Δεκ 11
30

῾H φιλοπτωχία

Κάτω από (ασκητική, κοιν. ανισότητα) από στις 30-12-2011

paul klee

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Δ ὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ βρεῖ κανεὶς τὴν ὑψη- λότερη ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ νὰ τῆς δώσει τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ βραβεῖο, ὅπως ἀκριβῶς δὲν εἶναι εὔκολο νὰ βρεῖ μέσα σ’ ἕνα ὁλάνθιστο καὶ μοσχοβόλο λιβάδι τὸ πιὸ ὡραῖο κι εὐωδιαστὸ λουλούδι, καθὼς πότε τὸ ἕνα καὶ πότε τὸ ἄλλο τοῦ τραβάει τὴν προσοχὴ καὶ τὸν προκαλεῖ νὰ τὸ κόψει πρῶτο. […] Καὶ ἂν ὁ Παῦλος, ποὺ ἀκολουθεῖ κι αὐτὸς τὸ Χριστό, θεωρεῖ τὴν ἀγάπη ὡς τὴν πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολή, ὡς τὴ σύνοψη τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, τὸ καλύτερο μέρος της θεωρῶ πὼς εἶναι ἡ ἀγάπη στοὺς φτωχοὺς καί, γενικότερα, ἡ εὐσπλαχνία καὶ ἡ συμπάθεια στοὺς συνανθρώπους. Γιατὶ τί- ποτα ἄλλο δὲν εὐχαρι- στεῖ τόσο πολὺ τὸ Θεὸ καὶ τίποτα ἄλλο δὲν Τοῦ εἶναι τόσο ἀγαπητὸ ὅσο ἡ εὐσπλαχνία. Αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν ἀλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ Τοῦ προσφερ- θεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν Κρίση. Μὰ καὶ σὲ τίποτα ἄλλο δὲν δίνεται ὡς ἀνταπό- δοση ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ κρίνει μὲ δικαιοσύνη καὶ ζυγίζει μὲ ἀκρίβεια τὴν εὐσπλαχνία, ὅσο στὴ φιλανθρωπία. Σ’ ὅλους λοιπὸν τοὺς φτωχοὺς καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ γιὰ ὁποιανδήποτε λόγο κα- κοπαθοῦν, ὀφείλουμε νὰ δείχνουμε εὐσπλαχνία, σύμφω- να μὲ τὴν ἐντολή: «Νὰ μετέχετε στὴ χαρὰ ὅσων χαίρονται καὶ στὴ λύπη ὅσων λυποῦνται» (Ρωμ. 12, 15). Καὶ ὀφεί- λουμε νὰ προσφέρουμε στοὺς ἀνθρώπους, ὡς ἄνθρωποι κι ἐμεῖς, τὴν ἐκδήλωση τῆς καλοσύνης μας, ὅταν τὴ χρει- άζονται, χτυπημένοι ἀπὸ κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ἢ ὀρφάνια ἢ ξενιτιὰ ἢ σκληρὰ ἀφεντικὰ ἢ ἄδικους ἄρχοντες ἢ ἄσπλαχνους κλέφτες ἢ δήμευση περιουσίας ἢ ναυάγιο. Ὅλοι εἶναι ἀξιολύπητοι. Ὅλοι βλέπουν τὰ χέρια μας, ὅπως ἐμεῖς βλέπουμε τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Τί θὰ κάνουμε λοιπὸν ἐμεῖς, ποὺ ἔχουμε τιμηθεῖ μὲ τὸ μεγάλο ὄνομα «χριστιανοὶ» καὶ ἀποτελοῦμε τὸν διαλεχτὸ καὶ ξεχωριστὸ λαό, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ καταγίνεται σὲ καλὰ καὶ σωτήρια ἔργα; Τί θὰ κάνουμε ἐμεῖς οἱ μαθητὲς τοῦ πράου καὶ φιλάνθρωπου Ἰησοῦ, ποὺ σήκωσε τὶς ἁμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, κι ἔγινε φτωχός, γιὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι μὲ τὴ θεότητα; […] Ἂς μὴ γίνουμε, ἀγαπητοί μου φίλοι καὶ ἀδελφοί, κα- κοὶ διαχειριστὲς τῶν ἀγαθῶν ποὺ μᾶς δόθηκαν. Ἂς μὴν κοπιάζουμε γιὰ νὰ θησαυρίζουμε καὶ ν’ ἀποταμιεύουμε, ἐνῷ ἄλλοι ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν πείνα. Ἂς μιμηθοῦμε τὸν ἀνώτατο καὶ κορυφαῖο νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ στέλνει τὴ βροχὴ σὲ δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο ἐπίσης γιὰ ὅλους. […] Δῶσε κάτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Γιατὶ καὶ τὸ ἐλάχιστο δὲν εἶναι ἀσήμαντο γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὅλα τὰ στερεῖται, μὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸ Θεό, ἐφόσον εἶναι ἀνάλογο μὲ τὶς δυνατότητές σου. Ἀντὶ γιὰ μεγάλη προσφορά, δῶσε τὴν προθυμία σου. Κι ἂν δὲν ἔχεις τίποτα, δάκρυσε. Ἡ ὁλόψυχη συμπάθεια εἶναι μεγάλο φάρμακο γι’ αὐτὸν ποὺ δυστυχεῖ. Ἡ ἀληθινὴ συμπόνια ἀνακουφίζει πολὺ ἀπὸ τὴ συμφορά. Δὲν ἔχει τὴ μικρότε- ρη ἀξία, ἀδελφέ μου, ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῶο, πού, ἂν χαθεῖ ἢ πέσει σὲ χαντάκι, σὲ προστάζει ὁ νόμος νὰ τὸ σηκώσεις καὶ νὰ τὸ περιμαζέψεις (Δευτ. 22, 1-4). Πόση εὐσπλαχνία, ἑπομένως, ὀφείλουμε νὰ δείχνουμε στοὺς συνανθρώπους μας, ὅταν ἀκόμα καὶ μὲ τ’ ἄλογα ζῶα ἔχουμε χρέος νὰ εἴμαστε πονετικοί; «Δανείζει τὸ Θεὸ ὅποιος ἐλεεῖ φτωχό», λέει ἡ Γραφὴ (Παροιμ. 19, 17). Ποιός δὲν δέχεται τέτοιον ὀφειλέτη, πού, ἐκτός, ἀπὸ τὸ δάνειο, θὰ δώσει καὶ τόκους, ὅταν ἔρθει ὁ καιρός; Καὶ ἀλλοῦ πάλι λέει: «Μὲ τὶς ἐλεημοσύνες καὶ μὲ τὴν τιμιότητα καθαρίζονται οἱ ἁμαρτίες» (Παροιμ. 15, 27α). Ἂς καθαριστοῦμε λοιπὸν μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, ἂς πλύ- νουμε μὲ τὸ καλὸ βοτάνι τὶς βρωμιὲς καὶ τοὺς λεκέδες μας, ἂς γίνουμε ἄσπροι, ἄλλοι σὰν τὸ μαλλὶ κι ἄλλοι σὰν τὸ χιόνι, ἀνάλογα μὲ τὴν εὐσπλαχνία του ὁ καθένας. «Μα- κάριοι», λέει, «ὅσοι δείχνουν ἔλεος στοὺς ἄλλους, γιατὶ σ’ αὐτοὺς θὰ δείξει ὁ Θεὸς τὸ ἔλεός Του» (Ματθ. 5, 7). Τὸ ἔλεος ὑπογραμμίζεται στοὺς μακαρισμούς. Καὶ ἀλλοῦ: «Μακάριος εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ σπλαχνίζεται τὸν φτωχὸ καὶ τὸν στερημένο» (Ψαλμ. 40, 2). Καί: «Ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ συμπονάει τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς δανεί- ζει» (Ψαλμ. 111, 5). Καί: «Παντοτινὰ ἐλεεῖ καὶ δανείζει ὁ ῾H φιλοπτωχία Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Γρηγόριος ὁ θεολόγος καὶ οἱ πτωχοί (11ος αἰ.) Μικρογραφία, Ἱ. Μονὴ Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους23 δίκαιος» (Ψαλμ. 36, 26). Ἂς ἁρπάξουμε τὸ μακαρισμό, ἂς τὸν κατανοήσουμε, ἂς ἀνταποκριθοῦμε στὴν κλήση του, ἂς γίνουμε ἀγαθοὶ ἄνθρωποι. Οὔτε ἡ νύχτα νὰ μὴ διακόψει τὴν ἐλεημοσύνη σου. Μὴν πεῖς, «Φύγε τώρα κι ἔλα πάλι αὔριο νὰ σοῦ δώσω βοήθεια» (Παροιμ. 3, 28), γιατὶ μπορεῖ ἀπὸ σήμερα ὣς αὔριο νὰ συμβεῖ κάτι, ποὺ θὰ ματαιώσει τὴν εὐεργεσία. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν παίρνει ἀναβολή. «Μοίραζε τὸ ψωμί σου σ’ ἐκείνους ποὺ πεινοῦν καὶ βάλε στὸ σπίτι σου φτωχούς, ποὺ δὲν ἔχουν στέγη» ( Ἠσ. 58, 7). Καὶ αὐτὰ νὰ τὰ κάνεις μὲ προθυμία. « Ὅποιος ἐλεεῖ», λέει ὁ ἀπόστολος, «ἂς τὸ κάνει μὲ εὐχαρίστηση καὶ γλυκύτητα» (Ρωμ. 12, 8). Μὲ τὴν προθυμία, τὸ καλό σου λογαριάζεται σὰν διπλό. Ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ γίνεται μὲ στενοχώρια ἢ ἐξαναγκασμό, εἶναι ἄχαρη καὶ ἄνοστη. Νὰ πανηγυρίζουμε πρέπει, ὄχι νὰ θρηνοῦμε, ὅταν κάνουμε καλοσύνες. […] Ὅσο εἶναι καιρὸς λοιπὸν ἂς ἐπισκεφθοῦμε τὸ Χριστό, ἂς Τὸν περιποιηθοῦμε, ἂς Τὸν θρέψουμε, ἂς Τὸν ντύσου- με, ἂς Τὸν περιμαζέψουμε, ἂς Τὸν τιμήσουμε. Ὄχι μόνο μὲ τραπέζι, ὅπως μερικοί, ὄχι μόνο μὲ μύρα, ὅπως ἡ Μαρία, ὄχι μόνο μὲ τάφο, ὅπως ὁ Ἀριμαθαῖος Ἰωσήφ, ὄχι μόνο μὲ ἐνταφιασμό, ὅπως ὁ φιλόχριστος Νικόδημος, ὄχι μόνο μὲ χρυσάφι, λιβάνι καὶ σμύρνα, ὅπως οἱ μάγοι πρωτύτερα. Μὰ ἐπειδὴ ὁ Κύριος τῶν ὅλων θέλει ἔλεος καὶ ὄχι θυ- σία κι ἐπειδὴ ἡ εὐσπλαχνία εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴ θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων ἀρνιῶν, ἂς Τοῦ τὴν προσφέ- ρουμε μέσῳ ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, μέσῳ ἐκείνων ποὺ βρίσκονται σήμερα σὲ δεινὴ θέση, γιὰ νὰ μᾶς ὑπο- δεχθοῦν στὴν οὐράνια βασιλεία, ὅταν φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο καὶ πᾶμε κοντὰ στὸν Κύριό μας, τὸ Χριστό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν



Αφήστε μια απάντηση