Το Κ.Ε.ΠΕ.Α. Μητροπολιτικού Πάρκου Αντώνη Τρίτση είναι εκπαιδευτική μονάδα του Υπουργείου Παιδείας  και Θρησκευμάτων. Είναι αποκεντρωμένη περιφερειακή υπηρεσία και υπάγεται διοικητικά στην Περιφερειακή Διεύθυνση Π/θμιας και Δ/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής. Iδρύθηκε το 2018 με τη συνεργασία του Φορέα Διαχείρισης Μητροπολιτικού Πάρκου Αντώνη Τρίτση και του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Οι δράσεις του Κέντρου υλοποιούνται στα πλαίσια του Επιχειρησιακού Προγράμματος “Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση”, με τις πράξεις

  • “ΚΕΝΤΡΑ ΕΚΠΑΙΣΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΕΙΦΟΡΙΑ – ΔΡΑΣΕΙΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΗΛΙΚΕΣ”
    (αριθ. πρωτ. 1783/8-2-2011)
  • “ΚΕΝΤΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΕΙΦΟΡΙΑ – ΔΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ”
    (αριθ. πρωτ. 1780/8-2-2011)
  • «ΚΕΝΤΡΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΚΠΕ) – ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ», του επιχειρησιακού προγράμματος
    «ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ 2014 – 2020» υποέργο 3, άξονας προτεραιότητάς 6, το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Διαχειριστικός Φορέας του Έργου είναι το Ίδρυμα Νεολαίας και Δια Βίου Μάθησης (Ι.ΝΕ.ΔΙ.ΒΙ.Μ), που εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας  και Θρησκευμάτων.

.png

https://parkotritsis.gr/kentro-perivallontos/

Το ΔΣ του Φορέα Διαχείρισης μητροπολιτικού Πάρκου Αντώνη Τρίτση αποφάσισε ομόφωνα την δημιουργία Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (ΚΠΕ) εντός του Πάρκου, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το ΥΠΑΙΘ, για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς των Σχολείων

(Απόφαση 8, Συνεδρίαση 2/10.11.2016 Θέμα 4ο ):

Με την από 16.05.2017 επιστολή του προς το ΥΠΠΕΘ, ζήτησε την έγκριση ίδρυσης του ΚΠΕ. Το ΥΠΑΙΘ προχώρησε στην ίδρυση ΚΠΕ ( νυν Κ.Ε.ΠΕ.Α. ) στο Πάρκο Τρίτση τον Φεβρουάριο 2018 (ΦΕΚ 684/Β/2018).

ΙΔΡΥΣΗ-ΚΠΕ

 

Το 2019 υπογράφηκε η σύμβαση ( ΑΔΑ: ΨΡΡ1465ΧΞΚ-ΙΑΤ ) για τη στέγαση του Κ.Ε.ΠΕ.Α. μεταξύ του Υπουργείου  Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων (όπως λεγόταν τότε)  επί Υπουργίας κ. Κωνσταντίνου Γαβρόγλου και του Φορέα Διαχείρισης του Πάρκου Τρίτση επί Προεδρίας κ. Ιωάννη Πολύζου και είναι  το τελευταίο από τα Κ.Ε.ΠΕ.Α.  που θεσμοθετήθηκαν και λειτουργούν στην Ελλάδα:

 

 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΚΟΥ :

1833-1848

Τα χρόνια της απελευθέρωσης, πολλά τουρκικά κτήματα στην Αττική πουλήθηκαν και από εύπορους Έλληνες και ξένους γαιοκτήμονες, εκ των οποίων ο γνωστότερος ήταν ο Ιωάννης Παπαθεοδώρου Λεφάκης που καταγόταν από την Άνδρο. Το κτήμα του Λεφάκη, που η έκταση του είναι περίπου 300 στρέμματα, βρισκόταν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο Πύργος Βασιλίσσης στο ομώνυμο κτήμα.

Ο Ιωάννης Λεφάκης, έπειτα από την επισημοποίηση των τίτλων ιδιοκτησίας, το πούλησε τον Μάιο του 1838 στην τιμή των 10.000 δραχμών, στους Άγγλους John Williams και George Miles, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να κάνουν επενδύσεις στο κράτος. Με δική τους εντολή, φυτεύτηκαν αμπέλια, οπωροφόρα δέντρα, δημιουργήθηκαν εγκαταστάσεις, διαμορφώθηκαν κήποι και καλλιεργήθηκαν τα αρόσιμα τμήματα.

Το 1840, διέλυσαν τη συνιδιοκτησία και ο George Miles πούλησε το ποσοστό ιδιοκτησίας που κατείχε στον John Williams. Ο George Miles, δεν μπορούσε να καλλιεργεί μόνος του, πλήρωσε να έρθουν να τον βοηθήσουν κηπουροί από τη Μάλτα και γεωργοί από το Μενίδι. Το 1848, ο John Williams αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα και έτσι το κτήμα πουλήθηκε στον Δημήτριο Κοντάκη, στη τιμή των 10.370 δραχμών.

1848-1863

Τον Σεπτέμβριο του 1848, το κτήμα Κοντάκη αγοράστηκε από βασιλείς, οι οποίοι πολύ σύντομα προχώρησαν σε νέες αγορές, προκειμένου να το επεκτείνουν. Από το 1848 έως το 1861, η βασιλική Αυλή είχε συνάψει 47 νέες συμφωνίες αγοράς ακινήτων στην περιοχή, δημιουργώντας ένα ενιαίο κτήμα 2.500 στρεμμάτων.

Η διαμόρφωση του κτήματος σε αγρόκτημα άρχισε αφότου έγινε η αγορά του πρώτου τμήματος και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια. Στις εργασίες, βοήθησαν οι ανακτορικοί κηπουροί ο Friedrich Schmidt και ο François Louis Bareaud,  που είχαν φτιάξει και το Βασιλικό Κήπο.

Στο αγρόκτημα φυτεύτηκαν χιλιάδες οπωροφόρα δένδρα εκ των οποίων ήταν 3.700 μουριές, 200 στρέμματα φιστικιές, 180 στρέμματα αμπέλια, 2.000 ελαιόδεντρα, ποικιλίες καλλωπιστικών φυτών από εξωτερικές χώρες. Μεγάλα τμήματα άρχισαν να καλλιεργούνται και σε αυτά παράχθηκε βαμβάκι, καλαμπόκι, τριφύλλι, βρώμη, βρίζα, πατάτες, κουκιά και φασόλια. Με τη φροντίδα της Αμαλίας αγοράστηκαν 40 αγελάδες καλής ράτσας από την Αγγλία, την Ελβετία και το Όλντενμπουργκ, πτηνά από τις Ινδίες και την Αφρική, πρόβατα μερινός, χοίροι, αραβικά άλογα. Επίσης η βασίλισσα έφερε και καμηλοπαρδάλεις στο κτήμα.

Στις αρχικές εγκαταστάσεις έγιναν αλλαγές και έτσι προστέθηκαν οικήματα εργατών, στάβλοι, υπόστεγα και αποθήκες. Για την ανάγκη της άρδευσης έγιναν γεωτρήσεις, ανοίχτηκαν νέα πηγάδια που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι γεωτρήσεις έγιναν το 1856, υπό την επίβλεψη του Γάλλου υδρολόγου Berjeau, από γαλλική εταιρεία. Ποσότητα νερού βρέθηκε αρκετή, όμως δεν είχε την απαιτούμενη δύναμη. Έγινε προμήθεια νέων αρότρων καθώς και διαφόρων άλλων γεωργικών μηχανημάτων στους Έλληνες γεωργούς.

Πολύ σύντομα, το κτήμα εξελίχθηκε σε ένα πρότυπο Κέντρο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας. Είναι εμφανής η πρόθεση της βασίλισσας να αναγκάσει τους κατοίκους των γύρω περιοχών να αφοσιωθούν στη γεωργία, τη σηροτροφία, την αμπελουργία και την κτηνοτροφία. Τα προϊόντα του αγροκτήματος ήταν ποικίλα και εξαίρετης ποιότητας. Πολλά από αυτά έλαβαν επαίνους σε εκθέσεις, ενώ άλλα βραβεύθηκαν.

Κατά τα τέλη του 1856, το αγρόκτημα είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διαμόρφωσή του. Παράλληλα, άρχισε και η κατασκευή της βασιλικής έπαυλης. Στη θέση ενός παλαιού Πύργου, που υπήρχε στη μέση του κτήματος και χρησίμευε ως κατοικία των πρώην άγγλων ιδιοκτητών, άρχισε να κατασκευάζεται ένας νέος, γοτθικού ρυθμού. Ο αρχιτέκτονας του πύργου ήταν ο Γάλλος Florimond Boulanger. Από την ύπαρξη αυτού του πύργου συνήθιζαν οι κάτοικοι να ονομάζουν και το κτήμα “Πύργο Βασιλίσσης”. Οι εργασίες ανέγερσης της βασιλικής έπαυλης ολοκληρώθηκαν τον Αύγουστο του 1854, η περίοδος που πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια.

Οι βασιλείς, επηρεασμένοι από τη “Μεγάλη Ιδέα”, στους έξι φυσικούς λοφίσκους που υπήρχαν στο αγρόκτημα, πρόσθεσαν το 1857 έναν τεχνητό. Τους έδωσαν τα ονόματα αργοναυτών: Ιάσων, Πολυδεύκης, Κάστωρ, Θησέας, Ηρακλής, Ορφεύς, Πηλεύς και συνολικά στο κτήμα το όνομα “Επτάλοφος”.

Η απασχόληση εκατοντάδων εργατών στο αγρόκτημα καθώς και η διαμονή αξιωματικών και επιστημόνων, δημιούργησαν την ανάγκη ενός νέου οικισμού. Αυτός ήταν ο λόγος που στα τέλη του 1858 ιδρύθηκε ο γειτονικός οικισμός με όνομα “Ίλιον Τρωάς” οργανωμένος με βάση του ρυμοτομικού συστήματος.

Μετά την έξωση της βασιλικής οικογένειας, τα έργα ανάπτυξης στο αγρόκτημα Επτάλοφος και στον οικισμό του Ιλίου Τρώας σταμάτησαν.

1863-1940

Με το Ψήφισμα της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης της 3ης Ιουλίου του 1863, τα ανάκτορα και οι Βασιλικοί Κήποι κηρύχθηκαν ως εθνική ιδιοκτησία και η διαχείριση του κτήματος του Επτάλοφου ανατίθεται στο Υπουργείο των Οικονομικών. Το 1864, το κτήμα δόθηκε για ενοικίαση στον Ηλία Παπαηλιόπουλο, σύζυγο της Κυρίας των Τιμών Πηνελόπης Λιδωρίκη – Παπαηλιοπούλου. Το 1867 ο Όθωνας πέθανε και γι’ αυτό το λόγο το 1870 το κτήμα αγοράζεται από τον βαρώνο Σίμων Σίνα. Οκτώ χρόνια αργότερα ο Πύργος Βασιλίσσης θα δοθεί στον Γεώργιο Παχύ.

Η κόρη του Γεωργίου Παχύ, η Λαυρία, παντρεύτηκε τον Φερνάνδο, που ήταν γιος του Ιταλού μεταλλωρύχου και επιχειρηματία Giovanni Bapttista Serpieri, ο οποίος ήταν ο νονός της Λαυρίας και ιδιοκτήτης των μεταλλείων Λαυρίου. Μετά τον θάνατο του Παχύ, το κτήμα ήταν υπό την κατοχή του Σερπιέρη.

Ο γιος της Λαυρίας Παχύ και του Φερνάρδου Σερπιέρη, ο Ιωάννης Βαπτιστής Τζόνι Σερπιέρης, που σπούδασε γεωπόνος στη Γαλλία, παντρεύτηκε την Ιουλία Βλαστού, συγγενή της Κυρίας των Τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, Πηνελόπης Λιδωρίκη. Το ζεύγος αποφάσισε να επισκευάσει το κτήμα.

Τον Ιούνιο του 1931, το ζεύγος δημιούργησε μία Ανώνυμη Εταιρεία, που είχε την επωνυμία “Αγροτική Εταιρεία Πύργου Βασιλίσσης Α.Ε.”. Σκοπός της εταιρίας ήταν να αναδημιουργήσει το εγκαταλειμμένο κτήμα.

Ο Πύργος Βασιλίσσης έγινε ξανά πρότυπος κτηνοτροφικός σταθμός, με χοιροστάσια, ποιμνιοστάσια, χοιροτροφεία, μελισσοκομεία, σηροτροφεία και ορνιθοτροφεία.

1940-1993

Μετά την κατοχή της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα, στο αγρόκτημα εγκαταστάθηκε γερμανική φρουρά, ενώ κατά την Κατοχή, πολλοί κάτοικοι των γειτονικών περιοχών κατάφεραν να επιζήσουν εξαιτίας των οπωροφόρων δέντρων, που υπήρχαν στην περιοχή.

Μετά το 1950 προέκυψαν νέα προβλήματα. Ζητήματα άρδευσης των καλλιεργειών, σε συνδυασμό με την οικιστική έκρηξη, οδήγησαν στη αλλοίωση του περιβάλλοντος της περιοχής και τη σμίκρυνση του πάρκου.

Το κτήμα Πύργος Βασιλίσσης απώλεσε τον ενιαίο χαρακτήρα του. Το Δημόσιο παραχώρησε τις εκτάσεις του στο Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων, στο Εθνικό Κέντρο Αποκατάστασης, στο Κέντρο Βρεφών Μητέρα, στο Κέντρο Προστασίας του Παιδιού Αττικής και στο Ίδρυμα Προστασίας και Αποκατάστασης Παίδων και Νέων με νοητική Υστέρηση “η Θεοτόκος”.

 

 

πηγή: https://el.wikipedia.org