elgavrilis's blog

ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ Blogs.sch.gr

ΤΕΙΧΗ…Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Κατηγορία ΠΟΙΗΣΗ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ… ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
– μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
– 8, 16, 32, 64 –
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 –
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
– ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, –
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, – πώς να το φέρω; – Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ’ αφήνουν πια να βγουν έξω
μ’ όλο πού πίσω απ’ τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ’ η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου – έστω κ’ ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ’ τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ’ η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, – η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, – αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, –
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, –
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, – πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ’ ετοιμάζω δυο – ποιος να τον πιει τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ’ το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις; –
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό κ’ ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ’ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)

Ζωγράφισε με κιμωλία στον τοίχο ο Ήχος Πλάγιος. Μόνος… ενώ το παλιό εκκρεμές στον τοίχο έδειχνε : 5:59 μ.μ.

Κατηγορία ΠΟΙΗΣΗ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

…ΘΕΜΟΠΥΛΕΣ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

Κατηγορία ΠΟΙΗΣΗ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΣΥΝΔΡΟΜΑ ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΟΝΤΑΙ ΣΕ ΣΗΜΕΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

ΔΡΕΠΑΝΟΚΥΤΤΑΡΙΚΗ ΑΝΑΙΜΙΑ:Η πρώτη γενετική ασθένεια που βρέθηκε ότι είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης σημειακής μετάλλαξης ήταν η δρεπανοκυτταρική αναιμία. Η διαφορά εντοπίζεται στο έκτο αμινιξύ της β πολυπεπτιδικής αλυσίδας της αιμοσφαιρίνης, όπου το γλουταμινικό οξύ αντικαθίσταται από βαλίνη. Η μεταλλαγμένη αιμοσφαιρίνη συμβολίζεται ως ΗbS. Στην κωδική αλυσίδα του DNA έχουμε αντικατάσταση μίας βάσης στο φυσιολογικό κωδίκιο GAG του γλουταμινικού σε GTG που κωδικεύει τη βαλίνη (Αλέπορου σελ 90).. Η μετάλλαξη απομακρύνει ένα φορτισμένο αμινοξύ (Glu) και το αντικαθιστά με ένα αφόρτιστο και υδρόφοβο (Val). Το 1949 ο Linus Pauling διαπίστωσε την αντικατάσταση αυτή από την ανώμαλη ηλεκροφορητική κινητικότητα που παρουσίαζε η HbS σε σχέση με τη  HbA λόγω περίσσειας θετικών φορτίων. Η υδρόφοβη βαλίνη δημιουργεί μία “κολλώδη” περιοχή στην επιφάνεια της β αλυσίδας, η οποία ταιριάζει απόλυτα σαν “πάζλ” με μία περιοχή γειτονικού μορίου όταν αυτό είναι στη δεόξυ μορφή της HbS. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία αλυσίδων μεγάλου μήκους (ινώδες ίζημα) που αλλάζει τη μορφή των ερυθροκυττάρων και τους δίνει το σχήμα δρεπανιού και ημισελήνου. Τα δρεπανοειδή κύτταρα είναι πιο εύθραυστα απ’ τα κανονικά. Αιμολύονται πιο ευκολα και επομένως αυτό οδηγεί σε σοβαρή αναιμία. Παγιδεύονται επίσης στα μικρά αιμοφόρα αγγεία πράγμα που δυσκολεύει την κυκλοφορία και οδηγεί στην καταστροφή πολλών οργάνων. Ενας φαύλος κύκλος γεγονότων αρχίζει όταν εμφανίζεται δρεπανοκυττάρωση σε ένα μικρό αιμοφόρο αγγείο. Η απόφραξη του αγγείου δημιουργεί τοπικά μία περιοχή χαμηλής συγκέντρωσης οξυγόνου. Περισσότερη αιμοσφαιρίνη παίρνει τη δεόξυ μορφή και επομένως εμφανίζεται περισσότερη δρεπανοκυττάρωση. Η ασθένεια κληρονομείται ως αυτοσωμικό υπολειπόμενο χαρ/κό. Ένα άτομο με στίγμα είναι συνήθως ασυμπτωματικό γιατί η HbS δεν είναι περισσότερη από το μισό της συνολικής Hb. Μόνο το 1% των RBC του ετεροζυγώτη είναι δρεπανικά σε σχέση με το 50% του ομοζυγώτη. Πάντως οι φορείς που είναι 1/10 μεταξύ των μαύρων της Αμερικής, δεν είναι τελείως ασυμπτωματικοί. Η έντονη φυσική άσκηση σε μεγάλα υψόμετρα, τα αεροπορικά ταξίδια και η αναισθησία εγκυμονούν κινδύνους. Oι φορείς προστατεύονται από την πιο επικίνδυνη μορφή ελονοσίας. Αυτό είναι ένα παράδειγμα ισόρροπου πολυμορφισμού. [18]

AIΜΟΣΦΑΙΡΙΝΟΠΑΘΕΙΑ ΤΥΠΟΥ Μ: Aρκετές τάξεις μεταλλαγμένων αιμοσφαιρινών είναι γνωστές. Οι περισσότερες αντικαταστάσεις στη επιφάνεια της Hb είναι αβλαβείς (Η HbS είναι χαρακτηριστική εξαίρεση). Οι περισσότερες αντικαταστάσεις κοντά στην αίμη αλλάζουν τη θέση δέσμευσης του Ο2. Για παράδειγμα η αντικατάσταση της εγγύτερης ή μακρυνής His με Tyr παγιδεύει το σίδηρο στη σιδηρί (Fe3+) μορφή που δεν μπορεί να δεσμεύσει Ο2. Δύο συγκεκριμένοι τύποι είναι η ΗbM Boston (β58 His–> Tyr) και η HbM Saskatoon (β63 His–> Tyr). Mόνο ασθενείς ετεροζυγώτες έχουν βρεθεί γι’ αυτές, διότι για τους ομοζυγότες είναι θανατηφόρες. [19].

ΝΟΣΟΣ  TAY SACHS:Εάν η έλλειψη ή προσθήκη περιλαμβάνει μικρό αριθμό ζευγών βάσεων που δεν είναι πολλαπλάσιος του τρία, τότε από αυτό το σημείο και μετά τροποποιείται το πλαίσιο ανάγνωσης. Οι μεταλλάξεις αυτές ονομάζονται πλαισιοκινητικές (ή πλαισιοτροπικές). Ένα παραδειγμα τέτοιο έχουμε στο γονίδιο που κωδικεύει το ένζυμο της Ν ακέτυλο-εξοζαμινιτάσης. Προσθήκη τεσσάρων βάσεων TATC  δημιουργεί μετατόπιση πλαισίου που οδηγεί στην πρόωρη λήξη της πρωτεϊνοσύνθεσης. Αποτέλεσμα είναι η ανεπάρκεια σύνθεσης του ενζύμου και τα κλινικά συμπτώματα που χαρακτηρίζουν την ασθένεια Τay Sachs.

ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΑΛΛΗΛΟΜΟΡΦΟ            —- CGT- ATA- TCC- TAT- GCC- CCT- GAC—-

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟ ΑΛΛΗΛΟΜΟΡΦΟ—–CGT- ATA- TCT- ATC– CTA- TGC- CCC- TGA– C—– 

Στη νόσο Tay Sachs τα συμπτώματα είναι εμφανή στο πάσχον νήπιο, πριν αυτό γίνει ενός έτους. Τα πρώιμα τυπικά συμπτώματα, είναι μυική αδυναμία και επιβράδυνση της ψυχοκινητικής ανάπτυξης. Ελαττωμένη όραση και σπαστικότητα συνήθως ακολουθούν μερικούς μήνες αργότερα. Σε ηλικία δύο ετών τα παιδιά εμφανίζουν πρώιμη άννοια και τύφλωση. Η νόσος είναι συνήθως θανατηφόρα πριν την ηλικία των 3 ετών. Έντυπωσιακές παθολογικές αλλαγές συμβαίνουν στο νευρικό σύστημα, όπου τα νευρικά κύτταρα διογκώνονται υπερβολικά λόγω των γεμάτων με λιπίδια λυσοσωμάτων.

Το περιεχόμενο σε γαγγλιοζίτες του εγκεφάλου ενός βρέφους που πάσχει από τη νόσο Tay Sachs είναι πάρα πολύ μεγάλο. Ειδικά η συγκέντρωση του γαγγλιοζίτη GM2 είναι πολλές φορές μεγαλύτερη απ’ την κανονική. Το μη φυσιολογικό επίπεδο του γαγγλιοζίτη αυτού, προκαλείται από την ελαττωμένη συγκέντρωση του ενζύμου που καταλύει την απομάκρυνση του τελικού καταλοίπου της Νακέτυλογλυκοζαμίνης (ΝΑG). To ένζυμο που λείπει είναι μία εξειδικευμένη Ν-ακέτυλοεξοζαμινιτάση.  

 ΚεραμίδιοGlcGal (NAN) NAG —> KεραμίδιοGlc-Gal(NAN)  + NAG

      Γαγγλιοζίτης  GM2                                   Γαγγλιοζίτης  GM3

H νόσος Τay Sachs κληρονομείται ως αυτοσωμικό υπολειπόμενο χαρακτηριστικό. Η αναλογία των φορέων είναι 1/30 στους Εβραίους της Αμερικής που προέρχονται από τη Δυτική Ευρώπη και 1/300 στους μη Εβραίους Αμερικανούς. Συνεπώς η πιθανότητα νόσησης είναι περίπου 100 φορές μεγαλύτερη στους Εβραίους Αμερικανούς. Η νόσος μπορεί να διαγνωστεί κατά την εμβρυική ηλικία. Λαμβάνεται αμνιακό υγρό με αμνιοκέντηση, και μετράται η δραστικότητα της β-Νακέτυλο-εξοζαξαμινιτάσης. [20].

ΜΟΡΦΕΣ ΘΑΛΑΣΣΑΙΜΙΑΣ:Το έκτροπο μάτισμα προκαλεί μερικές μορφές θαλασαιμίας, μιας ομάδας κληρονομικών ασθενειών που χαρακτηρίζονται από ελαττωμένη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης. Σε έναν ασθενή, μία μετάλλαξη από G σε Α ,19 νουκλεοτίδια μακρυά από την κανονική θέση ματίσματος 3 του πρώτου εσονίου, δημιουργεί μία νέα θέση ματίσματος. Το mRNA που προέκυψε περιείχε μία σερά κωδικίων που δεν υπάρχουν στα φυσιολογικά άτομα.

                                 Θέση μετάλλαξης                  Φυσιολογικό 3 άκρο του εσωνίου.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟ:     5 CCTATTGGTCTATTTTCCACCCTTAGGCTGCTG  3

β ΘΑΛΑΣΣΑΙΜΙΑ:  5 CCTATTAGTCTATTTTCCACCCTTAGGCTGCTG  3

Το έκτο κωδίκιο μετά το μάτισμα είναι σήμα τερματισμού της σύνθεσης πρωτεϊνών, και έτσι η έκτροπη πρωτεϊνη τελειώνει πρώϊμα. Μεταλλάξεις που επηρεάζουν τις θέσεις ματίσματος έχει υπολογιστεί ότι προκαλούν το 15% των γενετικών νόσων.[21]

ΚΥΣΤΙΚΗ ΙΝΩΣΗ:Η πιο κοινή μετάλλαξη που προκαλεί κυστική ίνωση, είναι η απώλεια τριών διαδοχικών θυμινών από την αλληλουχία του γονιδίου, ώστε να χαθεί ένα αμινοξύ σε μία πρωτεϊνική αλυσίδα μήκους 1840 αμινοξέων. Αυτή η φαινομενικά αθώα διαφορά-απώλεια ενός αμινοξέος, (της Phe 508) από σχεδόν 1500-προκαλεί μία κατάσταση που απειλεί τη ζωή του ατόμου-φορέα. [22]

                                                                                 Ile     Ile  Phe  Gly   Gly

ΦYΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΑΛΛΗΛΟΜΟΡΦΟ                      —–Τ ΑΤC ATC TTT GGT GGT———–

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟ CF ΑΛΛΗΛΟΜΟΡΦΟ         —–Τ ΑΤC ATC …….GGT GGT                                       [23]

Η πρωτεϊνη ονομάζεται Ινοκυστικός Ρυθμιστής Μεμβρανικής Αγωγιμότητας ( CFTR:Cystic Fibrosis Transmembrane Regulator) Είναι μία διαμεμβρανική πρωτεϊνη της οικογένειας των ABC μεταφορέων. Αποτελείται από δύο συστήματα διαμεμβρανικών περιοχών και δύο θέσεις δέσμευσης ΑΤΡ.  H λειτουργία της είναι να ρυθμίζει την απελευθέρωση ιόντων χλωρίου από κύτταρα που επενδύουν αεραγωγούς, στην κοιλότητα του αεραγωγού. Η ρύθμιση γίνεται με τη βοήθεια μιας cAMP εξαρτώμενης πρωτεϊνικής κινάσης η οποία φωσφορυλιώνει την CFTR κι’ έτσι διευκολύνει τη δέσμευση ΑΤΡ στην πρωτεϊνη. Η υδρόλυση του ΑΤΡ προκαλεί άνοιγμα του δυαύλου του ABC μεταφορέα και την έξοδο ιόντων χλωρίου. Η ρυθμιζόμενη αυτή έκκριση ιόντων χλωρίου, έχει ως επακόλουθο την ταυτόχρονη απελευθέρωση ιόντων νατρίου και μορίων ύδατος που είναι ζωτικής σημασίας για την ενυδάτωση της βλέννας. Η ενυδάτωση της βλέννας παρεμποδίζει την ανάπτυξη βακτηρίων και συνεπώς τη μόλυνση. Στην κυστική ίνωση συσσωρεύεται αφυδατωμένη βλέννα γεγονός πουοδηγεί σε χρόνιες πνευμονικές λοιμώξεις. [24]

Κατηγορία ΒΙΟΛΟΓΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΝΟΥΚΛΕΪΚΩΝ ΟΞΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΪΝΩΝ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 17 Νοεμβρίου 2010

ΚΑΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΝΟΥΚΛΕΪΚΩΝ ΟΞΕΩΝ:Στα κύτταρα συνεχώς συντίθενται νέες ποσότητες νουκλεϊκών οξέων και κυρίως RNA προκειμένου να προχωρεί ομαλά η πρωτεϊνοσύνθεση. Όλα τα πολυνουκλεοτίδια αποικοδομούνται υδρολυτικά σε μονονουκλεοτίδια. Ειδικά ένζυμα που καλούνται νουκλεάσες υδρολύουν φωσφοδιεστερικούς δεσμούς είτε στο μέσον του μορίου (ενδονουκλεάσες) είτε στο άκρο (εξωνουκλεάσες). Αυτές χαρακτηρίζονται ως DNAses και RNAses αν παρουσιάζουν εξειδίκευση ως προς το είδος του νουκλεϊκού οξέος. [7]

Tα νουκλεοτίδια ενός κυττάρου υφίστανται συνεχή ανακύκλωση. Αρχικά αποικοδομούνται προς νουκλεοζίτες με τις νουκλεοτιδάσες. Οι νουκλεοζίτες διασπώνται φωσφορολυτικά προς ελεύθερες αζωτούχες βάσεις και 1φωσφορική πεντόζη που καταλύεται από τις φωσφορυλάσες των νουκλεοζιτών. Μερικές από τις βάσεις χρησιμοποιούνται ξανά για την σύνθεση των νουκλεοτιδίων μέσω των πορειών διάσωσης. Το ίδιο συμβαίνει ως ένα βαθμό και με τις πεντόζες. Οι πουρινες στους ανθρώπους αποικοδομούνται προς ουρικό οξύ το οποίο αποβάλλεται με τα ούρα. Η πορεία για την αποικοδόμηση του ΑΜΡ περιλαμβάνει ένα επιπλέον βήμα: ΑΜP==> IMP==> ΥΠΟΞΑΝΘΙΝΗ==> ΞΑΝΘΙΝΗ==> ΟΥΡΙΚΟ. Η ξανθίνη είναι επίσης ένα ενδιάμεσο από τη γουανίνη προς ουρικό. Το ουρικό σε μερικούς οργανισμούς αποικοδομείται περαιτέρω. Τα θηλαστικά εκτός των προτευόντων εκκρίνουν αλλαντοϊνη η οποία δημιουργείται με οξείδωση του ουρικού. Τα τελεόστεα ψάρια εκκρίνουν αλλαντοϊκό που παράγεται με ενυδάτωση της αλλαντοϊνης. Το αλλαντοϊκό στα αμφίβια και τα περισσότερα είδη ψαριών υδρολύεται προς 2 μόρια ουρίας και1 μόριο γλυοξυλικού. Τέλος σε μερικά θαλάσια ασπόνδυλα η ουρία υδρολύεται προς ΝΗ4+ και CO2 : OYΡIKO==> ΑΛΛΑΝΤΟΪΝΗ==> ΑΛΛΑΝΤΟΪΚΟ==> ΓΛΥΟΞΥΛΙΚΟ + ΟΥΡΙΑ ==> ΝΗ4+ + CO2. Φαίνεται πιθανόν ότι τα ένζυμα που καταλύουν τις αντιδράσεις αυτές, χάθηκαν σταδιακά κατά την πορεία εξέλιξης των ανώτερων θηλαστικών. [8].

Στον καταβολισμό των πυριμιδινών τα τελικά προϊόντα είναι η β-αλανίνη (από την ουρακίλη) και το β-άμινοϊσοβουτυρικό (από τη θυμίνη): ΘΥΜΙΝΗ==> ΔΙΥΔΡΟΘΥΜΙΝΗ ==>  Ν-ΚΑΡΒΑΜΥΛΟΪΣΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ ==> β-ΑΜΙΝΟΪΣΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟ + ΝΗ4+ + CO2. [9]

ΚΑΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤΕΪΝΩΝ: Όι πρωτεϊνες του σώματός μας συμμετέχουν σ’ ένα διαρκή κύκλο σύνθεσης και διάσπασης. Όι βιοχημικές αυτές διεργασίες ονομάζονται αντίστοιχα πρωτεϊνοσύνθεση και πρωτεϊνόλυση. Η πρωτεϊνόλυση πραγματοποιείται με τη δράση ενζύμων που ονομάζονται πρωτεϊνάσες (ή πεπτιδάσες ένδο-έξω) και υδρολύουν μία πρωτεϊνη στα αμινοξέα που την αποτελούν. Σε έναν υγειή και σωστά τρεφόμενο ενήλικα, οι ρυθμοί πρωτεϊνοσύνθεσης και πρωτεϊνόλυσης είναι περίπου ίσοι, οπότε η μάζα των πρωτεϊνών παραμένει σταθερή. Αυτό το διαπιστώνουμε εργαστηριακά εξετάζοντας το ισοζύγιο αζώτου (nitrogen balance), που ορίζεται ως η διαφορά ανάμεσα στη μάζα του αζώτου που προσλαμβάνουμε με την τροφή και τη μάζα του αζώτου που αποβάλλουμε με τα ούρα τα κόπρανα και τον ιδρώτα. Επειδή η πλειοψηφία του αζώτου που προσλαμβάνουμε και αποβάλλουμε είναι πρωτεϊνικής προέλευσης, το ισοζύγιο αζώτου δείχνει τη διαφορά ανάμεσα στους ρυθμούς πρωτεϊνοσύνθεσης και πρωτεϊνόλυσης, και μπορεί να είναι θετικό, αρνητικό ή μηδενικό αν η διαφορά αυτή είναι θετική αρνητική ή μηδενική αντίστοιχα. [10]

Γενικά σε θετικό ισοζύγιο αζώτου εμπίπτουν τα νεαρά άτομα, οι γυναίκες στην κύηση και οι περιπτώσεις ανάρρωσης από απισχναστική ασθένεια. Σε μηδενικό ισοζύγιο βρίσκονται οι σωστά διατρεφόμενοι ενήλικες. Τέλος αρνητικό ισοζύγιο αζώτου έχουμε κατά τη διάρκεια του γήρατος, σε καταστάσεις ασιτίας στο σακχαρώδη διαβήτη, στον τραυματισμο, και στην διατροφική έλλειψη κάποιου απαραίτητου αμινοξέος (L,W,F,M,V,K,T,H,I). Στην περίπτωση αυτή ο οργανισμός αποικοδομεί ίδιαν πρωτεϊνη για να το εξασφαλίσει οπότε ο οργανισμός εμπίπτει σε αρνητικό ισοζύγιο. [11]

 Τα είκοσι αμινοξέα των πρωτεϊνών βρίσκοναι ελεύθερα στους μύες μας σε πολύ χαμηλές ποσότητες γύρω στα 3 g/Kg μυϊκού ιστού. Το μεγαλύτερο μέρος κατέχει η Gln (60%) και ακολουθούν το Glu και η Ala. Τα αμινοξέα εν’ γένει μπορούν να λειτουργήσουν σαν ενεργειακά μόρια για την παραγωγή ΑΤΡ, “καίγοντας” τον αθρακικό σκελετό τους. Αυτό γίνεται σε περιπτώσεις ασιτίας (ή βαρειάς μυϊκής καταπόνησης),όπου ο οργανισμός αποικοδομεί πρωτεϊνική μάζα για να εξασφαλίσει ενέργεια. Γίνεται επίσης και σε περίπτωση “αφθονίας” μετά από ένα πλούσιο πρωτεϊνούχο γεύμα. Πρώτα αποβάλλεται η αμινομάδα μέσω τρανσαμινώσεων και οδεύει στον κύκλο της ουρίας. Ο ανθρακικός σκελετός που απομένει καταλήγει σε ακέτυλοCoA ή ενδιάμεσα του κύκλου Crebs. Από την άποψη αυτή τα αμινοξέα κατατάσσονται σε 3 κατηγορίες 1) Κετογονικά (Leu,Lys) που μεταβολίζονται σε ακέτυλοCoA ή ακετοακέτυλοCoA δηλ προϊόντα που δεν μεταβολίζονται σε γλυκόζη αλλά σε κετονοσώματα. 2) Ημικετογονικά (Phe, Ile, Tyr Trp) που εν’ μέρει παράγουν ακέτυλοCoA και ένα ενδιάμεσο προϊόν του κύκλου Crebs και 3) Γλυκογονικά (όλα τα υπόλοιπα) που μεταβολίζονται σε ενδιάμεσα του κύκλου Crebs και άρα μπορούν εν’ δυνάμει να παράγουν γλυκόζη. [12].

Tα περισσότερα αμινοξέα (ΑΑ), μεταβιβάζουν την αμινιμάδα τους στο α-κετογλουταρικό οξύ (αKG) σχηματίζοντας Γλουταμικό και το αντίστοιχο κετοξύ (KA) που απομένει μετά την απομάκρυνση της αμινομάδας. Η αντίδραση αυτή λέγεται τρανσαμίνωση, είναι αντιστρεπτή και καταλύεται από ειδικές τρανσαμινάσες.  ΑΑ + αΚG  <===> Glu + KA . To Glu που παράγεται είναι απ’ τα λίγα αμινοξέα που μπορεί να αποβάλλει απ’ ευθείας την αμινομάδα ως ΝΗ4+ μέσω οξειδωτικής απαμίνωσης:  Glu + NAD+ + H2O <===> aKG + NH4+ + NADH + H+  η αντίδραση αυτή καταλύεται από τη γλουταμική αφυδρογονάση, και απαλλάσσει οριστικά τα αμινοξέα από την αμινομάδα, αλλά δημιουργεί ένα άλλο πρόβλημα: Tη συσσώρευση ΝΗ4+ το οποίο σε υψηλές συγκεντρώσεις είναι τοξικό. Το πρόβλημα λύνεται με 3 τρόπους: 1) Aντί να απαμινωθεί, μέρος του Glu μεταβιβάζει την αμινομάδα του στο πυροσταφυλικο (PYR) με τρανσαμίνωση, και έτσι φορέας της αμινομάδας γίνεται η αβλαβής αλανίνη (Αla). Glu + PYR <==> aKG + Ala. H αντίδραση καταλύεται από την αλανινική τρανσαμινάση (ΑLT). 2) Mέρος του Glu δεσμεύει αμμώνιο και μετατρέπεται σε γλουταμίνη (Gln) με δαπάνη ΑΤΡ. 3) Το ΝΗ4+ που παράγεται στην οξειδωτική απαμίνωση του Glu απορροφάται στον κύκλο της ουρίας.

Το μεγαλύτερο μέρος (περίπου το 90%) του αζώτου αποβάλλεται από τον ανθρώπινο οργανισμό με τη μορφή ουρίας (ΝΗ2)2C=O, μία απλή και μη τοξική ένωση που συντίθεται στο ήπαρ μέσω μιας κυκλικής ακολουθίας 4 αντιδράσεων που συνιστούν τον κύκλο της ουρίας. Όι δύο αμινομάδες που συσκευάζονται στην ουρία με δαπάνη 4 ΑΤΡ, προέρχονται η μία από το ΝΗ4+ και η άλλη από το ασπαρτικό οξύ (Asp). Η αμινομάδα του τελευταίου μπορεί να προέρχεται από άλλα αμινοξέα μέσω μίας άλλης τρανσαμίνωσης στην οποία δέκτης της αμινομάδας του Glu είναι το οξαλοξικο οξύ (ΟΑΑ). Glu + OAA <==> aKG + Asp. H παραγόμενη ουρία απελευθερώνεται στο αίμα, και μέσω της νεφρικής κυκλοφορίας αποβάλλεται τελικά με τα ούρα.[13]

Στα ερπετά της ξηράς και τα πτηνά, η ουρία δεν είναι το τελικό προϊόν του καταβολισμού της αμινομάδας των αμινοξέων. Τα ζώα αυτά συνθέτουν πουρίνες από την περίσσεια αζώτου των αμινοξέων, και στη συνέχεια αποικοδομούν τις πουρίνες προς ουρικό. Αυτό εξυπηρετεί μία ζωτική λειτουργία: Tη διατήρηση του νερού. Το ουρικό γίνεται όχημα για την απέκριση του αζώτου, λόγω της πολύ μικρής διαλυτότητάς του σε όξινο ΡΗ. Το ΡΚα της πιο όξινης ομάδας του ουρικου είναι 5,4. Τα όξινα ούρα των ζώων αυτών συνίστανται από ένα πολτό κρυστάλλων ουρικού. Λίγο νερό συνοδεύει τους κρυστάλλους αυτούς σε αντίθεση με την απέκριση ενός συγκρίσιμου ποσού τα ευδυάλυτης ουρίας. [14]

Κατηγορία ΒΙΟΧΗΜΕΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »