Αρχαϊσμοί στο ιδίωμα της Αιανής Κοζάνης

ανακτένιση 2.5.2020/17:30΄

Ακουτώ
Ρήμα που συναντάται στο δεύτερο πρόσωπο του ενικού. ‘Ελα αν ακουτάς λέει ο ένας στον άλλον σε στιγμές διαμάχης. Δηλαδή έλα αν έχεις οργιστεί. Από το αρχαίο εγκοτώ που σημαίνει οργίζομαι, αγανακτώ.

Γκόλνα
Θηλυκό όνομα ασβεστολιθικού υψώματος 1290 μ. ( 40° 9’56.42″Β/ 21°44’5.64″Α) στο ανατολικό αντέρεισμα του όρους Μπούρινος. Δεσπόζει ιδιαίτερα στην ΝΔ Ελίμεια, περιοχή που οι Τούρκοι μετονόμασαν σε Τσιαρτσιαμπά κι αργότερα το αθηναϊκό κράτος σε επαρχία Κοζάνης. Το αυτό ορωνύμιο υπάρχει και στο Λιτόχωρο Πιερίας.

Το ύψωμα Γκόλνα με το γράμμα G στα αριστερά της εικόνας. Πίσω απ΄ αυτήν κρύβεται η κορυφή του Μπούρινου.

Απέχει 7 χμ από την Αιανή. Οι περίοικοι ανεβαίνουν στο ύψωμα μέσα Ιουνίου προς συλλογήν τσαγιού.

Παλαιός χάρτης το αναγράφει ως Φαρδυά Τρύπα, αλλά το όνομα είναι ανύπαρκτο στους Ελιμειώτες.

Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κολώνη, η οποία δηλώνει το βουνό, το ύψωμα, τον τύμβο. Στη σανσκριτική η κορυφή βουνού είναι kUTa -कूट.

Η Γκόλνα στη μέση της εικόνας. Φωτογράφιση από Άνω Κώμη 21/5/2020

Η εικασία ότι το έτυμό του είναι σλαβικό από το βουλγαρικό гол (γκολ) που σημαίνει γυμνός κρίνεται επισφαλής για δύο λόγους, έναν ιστορικό κι έτερο εδαφολογικό:

α) κατοίκηση εξ αρχαιοτάτων χρόνων έχει διαπιστωθεί ανασκαφικά στην περιοχή της ΝΔ Ελίμειας με προεξάρχον οικισμό την αρχαία Αιανή. Αυτοί ονόμασαν το ύψωμα Κολώνη, στη δωρική Κολώνα, στη χωριατική συγκοπτόμενη δωρική προφανώς Κόλνα, αργότερα δε Γκόλνα

β) γυμνά ήταν όλα τα υψώματα τριγύρω του χωριού μας, αν όχι όλα τα βουνά της χώρας, εκτός από ελάχιστες απόμακρες δασωμένες περιοχές πριν από μερικές δεκαετίες. Γυμνά από την βόσκηση και την καθημερινή χρήση ξύλων για θέρμανση, κατασκευές και μαγείρεμα. Οπότε δεν διέφεραν τα υψώματα μεταξύ τους ως προς τη δασοκάλυψη, ώστε να ονομαστεί γυμνό μόνον το ένα.

Γκουτσιούν(ι)
Ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Στο χωριό το λέμε του γκουτσιούν(ι). Στη νεοελληνική γουρούνι. Στην αρχαία μακεδονική διάλεκτο (Ησύχιος 1668:223) μαρτυρείται ως γοτάν. Όμως υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες ότι οι λεξικογράφοι, προφανώς αστικής προελεύσεως, δεν την κατέγραψαν σωστά, μάλλον επειδή δεν γνώριζαν την ακριβή προφορά ή διότι δεν μπορούσαν να την καταγράψουν.

Ο Δημητράκος (1949:1627) το αναγράφει «γκουτσούνι» και το μεταφράζει ως χοιρίδιον, δηλαδή γουρουνάκι. Όμως στη διάλεκτό μας το ηλικιακά μικρότερο ζώο το λέμε Γκουτσιουνούλ(ι). Στα λεξικά των Χριστοδούλου (2003:259) και Φίλου (2005:19) η λέξη γκουτσιούνι παραδίδεται ως ηχομιμητική. Στο αντίστοιχο του Ντίνα (2005:124) θεωρείται σλαβικού ετύμου με την παραβολή της λέξη cutšina κι ερμηνεύεται ως «ξύλινο σπίτι γουρουνιού» -όμως στις μηχανές αναζήτησης η cutšina είναι ανύπαρκτη.

Σε κανένα από τα ειρημένα πονήματα δεν συσχετίζεται το γκουτσιούν(ι) με το γοτάν. Οι Σλάβοι (Βούλγαροι, Παίονες, Σέρβοι κλπ) λεν το γουρούνι свиња (svinja), οι Γερμανοί Schwein, οι αρχαίοι Αθηναίοι συς και στα παντζάμπι της Ινδίας γράφεται ως σούρα. Όλοι κρατούν έναν κοινό ινδοευρωπαϊκό τύπο.

Συνάγεται, λοιπόν, πως το γοτάν είναι αποκλειστικά μακεδονική λέξη, η οποία επέζησε μέχρι σήμερα ως γκουτσιούνι. Και σημαίνει το γουρούνι.

Το γουρούνι έμενε στο γουρνουκόμασου. Το θηλυκό το έλεγαν σκρόφα, πιθανότατα από το σανσκριτική λέξη sukara που δηλώνει το γουρούνι. Το αρσενικό μπίτζιου (σχετίζεται προφανώς με το αγγλικό pig).

Φράση: Στου γουρνουκόμασου έχου δυο γκουτσιούνια, μια σκρόφα κι ένα μπίτζιου, ήτοι στο κτίσμα (ή καλύβα) των γουρουνιών έχω δύο γουρούνια, ένα θηλυκό κι ένα αρσενικό.

Φύλλωμα ήμερης βελανιδιάς στην Ελίμεια Δυτικής Μακεδονίας. Οι ντόπιοι την αποκαλούν γκριουσιάδ(ι).

Γκριουσιάδι
Ουδέτερο. Το τελευταίο ιώτα είναι άηχο. Δηλώνει την ήμερη βελανιδιά. Στην Καλλιπεύκη Ολύμπου από το ξύλο της έφτιαχναν κουτάλια (Καλούσης).

Σε στρατιωτικό χάρτη του 1927 αναγράφεται ο οικισμός Γκρέος (ΓΥΣ, Καλαμπάκα), εξευγενισμένη μορφή του Γκρέους, της πρώτης ονομασίας του χωριού (Καλιακάτσου, 19.03.2013) όπως την ονομάζουν οι ίδιοι οι κάτοικοι, τους οποίους και θεωρούμε αληθέστερους.

Επιστημονικώς γράφεται Quercus ithaburensis subsp. macrolepis. Η λατινική ονομασία Quercus ετυμολογείται από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό kwerkwu. Παραλλαγή του τελευταίου είναι το γκριουσιάδι.

Φράση: Αυτό μη του σπιράηζ, είναι γκριουσιάδ(ι), όχ(ι) πουρνάρ(ι), δηλαδή αυτό το φυτό μην το πειράζεις, είναι ήμερη βελανιδιά, όχι πουρνάρι.

Ζγκρούντα
Ουσιαστικό θηλυκού γένους-μερικοί το προφέρουν σγκρούντα. Δηλώνει την ακατέργαστη σπιτική κομμάτα τυριού μέσα στην κάδη (μικρό ξύλινο βαρέλι). Από την αρχαία ελληνική λέξη «κροτώνη», που δηλώνει τον όζο, τον όγκο δηλαδή που αναπτύσσεται στους κορμούς των δέντρων ή στα σώματα των ανθρώπων και των ζώων.

Ενδιαφέρουσα η έκφραση «στσζγκρούντα ουπάν΄» στη χωριατική του οροπεδίου της Ελίμειας (Δυτική Μακεδονία), με 7 σύμφωνα στη σειρά, που θα πει»στη ζγκρούντα επάνω», δηλαδή πάνω στην κομμάτα του τυριού.

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων (1780-1857) την βρίσκει όμοια με την ρωσική ΥΓΡb, που σημαίνει το ίδιο. Οπότε η λέξη είναι ινδοευρωπαϊκή: ग्रन्थ grantha (γκράνθα), κόμβος (κουμπί), όζος.

Καράπα
Ουσιαστικό θηλυκού γένους. Σημαίνει το κρανίο, το κεφάλι. Στα σανσκριτικά λέγεται karpara कर्पर. Φράση: Θα σι ρίξου μια ζγκαράπα, ήτοι θα σε χτυπήσω (μια φορά) στο κεφάλι.

Κρέχτου
Το κρύο νερό που όταν το πίνεις χτυπάς τα δόντια ή το καρπούζι που όταν κόβεται ακούγεται θόρυβος. Ω, ρα τι κρέχτου του καρπούζ(ι)! Από το επίθετο κρεκτός του ρήματος κρέκω=χτυπώ με θόρυβο τον χτένι στον αργαλειό.

Μουρτσιόκι στην ύπαιθρο της Αιανής. Εικονοληψία 11 Απρίλη 2020

Μουρτσιόκια
ουδέτερο πληθυντικού, στον ενικό μουρτσιόκ(ι). Είναι το μανιτάρι μορχέλα η εδώδιμη, επιστημονικώς morchella esculenta. Φαίνεται ως σλαβικό δάνειο λόγω των παλαιών εμπορίων της περιοχής Ελίμειας με τη Σερβία.

Сморчок στα ρώσικα σημαίνει το ίδιο μανιτάρι αλλά και μαραμένος ή τσαλακωμένος, όπως φαίνεται η βάλανος του μύκητα. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα το ουδέτερο επίθετο μορτόν δηλώνει το μαραμένο, το θνητό. Στα σανσκριτικά ονομάζεται martya (मर्त्य). Πιθανώς όλα από τη ρίζα mrk.

Στην Κοζάνη τα λεν μουρτζιόκια, στο Βελβεντό μουρτσούκλια, στα Παλιάλωνα ή Νιζισκό (Φρούριο) μπουρτσιουμόκια.

Μπάλιου
Λέξη για τα ζώα που έχουν στίγματα στο πρόσωπο ή το σώμα τους. Είχι ένα μπάλιου άλουγου, δηλαδή άλογο με στίγματα στο πρόσωπο. Από το αρχαίο επίθετο βαλιός= διάστικτος

Πρέκνα
Τα σκούρα στίγματα στο πρόσωπο. Έχ(ει) γιουμάτου πρέκνα στα μούτρα τς, δηλαδή το πρόσωπό της είναι γεμάτο στίγματα. Από το αρχαίο περκνός=σκούρος, μαυριδερός

Τα κατνάκια
Έκφραση που σημαίνει «όπου να ΄ναι». Τη λέγαμε μικροί παίζοντας σκλέντζα, δηλαδή παιχνίδι όπου με ένα ραβδί χτυπούσαμε μια λεπτή βέργα την οποία κρατούσαμε με το ένα χέρι ψηλά με σκοπό να φτάσει όσο πιο μακριά.

Αν κάποιος έριχνε τη βέργα σε άλλο σημείο εκτός παιχνιδιού, λέγαμε «ν΄ έρξις στα κατνάκια», δηλαδή «την έριξες όπου να΄ ναι».

Η κατωνάκη (κάτω και νάκη=δέρμα αιγοπροβάτων) ήταν ευτελές ένδυμα των δούλων στην αρχαία Ελλάδα.  Το οποίο μπορούσες προφανώς να αφήσεις σε όποιο μέρος επιθυμείς, δηλαδή όπου να ΄ναι.

Τρτς, τρτς
Τρ(ου)τς τρ(ου)τς, το ου προφέρεται ελαφρά με το λάρυγγα, έτσι λέγαμε μικροί κουνώντας τη γροθιά μας από το σώμα προς τα έξω με γωνία 160 μοιρών σε όποιον φοβούνταν να κάνει κάτι. Π.χ. Τρτς, τρτς σι πααίν΄ ν΄ αριχτείς του βιρό, δηλαδή Τρτς, τρτς σε πηγαίνει να ριχτείς [με βουτιά] μέσα στη φυσική υδατοδεξαμενή.

Φράση προφανώς από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό τρεσάς ή τρέστης, που ερμηνεύεται ως δειλός, κι από το ρήμα τρέω=τρέμω. Και πιο πίσω στο χρόνο, στα  σανσκριτκά το τρέμω  λέγεται त्रसति, trasati.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. ΓΥΣ, Καλαμπάκα, Επιτελικός χάρτης της Ελλάδας, 1927
  2. ΓΥΣ, Κοζάνη, Επιτελικός χάρτης της Ελλάδας, Προσωρινή έκδοσις, 1927;
  3. Δημητράκος Π., Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης: δημοτική, καθαρεύουσα, μεσαιωνική, μεταγενεστέρα, αρχαία, τ. 4, Αθήνα 1949
  4. Καλιακάτσου Ζωή, Άνοιξη Γρεβενών, 19/03/2013
  5. Καλούσης Γιώργος, Το ταξίδι μου… 12/01/2016
  6. Λεξικό Liddell Scott Κωνσταντινίδου
  7. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων, Κέντρο Λεξικολογίας, β΄έκδοση, Αθήνα 2002
  8. Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2005
  9. Ο Γιώργος Καλούσης θυμάται…, 12.01.2016
  10. Οικονόμου Κωνσταντίνος, Δοκίμιον περί της πλησιεστάτης συγγενείας της σλαβονο-ρωσσικής γλώσσης προς την ελληνικήν, τ. Γ΄, εν Πετρουπόλει 1828
  11. σκλέντζα 28.7.2019
  12. Φίλος Παναγιώτης, Αρχαίες μακεδονικές λέξεις, λήμματα, Θεσσαλονίκη 2005
  13. Χριστοδούλου Χριστόδουλος, Τα κουζιανιώτ΄κα (λεξικό του Κοζανίτικου Ιδιώματος), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Κοζάνη 2003
  14. Χωριάτικο σπιτίσιο πρόβειο τυρί
  15. Academic Dictionaries and Encyclopedias, https://enacademic.com/
  16. Hēsychiou Lexicon cum variis doctorum virorum notis vel editis antehac vel …
  17. Quercus (n.)
  18. spokensanskrit.org, Dictionary
Δημοσιεύθηκε στην ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ και χαρακτηρίσθηκε , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση