
fbt
Της Χρύσας Πιτένη*
Το στρες στην εφηβεία δεν είναι υπερβολή, ούτε «δικαιολογία». Είναι μια πραγματική κατάσταση έντασης του σώματος και του νου, που εμφανίζεται όταν ο/η έφηβος/η νιώθει ότι οι απαιτήσεις της καθημερινότητας (σχολείο, σχέσεις, αλλαγές στο σώμα, οικογενειακές προσδοκίες) είναι περισσότερες από τις δυνάμεις ή τα μέσα που έχει διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή. Επειδή η εφηβεία είναι περίοδος έντονων αλλαγών, το στρες εμφανίζεται συχνά: άλλοτε ήπιο και κινητοποιητικό, άλλοτε επίμονο και εξαντλητικό. Μπορεί να επηρεάσει τον ύπνο, τη διάθεση, τη μνήμη, τη συγκέντρωση, αλλά και να εκφραστεί μέσα από ενοχλήσεις στο σώμα, χωρίς ο/η έφηβος/η να καταλαβαίνει αμέσως τι συμβαίνει.
Οι λόγοι που αυξάνεται το στρες στην εφηβεία είναι πολλοί, πολυπαραγοντικοί και συνήθως λειτουργούν αθροιστικά . Το σώμα αλλάζει γρήγορα, οι ορμονικές μεταβολές επηρεάζουν την ενέργεια και τη συναισθηματική ισορροπία, ενώ η εικόνα σώματος γίνεται πιο ευαίσθητο ζήτημα. Παράλληλα, ο/η έφηβος/η προσπαθεί να χτίσει την ταυτότητά του/της: να καταλάβει ποιος/ποια είναι, τι αξίζει, τι θέλει, πού ανήκει. Η ανάγκη για αυτονομία μεγαλώνει, αλλά μαζί της μεγαλώνει και η αγωνία του «αν κάνω λάθος;». Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το σχολείο ανεβάζει ρυθμούς, οι αξιολογήσεις πυκνώνουν και οι εξετάσεις συχνά παρουσιάζονται σαν ο τελικός κριτής του μέλλοντος. Έτσι, για αρκετούς εφήβους, το στρες δεν αφορά μόνο την προσπάθεια, αλλά παίρνει τη μορφή ενός προσωπικού ερωτήματος αξίας: «αν δεν τα καταφέρω, σημαίνει ότι δεν είμαι αρκετός/ή».
Μια από τις ισχυρότερες πηγές στρες είναι οι σχέσεις με συνομηλίκους. Στην εφηβεία η ομάδα αποκτά τεράστια σημασία: η αποδοχή, η θέση στην παρέα, η αίσθηση ότι «ανήκω» επηρεάζουν έντονα τη διάθεση. Γι’ αυτό και οι εντάσεις στις φιλίες, οι παρεξηγήσεις, η απόρριψη, ο αποκλεισμός ή η κοροϊδία βιώνονται πολλές φορές ως πολύ πιο απειλητικά από ό,τι θα τα έβλεπε ένας ενήλικας. Ακόμη κι όταν ένας έφηβος δεν μιλά, μπορεί να κουβαλά μέσα του την αγωνία να μη χάσει τη σχέση του, να μην εκτεθεί ή να μη γίνει στόχος. Παράλληλα, η ψηφιακή καθημερινότητα ενισχύει τη σύγκριση και την πίεση: η συνεχής έκθεση σε «τέλειες» εικόνες, η ανάγκη να είμαι πάντα διαθέσιμος/η και ο φόβος της δημόσιας κριτικής κρατούν τον νου σε εγρήγορση και συχνά μειώνουν τις πραγματικές παύσεις ξεκούρασης.
Το οικογενειακό περιβάλλον επηρεάζει επίσης καθοριστικά το στρες. Όταν υπάρχουν συγκρούσεις, ένταση ή δυσκολίες, ο/η έφηβος/η συνήθως το νιώθει ακόμη κι αν δεν το συζητά. Άλλοτε το στρες δημιουργείται από υψηλές απαιτήσεις και προσδοκίες, άλλοτε από υπερπροστασία ή από όρια που δεν είναι ξεκάθαρα. Επιπλέον, αλλαγές όπως μετακόμιση, χωρισμός, οικονομική πίεση ή ασθένεια μέσα στην οικογένεια μπορεί να δημιουργήσουν ένα αίσθημα ανασφάλειας. Πολλοί έφηβοι δεν θέλουν να «επιβαρύνουν» τους γονείς τους και προσπαθούν να διαχειριστούν μόνοι τους όσα τους συμβαίνουν, με αποτέλεσμα η ένταση να σωρεύεται.
Το στρες στην εφηβεία δεν φαίνεται πάντα όπως το περιμένουμε. Δεν εκφράζεται μόνο με φράσεις όπως «αγχώνομαι». Συχνά εμφανίζεται μέσω του σώματος: πονοκέφαλοι, πόνοι στο στομάχι, ναυτία, ταχυπαλμία, τρέμουλο, μυϊκή ένταση, κόπωση, δυσκολία στον ύπνο ή ύπνος που δεν ξεκουράζει. Άλλες φορές φαίνεται στη συμπεριφορά: νεύρα, ευερεθιστότητα, ξεσπάσματα, απομόνωση, αναβλητικότητα, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, υπερβολική ενασχόληση με το κινητό. Μπορεί επίσης να επηρεάσει τη σκέψη: μπλοκάρισμα στο διάβασμα, δυσκολία συγκέντρωσης, αφηρημάδα, σκέψεις που «τρέχουν» ασταμάτητα ή μια επίμονη αίσθηση ότι «όλα θα πάνε στραβά». Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ένας/μία έφηβος/η που φαίνεται «τεμπέλης/α» ή «αδιάφορος/η» μπορεί στην πραγματικότητα να είναι υπερφορτωμένος/η και εξαντλημένος/η.
Ένα μέρος του στρες είναι φυσιολογικό και μπορεί να λειτουργήσει κινητοποιητικά. Γίνεται όμως προβληματικό όταν είναι έντονο, συχνό και διαρκές, όταν μειώνει τη λειτουργικότητα του/της εφήβου/ης και αρχίζει να επηρεάζει ξεκάθαρα το σχολείο, τις σχέσεις, τον ύπνο, τη διάθεση και την καθημερινή ζωή. Ιδιαίτερα αν ο/η έφηβος/η παρουσιάζει επίμονη απόσυρση, έντονα σωματικά συμπτώματα, επεισόδια έντονου φόβου με δύσπνοια και ζάλη, ή εκφράσεις απόγνωσης και αυτοϋποτίμησης, χρειάζεται έγκαιρα υποστήριξη από ειδικό ψυχικής υγείας σε συνεργασία με την οικογένεια και το σχολείο.
Η αντιμετώπιση του στρες δεν βασίζεται σε μία «μαγική λύση», αλλά σε μικρές και σταθερές κινήσεις που επαναφέρουν αίσθηση ελέγχου και ασφάλειας. Η φροντίδα του ύπνου είναι θεμελιώδης: σταθερό ωράριο, λιγότερη έκθεση σε οθόνες πριν τον ύπνο, απλές ρουτίνες χαλάρωσης. Η οργάνωση της μελέτης σε μικρά βήματα βοηθά σημαντικά, γιατί μετατρέπει το «όλα μαζί» σε κάτι διαχειρίσιμο: μικρές ενότητες, ρεαλιστικοί στόχοι, διαλείμματα. Η σωματική κίνηση ξεφορτώνει ένταση και ρυθμίζει το νευρικό σύστημα, ακόμη κι αν είναι ένα καθημερινό περπάτημα, λίγες διατάσεις ή μια δραστηριότητα που προσφέρει εκτόνωση. Εξίσου χρήσιμες είναι οι απλές τεχνικές άμεσης ηρεμίας, όπως η αργή αναπνοή και οι ασκήσεις προσανατολισμού στις αισθήσεις, που βοηθούν όταν η ένταση κορυφώνεται. Τέλος, καθοριστικό ρόλο έχει η υποστηρικτική επικοινωνία: να υπάρχει τουλάχιστον ένας ενήλικας που ακούει χωρίς να κρίνει, που δεν μειώνει το βίωμα, και που βοηθά τον/την έφηβο/η να δει ότι μπορεί να αντέξει τη δυσκολία και να τη διαχειριστεί βήμα-βήμα.
Το στρες στην εφηβεία είναι συχνό, αλλά δεν σημαίνει ότι ο/η έφηβος/η πρέπει να υποφέρει. Όταν μάθει να αναγνωρίζει τα σημάδια του, να φροντίζει σώμα και ύπνο, να οργανώνει τις απαιτήσεις και να ζητά βοήθεια χωρίς ντροπή, αποκτά δεξιότητες ζωής που θα τον/την στηρίξουν και στην ενήλικη πορεία. Με τη σωστή στήριξη από οικογένεια, σχολείο και ειδικούς, η εφηβεία μπορεί να γίνει όχι μια περίοδος διαρκούς πίεσης, αλλά ένας δρόμος προς ανθεκτικότητα, αυτογνωσία και εσωτερική δύναμη.
* Η κ. Χρύσα Πιτένη είναι Σχολική Ψυχολόγος (κλ. ΠΕ23). Υπηρετεί στο Πρότυπο Γενικό Λύκειο Λάρισας