας Αιανή. Ο έλυμος ήταν αυλός που χρησιμοποιούσαν οι Φρύγες, φτιαγμένος από πυξάρι με επιστόμιο κεράτινο (LSJ: ἔλυμος). Η σημερινή επαρχία Κοζάνης, παλαιότερα Ελίμεια, βρίθει πυξαριών.
Έτερη άποψη: στο λεξικό του Ησυχίου ἐλεμοσπέρμα. ὅπερ ἑψῶντες Λάκωνες ἐσθίουσιν (ελεμόσπερμα. το οποίο ακριβώς αφού το βράσουν οι Σπαρτιάτες το τρων). Κατά μιαν άποψη θεωρείται λακωνική λέξη. Στα αλβανικά Ε΄λjπ-bι – κριθάρι (Θωμόπουλος 1912:μζ΄). Elp στα σημερινά αλβανικά
ζάπουρας
ουσιαστικό αρσενικού γένους. Δηλώνει την πολύ μεγάλη ζέστη του καλοκαιριού.
Στην αρχαία ελληνική το επίθετο ζάπυρος δήλωνε τον πεπυρωμένο. Από το μόριο ζα που σήμαινε πολύς και το ουσιαστικό πυρ.
ΦΡΑΣΗ: Μη βγαινς ντιπ, έχ(ει) ζάπουρα όξου!: Μη βγαίνεις καθόλου, έχει μεγάλη ζέστη έξω!
ζγκρούντα
Ουσιαστικό θηλυκού γένους-μερικοί το προφέρουν σγκρούντα. Δηλώνει την ακατέργαστη σπιτική κομμάτα τυριού μέσα στην κάδη (μικρό ξύλινο βαρέλι). Από την αρχαία ελληνική λέξη “κροτώνη”, που δηλώνει τον όζο, τον όγκο δηλαδή που αναπτύσσεται στους κορμούς των δέντρων ή στα σώματα των ανθρώπων και των ζώων.
Ενδιαφέρουσα η έκφραση “στσζγκρούντα ουπάν΄” στη χωριατική του οροπεδίου της Ελίμειας (Δυτική Μακεδονία), με 7 σύμφωνα στη σειρά, που θα πει”στη ζγκρούντα επάνω”, δηλαδή πάνω στην κομμάτα του τυριού.
Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων (1780-1857) την βρίσκει όμοια με την ρωσική ΥΓΡb, που σημαίνει το ίδιο.
Η λέξη είναι πρωτοϊνδοευρωπαϊκή: kreuə- σημαίνει ακατέργαστο κρέας. Crude είναι στα αγγλικά ο ακατέργαστος. Crude oil το αργό πετρέλαιο που βγαίνει από την πηγή.
ΦΡΑΣΗ: Τσάκου μνια ζγκρούντα, δηλαδή “πιάσε ένα κομμάτι ακατέργαστο τυρί”.
Πέρυσι είχα πάει να αγοράσω τυρί, όταν η σχετική πωλήτρια υπερπαντοπωλείου μονολόγησε “Πού άφησα το μαχαίρι”; Απάντησα αυθόρμητα φωναχτά στσζγκρούντα απάν΄ είντου, δεν κατάλαβε οπότε την μίλησα αθηναϊστί “στην κομμάτα του τυριού επάνω είναι”. Η απάντησή μου είχε εφτά σύμφωνα στη σειρά, στσζγκρ!
θιρμασιά
Θηλυκό ουσιαστικό. Στην αρχαία ελληνική η θερμότητα, η ζέστη.
ΦΡΑΣΗ: σι διάφκι η θιρμασιά; (σε πέρασε ο πυρετός;) Έτσι με έλεγε η γιαγιά μου όταν απέδραμε ο πυρετός μου.
κάδη
θηλυκό ουσιαστικό, πληθυντικός οι κάδις. Στην αρχαία ελληνική το κάδιον ήταν υποκοριστικό της λέξης κάδος. Ξύλινο, μικρό βαρέλι όπου έβαζαν την αρμιά, δηλαδή νερό, λάχανο και αλάτι για να γίνει τουρσί. Το ζουμί το έλεγαν αρμόζμουν, στην ονομαστική αρμόζμους (άλμη _ζωμός), αρσενικό. Τον αρμόζμου τον έπιναν σαν φάρμακο -έχω πιει κι εγώ μικρός αλλά και τώρα, φτιάχνει η μάνα μου αρμιά.
ΦΡΑΣΗ: Βγάλι λίγου αρμιά απού (τη)ν κάδ(ι), ήτοι βγάλε λίγο λάχανο από το βαρέλι.
Κάλιανη
Η Κάλιανη, πρότερη ονομασία του οικισμού Αιανή Κοζάνης. Από την αρχαία λέξη κάλον = ξύλο.
Στα ‘Εργα και ημέραι του Ησιόδου 301 δηλώνει την αποθήκη αγαθών (καλιήν).
Σε επιτάφια στήλη των Αιγών υπάρχει το μακεδονικό όνομα Δρύκαλος =από ξύλο δρυός.
Στην Παλατινή Ανθολογία, επίγραμμα 6.253 καλιή είναι το δασικό ιερό του Πανός.
Στα Ελληνικά 1.1.23 του Ξενοφώντα αναφέρεται στα πλοία (κάλα).
Στον Θεόκριτο, Ειδύλλια ποίημα 29.12, μεταφορικώς προσδιορίζει την φωλιά (καλίαν).
Ο Ησύχιος στο Γλώσσαι αναγράφει αρκετές λέξεις κι ερμηνείες:
καλιαί = ξύλινα τινα … περιέχοντα ἀγάλματα εἰδώλων.
καλιή = το ξύλινο σπίτι
κάλινοι = μικρά δοκάρια
καλιός = το ξύλο όπου δένονταν οι δεσμώτες, όπως και το δεσμωτήριο.
Στο ιδίωμα των Τσακώνων καλί λέγεται το ξύλο και καλία η ξυλιά: νι εδούκα νία καλία = του έδωσα μια ξυλιά (Δέφνερ 1923:160).
Στα Γρεβενά υπήρχαν οι οικισμοί Καλαπόδι και Καλαπουδάκι.
Σήμερα καλαπόδι λεν το ξύλινο ομοίωμα ποδιού, το οποίο ντύνουν με δέρμα για να κατασκευάσουν υποδήματα.
Στο νησί Κεφαλλονιά έχει καταγραφεί η φράση: Πάει καλιά του (πάει στο σπίτι του) (Κουστουράκης 1990:45).
ΦΡΑΣΕΙΣ:
– Απού πού είσι, α (Από πού είσαι, εσύ);
– Είμι απου ΄ν Κάλιανη.
– Α, Καλιανιώτς, καλά του κατάλαβα (ε, Καλιανιώτης, καλά το κατάλαβα).
Η Κάλιαν(η) ονομάστηκε από τον ξύλινο ναό που υπήρχε στη θέση της σημερινού της Παναγίας, ο οποίος ήταν ταυτοχρόνως και σιταποθήκη. Υπάρχουν κι άλλοι παλαιοί οικισμοί με το όνομα αυτό, στην Μακεδονία (Βέροια) και στην Πελοπόννησο, όπου δηλαδή κατοικούσαν Δωριείς.
κανέστρα
θηλυκό ουσιαστικό, σημαίνει το ξύλινο πλεχτό πανέρι. Στα αρχαία ελληνικά κάνυστρον. Στον Ησύχιο το κάναστρον ερμηνεύεται ως ὄστρακον και το κανούν ως κανίσκιον (μικρή κανέστρα).
ΦΡΑΣΗ. Ν πλατέα τς Κάλιαντς ν έφκιασαν σαν στραβουκανέστρα (Την πλατεία της Κάλιανης [Αιανής] την έφτιαξαν σαν στραβό πανέρι).
καράπα
Ουσιαστικό θηλυκού γένους. Σημαίνει το κρανίο, το κεφάλι. Στα σανσκριτικά λέγεται karpara कर्पर.
ΦΡΑΣΗ: Θα σι ρίξου μια ζγκαράπα, ήτοι θα σε χτυπήσω (μια φορά) στο κεφάλι.
κατνάκια
όρα τα κατνάκια
καυκαλιά
Θηλυκό ουσιαστικό. Δηλώνει το χτύπημα στο κεφάλι από άνθρωπο σε άνθρωπο με τα χέρια.
Το βαυκάλιον ή καυκάλιον ή ψυκτήρ ήταν στην αρχαία Ελλάδα το αγγείο που μέσα έβαζαν κρασί κι έπειτα το τοποθετούσαν σε μεγαλύτερο αγγείο με κρύο νερό, ώστε το κρασί να κρατιέται δροσερό. Το καυκάλιον έμοιαζε με λαιμό και κεφάλι ανθρώπου, όρα εικόνα.
ΦΡΑΣΗ: Τουν έρξι καμόσις καυκαλιές, ήτοι τον έριξε μερικά χτυπήματα στο κεφάλι.
κιούπι
Ουδέτερο ουσιαστικό. Προφέρεται δισύλλαβο χωρίς να ακούγεται το τελευταίο ι. Είναι το μικρό πήλινο δοχείο.
Στα σανσκριτικά कूपी (kUpI) είναι το μπουκάλι.
ΦΡΑΣΗ: Είχι βρει ου πατέραζ μ΄ ένα παλιό κιούπ(ι), μι το δουσι κι μέσα ικεί έβαζα μκρος τς πιντάρις, ήτοι είχε βρει ο πατέρας μου ένα παλιό κιούπι, μου το έδωσε και μέσα εκεί έβαζα όταν ήμουν μικρός της πεντάρες.
κέμκα
επίρρημα από το αρχαίο ρήμα κάμνω (κουράζομαι). Ο παρακείμενος είναι κέκμηκα, δηλαδή έχω κουραστεί. Λέγεται με ελαφρά ειρωνική διάθεση, δηλαδή, αφού έχω κουραστεί, γιατί να μην το απολαύσω;
ΦΡΑΣΗ: Πάει ζγ Κόζιαν΄ κι βρήκι καταΐ παράδις, τς πήρι κι αγόρασι αλάτ΄. Κέμκα; (πήγε στην Κοζάνη και βρήκε κάτω λεφτά, τα πήρε κι αγόρασε αλάτι. Μια χαρά δεν έκανε;)
κικιρίκια
τα στραγάλια και τα φυστίκια. Ο Ησύχιος την λέξη κίκεῤῥοι, την θεωρεί μακεδονική, και την μεταφράζει ως ὦχροι, και ὦχρος στα αρχαία ελληνικά είναι είδος οσπρίου.
ΦΡΑΣΗ: Δωμι κι μένα κάνα κικιρίκι (Δώσε και μένα κανένα στραγάλι).
κουλιά
Τα κουλιά, δηλαδή οι μηροί.
Από το αρχαίο ουσιαστικό κολεός, ήτοι η θήκη του ξίφους.
ΦΡΑΣΗ: Όι, κατ΄ κουλιά! (Ω, κάτι μηροί!)
κουμάσ(ι)
Κουμάσι, ουδέτερο ουσιαστικό, το ι προφέρεται αχνά. Σημαίνει τον ορνιθώνα.
Η κώμυς, πληθυντικός κώμυθες, είναι ο τόπος όπου φύονταν καλάμια. Προφανώς από πυκνή πλέξη αυτών κατασκευάζονταν αρχικά τα κουμάσια. Λέξη παραγόμενη από την βαθμίδα gom της ινδοευρωπαϊκής ρίζας gem που ερμηνεύεται ως συμπιέζω, εμποδίζω. Από κει παράγεται και η κώμη, δηλαδή το χωριό.
ΦΡΑΣΗ: Σύρι κι αγκσι του κουμάσ(ι) να βγουν τ’ αρνίθια όξου: Πήγανει και άνοιξε τον ορνιθώνα να βγουν οι κότες έξω.
κόντις
θηλυκό ουσιαστικό, ονομαστική πληθυντικού. Στην αρχαία ελληνική κονίς= αυγό ψειρών. Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, ρίζα *ḱnid. Στον Ησύχιο κακή κόνις = κακός ὄλεθρος, ίσως εννοεί την μολυσμένη ψείρα.
ΦΡΑΣΗ: γιόμπσι του μαλλί σ΄ κόντις, έλα να σι χτινίσου να σ΄ τς βγάλου (γέμισε το μαλλί σου αυγά ψειρών, έλα να σε χτενίσω να στις βγάλω).
κουσέβου (κουσεύου)
Τρέχω. Σεύω στην αρχαία ελληνική σημαίνει τρέχω από ένα μέρος βιαστικά σε άλλο, οπότε το “προς τα εκεί σεύω” μετετράπη σε κουσεύου. Το ουσιαστικό είναι κουσιό, ουδέτερο. Κουσί το τρέξιμο στο ιδίωμα του Μελενίκου, κώμη σήμερα της Βουλγαρίας (Ανδριώτης 1989:53).
ΦΡΑΣΕΙΣ: Κόσια στ΄ αμπέλ΄ να φερς του τσαπί (τρέχα στο αμπέλι να φέρεις την τσάπα).
– Κουσέβ(ει) όλ(η) ντιλ μέρα! (τρέχει όλη την ημέρα).
– Σι τηρούσα τι κουσιό έριχνις κι ρθεις αγλήγουρα (Σε κοιτούσα τι τρέξιμο έριχνες και ήρθες γρήγορα).
κρέχτου
Το κρύο νερό που όταν το πίνεις χτυπάς τα δόντια ή το καρπούζι που όταν κόβεται ακούγεται θόρυβος.
Από το επίθετο κρεκτός του ρήματος κρέκω=χτυπώ με θόρυβο τον χτένι στον αργαλειό.
ΦΡΑΣΗ: Ω, ρα, τι κρέχτου του καρπούζ(ι)! (Ω, ρε, πως ακούγεται έτσι το καρπούζι όταν ανοίγει!)
Λάκκα
θηλυκό τοπωνύμιο της Αιανής κατηφορίζοντας δεξιά προς το χωριό Ρύμνιο. Καλλιεργούσαν παλιότερα βαμβάκι, διότι είχε νερά. Λάκις, πληθυντικός, λέγονται τα ανοιχτά φαράγγια. Ο Ησύχιος παραδίδει: λάκκας .φάραγγας, λακίς. σχίσμα και λακίζω το ρήμα σχίζω.
ΦΡΑΣΕΙΣ: Είχαμι βαμπάκια κατ΄ στ΄ Λάκκα (Καλλιεργούσαμε βαμβάκι κάτω στη Λάκκα).
Μ΄ ίπαν πήρις σβάρνα τς λάκκις (Με είπαν ότι τριγυρνούσες στα φαράγγια).
λιόκια
πληθυντικός ουδετέρου γένους, πάντα μάλλον στον αριθμό αυτόν. Οι όρχεις. Στην αρχαία ελληνική δηλώνονται ως λακκόπεδον. Από χωριανό άκουσα τη λέξη κουρδουμμπούλια που σημαίνει το ίδιο -υπάρχει και στα Άγραφα δηλώνοντας κατι μικρο στογγυλό (sic) (Ντόκας 2011) -σ.σ. περιέχει τη λέξη μπωλ-βώλος, επίσης το πρώτο μ προφέρεται κανονικά και μετά ο δίφθογγος μπ.
ΦΡΑΣΗ: Μι χτύπσι στα λιόκια (με χτύπησε στους όρχεις).
λουμάκια
Πληθυντικός αριθμός του ουδετέρου ουσιαστικού λουμάκ(ι). Δηλώνει τον λεπτό και ίσιο κορμό μικρού δέντρου ή κλαδιού.
Ορισμένοι ετυμολογούν τη λέξη από το αρχαίο θηλυκό ουσιαστικό λείμαξ=λιβάδι, κήπος, γυμνοσάλιαγκας, ενώ άλλοι τη θεωρούν βλαχική. Έτερος γράφει ότι σχετίζεται με το σλαβικό lomiti =θραύω, διαρρηγνύω παραβάλλοντας και το αλβανικό lum ak, – ku «το βλαστάρι. (Οικονόμου Κωνσταντίνος, Σημασιολογικά και ετυμολογικά, σσ. 110-112).
Γνώμη του γράφοντος είναι πως το λουμάκι, προφανώς υποκοριστικό, σχετίζεται με το αρχαίο φυτό λειμόδωρον, που περιγράφει ο αρχαίος φιλόσοφος Θεόφραστος στο έργο του Περὶ φυτῶν αἰτιῶν (Theofrastus, Enquiry into plants II, Heinemman William, London MCMXVI, σσ. 194-196). Είναι παράσιτο που ανήκει μάλλον στην οικογένεια Orobanchaceae και το στέλεχός του είναι λεπτό και ίσιο όπως το λουμάκι.
ΦΡΑΣΗ: Φόρτουνι ου πατέραζ μ΄ λουμάκια στου γουμάρ(ι) κι τα πάεινάμι ζγΚόζιαν(η) να τα πλήσουμι: Φόρτωνε ο πατέρας μου νεαρά ίσια δέντρα στο γάιδαρο και τα πηγαίναμε στην Κοζάνη να τα πουλήσουμε.
Υ.Γ. Βίντεο κοψίματος κλάδου για λουμάκι υπάρχει εδώ.
μαρκάτ(ι)
ουδέτερο ουσιαστικό, σήμαινε το γιαούρτι. Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής. Μακάρτι είναι η πυτιά στην ελληνική διάλεκτο της Καππαδοκίας και μακαρτωμένο γα το ξινόγαλο. Στα αρμένικα μακάρτ η πυτιά. (Καρολίδης 1885:91). Στα ρουμανικά lapte mărcát είναι το γάλα ξινισμένο.
Όμως μια φράση που λέγαμε μικροί στο χωριό, Μάρτ΄, Μαρτ΄, τς Σκύλλας του μαρκάτ΄, μας οδηγεί στο βαθύ παρελθόν.
Εξηγούμαι: Οι άνθρωποι των πόλεων λεν την Πρωταπριλιά ψεματάκια. Μικροί στο χωριό πειραζόμασταν ομοίως, αλλά την 1η Μαρτίου, αρχή του έτους για αιώνες, προσθέτοντας το: Μαρτ΄, Μάρτ΄, τ΄ς Σκύλλας του μαρκάτ, αττικιστί “Μάρτη, Μάρτη, της Σκύλλας το μαρκάτι”. Τώρα, μεγάλοι, ξέρουμε πως το μυθικό τέρας Σκύλλα δήλωνε μεταφορικά την κακοκαιρία, και το μαρκάτι, λέξη πανάρχαια, ερμηνεύεται ως εξασθένιση, merceo στα λατινικά, -*merk η ινδοευρωπαϊκή ρίζα. Δηλαδή, “Μάρτη, Μάρτη, του χειμώνα η φθορά”. Αγρο-ποιμενική αθωότητα!
μόκας. Όρα μώκας
μούγκι
Επίρρημα, ερμηνεύεται ως μόνο. Στα αρχαία ελληνικά μοναχῇ. Στον Πλάτων, Νόμοι, Βιβλίο Δ΄ 720e “διχῇ τήν μίαν ἀποτελῶν δύναμιν, ἢ μοναχῇ καί κατά τό χεῖρον τοῖν δυοῖν καί ἀγριώτερον ἀπεργαζόμενος;
Το ο μετατρέπεται ως είναι φυσικό σε ου και το ν μαζί με το χ αλλάζει σε γκ.
ΦΡΑΣΗ: Ω, Γιάνν΄, μούγκι τόσου χαλέφς να φας; (Ε, Γιάννη, μόνο τόσο θέλεις να φας);
μουρτσιόκια
Τα μουτσικόκια. Στον ενικό μουρτσιόκ(ι). Είναι το μανιτάρι μορχέλα η εδώδιμη, επιστημονικώς morchella esculenta. Φαίνεται ως σλαβικό δάνειο λόγω των παλαιών εμπορίων της περιοχής Ελίμειας με τη Σερβία.
Сморчок στα ρώσικα σημαίνει το ίδιο μανιτάρι αλλά και μαραμένος ή τσαλακωμένος, όπως φαίνεται η βάλανος του μύκητα. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα το ουδέτερο επίθετο μορτόν δηλώνει το μαραμένο, το θνητό. Στα σανσκριτικά ονομάζεται martya (मर्त्य). Πιθανώς όλα από τη ρίζα mrk.
Στην Κοζάνη τα λεν μουρτζιόκια, στο Βελβεντό μουρτσούκλια, στα Παλιάλωνα ή Νιζισκό (Φρούριο) μπουρτσιουμόκια.
ΦΡΑΣΗ: έμασις μουρτσιόκια; (Μάζεψες μορχέλες;)
μπακαρέλια
Συναντάται πάντα ως τα μπακαρέλια. Λέγεται όταν το μωρό κινείται στηριζόμενο στα τέσσερα άκρα του.
Από το αρχαίο ρήμα βακτηρεύω, ήτοι περπατώ με τη χρήση βακτηρίας, πατερίτσας. Το μωρό έχει τέσσερις πατερίτσες, χέρια και πόδια.
ΦΡΑΣΗ: Ακόμα πααίν(ει) τα μπακαρέλια του μκρο, δηλαδή ακόμα αρκουδίζει το μικρό.
μπάλιου
Λέξη για τα ζώα που έχουν στίγματα στο πρόσωπο ή το σώμα τους.
Από το αρχαίο επίθετο βαλιός= διάστικτος
ΦΡΑΣΗ: Είχι ένα μπάλιου άλουγου, δηλαδή άλογο με στίγματα στο πρόσωπο.
μπάμπαλα
ουδέτερο, πληθυντικός. Σκουπιδάκια από άχερα ή άλλα φυτά που μπαίνουν στα μάτια, αλλά και οι όρχεις ή γενικώς τα γεννητικά όργανα. Pappaddo (πάππαδδο) λεν τη βάλανο στα γκρεκάνικα της Κάτω Ιταλίας. Στην Κάρπαθο παπαλλάς είναι το πέος (Rohles 1964:381). Ο Ησύχιος το 500 μ.Χ. καταγράφει το γλώσσημα βάβαλον μεταφράζοντάς το ως αιδοίον, δηλαδή γενετικό όργανο ανδρός ή γυναικός, επίσης κι ως βάμβαλον, λέξη που κατά τον ίδιο ανήκει στους Φρύγες. Ο Φώτιος το 900 μ.Χ. το αναφέρει επίσης.
Λογικά ινδοευρωπαϊκής καταγωγής λέξη (ball στην αγγλική), σχετική με την αρχαία ελληνική βώλαξ, που ερμηνεύεται ως σφαιροειδής όγκος από οποιοδήποτε υλικό. Στο χωριό μας τους όρχεις τους λεν επίσης και λιόκια, μάλλον από την βουλγαρική λέξη Лук (λουκ) που σημαίνει κρεμμύδι.
ΦΡΑΣΗ: Ω, μα, έγνοια, μη χτύπσις στα μπάμπαλα κι μι πουνάει! (Ω, μα, να έχεις το νου σου, με χτύπησες στα γεννητικά όργανα και με πονάει).
μπαντίκια
οι μυτερές άκρες των ρωγών των σταφυλιών, ουδέτερο, πληθυντικός. Προφανώς ινδοευρωπαϊκής καταγωγής λέξη, αφού punta στα ισπανικά θα πει άκρη, ακρωτήρι. Μπουντάκια στη Σιάτιστα λεν τις αιχμές των ξύλων.
ΦΡΑΣΗ: Ξέρανάμι πουλλά μπουντίκια φέτου (Ξεράναμε πολλά σταφύλια με μυτερές άκρες φέτος).
μπίτζιους
Το αρσενικό γουρούνι. λέξη προφανώς ινδοευρωπαϊκή αφού στα σανσκριτικά ονομάζεται paGkakrIDa (पङ्कक्रीड). Στην αγγλική pig. Στα μανιάτικα μπουζία είναι τα γουρούνια. Μπούζα και μπουζί το μικρό γουρούνι στη Μπαρμπίτσα και Σκούρα Λακωνίας (Dino o Πογκρίτσενος 8/5/2023). Μπιρτσίνι και μπιρτσινάκι το μικρό σε άλλη περιοχή (Παπαδόπουλος 1990:158). Μπίσε το έλεγαν οι βουλγαρόφωνοι του οικισμού Άρμενα Φλωρίνης (Κούφης 1996:207). Μπις ή Μπιτζ το επιφώνημα όταν καλείς ένα γουρούνι.
ΦΡΑΣΕΙΣ: Πού ήσαν τόσην ώρα; Έπιζα μι του μπίτζιου (Πού ήσουν τόση ώρα; Έπαιζα με το αρσενικό γουρούνι).
– Τι μπιτςι, μπιτςι, μπιτςι, φουνάηζ όλη ν ώρα;
– Φουνάζου του γκουτσιούν΄ να ρθει (Φωνάζω το γουρούνι να έρθει).
Υ.Γ. Πράγματι έτσι απαντούσα στη γιαγιά μου μικρός, είχαμε ένα αρσενικό γουρούνι στο γουρνουκόμασου, πήγαινα μέσα και το χάιδευα στο κεφάλι, αυτό απολάμβανε.
Οράτε και τη λέξη γκουτσιούν(ι).

Βαρούνα, ο θεός της βροχής στο ινδουϊστικό πάνθεον
Μπούρινους
Παλαιότερα προφερόταν Μπούρνους. Όρος στους μαλακούς ανατολικούς πρόποδες του οποίου κείτεται η Αιανή, αθηναϊστί Βούρινος. Η βροχή έρχεται σχεδόν πάντα από το βουνό αυτό. Στον ινδουϊσμό Βαρούνα είναι ο θεός της βροχής, εξ ου και ουρανός.
Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής λέξη από τη ρίζα *(H)u(e)h₁-r- (Frisk 1960:447 & Beekes 2010:1128) στην οποία επάνω εδράζει το “ζωντανό” νερό, δηλαδή των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων.
Στην ίδια οικογένεια και το ρήμα ουρέω (ουρώ), που σημαίνει υγρό που πέφτει, επίσης και ο πάπουρας και η παπούρα, όπως λέμε την αρσενική και τη θηλυκή πάπιες στο χωριό.
Ακόμη ο κοντινός οικισμός Βάρσσια (σήμερα Βάρη), θηλυκό. Στα αλβανικά ujë (ούιε) = νερό.
ΦΡΑΣΗ: Απ΄ του Μπούρνου τό μασις αυτό του τσιάϊ (από τον Μπούρινο το μάζεψες αυτό το τσάι;)
μώκας
Ου μόκας. Ο περιγελαστής, αυτός που κοροϊδεύει. Από το αρχαίο ουσιαστικό μωκός, που σημαίνει το ίδιο. Μωκῶ, –άω το ρήμα.
ΦΡΑΣΗ: Ξερς τι μώκας είν(ι) αυτός; = Ξέρεις τι περιγελαστής είναι αυτός;
νε… νε
Αρνητικό μόριο που ερμηνεύεται ως δεν ή σαν ούτε. Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής λέξη. Στα σανσκριτικά είναι न, προφέρεται να. Στα παντζιάμπι προφέρεται νέι και σημαίνει δεν. Στην ελληνική διάλεκτο της Καππαδοκίας να (Καρολίδης 1885:51). Στα παλαιότερα αγγλικά νέι (nay) που σημαίνει όχι.
ΦΡΑΣΕΙΣ: νε ντρουπή νε μπσο, δηλαδή δεν ντρέπεται ούτε στο μισό. ‘Η νε τ’ ανοίγ(ει) νε τα τζιβών(ει) τα μάτχια, δηλαδή δεν τα ανοίγει ούτε τα κλείνει τα μάτια.
νένις
αρσενικό ουσιαστικό, ο παππάς. Νέννος στην αρχαία γλώσσα των ποιητών ο παππούς (Bethe1900:59). Nάννας κατά τον Ησύχιο ο θείος.
ΦΡΑΣΗ: Ου νένις κατιβαίνει απ ν ικκλησιά (ο παππάς κατηφορίζει από την εκκλησία).
ντουρλάπ(ι)
Ξαφνικός δυνατός άνεμος. Από το αρχαίο λαίλαψ.
ΦΡΑΣΗ: Τι ντουρλάπ(ι) τσάκουσι τώρα ιά; (Τι ντουρλάπι έπιασε τώρα εδώ να, τι δυνατός αέρας φύσηξε τώρα εδώ πέρα);
όκαχτους
Όκαχτους, όκαχτ(η), όκαχτου = αυτός,-ή,-ό που μοιάζει υπερβολικά με άλλον,-η,-ο.
Από τη μετοχή “εοικώς” του αρχαίου ρήματος “έοικα”, η οποία σημαίνει απλώς το ίδιο.
ΦΡΑΣΗ: όκαχτου ντιπ του μκρο μι τον άντρα σ΄, ακριβώς ίδιο το μικρό με τον άντρα σου.
ουμίλα
Προστακτική ενικού. Από το αρχαίο ρήμα ομιλώ. Δηλαδή μίλα. Δηλαδή διατηρήθηκε το αρχικό ο, στη χωριατική το εκφωνούμε ου.
ΦΡΑΣΗ: Ουμίλα, που ήσαν ιψέ; (Μίλα, που ήσουν χτες προς το βράδυ;)
ουντίζου
Ρήμα, από το αρχαίο οδίζω, ουδέτερο ουσιαστικό όδισμα. Πολύγομφον όδισμα =οδός συναρμοσμένη με πολλούς γόμφους (ξύλινα ή μεταλλικά καρφιά), δηλαδή κατασκευή που ταιριάζει σφιχτά μεταξύ της.
Πιθανόν ο παρατατικός να είναι “όντζα” κι ο αόριστος “όντσα”.
Ουdiζω στα κρητικά σημαίνει ταιριάζω (Πάγκαλος 1990: ουdiζω).
ΦΡΑΣΗ: τήρα πώς ουντίζν αυτά τα μκρα! Αθηναϊστί: κοίτα πως ταιριάζουν μεταξύ τους αυτά τα αγόρια-κορίτσια.
ουπχάτ
Επίρρημα από το αρχαίο υποκάτω.
ΦΡΑΣΗ: πού ίνdου του χλιάρ(ι); Ουπχάτ απ΄ τ΄ μισάλα. (Που είναι το κουτάλι; Κάτω από την ποδιά).
παγάλια
Επίρρημα που σημαίνει ήσυχα, σιγά σιγά, προσεκτικά, γαλήνια.
Από το αρχαίο ρήμα γαληνιάω =είμαι γαλήνιος.
ΦΡΑΣΗ: Παγάλια μη τσακτστείς, δηλαδή σιγά να μην πέσεις και χτυπήσεις.
πάπουρας
η αρσενική πάπια.
Στα αρχαία ελληνικά λέγεται ουρία. (ἡ δέ λεγομένη οὐρία οὐ πολύ λείπεται νήττης, τῷ χρώματι δε ῥυπαροκέραμος ἐστι, το δε ῥύγχος μακρόν τε και στενόν ἔχει -Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 9.52.e (αυτή που λέγεται ουρία, μοιάζει με την πάπια, στο χρώμα είναι σαν λερωμένο κεραμίδι, το δε ράμφος μακρύ και στενό το έχει). Προφανώς δηλώνει ένα είδος πάπιας σαν κι αυτές που είχαμε στην αυλή της γιαγιάς μας, καφετιά κάπως πτηνά.
Η συλλαβή πα προστέθηκε μπροστά προφανώς από το κάλεσμα των παπιών, το πα πα πα ή για δηλώσει την αρρενωπότητα, όπως π.χ. στο ρήμα μπουμπουτίζου (ποτίζω υπερβολικά) -στη φράση άφκις ιψέ του νιρό ανοιχτό κι μπουμπότσιν ου μπαχτσές (άφησες χτες το νερό ανοιχτό και ποτίστηκε υπερβολικά ο κήπος).
ΦΡΑΣΗ: Έγνοια μι σιαριχτεί ου πάπουρας όταν ζγώης κουντά; (έχε το νου σου να σε ριχτεί η αρσενική πάπια όταν πλησιάσεις κοντά).
πέγκις
θηλυκό ουσιαστικό, πληθυντικός. Άσπρες ή άλλες κηλίδες στο πρόσωπο ή τα χέρια. Καθώς στον Ησύχιο μαρτυρείται το μακεδονικό γλώσσημα πέχαρι που το ερμηνεύει ως ελάφι κι επειδή ελάφια έχουν κηλίδες στο σώμα τους, οι πέγκις σχετίζονται άμεσα με το πέχαρι, δηλαδή με τις κηλίδες του σώματός του.
ΦΡΑΣΗ: Τουν είδα, είχι όλου πέγκις στα χέργια (Τον είδα, είχε όλο κηλίδες στα χέρια).
πέρπιρας
Ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Ο φαντασμένος, ο πολύ τολμηρός. Στον Ησύχιο η λέξη πέρπερος ερμηνεύται ως ο μετά βλακίας ἐπαιρόμενος. Το αρχαίο επίθετο πέρπερος δηλώνει τον κενόδοξο, τον αλαζόνα.
ΦΡΑΣΗ: τούτους έχ(ει) πέρπιρα (τούτος έχει πέρπιρα, δηλαδή σκέφτεται πολύ διαφορετικά από τους άλλους, είναι υπερτολμηρός, φαντασμένος).
Πιρπόργια
ουδέτερο ουσιαστικό. Τοπωνύμιο του χωριού στη διασταύρωση του δρόμου Λαριούς-Χρωμίου (40. 7’33 / 21.47’43). Ο Leake (1814:451) έχει καταγράψει την παροιμία Τι θες τα χίλια πέρπερα και κακοείδην γυναίκα, που μάλλον απλά σημαίνει ότι ο υλικός πλούτος δεν φέρνει προσωπική ευτυχία. Το υπέρπυρον ήταν χρυσό βυζαντινό νόμισμα του 1000 μ.Χ., αλλά το επίθετο υπέρπυρος είναι αρχαίο και σημαίνει διάπυρος. Ίσως στο μέρος αυτό είχαν ανακαλύψει πολύ παλιά υπέρπυρα και πήρε την ονομασία ή το χώμα είχε το χρώμα του χρυσού.
ΦΡΑΣΗ: Πού θα πααίντι του Μάη, στα Πιρπόργια; Έρχουμέστι κι μεις (Που θα πάτε την Πρωομαγιά, στα Πιρπόργια; Ερχόμαστε κι εμείς.
πλειότιρα
Περισσότερα. Συναντάται και στην Εύβοια, την Αιτωλοακαρνανία, το Πήλιο και την Δυτική Μακεδονία. Σε λεξικό του ιδιώματος της Κοζάνης εγγράφεται πλιότιρου.
Επίρρημα από τον συγκριτικό βαθμό του αρχαίου επιθέτου πλείων του επιθέτου πολύς. Στον Ησύχιο (Γλώσσαι Π) η φράσηπλειοτέρῃ σύν χειρί> πλείονι καί πλουσιωτέρᾳ. ἢ σύν πλείοσι χρήμασι.
ΦΡΑΣΗ: Κάτσι φάει κι θα μας μουλουγίης πλειότιρα όταν σώης, ήτοι κάθισε να φας και θα μας ομολογήσεις (πεις) περισσότερα όταν τελειώσεις.
πουρεύου, πόριψι
Βαδίζω, περνώ. Από το αρχαίο ρήμα πορεύω, που σημαίνει το ίδιο.
ΦΡΑΣΕΙΣ: Πώς τα πουρέφς τώρα; (Πώς προχωρείς στη ζωή σου τώρα;)
– Πόριψι μι αυτά που εχς, μη χαλέφς πλειότιρα (προχώρα μ΄ αυτά που έχεις, μη θέλεις περισσότερα).
πρέκνα
Τα σκούρα στίγματα στο πρόσωπο.
Από το αρχαίο επίθετο περκνός=σκούρος, μαυριδερός.
ΦΡΑΣΗ: Έχ(ει) γιουμάτου πρέκνα στα μούτρα τς, δηλαδή το πρόσωπό της είναι γεμάτο στίγματα.
ρουγκαλνώ
ρεύομαι. Ρουγκάλτζμα το ουσιαστικό ουδετέρου γένους.
Από το αρχαίω ρήμα ερυγγάνω που δηλώνει το ίδιο.
ΦΡΑΣΕΙΣ: Τι ρουγκαλνιέσι όλν την ώρα;: γιατί ρεύεσαι όλη την ώρα;
Τι ρουγκάλντζμα είναι τούτου; Ακούισι ως πέρα! (τι ρέψιμο είναι αυτό; Ακούγεσαι ως πέρα)
ρουμπούρι
Δηλώνει τη βροχή που αρχίζει ή συνοδεύεται από υπόκωφους κεραυνούς. Ουδέτερο ουσιαστικό, το ι προφέρεται με στένωση. Οι Άγγλοι και οι Σουηδοί το λεν rumple, οι Γερμανοί Rumpel, οι Ιταλοί rompo.
Πιθανότατα σχετίζεται με το ρόπτρον. Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής λέξη.
ΦΡΑΣΗ: Κίντσι μι σουλότα, τσάκουσι ρουμπούρι κ’ έγινάμι μπλιόντα, ήτοι άρχισε μια ψιλή βροχή, έπιασε βροχή με κεραυνούς και καταβραχήκαμε.
σκούλους
Αρσενικό, η ξύλινη άκρη από το στειλιάρι, η οποία περισσεύει λίγο από το προσαρμοσμένο εκεί σιδερένιο εργαλείο. Σκώλος στην αρχαία ελληνική ο πάσσαλος με οξύ το ένα του άκρο.
ΦΡΑΣΗ: Βάρσι τουν πρόιδρου μι του σκούλου απ ντζάπι στου σταυρό κι τουν σκότουσι (χτύπησε τον πρόεδρο με την άκρη του στειλιαριού της τσάπης στο μέτωπο και τον σκότωσε).
σουλτόχιουνου
Ουδέτερο, δηλώνει το χιονόνερο.
Στη Βρετανία το λεν sleet και συναντάται ως καταγεγραμμένη λέξη το 1300 μ.Χ. Στα παλιά γερμανικά είναι sloz με πληθυντικό sloten, νορβηγικά slutr, δανικά slud, σουηδικά sloud.
Το πρώτο συνθετικό “σουλτ” παράγεται από την σασνκριτικό ρήμα σλιάτε (शीयते – shIyate) που σημαίνει παγώνω. Σλιαμανάβρστι (शीयमानवृष्टि – shIyamAnavRSTi) είναι στην ίδια γλώσσα η παγωμένη βροχή.
ΦΡΑΣΗ: Ρίχ(ει) σουλτόχιουνου όξου, δηλαδή ρίχνει χιονόνερο έξω.
στρουμπί
ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Σημαίνει το απλό κυλινδρικό κάθισμα που γίνεται από κορμό ή χοντρό κλαδί δέντρου, αφού πρώτα αποφλοιωθούν. Στην αρχαία ελληνική θρόμβος είναι ο όγκος, το τεμάχιο.
Ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό dhrombhos. Στα αγλικά λέγεται stub, στα ισλανδικά drambr είναι οι κλάδοι μέσα στο δάσος και στα σκανδιναβικά trē-drumbr ονομάζεται το απομεινάρι των κομμένων δέντρων.
ΦΡΑΣΗ: Κάτσι στου στρουμπί σημαίνει κάθισε στο ξύλινο αυτό κομμένο κορμό.
συδρουμώ
Βοηθώ.
Από το αρχαίο σύνδρομος, αυτός που τρέχει μαζί με άλλον.
ΦΡΑΣΗ: Συδρόμα, μη κάθισι, δηλαδή βοήθα με, μη κάθεσαι.
τα κατνάκια
Έκφραση που σημαίνει “όπου να ΄ναι”. Τη λέγαμε μικροί παίζοντας σκλέντζα, δηλαδή παιχνίδι όπου με ένα ραβδί χτυπούσαμε μια λεπτή βέργα την οποία κρατούσαμε με το ένα χέρι ψηλά με σκοπό να φτάσει όσο πιο μακριά.
Η κατωνάκη (κάτω και νάκη=δέρμα αιγοπροβάτων) ήταν ευτελές ένδυμα των δούλων στην αρχαία Ελλάδα. Το οποίο μπορούσες προφανώς να αφήσεις σε όποιο μέρος επιθυμείς, δηλαδή όπου να ΄ναι.
ΦΡΑΣΗ: Ν΄ έρξις τ΄ σκλέντζα στα κατνάκια“, δηλαδή “Το έριξες το ραβδί όπου να ‘ναι”, αν κάποιος έριχνε τη βέργα σε άλλο σημείο εκτός παιχνιδιού, λέγαμε ”
τα μπακαρέλια
όρα μπακαρέλια
τζέρτζιλου -τζιρτζιλιά
Του τζέρτζιλου (το βερίκοκο)- η τζιρτζιλιά (η βερικοκιά).
Στα περσικά zard-alu, στα σανσκριτικά priyAlu.
ΦΡΑΣΕΙΣ: Ανέφκα στ τζιρτζιλιά να μάσου τζέρτζιλα, αθηναϊστί ανέβηκα στη βερικοκιά να μαζέψω βερίκοκα.
τρτς, τρτς
Τρ(ου)τς τρ(ου)τς, το ου προφέρεται ελαφρά με το λάρυγγα, έτσι λέγαμε μικροί κουνώντας τη γροθιά μας από το σώμα προς τα έξω με γωνία 160 μοιρών σε όποιον φοβούνταν να κάνει κάτι.
Από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό τρεσάς ή τρέστης, που ερμηνεύεται ως δειλός, κι από το ρήμα τρέω=τρέμω. Και πιο πίσω στο χρόνο, στα σανσκριτκά το τρέμω λέγεται त्रसति, trasati.
ΦΡΑΣΗ: Τρτς, τρτς σι πααίν΄ ν΄ αριχτείς στου βιρό, δηλαδή Τρτς, τρτς σε πηγαίνει να ριχτείς [με βουτιά] μέσα στη φυσική υδατοδεξαμενή.
φουκαλνώ, φουκάλι, φουκαλιά, φουκάλτζμα
Φουκαλνώ= σκουπίζω. Φουκάλ(ι), του= η σκούπα. Φουκαλιά =το φυτό Marrubium peregrinum. Φουκάλτζμα =σκούπισμα, αλλά και συγκοίμηση με γυναίκα.
Από το αρχαίο ρήμα φιλοκαλώ =αγαπώ το καλό, την τάξη.
ΦΡΑΣΕΙΣ:
– Φουκάλτσις τουν ουβρό ιψέ; =σκούπισες χτες αργά την αυλή;
– Σώθκι του φουκάλ(ι) σ(ου)= φαγώθηκε η σκούπα σου.
– Αυτός είνι σουμένου φουκάλ(ι)= αυτός ο άνθρωπος δεν έχει πολλές ικανότητες.
– Τουν φουκάλτσι= τον σκότωσε.
– Δε τ΄φουκάλτσις ακόμα;= δεν έκανες αγάπη μ΄ αυτήν ακόμα;
Υ.Γ. Ταινία μικρού μήκους του γράφοντος για το φυτό, την κατασκευή και χρήση του φουκαλιού υπάρχει εδώ.
χαμόργκας
αρσενικό ουσιαστικό, δηλώνει τον τυφλοπόντικα ή ασπάλακα. Στη Σιάτιστα κι αλλού χάμουργκας. Σύνθετη λέξη από το αρχαίο επίρρημα χαμαί = κάτω και το ουσιαστικό ορυγεύς = ανασκαφέας. Είχαμε έναν τέτοιον στο αμπέλι, έτρωγε τις ρίζες από ένα μπατσεδάκι που είχαμε εκεί.
ΦΡΑΣΗ: Ω, ρα, ου καταρζμένους ου χαμόργκας δε μας άφσι ούτι ένα κρουμμύδι! (Ω, βρε, ο καταραμένος ο τυφλοπόντικας δεν μας άφησε ούτε ένα κρεμμύδι!)
χνάρας, χνάρ(ι)
Ου χνάρας = ο κουτός, του χνάρ(ι) = η κουτή και το κουτό. Περιγαλαστικό.
Από το αρχαίο ελληνικό υποκοριστικό χηνάριον (μικρή χήνα). Το ουσιαστικό χην, ήτοι το πτηνό χήνα, δηλώνεται στην αρχαία ελληνική ως αρσενικό ή θηλυκό, μάλλον για να ξεχωρίζουν τα γένη. Στον Ησύχιο: χήνημα, καταμώκημα (δυνατός περιγελασμός) και χηνήσαι, καταμωκήσασθαι –όρα πιο πάνω εδώ στο μώκας.
Τους κατοίκους του οικισμού Εμμανουήλ Παπάς των Σερρών τους περιγελούσαν παλιότερα με το παρατσκούκλι “χνάρια”.
ΦΡΑΣΕΙΣ: – Ω, ρα, ντιπ χνάρας είσι; = Ω, ρε, εντελώς κουτός είσαι;
– Τι σ’ είπι αυτό του χνάρ(ι); = Τι σε είπε αυτός ο κουτός;
Χούχουλου
ουδέτερο. Όνομα τοποθεσία και πηγής ΒΒΔ του χωριού (40.10΄48/21.48΄7) όπου ανέβλυζε πάρα πολύ νερό. Αναδιπλασιασμός του χου και το παραμένον χουλου είναι ινδοευρωπαϊκής καταγωγής λέξη από τη ρίζα *(H)u(e)h₁-r- (Frisk 1960:447 & Beekes 2010:1128), στην οποία οφείλονται και το όρος Μπούρινους και ο πάπουρας και η παπούρα, όπως λέμε την αρσενική και τη θηλυκή πάπιες στο χωριό. Στα αλβανικά ujë = νερό.
Προφανώς από την ρίζα αυτή παράγεται και το γλώσσημα χολέρα του Ησύχιου, το οποίο μεταφράζει ο ίδιος ως σωλήν, δι’ οὗ τό ὕδωρ ἀπό τῶν κεράμων φ(έρ)εται ἐξακοντιζόμενον (σωλήνας μέσω του οποίου το νερό από τα κεραμίδια μεταφέρεται εκτινασσόμενο), πιο απλά εκροή υδρορροής κι απλούστερα λούκι.
Στην ίδια οικογένεια και το ρήμα οὐρέω-οὐρῶ, που σημαίνει υγρό που πέφτει, και ο κοντινός οικισμός Βάρσσια (σήμερα Βάρη), θηλυκό -στα δωρικά ἐέρσα = δροσιά και στον πληθυντικό οι σταγόνες της βροχής.
ΦΡΑΣΗ: Κάναν κιρό του Χούχουλου είχι πουλύ νιρό, τώρα σταμάτσι, δε βρέχει (Παλιότερα το Χούχουλο είχε πολύ νερό, τώρα σταμάτησε, δεν βρέχει).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Academic Dictionaries and Encyclopedias, https://enacademic.com/
Aldo Manuzio (ed.), Ησυχίου Λεξικόν Hesychii Dictionarium, Venetiis in Aedibus Aldi & Andreae Soceri mense Augusto. M.D.XIIII (Βενετία 1514
Comber Tomas, The etymology of plant names, 1876
Dino o Πογκρίτσενος May 8, 2023 at 1:30 pm, Τα επιχώρια ονόματα του φρύνου
Ericus Bethe (ed.), Pollucis Onomasticon : e codicibus ab ipso collatis denuo edidit et adnotavit, lib I-V, B. G. Teubneri, Lipsiae MCM (1900)
Hēsychiou Lexicon cum variis doctorum virorum notis vel editis antehac vel …
Hjamar Frisk, Griechisches Wörterbuch, Band I: A-Ko, Carl Winter-Universitäts Verlag, Heidelberg 1960
Robert Beekes, Etymological Dictionary of Greek, volume one, Brill, Leiden-Boston 2010
Leake William, Reserches in Greece, J. Booth, London 1814
LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
LSJ – Ancient Greek dictionaries
Tache Papajagi, Dictionarul-dialectului-aroman, deuxieme edition, Editura academiei republicii socialiste Romania, Bucuresti 1974
Theofrastus, Enquiry into plants II, Heinemman William, London MCMXVI
Wiktionary, the free dictionary
Ανδριώτης Νικόλαος, Το γλωσσικό ιδίωμα του Μελένικου, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1989
ΓΥΣ, Καλαμπάκα, Επιτελικός χάρτης της Ελλάδας, 1927
ΓΥΣ, Κοζάνη, Επιτελικός χάρτης της Ελλάδας, Προσωρινή έκδοσις, 1927;
Δαρνακοχώρια – Ιδιωματικό λεξιλόγιο
Δέφνερ Μιχαήλ, Λεξικόν της τσακωνικής διαλέκτου, Εστία, Εν Αθήναις 1923
Δημητράκος Π., Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης: δημοτική, καθαρεύουσα, μεσαιωνική, μεταγενεστέρα, αρχαία, τ. 4, Αθήνα 1949
Ησύχιος, Γλώσσαι
Καλιακάτσου Ζωή, Άνοιξη Γρεβενών, 19/03/2013
Καλούσης Γιώργος, Το ταξίδι μου… 12/01/2016
Καρολίδης Παύλος, Γλωσσάριον συγκριτικόν ελληνοκαππαδοκικών λέξεων, ήτοι η εν Καππαδοκία λαλουμένη ελληνική διάλεκτος, Εκ του Τυπογραφείου “Ο Τύπος”, Εν Σμύρνη 1885
Κούφης Παύλος, Λαογραφικά Φλώρινας –Καστοριάς, Αθήνα 1996
Λεξικό Liddell Scott Κωνσταντινίδου
Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος
Μανάδης Νικηφόρος – Μανάδη Αφροδίτη, Μικροβάλτου περιλειπόμενα, Ιερά Μονή Αγίου Κοσμά Αιτωλού Αρδάσσης -Κρυόβρυσης, Πτολεμαΐδα 2013
Μπαμπινιώτης Γεώργιος, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων, Κέντρο Λεξικολογίας, β΄έκδοση, Αθήνα 2002
Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2005
Ντόκας Θωμάς, Οδηγός για καλύτερη κατανόηση Αγραφιώτικων εκφράσεων και λέξεων 19/2/2011, 9:05
Ο Γιώργος Καλούσης θυμάται…, 12.01.2016
Οικονόμου Κωνσταντίνος, Δοκίμιον περί της πλησιεστάτης συγγενείας της σλαβονο-ρωσσικής γλώσσης προς την ελληνικήν, τ. Γ΄, εν Πετρουπόλει 1828
Οικονόμου Κωνσταντίνος, Σημασιολογικά και ετυμολογικά
Πάγκαλος Γεώργιος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, διάγραμμα γραμματικής και γλωσσάριον
του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, τ. 4, Β΄ έκδ. 1990
Παπαδόπουλος, Λαογραφικά μελετήματα, Αθήνα, Ι. Σιδέρης 1990
Πλάτων, Νόμοι, Βιβλίο Δ΄
Σαραντάκος Νίκος, Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία.
Φίλος Παναγιώτης, Αρχαίες μακεδονικές λέξεις, λήμματα, Θεσσαλονίκη 2005
Φώτιος, Lexicon ΛΕΞΕΩΝ ΣΥΝΑΓΩΓΗ ΚΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ ΔΙ’ ΩΝ ΡΗΤΟΡΩΝ ΤΕ ΠΟΝΟΙ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΕΞΩΡΑΪΖΟΝΤΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ
Χριστοδούλου Χριστόδουλος, Τα κουζιανιώτ΄κα (λεξικό του Κοζανίτικου Ιδιώματος), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Κοζάνη 2003









