elgavrilis's blog

ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ Blogs.sch.gr

..ΜΑΤΙΣΜΑ=(ΑΠΟΚΟΠΗ ΕΣΟΝΙΩΝ)+(ΣΥΡΡΑΦΗ ΕΞΟΝΙΩΝ)

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

Τα περισσότερα γονίδια στα ανώτερα ευκαρυωτικά αποτελούνται από εξώνια και εσώνια. Τα εσώνια πρέπει να εξαχθούν και τα εξόνια να συνδεθούν, για να σχηματιστεί το τελικό mRNA με μία διαδικασία που ονομάζεται μάτισμα. Το μάτισμα πρέπει να είναι εξαιρετικά ευαίσθητο: Μία ολίσθηση έστω και ενός νουκλεοτιδίου στο σημείο ματίσματος, θα μετατόπιζε το πλαίσιο ανάγνωσης στη 3 πλευρά του ματίσματος, δίνοντας μία τελείως διαφορετική αλληλουχία αμινοξέων. Επομένως η σωστή θέση ματίσματος πρέπει να είναι καθαρά σημειωμένη. Σήμερα  οι αλληλουχίες βάσεων των συνδέσμων εσωνίων- εξονίων στα μεταγραφήματα RNA είναι γνωστές. Στα ευκαρυωτικά, από τους ζυμομήκυτες έως τα θηλαστικά, οι αλληλουχίες αυτές έχουν ένα κοινό δομικό πρότυπο: Η αλληλουχία βάσεων ενός εσωνίου αρχίζει με GU και τελειώνει με AG. H ομόφωνη αλληλουχία στο 5 άκρο του εσωνίου σε σπονδυλωτά, είναι AGGUAAGU. Στο 3 άκρο ενός εσωνίου η ομόφωνη αλληλουχία είναι ένα τμήμα 10 πυριμιδινών (U ή C) ακολουθούμενο από οποιαδήποτε βάση (Ν) και κατόπιν από μία C, ή οποία τελειώνει με την αμετάβλητη αλληλουχία AG.

                                                      5θέση ματίσματος                           θέση διακλάδωσης                   3θέση ματίσματος              

Aνοδικο Εξόνιο—————AG GUAAGU———————————-A—————(Py)nNCAGG G——Καθοδικό εξώνιο

                                                      <———————-εσώνιο————————————->

Τα εσώνια έχουν επίσης μία σημαντική εσωτερική θέση που τοποθετείται μεταξύ 20 και 50 νουκλεοτιδίων ανοδικά της θέσης ματίσματος 3. Το σημείο αυτό ομομάζεται θέση διακλάδωσης, και προσβάλει το ανοδικό εξώνιο κατά τη διαδικασία του ματίσματος. Στους ζυμομήκυτες, η θέση διακλάδωσης σχεδόν πάντοτε είναι UACUAAC, ενώ στα θηλαστικά απαντά μία ποικιλία αλληλουχιών. Τα τμήματα των εσωνίων πέρα απ’ τις θέσεις ματίσματος 5 κ 3 και τη θέση διακλάδωσης, είναι λιγότερο σημαντικά για τον καθορισμό του σημείου που θα γίνει το μάτισμα. Το μήκος των εσωνίων ποικίλει από 50 μέχρι 10000 νουκλεοτίδια. Το μεγαλύτερο μέρος ενός εσωνίου μπορεί να απαλειφθεί χωρίς να αλλάξει η θέση και η αποτελεσματικότητα του ματίσματος. Παρομοίως το μάτισμα δεν επηρεάζεται από την εισαγωγή μεγάλων τμημάτων DNA στα εσόνια γονιδίων. Επιπλέον χειμαιρικά  εσόνια που κατασκεθάστηκαν με μεθόδους του ανασυνδυασμένου DNA, από τo 5 άκρο του ενός εσονίου και το 3 άκρο άλλου τελείως διαφορετικού εσονίου, ματίζονται κανονικά εφ’ όσον δεν έχουν αλλαχθεί οι θέσεις ματίσματος και διακλάδωσης. Αντίθετα μεταλλάξεις σε οποιαδήποτε από αυτές τις τρείς κρίσιμες περιοχές οδηγούν σε έκτροπο μάτισμα.

Το μάτισμα των νεοσυντιθέμενων μορίων RNA είναι μία πολύπλοκη διαδικασία, η οποία απαιτεί τη συνεργασία αρκετών μικρών μορίων RNA (snRNA) και πρωτεϊνών που σχηματίζουν ένα μεγάλο σύμπλοκο που ονομάζεται σωματίδιο ματίσματος. Οι θέσεις διάσπασης προσδιορίζονται από τις ειδικές αλληλουχίες στα άκρα των εσωνίων και από τη θέση διακλάδωσης κοντά στο 3 άκρο τους. Η 2-ΟΗ ενός νουκλεοτιδίου αδενίνης (Α) στη θέση διακλάδωσης, προσβάλλει τη θέση διάσπασης προς το 5 άκρο σχηματίζοντας ένα ενδιάμεσο μόριο δομής βρόχου. Το νεοσχηματιζόμενο 3-ΟΗ του ανοδικού εξονίου, προσβάλλει στη συνέχεια την 3 θέση διάσπασης συνδεόμενο με το καθοδικό εξόνιο. Ο αριθμός των φωσφοδιεστερικών δεσμών παραμένει σταθερός κατά τη διάρκεια αυτών των δύο αντιδράσεων τρανσεστεροποίησης. Επομένως το μάτισμα επιτυγχάνεται με δύο αντιδράσεις τρνσεστεροποίησης, και όχι με υδρόλυση ακολουθούμενη από ανασύνδεση. Η πρώτη αντίδραση δημιουργεί μία ελέύθερη 3-υδροξυλομάδα στο 3-άκρο του ανοδικού εξονίου, και η δεύτερη αντίδραση συνδέει την ομάδα αυτή με την 5 φωσφορική ομάδα του καθοδικού εξονίου. Ο αριθμός φωσφοδιεστερικών δεσμών παραμένει ο ίδιος, γεγονός ιδιαίτερα κρίσιμο διότι επιτρέπει στην αντίδραση ματίσματος να προχωρά χωρίς πηγή ενέργειας όπως ΑΤΡ ή GTP. ( ATP όμως απαιτείται στα snRNP για την κατάλυση της αντίδρασης του ματίσματος).

Μερικά μόρια RNA, όπως το πρόδρομο του ριβοσωμικου 26S RNA από το πρωτόζωο Tetraymena υφίστανται αυτό-μάτισμα απουσία πρωτεϊνών. Μία αυτοτροποποιούμενη παραλλαγή αυτού του εσωνίου rRNA εμφανίζει πραγματική καταλυτική δράση. Μάτισμα που καταλύεται από σωματίδια ματίσματος, μπορεί να έχει εξελιχθεί από το αυτό-μάτισμα. Η ανακάλυψη του καταλυτικού RNA έχει ανοίξει νέους ορίζοντες στη διερεύνηση των πρώιμων σταδίων της μοριακής εξέλιξης.

Κατηγορία ΒΙΟΛΟΓΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

SnRNA …και ο λειτουργικός τους ρόλος

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

O πυρήνας περιέχει πολλά είδη μικρών μορίων RNA με λιγότερα από 300 νουκλεοτίδια, τα οποία αναφέρονται ως μικρά πυρηνικά μόρια RNA (small nuclear RNA, snRNA). Μερικά απ’ αυτά -τα οποία συμβολίζονται με U1,U2,U4,U5 και U6- είναι ουσιώδη για το μάτισμα των πρόδρομων mRNA. Οι δευτεροταγείς δομές αυτών των μορίων RNA είναι εξαιρετικά συντηρημένες σε οργανισμούς που εκτείνονται από τους ζυμομύκητες μέχρι τον άνθρωπο. Αυτά τα μόρια RNA συνδέονται με ειδικές πρωτεΐνες σχηματίζοντας σύμπλοκα που ονομάζονται μικρά πυρηνικά ριβονουκλεοπρωτεϊνικά σωμάτια ( small nuclear ribonucleoprotein particles, snRNP). Οι ερευνητές συχνά τα αναφέρουν ως “σνάρπς” (snurps). Τα σωμάτια ματίσματος (spliceosomes) είναι μεγάλα (60 S) δυναμικά συγκροτήματα αποτελούμενα από μόρια snRNP, άλλες πρωτεΐνες που ονομάζονται παράγοντες ματίσματος και το πρόδρομο mRNA που υφίσταται την επεξεργασία. 

Μικρά πυρηνικά ριβονουκλεοπρωτεϊνικά σωμάτια (snRNP) στον μηχανισμό ματίσματος πρόδρομων μορίων mRNA
snRNP  μέγεθος (νουκλεοτίδια)                                   Ρόλος
U1       165                                         Δεσμεύεται στη θέση ματίσματος 5 και στη συνέχεια στη θέση ματίσματος 3.U2       185                                        Δεσμεύεται στη θέση διακλάδωσης και σχηματίζει μέρος του καταλυτικού ενεργού κέντρου.

U5       116                                        Δεσμεύεται στη θέση ματίσματος 5.

U4       145                                        Επισκιάζει την καταλυτική δράση του U6.

U6       106                                       Kαταλύει το μάτισμα.                                                                                                                                                       

 

 Στα κύτταρα των θηλαστικών, το μάτισμα αρχίζει με την αναγνώριση της θέσης ματίσματος 5 από το snRNP U1. Πράγματι το U1 περιέχει μία εξαιρετικά συντηρημένη αλληλουχία 6 νουκλεοτιδίων που σχηματίζουν ζεύγη βάσεων με τη θέση ματίσματος 5 του πρόδρομου mRNA. Aυτή η δέσμευση αρχίζει τη συναρμολόγηση στο μόριο του πρόδρομου mRNA.

 5——–ανοδικό εξόνιο———-G-U-A-A-G-U—————-3  ( Πρόδρομο μόριο mRNA )

                                     /   /   /   /   /   /

 3———————————C-A-U-U-C-A——–κάλυμα———3 ( snRNA U1 )

Στη συνέχεια το U2 δεσμεύεται στη θέση διακλάδωσης (με δαπάνη ΑΤΡ), και κατόπιν ένα προσυναρμολογημένο σύμπλοκο (U4-U5-U6) συνδέεται με το σύμπλοκο (U1-U2-hnRNA) επίσης με δαπάνη ΑΤΡ, για να σχηματιστεί το πλήρες σωμάτιο ματίσματος.

 Μια σειρά ανακατατάξεις RNA στο σωμάτιο ματίσματος, διευκολύνουν καταλυτικά τις 2 αντιδράσεις τρανσεστεροποίησης(περιγράφεται στο επόμενο  θέμα), με το να ευθυγραμμίζουν τις θέσεις προσβολής για την αποκοπή του ανοδικού και στη συνέχεια του καθοδικού εξονίου. Διάφορες  ΑΤΡ ωθούμενες RNA ελικάσες απαιτούνται επίσης για να ξετυλίξουν τις έλικες του RNA και να επιτρέψουν τον σχηματισμό εναλλακτικών ζευγών βάσεων.

 Αξίζει συμπερασματικά να σημειώσουμε δύο χαρακτηριστικά της διεργασίας ματίσματος. Πρώτον: Μόρια  RNA παίζουν καθοριστικό ρόλο στην καθοδήγηση της ευθυγράμμισης των θέσεων ματίσματος, και στη διεξαγωγή της κατάλυσης. Δεύτερον: Ελικάσες ωθούμενες από υδρόλυση ΑΤΡ ξετυλίγουν δίκλωνα ενδιάμεσα μόρια RNA, γεγονός που διευκολύνει την κατάλυση και επάγει την ελευθέρωση των μορίων snRNP από το mRNA.

Κατηγορία ΒΙΟΛΟΓΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

…ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ – ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ’ την πίκρα τους.

Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γενεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

II
Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ’ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Aλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ’ τον καημό της δύσης.

H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ’ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ’ η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες
απάνου στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού “κι αυτό θα περάσει”
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα εφτά σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το αλάτι.

Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρά με τ’ αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ’ τα πολλά τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.

Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
μέσα στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ’ η μάνα κάτου απ’ τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.

Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού –
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ’ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ’ Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

III
Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του ματιού μας –
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας που σηκώνουμε πάντα στη ράχη,
σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ’ το γόνα του μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ’ τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια μπρος απ’ τα σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τα φτερά του στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ’ άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’ τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι αψύς κει πάνου.

Όταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ’ τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ’ αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά ασημένια τους κουταλοπήρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογγίτικο μπαρούτι.

Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα στη θηλειά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξεκολλήσει πάνου απ’ το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι αλισφακιά.

Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύμησης
Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι
Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιάκουρα
θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον αγέρα
και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει τσάμικο καταμεσίς στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα μπαλκόνια
αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ’ τη Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος
κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
Ήρθε η ώρα, λέει. Nάσαστε έτοιμοι.
Kάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.

IV
Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία, μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδούνιζαν τα γυαλικά στα ράφια.

A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς μύριζε το χώμα –
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα
κ’ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

V
Kάτσανε κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτί φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Eίχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνό χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Tίποτ’ άλλο δεν έμενε. Mονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.

Oι άλλοι μάς άφησαν από καιρό κάτου απ’ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Mόνο που η σιγαλιά μεγάλωνε πολύ
κ’ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλό σαν το νοικοκυριό της σκοτωμένης.

Tι θα γίνουν τώρα όταν θάρθει η βροχή μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα;
τι θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς
σα σπασμένος κοριός στο χωριάτικο κρεββάτι;
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;

Pίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ’ αμπέλια της Mονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ’ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζί με τα μαχαιροπήρουνα
και τριγυρνάνε έξω απ’ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια
ή απάνου στα βουνά ή κάτου απ’ τη θάλασσα,
δεν ξεχνάνε, ποτέ δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μια μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο
ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.

Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε.
Ώσπου να βρούν το ψωμί και το δίκιο τους.

Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει.
Kαμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;

Στάχτη η ελιά, τ’ αμπέλι και το σπίτι.
Bραδιά σπαγγοραμμένη με τ’ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ’ άγγιξε η φωτιά.
Kαπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει
μόνο το νερό στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Aπάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρεχει το αίμα μες στις φλέβες.
Kαι νά το βήμα γνώριμο. Ποιος είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.
Tο σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Kάποιος έρχεται.
Tο σύνθημα, το παρασύνθημα. Aδελφός. Kαλησπέρα.

Θα βρεί λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρεί μια μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Tου σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Kαλησπέρα, αδερφέ μου. Kαλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικά και ντεμισέδες η γριά δύση.
Kανείς δεν αγοράζει. Tράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Mέσα στ’ αλώνι όπου δειπνήσαν μια νυχτιά τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ’ τ’ άρματά τους.
Μένουν ολόγυρα τα κυπαρίσσια κι ο δαφνώνας.

Tην άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιά φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους
που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ’ αγκάθια των άστρων.

K’ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο άντικρυ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ’ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ’ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.

K’ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.

VI
Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει την αντικρυνή πλαγιά της μέρας
λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της δίψας
λογαριάζεται απ’ την αρχή η παλιά λαβωματιά
κ’ η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύδια μπρος στις πόρτες.

Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

Άδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Kι ο ψόφιος ποντικός.
Άδειασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι και τη στέρνα.
Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ’ το μπαρούτι.

Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Aγιά-Bαρβάρας
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού
πού μια μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει την αστρομαντινάδα της στη λύρα.

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει τα μαλλιά της.

Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρωμένο πέλαγο
κ’ οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά
σαν τα μαχαίρια στα παΐδια του Άγιου που τον δέσανε στο κυπαρίσσι.

Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.
Kαι μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιά στις καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ’ το θάνατο
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού
μα απ’ την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς γύρους που κάνει η οβίδα πέφτοντας στη θάλασσα
κι ακούν ακόμα μια φορά το σκούξιμο των λαβωμένων μπρος στην πύλη.

Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.
Xτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ’ τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Kλεισμένοι οι δρόμοι απ’ τα ντουβάρια.
Mόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.
Kι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν’ ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκκαλο.

Aπάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν το κάστρο.
Kάτου απ’ τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατά τους. Έι, αδέρφι, δεν απόστασες;
Mπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι – δε θυμάσαι;
δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σού λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου στο μεγάλο δάχτυλο του ποδαριού
σού λέει την ομορφιά του κόσμου.

Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ’ την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ’ το κεφάλι τής σιωπής
στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε βλέπει.

Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου
να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ’ τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις λεβεντιά και δόξα.

Ύστερα θ’ ανεβείς στο ψηλό καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μια στον αέρα
πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια
πάνου από τα βουνά που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν στην κουβέρτα του ίσκιου –

θα ρίξεις μιαν ίσα στον κόρφο τ’ ουρανού να βρείς το γαλανό σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ’ το πουκάμισο
τη ρώγα της γυναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ’ από χρόνια το χερούλι της εξώπορτας του πατρικού σπιτιού σου.

VII
Tο σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλή που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Tα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ’ η φωνή του φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί αμίλητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Eίναι μια σιγαλιά από αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια τού καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανά κοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλά πίσω από το πευκόδασο
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μουριάς που την ξεραίνει η κάψα.

Eτούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπί που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου. Kαι το σπερδούκλι του νησιού κ’ η κάπαρη.

Tο αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια – η ίδια πανάρχαιη φωνή.
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.

Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους
ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα
να βρεί το γιο του απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στρπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Kουρντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ’ ουρανού ανάμεσα από τα καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στισ ροδοδάφνες
έτσι που παει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπάω.
Tότε. Mα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.
Eίναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κ’ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Aύριο, λέει. K’ είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

Kαι να την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, η γλάστρα, το σκαμνί κ’ η πέτρινη ανεμόσκαλα τού λένε καλησπέρα
και τα βουνά κ’ οι θάλασσες κ ‘ οι πολιτείες κι ο ουρανός τού λένε καλησπέρα
και τότε τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ του μπαλκονιού τα κάγκελα
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων και των αδελφών του.
ΑΘΗΝΑ, 1945-1947

Κατηγορία ΠΟΙΗΣΗ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ rRNA

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

Το ριβοσωμικό RNA αποτελεί το 50% της μάζας των ριβοσωμάτων. Ο ρόλος του είναι δομικός, αλλά και καταλυτικός στη διαδικασία της μετάφρασης.

 Α) Προκαρυωτικά r RNA: Υπάρχουν 3 είδη προκαρυωτικών rRNA 1) To 23 S rRNA (2904 νουκλεοτίδια) συστατικό της μεγάλης 50 S ριβοσωμικής υπομονάδας. 2) Το 16 S rRNA (1541 νουκλεοτίδια) συστατικό της μικρής 30 S ριβοσωμικής υπομονάδας. 3) Το 5 S rRNA (120 νουκλεοτίδια) συστατικό της μεγάλης 50 S ριβοσωμικής υπομονάδας. Τα ριβοσωμικά RNA αποτελούν το 80% του ολικού RNA στο προκαρυωτικό κύτταρο.

 Β) Ευκαρυωτικά r RNA: Τα  rRNA των ευκαρυωτικών κυττάρων είναι μεγαλύτερα από των προκαρυωτικών. Έχουμε 4 είδη rRNA: 1) Το 28 S rRNA (4718 νουκλεοτίδια) συστατικό της μεγάλης 60 S ριβοσωμικής υπομονάδας. 2) Το 18 S rRNA (1874 νουκλεοτίδια) συστατικό τη μικρής 40 S ριβοσωμικής υπομονάδας. 3) Το 5,8 S rRNA (160 νουκλεοτίδια) συστατικό της μεγάλης 60 S ριβοσωμικής υπομονάδας. 4) Το 5 S rRNA (120 νουκλεοτίδια) συστατικό της μεγάλης 60 S ριβοσωμικής υπομονάδας. Τα τρία απ’ αυτά προκύπτουν από μεταμεταγραφική επεξεργασία ενός μεγάλου 45S πρόδρομου rRNA. Aντίθετα το 5 S rRNA αποτελεί μεταγραφικό προϊόν ξεχωριστού γονιδίου. Η αφθονία του ευκαρυωτικού rRNA κυμαίνεται στα ίδια περίπου επίπεδα με εκείνα του ευκαρυωτικού: Συγκεκριμένα, περίπου το 4% του ολικού ευκαρυωτικού κυτταρικού RNA είναι 45 S πρόδρομο rRNA, και το 71% πλήρως επεξεργασμένο rRNA.

 Το ριβόσωμα περιέχει 3 θέσεις δέσμευσης tRNA οι οποίες ονομάζονται Α(αμινοάκυλο) Ρ(πεπτίδυλο) και Ε(εξόδου).Με ένα tRNA προσαρτημένο στην αναπτυσσόμενη πολυπεπτιδική αλυσίδα στη θέση Ρ, ένα αμινοάκυλο tRNA δεσμεύεται στη θέση Α. Ένας πεπτιδικός δεσμός σχηματίζεται όταν η αμινική ομάδα του αμινοάκυλο tRNA προσβάλλει πυρηνοφιλικά την εστερική καρβοξυλομάδα του πεπτίδυλο tRNA. Mετά τον σχηματισμό του πεπτιδικού δεσμού, τα tRNA και mRNA πρέπει να μετακινηθούν πριν αρχίσει ο επόμενος κύκλος. Το αποακυλιωμένο tRNA μετακινείται στη θέση Ε και στη συνέχεια αφήνει το ριβόσωμα, ενώ το πεπτίδυλο tRNA μετακινείται από τη θέση Α στη θέση Ρ.

 Για πολλά χρόνια ήταν δεδομένο ότι οι ριβοσωμικές πρωτεΐνες διηύθυναν την πρωτεϊνοσύνθεση, και ότι το rRNA χρησίμευε κυρίως ως δομική σκαλωσιά. Η σημερινή άποψη είναι σχεδόν η αντίστροφη. Μετά την ανακάλυψη του καταλυτικού RNA, οι βιοχημικοί δέχονται την πιθανότητα το RNA να παίζει ένα πιο ενεργό ρόλο στη ριβοσωμική λειτουργία. Οι λεπτομερείς δομές καθιστούν σαφές, ότι κομβικές θέσεις στο ριβόσωμα αποτελούνται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από RNA. Η συμβολή των πρωτεϊνών είναι ελάχιστη. Πολλές από τις πρωτεΐνες έχουν επιμήκεις δομές και φαίνεται να έχουν διεισδύσει οφιοειδώς στο μέσον του RNA. To σχεδόν αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι το ριβόσωμα αρχικά αποτελούνταν μόνο από RNA και ότι οι πρωτεϊνες προστέθηκαν αργότερα, για τη λεπτή ρύθμιση των λειτουργικών ιδιοτήτων του.

Κατηγορία ΒΙΟΛΟΓΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 16 Νοεμβρίου 2010

ΠΛΑΤΩΝ

Από τα έργα του Πλάτωνα, αυτό που ασχολείται συστηματικά με τους ζωντανούς οργανισμούς και γενικότερα με το φυσικό κόσμο είναι ο Τίμαιος. Για τον Πλάτωνα η ζωή δεν περιορίζεται σ’ αυτά που σήμερα ονομάζουμε έμβια όντα, αλλά σ’ ολόκληρο τον κόσμο που είναι ένζωος και έμψυχος. Όπως είναι γνωστό στη φιλοσοφία του Πλάτωνα πρωταρχική θέση κατέχει ο κόσμος των ιδεών, ενώ τα υλικά πράγματα είναι ατελείς απομιμήσεις ή «σκιές» των αληθινών όντων του κόσμου των ιδεών.

 Το τέλειο είδος σκύλου είναι αποκλειστικό κτήμα των «αιώνιων ειδών» τα οποία δεν εξαρτώνται από τίποτε άλλο για την ύπαρξή τους…αντίθετα οι σκύλοι του «κάτω κόσμου» είναι ατελείς απομιμήσεις του τέλειου είδους σκύλου του κόσμου των ιδεών.

  Η ανθρώπινη ψυχή κατά τον Πλάτωνα προέρχεται από τον κόσμο των ιδεών, αλλά καθώς συμμετέχει στον υλικό κόσμο, έχει διαβαθμίσεις ιεραρχικές (λογιστικόν – θυμοειδές – επιθυμητικόν).

 «Είμαστε ψυχές φυλακισμένες σε σώματα. Η ψυχή ρίχνοντας ματιές μέσα απ’ τη φυλακή της, είναι ικανή να αντιληφθεί μόνο τις φευγαλέες σκιές και οι αδαείς ισχυρίζονται ότι αυτό εξαντλεί την πραγματικότητα….. για να αποκτήσουμε πρόσβαση σ’ αυτές τις ανώτερες πραγματικότητες οφείλουμε να αποδράσουμε από τα δεσμά της αισθητηριακής εμπειρίας, και να σκαρφαλώσουμε έξω απ’ τη σπηλιά μέχρι να αποκτήσουμε τελικά την ικανότητα να ατενίσουμε την αιώνια πραγματικότητα εισερχόμενοι με αυτόν τον τρόπο στην περιοχή της αληθινής γνώσης (Lindberg).

 Η ψυχή του ανθρώπου (ακριβέστερα το αθάνατο μέρος της) όταν αποχωριστεί με το θάνατο από το σώμα, μπορεί ανάλογα με τις δράσεις της κατά την διάρκεια της ζωής να κατέλθει ακόμη χαμηλότερα και να γίνει ψυχή ενός ζώου.  Τελικός στόχος είναι η επάνοδος στον κόσμο των ιδεών. Τελικά δηλαδή η ιεραρχική τάξη-δομή του κόσμου στον Πλάτωνα είναι η εξής: κόσμος των ιδεών – υλικός κόσμος, σύμπαν – αθάνατα έμβια όντα – θνητά έμβια όντα, λογιστικόν – θυμοειδές – επιθυμητικόν. Ο άνθρωπος κατέχει μια ενδιάμεση θέση συμμετέχοντας σε ανώτερες και κατώτερες ιεραρχικά περιοχές. Η ιεραρχική τάξη στον ανθρώπινο οργανισμό φαίνεται στις σχέσεις ανάμεσα στο κεφάλι στο θώρακα και στην κοιλιά.

 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Κύρια χαρακτηριστικά του έργου του Αριστοτέλη στο χώρο της Βιολογίας είναι τα εξής:

  • Πραγματοποιείται συστηματική καταγραφή μορφολογικών χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων, τρόπου ζωής, συνηθειών κλπ ενός μεγάλου αριθμού ζωντανών οργανισμών, ιδιαίτερα ζώων.
  • Επιχειρείται εξήγηση πολλών από αυτά τα χαρακτηριστικά, με βάση τους «νόμους της ανάγκης» αλλά ιδιαίτερα στο πλαίσιο των αρχών της τελεολογίας.
  • Γίνεται προσπάθεια ταξινόμησης των ζωντανών οργανισμών και καθορίζονται κριτήρια για το σκοπό αυτό.
  • Διερευνώνται τα φαινόμενα της ζωής σε σχέση με την ψυχή και τις ιδιότητες των μερών της ή τις δυνάμεις της.

 Τα κριτήρια που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης για την ταξινόμηση των ζώων είναι τα εξής:

  • ικανότητα μετατόπισης
  • αίσθηση
  • φροντίδα τέκνων
  • κοινωνικότητα
  • γέννηση αυγών σκουληκιών ή ζωντανών
  • πόδια και αριθμός ποδιών, φτερά, τρίχες, φολίδες, λέπια
  • σκληρό μέρος του σώματος εσωτερικά ή εξωτερικά κέρατα
  • αριθμός δακτύλων κα.

Μάλιστα αυτά που αναφέρει σχετικά με τα κέρατα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ακραίες τελεολογικές θέσεις. Διαθέτουν όμως αξιοσημείωτη εσωτερική συνοχή, εφ’ όσον δεχτεί κανείς ότι η φύση δρα με σκοπιμότητα και λογική.

Το γενικό φιλοσοφικό πλαίσιο του Αριστοτέλη με τις «τελικές αιτίες» και τις έννοιες δυνάμει και ενεργεία καθορίζει σε σημαντικό βαθμό το τελεολογικό πλαίσιο. Αυτό από το οποίο αποτελείται ο ζωντανός οργανισμός είναι το υλικό του αίτιο. Η δραστηριότητα που είναι υπεύθυνη για τη γένεσή του είναι το ειδικό ή ποιητικό αίτιο. Αυτό το οποίο γίνεται, ο στόχος της εξέλιξής του είναι το τελικό του αίτιο. Κάθε οργανισμός αποτελείται από μορφή και ύλη: Η μορφή είναι η οργανωτική αρχή που συνενώνει τα διάφορα όργανα (ύλη) σε ένα ενοποιημένο οργανικό όλον.

Ο Αριστοτέλης ταύτισε τη μορφή με την ψυχή και τη θεώρησε υπεύθυνη για τα ζωτικά χαρακτηριστικά των έμβιων όντων (θρέψη αύξηση κίνηση αναπαραγωγή).

Κύρια χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων της ψυχής κατά τον Αριστοτέλη είναι: α) Πλήρης αντιστοίχηση της ζωής με την παρουσία ψυχής. β) ψυχή «αρχή και αιτία του ζώντος σώματος» γ) ψυχή εγγενής ή έμφυτη στους ζωντανούς οργανισμούς δ) διάκριση της ψυχής σε μέρη ή δυνάμεις.

Οι αντιλήψεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη για τα φαινόμενα της ζωής παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες, ιδιαίτερα όταν συγκρίνονται με αντιλήψεις που επικρατούν σήμερα. Και στους δύο τα έμβια φαινόμενα ρυθμίζονται με βάση σχέδια και σκοπούς και δεν έχουν να κάνουν απλά με τις ιδιότητες της ύλης. Μια σημαντική διαφορά είναι ότι, για τον Πλάτωνα, τα φαινόμενα αυτά καθορίζονται κυρίως από τον κόσμο των ιδεών και τις οντότητες δημιουργούς, ενώ, για τον Αριστοτέλη, οι καθοριστικοί παράγοντες (μορφή, εντελέχεια κλπ) βρίσκονται, κατά κάποια έννοια, μέσα στα πράγματα. Επί πλέον ο Αριστοτέλης ασχολείται σε μεγάλη έκταση και συστηματικά με επί μέρους φαινόμενα της ζωής κάτι το οποίο δεν συμβαίνει με τον Πλάτωνα.

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΕ | Δεν υπάρχουν σχόλια »