• φωτόδεντρο
  • Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων

    Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων
  • Aγ. Γραφή

    Aγ. Γραφή
  • kutsal kitap

    startmenu
  • τυπικόν

    content
  • γραφείο νεότητας Αρχιεπισκοπής

    γραφείο νεότητας Αρχιεπισκοπής
  • Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών

    Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
  • Ι. Μ. Ν. Σμύρνης

    Ι. Μ. Ν. Σμύρνης
  • Συναξαριστής

    Συναξαριστής
  • EDUCATION AND religion

    religion
  • εθελουσία λήθη 2

    biz029
  • εθελουσία λήθη 3

    12 - 1.jpgPadraic MoodCollector
  • Π.Θ.Σ. ΚΑΙΡΟΣ

    foto kairos
  • ΠΑΝΣΜΕΚΑΔΕ

    logo
  • Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

    mesopelaga
  • religionslehrer.gr/

    religionslehrer.gr/
  • thriskeutikametaxi

    thriskeutikametaxi
  • θρησκευτικά αλλιώς

    θρησκευτικά αλλιώς
  • e- Θρησκευτικά.

    e- Θρησκευτικά.
  • Virtual School

    Virtual School
  • stavrodromi

    stavrodromi
  • δός μοι τοῦτον τὸν ξένον

    δός μοι τοῦτον τὸν ξένον
  • προφίλ

    SL384668

Ο επίσκοπος και η πόρνη

AgiaPelagia01s

Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

α) Είναι γνωστό, ότι ο Χριστός καταδίκαζε με δριμύτητα την υποκρισία, το φαρισαϊσμό και τον ηθικισμό των κατ’ επίφαση ευσεβών. Σκοπός του δεν ήταν να κρίνει ή να διαπομπεύσει τους αμαρτωλούς, αλλά να τους καλέσει σε μετάνοια. Σε μια συζήτηση που είχε με τους πρεσβυτέρους και τους αρχιερείς του λαού, ανέφερε την παραβολή των δύο γιων (βλ. Ματθ. 21, 28-31). Σύμφωνα με αυτήν, «ένας πατέρας στέλνει τους δύο γιους να εργασθούν στο αμπέλι. Αρχικά, ο πρώτος αρνείται, ενώ ο δεύτερος δέχεται. Στην συνέχεια όμως, ο πρώτος μετανιώνει και πηγαίνει να εργασθεί, ενώ ο δεύτερος που φάνηκε καταρχήν πρόθυμος, δεν προσέρχεται». Τους ρωτάει τότε ο Χριστός: ποιος από τους δύο έκανε το θέλημα του πατέρα; Εκείνοι απαντούν, ο πρώτος. β) Με αφορμή την απάντηση, αλλά και τη μετάνοια του πρώτου γιού,διδάσκει ο Χριστός: «Σας βεβαιώνω, πως οι τελώνες και οι πόρνες θα μπουν πριν από σας στη βασιλεία του Θεού» (Ματθ. 21,31). Τα λόγια αυτά βρίσκουν εφαρμογή στο βίο της αγίας Πελαγίας, που η Εκκλησία τιμά στις 8 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με το Συναξάρι, στην Αντιόχεια ζούσε μια γυναίκα «περιφανής και πλουσία, πολλά ωραία τω σώματι και υπέρκαλλος, τη δε ψυχή ρερυπωμένη και βέβυλος». γ) Η γυναίκα αυτή δεν είχε άλλη φροντίδα, παρά να τονίζει τη φυσική της ωραιότητα και να στολίζεται, για να παγιδεύει τους εραστές της. Για τα μαργαριτάρια που φορούσε, την αποκαλούσαν Μαργαριτώ. Στην πόλη βρισκόταν εκείνη την εποχή ο επίσκοπος Νόννος, προσκεκλημένος του αρχιεπισκόπου Αντιοχείας και παρόντων πολλών αρχιερέων κήρυττε έξω από το ναό του αγίου Ιουλιανού. Την ώρα εκείνη, περνούσε η Πελαγία με τη συνοδεία της. Καθόταν στολισμένη σε άμαξα. Έλαμπαν τα κοσμήματά της και μοσχοβολούσε ο αέρας από τα αρώματά της. δ) Οι άλλοι αρχιερείς απέστρεψαν το πρόσωπό τους, για να μην την βλέπουν. Όμως, ο μακάριος Νόννος την παρατηρούσε προσεκτικά για πολλή ώρα. Ύστερα στέναξε και χωρίς να κατακρίνει την πλούσια εταίρα είπε: «Αλλοίμονο, σε μας τους αμελείς και αχρείους. Θα ντραπούμε την ημέρα της κρίσεως για την πόρνη αυτή, η οποία για να αρέσει σε θνητούς ανθρώπους τόσο πολύ καλλωπίζεται, ενώ εμείς δεν επιμελούμαστε την ψυχή μας, για να αρέσουμε στον ζώντα Θεό». ε) Ο λόγος του επισκόπου έφερε κατάνυξη στην καρδιά του και η προσευχή του κέντρισε και το ενδιαφέρον της Πελαγίας. Την άλλη μέρα ακούοντας η Πελαγία από κοντά τη διδαχή του σοφού ανδρός, ζήτησε να κατηχηθεί και να βαπτισθεί. Με πλήρη επίγνωση της κατάστασής της απευθύνεται προς τον άγιο Νόννο λέγοντας: «Βάπτισόν με και οδήγησον προς μετάνοιαν, ότι εγώ ειμί της ανομίας το πέλαγος και της απωλείας η άβυσσος». Με πνεύμα ταπεινώσεως και συντριβής βαπτίζεται και την αναδέχεται μια ενάρετη μοναχή, ονόματι Ρωμάνα. στ) Η Πελαγία ανακαινισμένη πνευματικά παραδίδει τον πλούτο της στον άγιο επίσκοπο για τους πτωχούς. Ελευθερώνει τους δούλους και μια νύκτα ενδύεται ανδρικό «τρίχινο και ρακώδες χιτώνιο», και αναχωρεί στα Ιεροσόλυμα. Εκεί ασκείται για τρία χρόνια στο Όρος των Ελαιών, ως μοναχός Πελάγιος, φθάνοντας σε υψηλά μέτρα αρετής. Ύστερα από Θεία πληροφορία ο άγιος Νόννος στέλνει τον υποτακτικό του Ιάκωβο να τη συναντήσει. Εκείνος δεν την αναγνωρίζει, διότι το κάλλος ήταν μαραμένο και η σάρκα ξηραμένη από την εγκράτεια. ζ) Όταν αναγγέλλεται ο θάνατος του Πελαγίου, έρχεται πλήθος πατέρων από τα περίχωρα για να ενταφιάσουν το ιερό λείψανο. Τότε αποκαλύπτεται, ότι πρόκειται για την Πελαγία και εκπλήσσονται όλοι με το θαυμαστό γεγονός, αλλά και τις ανεξερεύνητες βουλές του Θεού, «ο οποίος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. 2,4).

Αξιολόγηση, επειγόντως!

