Με την πρωτοβουλία τριών καθηγητριών μας, της κ. Κατερίνας Κουμάκη, της κ. Λένας Νικολιδάκη και της κ. Βαρβάρας Ρούσσου, από την αρχή της χρονιάς, αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε μια «λέσχη» ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων, στην οποία θα μπορούσαν να συμμετέχουν όσοι μαθητές της Α΄ και Β΄ τάξης ήθελαν.
Στις πρώτες μας συναντήσεις, στο γνωστό και φιλικό χώρο του Αμφιθεάτρου του Ιστορικού Μουσείου, συζητούσαμε τι και πώς θα θέλαμε να κινηθούν οι συναντήσεις μας αυτές. Επίσης, καθένας από τους σχεδόν είκοσι μαθητές και μαθήτριες παρουσίαζε τι είδους βιβλία του/της αρέσει να διαβάζει και τι είχε διαβάσει το καλοκαίρι που μας πέρασε. Αποφασίσαμε αρχικά το είδος των βιβλίων με τα οποία θα θέλαμε εμείς, ως ομάδα, να ασχοληθούμε. Ως πρώτο είδος, για αυτήν την πρώτη μας αναγνωστική προσπάθεια, ψηφίσαμε να ασχοληθούμε με βιβλία ιστορικού περιεχομένου. Συγκεκριμένα, με την βοήθεια και τις προτάσεις των υπεύθυνων καθηγητριών, καταλήξαμε στην «Μνήμη της Πολαροϊντ» στο «Έγκλημα στην αρχαία αγορά» και «Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» και χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες, ανάλογα με τις προτιμήσεις μας.
Όταν πλέον τελειώσαμε με την ανάγνωση, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις της κάθε ομάδας ξεχωριστά, και τέλος μια συνάντηση όλων μας στην αυλή αυτή τη φορά του Ιστορικού Μουσείου, απ’ όπου και οι φωτογραφίες. Εκεί συγκεντρωθήκαμε και οι τρεις ομάδες, για να ανταλλάξουμε εντυπώσεις και γνώμες. Στη συνάντηση αυτή, κάθε ομάδα παρουσίασε αρχικά το βιβλίο που είχε επιλέξει και στη συνέχεια ακολούθησε μια συζήτηση, με θέμα τη σύγκριση των τριών αυτών βιβλίων. Κατ’ αρχήν καταλάβαμε ότι για έναν ιστορικό είναι πολύ πιο εύκολο να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η οικειότητά του με την ιστορία και προφανώς με μια συγκεκριμένη περίοδο του δίνει αέρα γραφής. Ξέρει ποια είναι η αλήθεια, ποιες είναι οι εγκυρότερες πηγές, πού να δώσει φως, όμως το μόνο θέμα που πρέπει να προσέξει είναι ο τρόπος με τον οποίο θα γράψει το μυθιστόρημά του. Έτσι παρατηρήσαμε ότι το «΄Εγκλημα στην αρχαία αγορά» ικανοποιεί την ιστορία αλλά κατά τη γνώμη μας υστερεί σε λογοτεχνικότητα, δίνοντας πολύ βάρος στην ιστορική πληροφόρηση. Από την άλλη για έναν συγγραφέα είναι πιο δύσκολο να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα γιατί θα πρέπει να μελετήσει την ιστορία που θέλει να γράψει, να μάθει αν η πηγή είναι έγκυρη και μετά να γράψει το βιβλίο του. Έτσι η «Μνήμη της πολαρόϊντ» ήταν καλό σαν αφήγηση, αλλά ίσως έχανε σε ιστορική πληρότητα. Τέλος «Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» είναι ένα Αυθεντικό διήγημα, έγκυρο αλλά δεν ξέρουμε κατά πόσο αληθές είναι, στην περίπτωση που δέχτηκε παρεμβολές από το άτομο που βρήκε το ημερολόγιο. Οπωσδήποτε παρατηρεί κανείς μια εξέλιξη στη γραφή της μικρής Άννας που μεγαλώνει μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου της. Όμως, λόγω της θέσης της δεν μπορούσε να παρακολουθεί και έτσι να μεταφέρει στις προσωπικές της σελίδες ό,τι συνέβαινε στον έξω κόσμο. Τρία βιβλία από διαφορετικές ιστορικές περιόδους, με διαφορετική γραφή και αναμφίβολα διαφορετική οπτική γωνία.
Κλείνοντας, οι εντυπώσεις μας από την εμπειρία αυτή είναι θετικές, και συστήνουμε τη συμμετοχή σε τέτοιου είδους προσπάθειες, καθώς προσφέρεται η ευκαιρία όχι μόνο ανάγνωσης, αλλά συζήτησης και ανάλυσης λογοτεχνικών βιβλίων.