Zoumpoulakis

Eξ αφορμης

Του Σταυρου Ζουμπουλακη

Με τον ν. 1304 του 1982 καταργήθηκε ο θεσμός του επιθεωρητή στην ελληνική εκπαίδευση. Το φάντασμά του όμως πλανιέται ακόμη πάνω από τα σχολεία μας. Κανείς από τους σημερινούς δασκάλους και καθηγητές δεν έχει αντικρίσει στη ζωή του επιθεωρητή, επικαλούνται όμως ακόμη το ψιλό, για αυτούς, όνομα σε κάθε συζήτηση περί αξιολόγησης – και, εννοείται, εναντίον της. Τα φαντασιακά φόβητρα είναι ισχυρότερα από τους πραγματικούς φόβους. Το 1982 ωστόσο δεν καταργήθηκε μόνο ο επιθεωρητής, σταμάτησε συλλήβδην και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Ο σχολικός σύμβουλος, που με τον ίδιο αυτό νόμο τον αντικατέστησε, δεν αξιολόγησε ποτέ κανέναν, μολονότι η αξιολόγηση περιλαμβανόταν στα καθήκοντά του. Εκτοτε, κάθε λίγο και λιγάκι, ψηφίζονται νόμοι, εκδίδονται προεδρικά διατάγματα και υπουργικές εγκύκλιοι που επιβάλλουν και ρυθμίζουν την αξιολόγηση, και από τα οποία -είναι απίστευτο- δεν εφαρμόστηκε ποτέ κανένα! Μα ποια είναι επιτέλους αυτή η μαγική δύναμη που δεν αφήνει να εφαρμοστεί η αξιολόγηση, τριάντα χρόνια τώρα; Η ερώτηση είναι βεβαίως ρητορική: οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών. Ο πραγματικός λόγος της άρνησής τους, παρά τα όποια δήθεν προοδευτικά και αντιαυταρχικά επιχειρήματα που επικαλούνται, είναι πως δεν θέλουν τίποτε να ταράξει τη βολή τους. Εκείνο που ουσιαστικά λένε οι συνδικαλιστές και όσοι εκπαιδευτικοί τους ακολουθούν είναι ένα και μόνο: «Αφήστε μας να κάνουμε ανεξέλεγκτοι και χωρίς συνέπειες ό,τι μας βολεύει». Βεβαίως, η εφαρμογή των νόμων του κράτους δεν θα ματαιωνόταν διαρκώς, αν από την άλλη μεριά δεν υπήρχαν δειλοί και πολιτικάντηδες υπουργοί Παιδείας. Για την αξιολόγηση, η θεωρητική συζήτηση και πρακτική (ποιον και τι αξιολογούμε, ποιος αξιολογεί, με ποια κριτήρια και για ποιο σκοπό) είναι πλούσια διεθνώς. Αν όμως δεν θέλουμε να κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους, καλυπτόμενοι πίσω από ευγενείς και πολιτικά ορθές θεωρητικολογίες, για να γίνεται στα σοβαρά λόγος περί αξιολόγησης, πρέπει να συντρέχουνοπωσδήποτε και οι εξής τρεις όροι: πρώτον, να αξιολογούνται ατομικά όλοι οι εκπαιδευτικοί (και όχι μόνο το εν γένει εκπαιδευτικό έργο ή οι σχολικές μονάδες), δεύτερον, να αξιολογούνται υποχρεωτικά (και όχι προαιρετικά ή μόνο κατ’ αίτησιν) και, τρίτον, η αξιολόγηση να επιφέρει συνέπειες στην υπηρεσιακή (άρα, έμμεσα, και μισθολογική) εξέλιξή τους, και οι οποίες θα φτάνουν μέχρι την απόλυση του ακατάλληλου και αβελτίωτου δασκάλου. Η αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού συνίσταται στην εκτίμηση της επιστημονικής και διδακτικής του επάρκειας, της παιδαγωγικής του ικανότητας και της υπηρεσιακής του συνέπειας. Ποιος μπορεί να τα αξιολογήσει όλα αυτά; Δύο άνθρωποι, σε συνεργασία: ο διευθυντής του σχολείου και ο σχολικός σύμβουλος. Ποιος άλλος ξέρει καλύτερα από τον διευθυντή την καθημερινή υπηρεσιακή συνέπεια και υπευθυνότητα του δασκάλου; Ποιος άλλος ξέρει καλύτερα από αυτόν αν ο δάσκαλος «κρατάει» την τάξη ή γίνεται κακός χαμός στην ώρα του; Οσον αφορά την επιστημονική επάρκεια του διδάσκοντος, ιδίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τον πρώτο λόγο θα έχει ο αρμόδιος σχολικός σύμβουλος. Εννοείται πως κάθε εκπαιδευτικός θα λαμβάνει γνώση της αξιολογικής εκθέσεως και θα έχει δικαίωμα ενστάσεως. Το σχολείο είναι ένας θεσμός στον οποίο διαρκώς, κάθε ώρα και λεπτό, οι δάσκαλοι αξιολογούν τους μαθητές τους. Θεωρούν τους εαυτούς τους ικανούς να το κάνουν. Την ίδια στιγμή όμως θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι πέραν πάσης αξιολογήσεως, ότι δεν υπάρχει κανείς που να έχει τη δική τους αντικειμενικότητα και δικαιοκρισία για να τους κρίνει. Ολες οι αντιρρήσεις τους είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Το θέμα τούτη τη στιγμή δεν είναι οι τεχνικές λεπτομέρειες της αξιολόγησης, αλλά η αφετηριακή αποδοχή εκ μέρους των εκπαιδευτικών της σημασίας και της αναγκαιότητάς της, για να γίνουν καλύτεροι οι ίδιοι, τα σχολεία μας και, άρα, οι μαθητές μας.

Νέο Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών: απαντήσεις σε καλοπροαιρέτους – Μέρος Β΄: ο χαρακτήρας του μαθήματος

προγραμμα σπουδών Θρησκευτικα

Δημητρίου Ν. Μόσχου, επικ. Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών

Στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου  επιχειρηματολόγησα για ένα μάθημα Θρησκευτικών που αφορά σε όλους τους μαθητές και φυσικά δεν διεξάγεται στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και κάθε θρησκευτικής κοινότητας. Μ’ αυτές τις αντιλήψεις εργάσθηκα στην επιτροπή κατάρτισης των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, αφού επιλέχθηκα από το μητρώο εμπειρογνωμόνων, όπου είχα καταθέσει την υποψηφιότητά μου κατά τη σχετική προκήρυξη από την άνοιξη του 2010, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοι. Κατά τη διάρκεια των εργασιών διαπιστώσαμε σχεδόν όλα τα μέλη της Επιτροπής ότι κινούμαστε σε γενικές γραμμές προς την ίδια κατεύθυνση.
Η Θρησκειολογία είναι αμαρτία;
Δυστυχώς, και η συζήτηση για το χαρακτήρα του μαθήματος, όπως και για την οργανωτική του βάση παρέμεινεπρόχειρη και εγκλωβισμένη σε συνθήματα. Για παράδειγμα ο όρος «θρησκειολογικό» αντιμετωπίσθηκε ως συνώνυμο της προδοσίας και του συγκρητισμού. Προσωπικά, όμως, αδυνατώ να εντοπίσω πότε μέσα στη θεολογία της Εκκλησίας η γνώση άλλων θρησκειών (να μην αναφέρω χριστιανικών ομολογιών) υπήρξε προδοτική ή υπονομευτική για το λόγο της, ώστε να δικαιολογεί βριστικούς χαρακτηρισμούς που σκανδαλίζουν και σπέρνουν πανικό. Αντιθέτως, υπάρχουν διάφορα ενδιαφέροντα παραδείγματα που υποδηλώνουν  μια διαφορετική στάση: ο γνωστός μας από τη Λαυσαϊκή ιστορία Παλλάδιος Ελενοπόλεως φέρεται ως συγγραφέας του έργου «Περί των της Ινδίας εθνών και των βραχμάνων» με σημαντικές πληροφορίες για τον Ινδουϊσμό χωρίς πολεμικό πνεύμα (από την κριτική το έργο θεωρείται γνήσιο). Αλλά και όπου ο σκοπός είναι πολεμικός ή ερμηνευτικής προσαρμογής προηγείται μακρά και επισταμένη παρουσίαση, όπως συμβαίνει με τις αναφορές για την αρχαία ελληνική θρησκεία στα έργα του Κλήμεντος Αλεξανδρέως ή η γνώση για την (σύγχρονη του συγγραφέα) εβραϊκή θρησκεία στην Επιστολή Βαρνάβα που αποτελούν πηγές πληροφοριών μέχρι και σήμερα. Δεν συζητώ καθόλου (γιατί τα θεωρώ γνωστά πράγματα) τις πολύτιμες πληροφορίες γενικώτερα για το θρησκευτικό υπόβαθρο της εποχής του Επιφανίου Σαλαμίνος (Πανάριον Αιρέσεων) ή του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων. Συνέχεια τέτοιας παράδοσης στις μέρες μας είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα επιστημονικά εγχειρίδια για το Ισλάμ που γράφτηκε από έναν γνωστό σύγχρονο ιεράρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο. Η γνώση, λοιπόν άλλων θρησκειών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί προδοσία της πίστεως. Το επιχείρημα ότι επειδή με το νέο πρόγραμμα σπουδών η γνώση αυτή θα ξεκινά από το Δημοτικό Σχολείο, με αποτέλεσμα να σχετικοποιούνται στο μυαλό των μαθητών τα της Ορθόδοξης πίστης δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Όσοι διδάσκουν ή μεγαλώνουν παιδιά, ξέρουν ότι από τρυφερότατη ηλικία με την παρέμβαση των μηχανισμών μαζικής κουλτούρας (διαφήμιση, ΜΜΕ, διαδίκτυο κλπ.) τα παιδιά είναι ήδη εξοικειωμένα με όρους, όπως «γιν, γιανγκ», «Αβατάρα», «κάρμα», «κισμέτ» κλπ., εκφράσεις όπως «στην προηγούμενη ζωή μου…», εικόνες από λατρείες άλλων θρησκειών, πρακτικές γιόγκα κλπ. Το να εξηγείς με προοδευτικό τρόπο σε ποια συνάφεια ανήκουν αυτά (ο συκοφαντημένος «θρησκευτικός γραμματισμός» για τον οποίο βλ. παρακάτω) και ότι ΔΕΝ αποτελούν τμήμα της ορθόδοξης πίστης, δεν είναι οδοποίηση προς το συγκρητισμό αλλά το ακριβώς αντίθετο. Δυστυχώς, όσοι «μετρούν» πόσες φορές αναφέρεται π.χ. ο Βούδας στο νέο ΠΣ (με αποτέλεσμα να γράφεται παραπειστικά ότι είναι πανταχού παρών, αν αναφέρεται απλώς στις δραστηριότητες κατά μέσον όρο 1 ή το πολύ 2 φορές σε κάποια σχολικά έτη), δεν εμβαθύνουν στο πώς διδάσκεται. Είναι συγκρητισμός όταν ανατίθεται στους μαθητές εργασία για να εντοπίσουν τις διαφορές στην έννοια της σωτηρίας ανάμεσα στο Βουδισμό και το Χριστιανισμό; Για την ιστορία, πάντως, να πούμε ότι ο απαραίτητος διδακτικός χρόνος για τη διδασκαλία όσων θεμάτων σχετίζονται με την Ορθοδοξία καλύπτει σχεδόν τα 3/4 του συνολικού χρόνου.
Η αγραμματοσύνη περί τον θρησκευτικό γραμματισμό
Η άλλη μεγάλη παρεξήγηση αφορά τη γνώση «μέσα από τη θρησκεία» που αναφέρεται στους στόχους του νέου ΠΣ. Με ένα  πλήθος κειμένων  βάλλεται  η πρόθεση αυτή του ΠΣ με το σκεπτικό ότι πρόκειται για γνώσεις των κοινών αγαθών που έχουν οι θρησκείες μεταξύ τους, επομένως οδηγούμαστε σε «πανθρησκεία», συγκρητισμό κλπ. Απάντηση στο πώς θα λειτουργήσει το ιδιαίτερο κομμάτι της μάθησης μέσα από τη θρησκεία βρίσκεται στην ουσιαστική κατανόηση των περί θρησκευτικού γραμματισμού, που αναλύονται ιδιαίτερα στον Οδηγό Εκπαιδευτικού (σ. 14-15) και εξηγείται ότι πρόκειται για την ανάπτυξη «γλωσσικής επάρκειας» για να προσεγγισθεί η «γλώσσα» της θρησκείας ώστε οι μαθητές «να διακρίνουν και να ερμηνεύσουν τις εμπειρίες τους υπό το φως ενός δημόσιου διαλόγου» (σ. 14), δηλαδή τις δικές τους εμπειρίες, τη θρησκεία που έχει ο καθένας, χωρίς να σχετικοποιείται, ούτε να απολυτοποιείται εις βάρος των άλλων. Είναι λυπηρό ότι η επιπόλαιη και μάλλον προκατειλημμένη ανάγνωση των περί θρησκευτικού γραμματισμού ακόμη και από ειδικό πανεπιστημιακό συνάδελφο έδωσε λαβή για καταδικαστικές κρίσεις επί Νεοβαρλααμισμώ κλπ.Στην πράξη, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τους διδακτικούς στόχους και τις επάρκειες στο τέλος κάθε τάξης στο Πρόγραμμα Σπουδών (που θα αποτελεί τη βασική μας πυξίδα και το κριτήριο για συζήτηση κι όχι οι διδακτικές δραστηριότητες), εκεί θα διαπιστώσει ότι καλούνται οι μαθητές να τοποθετηθούν απέναντι στη δική τους θρησκεία και τα ιδιαίτερα στοιχεία της. Π.χ. στις επάρκειες της Α΄ Γυμνασίου που αφορούν στην «προσωπική ανάπτυξη και την καλλιέργεια αξιών και στάσεων» (που είναι το κατ’ εξοχήν κομμάτι της προσωπικής εμπλοκής,learning from religion και όχι about religion) αναφέρεται ότι οι μαθητές «αναπτύσσουν κριτική στάση απέναντι στη δική τους θρησκευτική ιδιοπροσωπία» (ΠΣ, σ. 73), στη Β΄ ακριβώς το ίδιο (ό. π., σ. 84) και μόνο στη Γ΄ αναφέρεται στο αντίστοιχο σημείο «προσεγγίζουν κριτικά τη δική τους θρησκευτική ιδιοπροσωπία και επεξεργάζονται κριτικά άλλες θρησκευτικές στάσεις» (ό.π. σ. 97). Αυτό, όμως, είναι το τέλος του κύκλου, όταν ο μαθητής θα έχει τις προϋποθέσεις. Το ΠΣ ξεκινά για την προσέγγιση της «γλώσσας της θρησκείας», όπως λέει το ίδιο, από τα συγκεκριμένα που αφορούν στον κόσμο των παιδιών και τα ενδιαφέροντά τους (πρόσωπα, ιστορίες κλπ.), προχωρά σε πιο γενικές συνάφειες (κείμενα, μνημεία, τελετές κλπ.) στην Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού για να καταλήξει σε πιο σύνθετα στοιχεία και αντίστοιχες διαδικασίες στο Γυμνάσιο. Δεν προβλέπεται, όμως, επάρκεια στην σύγκριση μεταξύ τμημάτων από το κάθε θρησκευτικό σύστημα ή διδασκαλία. Κι αυτό γιατί, όπως εξηγήσαμε, ο θρησκευτικός γραμματισμός είναι μια διαδικασία στοιχείωσης του μαθητή στην ανάπτυξη κριτικού αναστοχασμού και αφομοίωσης της δικής του θρησκευτικής παράδοσης.Δυστυχώς, μονομερείς παρουσιάσεις που αποκρύπτουν οδηγούν  σε  συσκότιση και αύγχυση. Π.χ. κάποιοι κραδαίνουν τη φράση «η θρησκευτική μάθηση επιχειρεί την υπέρβαση της θρησκευτικής απολυτότητας (δηλαδή τη συμμόρφωση σε χριστιανικές αξίες)» (ΟΕ, σ. 92) ως τεκμήριο συγκρητισμού και αποσιωπούν το σύνολο της παραγράφου, ότι δηλαδή «η  θρησκευτική μάθηση που παράγεται εντός του ΜτΘ επιχειρεί την υπέρβαση τόσο της θρησκευτικής απολυτότητας (συμμόρφωση με χριστιανικές αξίες) όσο και της ουδετερότητας (αντικειμενική περιγραφή των θρησκειών) και κινείται σε μια κατεύθυνση λειτουργική» που θέλει να κατανοήσουν οι μαθητές την επίδραση και λειτουργία της θρησκείας στη ζωή τους προσωπική και κοινωνική, επομένως να δουν πώς η δική τους θρησκεία επιδρά στη δική τους ζωή, αλλά  προφανώς και η θρησκεία των συνανθρώπων/συμμαθητών τους απέναντι στη δική τους και στην κοινωνία που ζουν. Εξυπακούεται ότι αυτό θα διαφέρει από σχολείο σε σχολείο και από μικροκοινωνία σε μικροκοινωνία και οπωσδήποτε (κάτι που συνήθως λησμονείται) είναι ο δάσκαλος αυτός που θα οργανώσει και θα προσαρμόσει το μάθημα. Σ’ ένα σχολείο αμιγώς Ορθοδόξων μαθητών με ενεργή λειτουργική ζωή το μάθημα θα οργανωθεί αλλιώς από μια τάξη-πανσπερμία με διαφορετικές προϋποθέσεις, ή σε περιοχές αμιγώς ετεροδόξων. Πού βρίσκεται εδώ η πανθρησκεία, ο συγκρητισμός κλπ.; Προφανώς, στο μυαλό όσων δεν καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για μια ουσιαστική αναμέτρηση του ΜτΘ με τη σύγχρονη παιδαγωγική πραγματικότητα, που του δίνει μια κεντρική θέση στο δημόσιο σχολείο, και όχι τη θέση του φτωχού συγγενή. Μια ευκαιρία για όλους τους εμπλεκομένους στο ΜτΘ που μάλλον δεν θα μας δίνεται για πάντα. Αλλά θα επανέλθουμε για επιμέρους ζητήματα.

Το πρώτο μέρος του κειμένου βρίσκεται εδώ

Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου καθώς και του Έργου των Εκπαιδευτικών

Από αύριο και για μία εβδομάδα ανοιχτό το ερωτηματολόγιο του Υπουργείου Παιδείας για την αξιολόγηση

Δελτίο Τύπου Υπουργείου Παιδείας
Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων – Πολιτισμού και Αθλητισμού με τελικό σκοπό τη βελτίωση και την ποιοτική αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, αξιοποιεί την εμπειρία των παραγόντων που διαμορφώνουν την εκπαιδευτική πραγματικότητα.
Η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, διαδικασία που εφαρμόζεται στις περισσότερες χώρες (χώρες Ευρωπαϊκής Ένωσης κτλ).
Ήδη έχει συγκροτηθεί και λειτουργεί Eπιτροπή Eιδικών για τη διατύπωση βασικών αρχών και συγκεκριμένου πλαισίου για την αξιολόγηση.
Το Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α. πιστεύει ότι, για τη θεσμοθέτηση του καλύτερου δυνατού πλαισίου αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες τόσο οι γνώμες όσο και οι προτάσεις των εκπαιδευτικών.
Γι΄ αυτόν τον λόγο καλεί την εκπαιδευτική κοινότητα να καταθέσει τις απόψεις της και να συνεισφέρει ενεργά, απαντώντας σε ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο.
Επισημαίνεται ότι:
Η συμπλήρωση του ερωτηματολογίου είναι ανώνυμη.
Προκειμένου να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, είναι αναγκαίο να απαντηθούν οι ερωτήσεις στο σύνολό τους.
Το ερωτηματολόγιο βρίσκεται αναρτημένο στη διεύθυνση http://evaluation.minedu.gov.gr και συνοδεύεται από σχετικές οδηγίες για τη συμπλήρωσή και την αποστολή του.
Η περίοδος συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου ξεκινά την Τρίτη, 02.10.2012, ώρα 00.00 και ολοκληρώνεται την Τρίτη 09.10.2012, ώρα 23.59.

«Σε κάθε συνάνθρωπό μας που πάσχει, βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό» το ΚΕΣΟ για την κρίση

Στο συνέδριο που διοργάνωσε το Ελληνογερμανικό επιμελητήριο και το Capital+vision το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου στο ξενοδοχείο Hilton, συμμετείχε το «Κέντρο Στήριξης Οικογένειας» (ΚΕΣΟ) της ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Η Διευθύντρια του ΚΕΣΟ και δημοσιογράφος κ. Μαίρη Πίνη συντόνισε τη συζήτηση που έγινε με θέμα τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην ελληνική οικογένεια, το ρόλο και την προσφορά της Εκκλησίας, του Σχολείου, των Φορέων και των Μ.Κ.Ο. στην αρωγή των ανθρώπων και των οικογενειών τους, καθώς και τη διαχείριση της κρίσης από τα Μ.Μ.Ε.

Για το θέμα αυτό εισηγήσεις ανέπτυξαν διακεκριμένοι ομιλητές. Αρχικά τον λόγο έλαβε η κ. Λούκα Κατσέλη, Πανεπιστημιακός, πρώην Υπουργός και, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η έξοδος από την κρίση πρέπει να στηριχτεί στην οργάνωση του τρίτου τομέα της οικονομίας, δηλαδή στην κοινωνική οικονομία και στην κοινωνική επιχειρηματικότητα. «Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί το πρόγραμμα για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού», ενώ μίλησε για ολοκληρωμένες πολιτικές στήριξης της οικογένειας και θεσμοθέτηση εγγυημένου εισοδήματος. Η κ. Κατσέλη τόνισε πως πρέπει να αξιοποιηθούν οι νόμοι για την κοινωφελή εργασία και την κοινωνική επιχειρηματικότητα και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είναι απαραίτητη η συνεργασία των φορέων, όπως η Εκκλησία, η κεντρική διοίκηση και η τοπική αυτοδιοίκηση.

Στη συνέχεια, μίλησε η κ. Κωνσταντίνα Κανελλέα, παιδοψυχίατρος-ψυχοθεραπεύτρια σε θέματα οικογένειας του Ινστιτούτου ψυχικής υγείας κι επισήμανε πόσο σημαντικό είναι οι γονείς να λένε στα παιδιά τους «είμαι εδώ για σένα». Τόσο τα παιδιά, είπε, όσο και οι ενήλικες αισθάνονται αβοήθητοι και κάποιοι καταφεύγουν στο κέντρο για να επιλυθούν προβλήματα που διογκώνονται από την οικονομική κρίση.

Ακολούθησε η ομιλία του κ. Θέμη Μπαλασόπουλου, Προέδρου της Εκτελεστικής επιτροπής Πανελλήνιας Ομοσπονδίας εργαζομένων στους οργανισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο οποίος τόνισε ότι η Εκκλησία και η τοπική αυτοδιοίκηση έχουν αναλάβει το βάρος της κοινωνικής πολιτικής και της οικονομικής κρίσης. Αυτήν την περίοδο πρέπει να υπερβάλλουμε εαυτόν τόνισε, ενώ ανέφερε ότι 450 εργαζόμενοι στο Δήμο Αθηναίων έχουν αρνητική μισθοδοσία.

Η επόμενη εισήγηση αφορούσε στους μαθητές. Η κ. Ελένη Καρυδά, διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και σχολική σύμβουλος της 70ης Περιφέρειας Αττικής μίλησε για τη θεραπευτική δύναμη της αγάπης. Σημείωσε ότι η κρίση είναι πολυδιάστατη και συστημική και βάλλει ενάντια στις αξίες και τις αντιστάσεις των ανθρώπων. Τόνισε πως η κοινωνική συνοχή βρίσκεται σε οριακό σημείο και η ελληνική οικογένεια στενάζει καθημερινά. Η οικογενειακή βία, συμπλήρωσε, εισπράττεται με διάφορες μορφές απ’ όλα τα παιδιά, λόγω της οικονομικής κρίσης. Τέλος, πρότεινε ότι οι ενορίες πρέπει να είναι ανοιχτές για να συντονίζουν την προσφορά στους πάσχοντες και να παρεμβαίνουν άμεσα.

Μεταξύ των θεμάτων, και τα «δικαιώματα του παιδιού», με εισηγητή τον κ. Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ειδικό επιστήμονα του κύκλου Δικαιωμάτων του παιδιού, ο οποίος παρουσίασε την έρευνα του συνηγόρου του παιδιού, σύμφωνα με την οποία το 90% των εφήβων μαθητών δήλωσε ότι η κρίση έχει σοβαρές συνέπειες στη ζωή τους. Το 29% είπε πως στην οικογένειά τους συζητούν την πιθανότητα να μεταναστεύσει το ένα μέλος στο εξωτερικό. Σε ποσοστό 70% οι μαθητές δήλωσαν σημαντικές μειώσεις στα οικογενειακά έξοδα κι ανέφεραν αρνητικές αλλαγές στο επίπεδο διαβίωσης. Μόνο στο 33% των μαθητών δεν περιορίστηκαν τα φροντιστήρια και τα μαθήματα ξένων γλωσσών, ενώ σε ποσοστό 82% υπάρχουν αρνητικές επιπτώσεις στην εργασιακή κατάσταση.

Για το ρόλο των ΜΜΕ και την οικονομική κρίση μίλησε ο δημοσιογράφος Βασίλης Ασβεστόπουλος, ο οποίος εργάζεται μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Γερμανία και τόνισε ότι ο γερμανός πολίτης δε ξέρει τι σημαίνει φτώχεια, αφού ακόμη κι ο άνεργος απολαμβάνει ένα άριστο σύστημα κοινωνικής υποστήριξης, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνει ότι στην Ελλάδα οι άνθρωποι υποφέρουν κι αρκετοί δεν έχουν τα αναγκαία. Στην Ελλάδα, είπε, τα αγαθά κοστίζουν τρεις φορές ακριβότερα, ενώ οι Γερμανοί θεωρούν το ευρώ δικό τους νόμισμα και το ταυτίζουν με το μάρκο. Τέλος, επισήμανε ότι τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης χαράζουν την πολιτική τους κι αναθέτουν την υλοποίησή της σε άπειρους και χαμηλά αμειβόμενους εργαζόμενους. Για τη γερμανική κοινή γνώμη, η Ελλάδα έχει «σπάσει το νόμο» και γι’ αυτό πρέπει να «τιμωρηθεί».

Τελευταίος ομιλητής ήταν ο π. Ανδρέας Λάμπρου αν. μέλος του ΚΕΣΟ και ένας εκ των υπευθύνων ιερέων της ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ο οποίος επισήμανε ότι οι συνθήκες ζωής των οικογενειών έχουν αλλάξει άρδην. Τόνισε ότι πριν από την κρίση οι οικογένειες είχαν έναν δομημένο τρόπο ζωής που τώρα έχει ανατραπεί. Τα προβλήματα είναι πολλά, μεγάλο όμως είναι και το άγχος και η ανασφάλεια. Οι ενορίες, υπογράμμισε, είναι ανοιχτές και κάνουν ό, τι μπορούν. Σε κάθε συνάνθρωπό μας που πάσχει, βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό, είπε.

Τις εργασίες του συνεδρίου έκλεισε η διευθύντρια του ΚΕΣΟ κ. Μαίρη Πίνη, η οποία ευχαρίστησε τους ομιλητές και τους παρισταμένους για την παρουσία τους και το γόνιμο διάλογο.

Παλαιοχριστιανική Βασιλική στη Βουλγαρία έφεραν στο φως οι αρχαιολόγοι

Κολυμβήθρες, που χρονολογούνται στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού ανακαλύφθηκαν σε αρχαίο φρούριο κοντά στο ακρωτήριο ¶γιος Αθανάσιος, στη Βάρνα της Μαύρης Θάλασσας.

Μαζί με αυτές τις παλαιοχριστιανικές κολυμβήθρες του 5ου αιώνα, οι βούλγαροι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως και τα θεμέλια βασιλικής της ίδιας εποχής ενώ δίπλα τους εντοπίσθηκαν και άλλα θεμέλια, αυτή τη φορά ενός οικήματος, το οποίο θεωρείται, ότι ήταν η κατοικία τοπικού επισκόπου.

Πρόκειται για ευρήματα μοναδικά αυτής της ιστορικής περιόδου στην περιοχή, γι΄ αυτό και αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή από τους αρχαιολόγους.

Τα ευρήματα μάλιστα δεν σταματούν εδώ, καθώς από τις ανασκαφές αποκαλύφθηκαν επίσης μία πηγή, που πιστεύεται ότι χρησιμοποιούνταν για το άγιασμα, επίσης ένα οινοποιείο, ένα λουτρό και ένας κλίβανος για κεραμικά.

Συνολικά εντοπίσθηκαν τρεις κολυμβήθρες, η μία από τις οποίες είναι μέσα στη βασιλική και οι δύο άλλες μερικά μέτρα μακρύτερα, η μία πάνω στην άλλη, αφού η πρώτη είναι του 5ου και η δεύτερη του 6ου αιώνα. Αυτές ακριβώς οι κολυμβήθρες έχουν σχήμα σταυρού.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες κατά τον 5ο και τον 6ο αιώνα οι πρακτικές και οι τελετουργίες στον Χριστιανισμό ποίκιλλαν και μεταβάλλονταν διαρκώς, γεγονός που εξηγεί την ύπαρξη της τρίτης λεκάνης βάπτισης χωρίς το σχήμα του σταυρού.

Franz Jägerstätter: ένας σύγχρονος άγιος, αντιρρησίας συνείδησης και αντιναζιστής

l
O Franz Jägerstätter γεννήθηκε το 1907 στην Αυστρία. Ο πατέρας του σκοτώθηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εργαζόταν ως αγρότης και ως ανθρακωρύχος. Το 1936 παντρεύτηκε την Franziska Schwaninger, μια βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα, με την οποία απέκτησε 3 παιδιά. Αμέσως μετά την τελετή του γάμου τους, ταξίδεψαν στη Ρώμη για προσκύνημα.
Όταν το 1938 τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αυστρία, ήταν ο μόνος στην περιοχή του που καταψήφισε την Ένωση με τη Γερμανία, στο δημοψήφισμα της 10ης Απριλίου. Οι τοπικές αρχές “κουκούλωσαν” τη διαφωνία του, και ανακοίνωσαν πως τα αποτελέσματα ήταν ομόφωνα.
Παρά του ότι δεν συμμετείχε σε κάποια πολιτική οργάνωση, ήταν ανοιχτά ενάντια στους Ναζί (όταν του απηύθηναν τον ναζιστικό χαιρετισμό “Heil Hitler!” απαντούσε “Pfui Hitler!” -το pfui, στα γερμανικά είναι επιφώνημα αποδοκιμασίας και αηδίας, κάτι σαν «μπλιαχ»), και είχε δηλώσει δημοσίως ότι δεν θα συμμετείχε στον πόλεμο. Διακόνησε ως νεωκόρος στην τοπική ενορία, και πήρε αρκετές αναβολές από τη στρατιωτική του θητεία.
Τελικά, συνελήφθη και εκτελέστηκε στην γκιλοτίνα, στις 9 Αυγούστου του 1943, διότι αρνήθηκε να υπηρετήσει στον ναζιστικό στρατό.
Ο Jägerstätter δέχτηκε κριτική από τους συμπατριώτες του, κυρίως από τους Καθολικούς που είχαν υπηρετήσει στο στρατό, οι οποίοι τον χαρακτήριζαν ως αποτυχημένο σύζυγο και πατέρα, ενώ ο τοπικός δήμος, αρχικά αρνήθηκε να βάλει το όνομά του σε ένα μνημείο για τον πόλεμο. Επίσης, στη χήρα γυναίκα του, δεν της εγκρίθηκε σύνταξη πριν από το 1950.
Από το 2007, ο Franz θεωρείται Μάρτυρας από την Καθολική Εκκλησία, και η μνήμη του τιμάται στις 21 Μαΐου.

Νέο Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών: απαντήσεις σε καλοπροαιρέτους – Μέρος Α΄: τι είδους μάθημα θέλουμε;

προγραμμα σπουδών Θρησκευτικα

Δημητρίου Ν. Μόσχου, επικ. Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών

Κανονικά η συζήτηση για τις εξελίξεις στο ΜτΘ θα έπρεπε να γίνεται με συντεταγμένη και επίπονη σπουδή και φυσικά με σοβαρά επιχειρήματα και όχι να η μία πλευρά να είναι υποχρεωμένη να δίνει διαρκώς απαντήσεις σε κραυγές και βαρείς χαρακτηρισμούς περί «χριστομάχων», «εξωνημένων στη Νέα Εποχή», μάθημα «μύησης στα βαθέα του σατανά» (!) κττ. στα διάφορα μέσα. Επειδή όμως «περί αληθείας ο λόγος, ης ουδέν προτιμότερον και αιδεστικώτερον» (για να θυμηθούμε τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη), η παρούσα απάντηση αποσκοπεί στο να συμβάλει σε μια τέτοια αναζήτηση αληθείας με τη μορφή προσωπικής κατάθεσης από έναν άνθρωπο που συμμετείχε στη δημιουργία του νέου Προγράμματος Σπουδών των Θρησκευτικών στην Υποχρεωτική Εκπαίδευση.
Το δίλημμα περί το οργανωτικό υπόβαθρο
Το μάθημα των Θρησκευτικών οφείλει (για λόγους που θα εξηγήσουμε) στο πλαίσιο της σημερινής ελληνικής δημοκρατικής πολιτείας ν’ ακολουθήσει στην οργάνωσή του έναν από τους δύο δρόμους: ο ένας είναι μύηση στην πίστη μιας συγκεκριμένης κοινότητας πίστεως που θα δίνεται και θα λαμβάνεται αντίστοιχα εντός στο πλαίσια αυτής της κοινότητας: δηλαδή Ορθόδοξα Θρησκευτικά σε Ορθόδοξους μαθητές, ρωμαιοκαθολικά σε Ρωμαιοκαθολικούς, ισλαμικά σε Μουσουλμάνους κλπ. Ο άλλος είναι ένα μάθημα για όλους τους μαθητές που θα πληροφορεί για τη θρησκεία αυτού του τόπου και ταυτόχρονα θα δίνει και τα απαραίτητα εφόδια για την κατανόηση της πίστης των διαφορετικών θρησκειών που σχετίζονται σε διαφορετικό βαθμό με τη ζωή των μαθητών (λόγω γειτνίασης, ιστορικών καταβολών, κλπ.). Ο πρώτος δρόμος ακολουθείται κατά το δυνατόν σήμερα,αφού εξαιρούνται οι μη ορθόδοξοι μαθητές από το μάθημα. Δεν έχει όμως, οργανωθεί η διδασκαλία του για όλους τους μαθητές των άλλων θρησκειών ή ομολογιών παντού. Ο δεύτερος εφαρμόζεται σε άλλες χώρες.Αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι ότι και οι δύο δρόμοι έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα (για τα οποία η ουσιαστική συζήτηση μέχρι τώρα μάλλον απουσιάζει) αλλά, πάντως, ΔΕΝ έχει εφευρεθεί επί του παρόντος ένας τρίτος δρόμος συμβατός με μια δημοκρατική πολιτεία, όπου επικρατεί το ευρωπαϊκά κατοχυρωμένο ουδετερόθρησκο κράτος. Αν κάποιος νομίζει ότι τον έχει βρει, ας απαντήσει.
Οι σύγχρονες εξελίξεις
Από το 1992 εργάσθηκα στη Μέση Εκπαίδευση και υπηρέτησα το πρώτο μοντέλο, όπως όλοι οι συνάδελφοι, πιστεύοντας ειλικρινά σ’ αυτό. Όμως, τόσο η επιχειρηματολογία των ειδικών συναδέλφων στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, όσο και η συζήτηση με πολλούς συναδέλφους από τις άλλες βαθμίδες της Εκπαίδευσης και η εμπειρία μου ως γονέα, με έπεισαν ειλικρινά ότι ο δεύτερος δρόμος είναι στις μέρες μας καταλληλότερος. Η παρούσα κατάσταση είναι αν όχι αμέσως, ίσως σε μικρό βάθος χρόνου, μη αναστρέψιμη, για λόγους ιστορικής και κοινωνικής εξέλιξης. Το αυταρχικό μοντέλο του νεοσύστατου ελλαδικού κράτους χρειαζόταν ένα μηχανισμό ιδεολογικής επιβολής, ενώ ο «κρατικός Χριστιανισμός» που ήταν ειδικά στη Γερμανία της μόδας σε εποχή Παλινόρθωσης το 19ο αιώνα, προσέδωσε στο λόγο της Εκκλησίας τα καθεστωτικά χαρακτηριστικά που όλοι γνωρίζουμε (πολιτειοκρατία) διαμορφώνοντας και το μάθημα, που ήταν φορέας όλων των κατά καιρούς κατεστημένων πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών του παρελθόντος. Με τη Μεταπολίτευση και την ένταξη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς η ελληνική πολιτεία δεν «χρειάζεται» πλέον ιδεολογική νομιμοποίηση. Το θετικό αυτής της εξέλιξης είναι ότι έδωσε τη δυνατότητα στην Εκκλησία να διαχειριστεί τα του οίκου της, το αρνητικό είναι ότι δεν θα την περιβάλλει με καμία ιδιαίτερη νομική προστασία. Αυτός είναι και ο λόγος που τα προβληθέντα μέχρι στιγμής νομικά επιχειρήματα κατά την, μετά την προσφυγή Folgero στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εποχή (2007), ότι δηλαδή οι βαπτισμένοι μαθητές είναι «υποχρεωμένοι» να παρακολουθούν το μάθημα (με την πρόθεση να εξασφαλισθεί υποχρεωτικά μια «κρίσιμη μάζα» μαθητών σ’ ένα ομολογιακό μάθημα) δεν έχουν πείσει πολλούς και πάντως όχι αυτούς που πρέπει. Οι αποφάσεις του ΣτΕ ερμηνεύθηκε ότι αφορούν στις υποχρεώσεις του σχολείου, αλλά όχι στις υποχρεώσεις των μαθητών και των οικογενειών τους, που στο σύγχρονο ενισχυόμενο δικαιωματοκρατικό πολιτικό περιβάλλον είναι δύσκολο να κατευθυνθούν σε μια υποχρεωτική εκπαίδευσηειδικά σε θέματα συνείδησης. Το ότι είναι βαπτισμένοι αποτελεί ατομική τους επιλογή ή των γονέων τους που μπορεί να αλλάξει (έστω και δύσκολα) αφού αυτό είναι το νόημα της θρησκευτικής ελευθερίας. Με ακόμη πιο άμεσα ουδετερόθρησκο πνεύμα είχε κινηθεί ήδη η Σύσταση 1720/2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έτσι, φθάσαμε στις εγκυκλίους του 2008 και κανένας από τους στρατευμένους νομικούς στην υπόθεση της υποχρεωτικότητας δεν μπόρεσε (παρά τις δηλώσεις τους σε πρόσφατες ημερίδες κλπ.) να αποτρέψει ή να ανατρέψει οτιδήποτε. Επομένως, ταχύτατα το ΜτΘ μεταβάλλεται με το ένα ή το άλλο πρόσχημα σε μια ώρα ελεύθερης δραστηριότητας διαταράσσοντας τη σχολική ζωή (που πρέπει να διαχειρισθεί τους απαλλαγέντες) και υποβαθμίζοντας το ρόλο του εκπαιδευτικού θεολόγου. Η πρώτη, πάντως, καθαρή λύση είναι ένα ομολογιακό μάθημα που θα προσφέρεται στο μέλλον αμιγώς (οργανωτικά, εργασιακά κλπ.) από την κάθε Εκκλησία, θρησκευτική κοινότητα κλπ. Μ’ αυτό το καθεστώς διδάσκεται από χρόνια σε άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, αλλά πολύ πιο οργανωμένα. Στην Ελλάδα η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι άλλες θρησκευτικές κοινότητες δεν είναι ακόμη τόσο οργανωμένες και προετοιμασμένες για μια τέτοια εξέλιξη. Αλλά αυτό το ζήτημα αντιμετωπίζεται.Η αντίρρησή μου είναι αλλού: Το ενδεχόμενο τα παιδιά μιας τάξης να χωρίζονται ανάλογα με το θρήσκευμά τους σίγουρα είναι κάτι πιο σύνθετο και παιδαγωγικά προβληματικό από τον υφιστάμενο χωρισμό π.χ. σε επίπεδα διδασκαλίας για το μάθημα ξένης γλώσσας. Επίσης, η παρουσία του εκπροσώπου κάθε κοινότητας (μια από τις οποίες είναι με το Σύνταγμα του 1975 και η Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή ο όρος «πλειοψηφούσα» είναι μόνον περιγραφικός) στο πολιτειακά θεσμοθετημένο (και γι’ αυτό δημοκρατικά ελεγχόμενο) δημόσιο σχολείο για να διδάσκει μαθητές «α λα κάρτ», που θα δηλώνουν μόνοι τους πλέον τι θέλουν να παρακολουθήσουν, ενώ στο σχολικό συγκρότημα θα συναγελάζονται ορθόδοξοι θεολόγοι απεσταλμένοι/απασχολούμενοι από την Εκκλησία της Ελλάδος μαζί με ιεροδιδασκάλους ή πάστορες εκπαιδευμένους σε κάποιες άλλες χώρες (ο νοών νοείτω), έξω από το σύλλογο διδασκόντων ως συντονιστές μια ελεύθερης δραστηριότητας στην καλύτερη περίπτωση, ή ως θεωρούμενοι επικίνδυνοι «αγκιτάτορες» στη χειρότερη, δεν το θεωρώ λειτουργικό. Και πάλι είμαι ανοικτός σε αντεπιχειρήματα.Επομένως, φαίνεται προσφορότερο ένα μάθημα με μετρήσιμες γνώσεις που θα απευθύνεται σε όλους και θ’ αξιολογείται η παρουσία του στη δημόσια εκπαίδευση, χωρίς όμως να προδίδει, σχετικοποιεί, διακωμωδεί και διαλύει την πίστη του καθενός. Έτσι, ικανοποιείται και το άρθρο 13 του Συντάγματος και το πνεύμα του Ν. 1566 για τους σκοπούς της εκπαίδευσης. Πολλοί θεωρούν αυτό το συνδυασμό ανεφάρμοστο και αντιφατικό, αλλά μήπως δεν ήταν πιο αντιφατική η μέχρι τώρα πρακτική κατά την οποία όλοι ομνύαμε ότι πρόκειται για μάθημα γνώσεων που δεν βαθμολογεί την πίστη αλλά τις γνώσεις, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπαμε την απαλλαγή; Εύκολη λύση, βεβαίως, δεν υπάρχει – πρέπει να την εφεύρουμε, όχι μεταφέροντας αυτούσια μοντέλα άλλων χωρών.
Παράδοση και όχι προδοσία
Δυστυχώς, η μέχρι τώρα συζήτηση έδειξε ότι η διεξαγωγή ενός ομολογιακού μαθήματος θεωρήθηκε πράξη πίστεως και η υπεράσπισή του (πολλάκις με τον κρυφό πόθο για επιβολή του και στους μη Ορθόδοξους μαθητές) έναντι οιασδήποτε κοινωνικής πραγματικότητας, μαρτύριο και μαρτυρία. Η κάθε προσπάθεια ελιγμού, ελέγχεται με μία φοβική λογική, καθώς  εκλαμβάνεται ως απομείωση του έργου και της δράσης της Εκκλησίας και γι’ αυτό πρέπει με περισσή καχυποψία να ανακαλύπτουμε και έπειτα να καταγγέλλουμε την παραμικρή μετατόπιση ή υποχώρηση από «κεκτημένα». Εδώ, όμως, πρέπει να σκεφθούμε ότι η αρχή «όσο συντηρητικώτερα, τόσο καλύτερα» για την πίστη, δεν συνάδει με το πραγματικό ευαγγελικό ήθος που αγκαλιάζει και δεν επιβάλλει, ακόμη και στην περίπτωση που η κοινωνία αποδέχεται ακόμη και αυταρχικές πρακτικές. Ήδη, τον 8ο αιώνα σε μια προσπάθεια επιβολής επιπλέον ημερών νηστείας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός υπενθύμισε το παλαιότερο «ου καλόν το καλόν, εάν μη καλώς γένηται». Αν νομίζουμε ότι με τη χρήση της εξουσίας και την άρνηση προσαρμογής σε κάθε ζήτημα δικαιώνεται η Ορθοδοξία μας, έχουμε μεγάλο λάθος. Προηγήθηκε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, που την περίοδο της Παλινόρθωσης, στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με την πολιτική των Zelantiκαι τους πάπες Γρηγόριο ΙΣΤ΄ και Πίο Θ΄ προσκολλήθηκε σε κάθε μηχανισμό της ευρωπαϊκής απολυταρχίας, έφθασε να αρνείται ως και την κυκλοφορία σιδηρόδρομου και τον εξηλεκτρισμό στην παπική επικράτεια και τελικά διακήρυξε και το διαβόητο Αλάθητο. Ας κρίνει ο καθένας μόνος του πόσο  προήγαγε αυτή η τακτική το λόγο του Ευαγγελίου και το αγιαστικό έργο της Εκκλησίας. Αν είναι να μεταφέρουμε πρακτικές του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τότε πώς υπερασπιζόμαστε την Ορθοδοξία;Η επίκριση ότι σ’ ένα τέτοιο μάθημα συκοφαντείται ο όρος «κατήχηση» και δεν προβάλλεται η μοναδική αλήθεια της Ορθόδοξης πίστης αλλά αντίθετα υποβιβάζεται στο επίπεδο της «πληροφορίας» υποδηλώνει δυστυχώς αυτή την εξουσιαστική λογική. Θέλουμε η κατήχηση και η ομολογία πίστεως στον Ιησού Χριστό ως Θεό να ακουσθεί από το Πρόγραμμα Σπουδών και τα χείλη του δασκάλου; Τότε, δεν θα έχουμε μάθημα Θρησκευτικών για όλους, αλλά μια καθόλα σεβαστή εκκλησιαστική (όχι όμως πλήρως σχολική και πάντως επιλεγόμενη) λειτουργία. Θέλουμε μάθημα Θρησκευτικών για όλους; Τότε, θα τροποποιήσουμε π.χ. τη φράση «ο Ιησούς Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Θεός» με την προσθήκη «η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει και διδάσκει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Θεός». Γιατί το δεύτερο να είναι σχετικοποίηση, συγκρητισμός, πανθρησκεία κλπ.; Προφανώς, επειδή θέλουμε ο λόγος του δασκάλου να επιβάλει την Ομολογία αυτή στους μαθητές μέσα στο σχολείο– άλλο λόγο δεν βλέπω!Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι πρέπει να οδηγηθούμε σε μια ουσιαστική προσαρμογή του μαθήματος των Θρησκευτικών «ίνα μη το παν ζητούντες, το παν απωλέσωμεν». Αυτή η προσαρμογή είναι σύμφυτη με τον τρόπο δράσης της Εκκλησίας μέσα στους αιώνες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προδοσία, γιατί η αλήθεια δεν χρειάζεται εξουσιαστικά μέσα για να διαδοθεί. Μέσα σ’ αυτό τον προβληματισμό ξεκίνησαν τα Νέα Προγράμματα Σπουδών τα οποία θα εξετάσουμε σε επόμενο κείμενο.

Στην Ευρώπη τα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν ξένες γλώσσες από όλο και πιο μικρή ηλικία

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

δελτίο Τύπου

Βρυξέλλες, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Στην Ευρώπη τα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν ξένες γλώσσες από όλο και πιο μικρή ηλικία

Σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα παιδιά στην Ευρώπη αρχίζουν να μαθαίνουν ξένες γλώσσες από όλο και πιο μικρή ηλικία, τα περισσότερα ήδη ξεκινούν μεταξύ 6 και 9 ετών. Τα τελευταία 15 έτη οι περισσότερες χώρες ή περιφέρειες μείωσαν την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής εκμάθησης ξένων γλωσσών, ενώ κάποιες προσφέρουν μαθήματα ξένων γλωσσών ήδη από την προσχολική ηλικία – η γερμανόφωνη κοινότητα του Βελγίου για παράδειγμα προσφέρει μαθήματα ξένων γλωσσών από την ηλικία των 3 ετών. Στην έκθεση Βασικά στοιχεία για τη σχολική διδασκαλία ξένων γλωσσών στην Ευρώπη 2012 επιβεβαιώνεται ότι η διδασκαλία των αγγλικών ως ξένης γλώσσας είναι, με μεγάλη διαφορά, η πλέον διαδεδομένη σε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και ακολουθούν τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα γερμανικά και τα ρωσικά.

«Η γλωσσική και πολιτισμική πολυμορφία αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» δηλώνει η επίτροπος για την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, την πολυγλωσσία και τη νεολαία κ. Ανδρούλλα Βασιλείου. Η εκμάθηση γλωσσών διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των λαών και των χωρών και ενθαρρύνει τη διασυνοριακή κινητικότητα και την ένταξη των μεταναστών. Με μεγάλη μου ικανοποίηση διαπιστώνω ότι ακόμη και οι πιο νεαροί πολίτες μας απολαμβάνουν τη χαρά που προσφέρει η ανακάλυψη ξένων γλωσσών. Θα ήθελα επίσης να προτρέψω τους πολίτες μας να μην περιορίζονται μόνο στις πλέον διαδεδομένες γλώσσες, για να μπορέσουν να εκτιμήσουν την απίστευτη γλωσσική πολυμορφία της Ευρώπης.»

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι όλο και περισσότεροι μαθητές μαθαίνουν πλέον δύο γλώσσες τουλάχιστον για διάστημα ενός έτους κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης. Κατά μέσο όρο, το 2009/10, το 60,8% της χαμηλότερης βαθμίδας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διδάχθηκε δύο ή περισσότερες ξένες γλώσσες – ποσοστό που αντιστοιχεί σε αύξηση ύψους 14,1% έναντι της περιόδου 2004/05. Κατά την ίδια περίοδο, το ποσοστό των μαθητών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που δεν διδάχθηκε μια ξένη γλώσσα μειώθηκε από 32,5% σε 21,8%.

Τα αγγλικά είναι η πλέον διδασκόμενη ξένη γλώσσα και στις 32 σχεδόν χώρες που καλύπτει η έρευνα (27 κράτη μέλη, Κροατία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία και Τουρκία) – από το 2004/2005 η τάση αυτή σημείωσε σημαντική αύξηση. Στην χαμηλότερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στην ανώτερη βαθμίδα της γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το ποσοστό των μαθητών που μαθαίνουν αγγλικά υπερβαίνει το 90%. Μόνο ένα μικρό ποσοστό μαθητών (0-5% ανάλογα με τη χώρα) διδάσκονται άλλες γλώσσες πλην των αγγλικών, γαλλικών, ισπανικών, γερμανικών και των ρωσικών.

Στην έκθεση επιβεβαιώνεται επίσης μια διαπίστωση που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση – ότι λίγες χώρες απαιτούν από τους ασκούμενους καθηγητές ξένων γλωσσών να διαμείνουν για λόγους γλωσσικής κατάρτισης στο εξωτερικό. Πράγματι, μόνο το 53,8 % των καθηγητών ξένων γλωσσών που έλαβαν μέρος στην ευρωπαϊκή έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα για τις γλωσσικές γνώσεις (IP/12/679) δήλωσαν ότι παρέμειναν πάνω από ένα μήνα για σπουδές στη χώρα στην οποία ομιλείται η γλώσσα την οποία διδάσκουν. Αλλά το ποσοστό αυτό κρύβει μεγάλη ποικιλία προσεγγίσεων: το 79,7% των Ισπανών καθηγητών διέμειναν περισσότερο από ένα μήνα για σπουδές στη χώρα στην οποία ομιλείται η γλώσσα που διδάσκουν, ενώ στην περίπτωση των Εσθονών καθηγητών το ποσοστό ήταν μόνο 11%. Οι διαπιστώσεις αυτές θέτουν το ερώτημα κατά πόσο η έκθεση των μελλοντικών καθηγητών στην επιτόπια εμπειρία χρήσης της γλώσσας πρέπει να θεωρείται κριτήριο ποιότητας για την εκπαίδευσή τους.

Η σημασία της εκμάθησης ξένης γλώσσας θα αποτελέσει το κεντρικό θέμα της διάσκεψης «Πολυγλωσσία στην Ευρώπη» που οργανώνει η Επιτροπή στη Λεμεσό στην Κύπρο, από τις 26 έως τις 28 Σεπτεμβρίου. Η επίτροπος κ. Βασιλείου θα εκφωνήσει την εναρκτήρια ομιλία.

Γενικό πλαίσιο

Πολυγλωσσία στην ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί την πολυγλωσσία και την εκμάθηση ξένων γλωσσών προκειμένου 1) να προωθήσει τον διαπολιτισμικό διάλογο και μια κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς· 2) να βοηθήσει τους πολίτες να συνειδητοποιήσουν την έννοια του πολίτη της ΕΕ· 3) να προσφέρονται ευκαιρίες στους νέους για σπουδές και εργασία στο εξωτερικό και 4) να ανοίξουν νέες αγορές για τις επιχειρήσεις της ΕΕ που ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στόχος είναι μια Ευρώπη στην οποία όλοι, από πολύ μικρή ηλικία, θα διδάσκονται τουλάχιστον δύο γλώσσες επιπλέον της μητρικής τους. Στη διάσκεψη κορυφής που πραγματοποιήθηκε στη Βαρκελώνη τον Μάρτιο του 2002, καθορίστηκε ο στόχος «μητρική γλώσσα +2» από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων. Η Επιτροπή, στη νέα στρατηγική της για την «επανεξέταση των δεξιοτήτων», που αναμένεται να εγκριθεί τον Νοέμβριο, θα προτείνει ένα στοιχείο συγκριτικής αξιολόγησης για την εκμάθηση ξένων γλωσσών.

«Βασικά στοιχεία για τη σχολική διδασκαλία ξένων γλωσσών στην Ευρώπη 2012»

Από την έκθεση προκύπτει ότι οι περισσότερες χώρες μείωσαν την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής διδασκαλίας ξένων γλωσσών τα τελευταία 15 έτη, με εξαίρεση το Βέλγιο (γαλλόφωνη κοινότητα), τη Λετονία, το Λουξεμβούργο, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, τις Κάτω Χώρες, τη Φινλανδία, τη Σουηδία και το Η.Β.

Ενώ κατά κανόνα η ηλικία των μαθητών για την έναρξη της εκμάθησης ξένων γλωσσών μειώθηκε, ο χρόνος διδασκαλίας δεν παρουσίασε ιδιαίτερη αύξηση.Πράγματι, ο χρόνος διδασκαλίας που προβλέπεται για τις ξένες γλώσσες είναι μάλλον λίγος σε σύγκριση με τα υπόλοιπα μαθήματα.

Η έκθεση Βασικά στοιχεία για τη σχολική διδασκαλία ξένων γλωσσών στην Ευρώπη 2012 παρέχει εκτεταμένα στοιχεία για την υποστήριξη της διαδικασίας χάραξης πολιτικής και τη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της εκμάθησης γλωσσών. Η προώθηση της εκμάθησης γλωσσών αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της στρατηγικής της Επιτροπής για την εκπαίδευση και την κατάρτιση (ΕΤ 2020), και είναι επίσης καίρια για την ενθάρρυνση της διασυνοριακής κινητικότητας των πολιτών της ΕΕ, που αποτελεί έναν από τους στόχους της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για τις θέσεις εργασίας και την οικονομική μεγέθυνση.

Η έκθεση, που καταρτίζεται κάθε 3-4 έτη, συγκεντρώνει πληθώρα πηγών για την άντληση στοιχείων και παρέχει μια συνολική εικόνα της διδασκαλίας ξένων γλωσσών στις 32 συμμετέχουσες χώρες. Περιλαμβάνει 61 δείκτες σε πέντε κατηγορίες: Περιεχόμενο, οργάνωση, συμμετοχή, εκπαιδευτικές και διδακτικές μέθοδοι.Τα στοιχεία αντλούνται κυρίως από τέσσερις πηγές: Eυρυδίκη, Eurostat, την ευρωπαϊκή έρευνα για τις γλωσσικές δεξιότητες, και τη διεθνή έρευνα PISA (πρόγραμμα διεθνούς αξιολόγησης μαθητών) του ΟΟΣΑ.

Τα στατιστικά αυτά στοιχεία συνδυάζονται με μια περιγραφή του γενικού πλαισίου και της οργάνωσης της διδασκαλίας ξένων γλωσσών, τα επίπεδα συμμετοχής των μαθητών καθώς και αναλυτικά στοιχεία για την αρχική και επακόλουθη εκπαίδευση των καθηγητών ξένων γλωσσών. Επιπλέον, η έκθεση παρουσιάζει επίσης τις τάσεις στη διδασκαλία ξένων γλωσσών τα τελευταία έτη και αναλύσεις της παρούσας κατάστασης σε σύγκριση με το παρελθόν.

Η δημοσίευση Βασικά στοιχεία για τη σχολική διδασκαλία ξένων γλωσσών στην Ευρώπη 2012 εκδίδεται από κοινού από την Eurostat/Ευρυδίκη σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ευρυδίκη

Το δίκτυο Ευρυδίκη παρέχει πληροφορίες και αναλύσεις σχετικά με τα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα και πολιτικές. Αποτελείται από 38 εθνικές υπηρεσίες που εδρεύουν και στις 34 χώρες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της ΕΕ για τη διά βίου μάθηση (κράτη μέλη της ΕΕ, Κροατία, Σερβία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία, Ελβετία και Τουρκία). Η Σερβία και η Ελβετία δεν συμμετείχαν στην έκθεση Βασικά στοιχεία για τη σχολική διδασκαλία ξένων γλωσσών στην Ευρώπη 2012. Υπεύθυνος για το συντονισμό και τη διαχείριση του δικτύου Ευρυδίκη είναι ο Εκτελεστικός οργανισμός εκπαίδευσης, οπτικοακουστικών θεμάτων και πολιτισμού.

Περισσότερες πληροφορίες

Το πλήρες κείμενο της έκθεσης στα αγγλικά διατίθεται στην ακόλουθη διεύθυνση: Key data on teaching languages at school in Europe 2012 [Βασικά στοιχεία για τη σχολική διδασκαλία ξένων γλωσσών στην Ευρώπη 2012].

Κυριότερα σημεία της έκθεσης

Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Εκπαίδευση και κατάρτιση

Δικτυακός τόπος της κ. Ανδρούλλας Βασιλείου

Ακολουθήστε την Ανδρούλλα Βασιλείου στο Τwitter @VassiliouEU

Υπεύθυνοι επαφών :

Dennis Abbott (+32 2 295 92 58); Twitter: @DennisAbbott

Ντίνα Αβραάμ (+32 2 295 96 67)

Ηλικία έναρξης της εκμάθησης της πρώτης και δεύτερης ξένης γλώσσας ως υποχρεωτικών μαθημάτων για όλους τους μαθητές της προσχολικής, πρωτοβάθμιας και γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης , 2010/11

Ειδικές υποχρεωτικές ξένες γλώσσες, όπως προβλέπονται από τις κεντρικές εκπαιδευτικές αρχές
(κάποια στιγμή στη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης), 1992/93, 2002/03, 2006/07, 2010/11

Ποσοστό επί του συνόλου των μαθητών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που διδάσκονται αγγλικά, γαλλικά και/ή γερμανικά.
Χώρες στις οποίες η διδασκαλία της μιας από τις γλώσσες αυτές είναι η πιο διαδεδομένη, 2009/2010

Ξένες γλώσσες πλην των γερμανικών, αγγλικών, ισπανικών, γαλλικών και ρωσικών που διδάσκονται σε μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ως ποσοστό επί του συνόλου των διδασκόμενων γλωσσών, 2009/2010

Ύπαρξη συστάσεων για το περιεχόμενο της αρχικής εκπαίδευσης των διδασκόντων και περίοδος παραμονής στη χώρα της γλώσσας-στόχου, 2010/2011

Ἡ Παναγία τῆς Κορωνησίας / Ένθετο τέχνης Σύναξη 123

Ἡ Παναγία τῆς Κορωνησίας

Ἡ Παναγία τῆς Κορωνησίας

Σὲ νησίδα τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, στὸ γραφικὸ ψαροχώρι τῆς Κορωνησίας,διατηρεῖται μέχρι τὶς μέρες μας βυζαντινὸς ναός, ἄλλοτε καθολικὸ σπουδαίας μονῆς, ἀφιερωμένος στὸ Γενέσιο τῆς Θεοτόκου, γνωστὸς ὡς Παναγία τῆς Κορωνησίας ἢ Κορακονησίας. Ἡ μονή, μνημονευόμενη ἤδη ἀπὸ τὸ ἔτος 1193, ἔπαψε νὰ ὑφίσταται πρὸς τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα. Ἀπὸ τὴν παλαιὰ μονὴ σώζεται μόνο τὸ καθολικό. Σήμερα λειτουργεῖ ὡς ἐνοριακὸς ναὸς τῆς μικρῆς κοινότητας τοῦ νησιοῦ. Πρόκειται γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς παλαιότερους ναοὺς τῆς βυζαντινῆς Ἄρτας καὶ ἡ πρώτη ἐπιστημονικὴ δημοσίευσή του ἔγινε ἀπὸ τὸν ρέκτη ἀκαδημαϊκὸ Ἀναστάσιο Ὀρλάνδο μόλις τὸ 1969, ὁ ὁποῖος χρονολόγησε τὸ καθολικὸ στὰ τέλη τοῦ 10ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰώνα.

Τὸ λατρευτικὸ αὐτὸ κτίσμα ὑπέστη κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μακραίωνης παρουσίας του στὸν ἀνθρώπινο χωροχρόνο ἀρκετὲς δομικὲς ἐπεμβάσεις, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά. Ἀνήκει στὴν κατηγορία τῶν σταυροειδῶν ἡμιεγγεγραμμένων ναῶν· ἀρχιτεκτονικὸ τύπο σχετικὰ σπάνιο, τόσο στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, ὅσο καὶ στὸν εὐρύτερο ὀρθόδοξο. Τὰ λίγα παραδείγματα ἐκκλησιῶν, ποὺ ἀκολουθοῦν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἰδιόρρυθμη ἀρχιτεκτονικὴ διάταξη, ἔχουν τὸ ἀνατολικὸ σκέλος τοῦ σταυροῦ νὰ διαγράφεται ἐλεύθερο, δηλαδὴ ὁ χῶρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος δὲν εἰσέρχεται μὲ ὅλο τὸ πλάτος του ἐντὸς τοῦ σταυρικοῦ τετραγώνου, ἐνῶ τὸ δυτικό, ἀντίθετα, ἐγγράφεται κανονικὰ σὲ ὀρθογώνιο, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει καὶ στοὺς σταυροειδεῖς ἐγγεγραμμένους ναούς. Ὡστόσο, ἡ Παναγία τῆς Κορωνησίας ἐξαιρεῖται ἀπὸ τὸν κάνονα, ποὺ θέλει οἱ ναοὶ τοῦ τύπου αὐτοῦ νὰ ἔχουν μόνο μία ἁψίδα ἐξωτερικά –αὐτὴ τοῦ ἀνατολικοῦ σκέλους– καθὼς διαθέτει ἐπιπλέον ἄλλες δύο τεταρτοκυκλικὲς κόγχες ἑκατέρωθεν αὐτῆς.

Βορειοανατολικὰ τοῦ καθολικοῦ προστέθηκε, πιθανῶς στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰ., τὸ κωδωνοστάσιο τῆς μονῆς, τὸ ὁποῖο εἶναι σὲ χρήση ἀκόμη καὶ σήμερα. Ἐπιχρισμένο, διαιρεῖται σὲ τρεῖς κατὰ ὕψος ζῶνες καὶ ἀπολήγει στὸ ἐπάνω μέρος τῆς ἀνώτατης ζώνης σὲ τρία μικρὰ ὀξυκόρυφα ἀετώματα ἐπὶ τοῦ βαθμιδωτοῦ γείσου τῆς μιᾶς μακριᾶς πλευρᾶς καὶ σὲ ἕνα ἀντίστοιχα, σὲ μία ἀπὸ τὶς δύο στενὲς πλευρές του. Ἡ ζώνη αὐτὴ στὸ μέσο της διατρυπᾶται ἀπὸ τοξωτὸ ἄνοιγμα, ἀπ’ ὅπου κρέμεται ἡ καμπάνα. Ἡ μορφή του μᾶς θυμίζει ἐποχὴ τοῦ μπαρὸκ καὶ μοιάζει ἀρκετὰ μὲ τὰ ἑπτανησιακὰ καμπαναριά.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ἀναστάσιος Ὀρλάνδος, «Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ Μονὴ Παναγίας τῆς Κορακονησίας», ΑΒΜΕ 11 (1969). Παναγιώτης Βοκοτόπουλος, Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ εἰς τὴν δυτικὴν στερεὰν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἤπειρον, ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 7ου μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 10ου αἰῶνος, ΚΒΕ, Θεσσαλονίκη 1975. Βαρβάρα Παπαδοπούλου, Ἡ Βυζαντινὴ Ἄρτα καὶ τὰ μνημεῖα της, Ἀθήνα 2002.

ΧΑΡΟΥΛΑ ΚΑΛΛΙΑΝΤΖΗ

Copyright © …για το Μάθημα των Θρησκευτικών          Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση