Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι συνδεδεμένος όχι μόνο με την εκκλησιαστική (λατρευτική) ζωή, αλλά και με την εθνική πορεία του Ελληνισμού, ο οποίος αναγνώρισε στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου την «Υπέρμαχο στρατηγό», τη σκέπη και την προστασία του. Ο ύμνος αυτός, ψάλθηκε με όρθιους όλους τους πιστούς στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών προς τιμή της Θεοτόκου οπότε και ονομάστηκε Ακάθιστος Ύμνος. Από τότε ο Ακάθιστος Ύμνος συντροφεύει σε κάθε δύσκολη στιγμή όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς. Ο υμνογράφος είναι άγνωστος και πολλές υποθέσεις και απόψεις υπάρχουν για το πρόσωπό του. Κάποιοι δέχονται ως ποιητή το Ρωμανό το Μελωδό (6ος αιώνας). Ο ταπεινός αλλά μεγαλοφυής ποιητής, δεν ενδιαφέρθηκε για τη διάσωση του ονόματός του. Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ένα ολοκληρωμένο κοντάκιο (εκκλησιαστικός ύμνος) που αποτελείται από 24 τμήματα, τα τροπάρια . Καθένα από αυτά αρχίζει με ένα από τα 24 γράμματα της αλφαβήτου. Από το Α (Άγγελος πρωτοστάτη …) ως το Ω (Ω πανύμνητε Μήτερ…), ψάλλεται τμηματικά στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής κάθε Παρασκευή βράδυ, ενώ την πέμπτη εβδομάδα ψάλλεται ολόκληρο. Σήμερα ψάλλεται στις εκκλησίες ολόκληρος αυτός ο υπέροχος εκκλησιαστικός ύμνος .
Δείτε όλη την ιστορία μέσα από ένα πολύ όμορφο βίντεο
όπως επίσης ακούστε “Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια” , από παιδικές φωνές !
Στις 2 Απριλίου, ημέρα γενεθλίων του Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1805-1875), γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου με σκοπό να τονώσει την αγάπη για το διάβασμα και να στρέψει την προσοχή στα παιδικά βιβλία. Αλλά ποιος ήταν αυτός ο παραμυθάς ;
Το παραμύθι της ζωής του
Ο Δανός λογοτέχνης Κρίστιαν Άντερσεν γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1805 σε μια μικρή πόλη της Δανίας , την Οντένσε , που βρίσκεται κοντά στην Κοπεγχάγη. Καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια . Ο πατέρας του ήταν παπουτσής και η μητέρα του Αν Μαρί ήταν πλύστρα . Ο πατέρας του μην μπορώντας ν’ αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του το Χανς ορφανό, με τη μητέρα του για μόνο στήριγμα.
Ορφανός από μικρός και είχε πολλές δυσκολίες να αντιμετωπίσει. Ο μικρός Χάνς πήγε στο σχολείο της πόλης του , όπου έμαθε γραφή και ανάγνωση. Ο μικρός όμως αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία και άρχισε να διαβάζει οποιοδήποτε βιβλίο έπεφτε στα χέρια του. Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Πολλές φορές τον έβλεπαν να περπατά στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος και το μυαλό του δεν το είχε πουθενά αλλού, παρά μόνο στα ποιήματα και στο διάβασμα.
Προσπάθησε άδικα να μάθει την τέχνη του πατέρα του. Όταν τέλειωσε το σχολείο των άπορων παιδιών, μπήκε σε ένα ραφτάδικο, για να μάθει την τέχνη, αλλά ούτε και εκεί τα κατάφερε. Το ενδιαφέρον του κέρδισε το θέατρο , όπου αποστήθιζε ολόκληρες σκηνές από τα έργα που έβλεπε. Όταν ήταν με τους φίλους του, του άρεσε να απαγγέλλει και να τραγουδά.
Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, όταν, κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη, έφθασε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα με σκοπό να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά ήταν τόσο άσχημος και αδύνατος, που δεν τον δέχτηκαν.
Έτσι άρχισε να γράφει ποιήματα. Κάποιοι διέγνωσαν το ταλέντο του και τον έστειλαν στο γυμνάσιο, ενώ σε ηλικία 23 ετών κατάφερε και γίνεται δεκτός το 1828 στο πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης για να σπουδάσει φιλολογία . Ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύει τα πρώτα του θεατρικά έργα που σημειώνουν μεγάλη επιτυχία . Όλοι αναρωτιούνται ποιος ήταν αυτός ο νέος συγγραφέας που κατάφερε από τις φτωχογειτονιές της πόλης Όντενσε να ταράξει τη σκηνή του θεάτρου της Κοπεγχάγης.
Έγινε γνωστός και επιβλήθηκε με τα βιβλία του. Κάποιοι τον θαυμάζουν και άλλοι τον ζηλεύουν. Αρχίζει να γράφει και τα πρώτα του παραμύθια .
Οι ιστορίες που άκουγε μικρός από τον πατέρα του , οι μύθοι που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα στην πόλη του αλλά και οι ιστορίες που από μικρός συνήθιζε να σκαρώνει στο μυαλό του αποτέλεσαν σημαντική πηγή της έμπνευσης του.
Ταξίδεψε στην Ευρώπη και την Ανατολή. Μελέτησε, είδε και έζησε κοντά σε πολλούς ανθρώπους. Το χειμώνα του 1873 αρρώστησε βαριά . Ήταν ευτυχισμένος και ένιωθε πλούσιος με όσα είχε ζήσει . Πέθανε στις 4 Αυγούστου το 1875 .
Πενήντα τόμοι αποτελούν το περίσσευμα της καρδιάς του. 168 είναι οι ιστορίες που τον ανέδειξαν σε ένα από τους μεγαλύτερους συγγραφείς παιδικών ιστοριών . Μια γλυκιά μελαγχολία διαποτίζει τα έργα του ως και τα παραμύθια για μικρούς αλλά που τα χαίρονται και οι μεγάλοι. Τα έργα του «Ασχημόπαπο», «Ο γιος του μπαλωματή», «Ο βιολιστής», «Το κορίτσι με τα σπίρτα», «Το βιβλίο των εικόνων χωρίς εικόνες», «Η ιστορία της μητέρας», «Ο μολυβένιος στρατιώτης», «Η Τοσοδούλα» , «Ο χοιροβοσκός» , « Η βασίλισσα του χιονιού», « Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα» και άλλα, είναι από αυτά που δεν ξεχνιούνται.
Κάθε έργο του διακρίνεται για την αριστουργηματική του αφήγηση και τη βαθύτατη ικανότητα για κατανόηση από τους μικρούς αναγνώστες. Ένα στοιχείο που τον έκανε να ξεχωρίσει από τους άλλους συγγραφείς είναι ότι απέφευγε συστηματικά την κάθε είδους ακρότητα ως προς τις αναφορές σε τρομακτικές σκηνές, ενώ φρόντιζε να κυριαρχεί παντού η απλότητα, το χιούμορ και τα μηνύματα. Ο ίδιος άλλωστε έλεγε « η ζωή είναι το πιο θαυμαστό παραμύθι».
Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου είναι μια εορτή που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 2 Απριλίου. Καθιερώθηκε από την Ι.Β.Β.Υ., τη Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα, ημέρα των γενεθλίων του γνωστού Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (2 Απριλίου 1805) και σκοπός της είναι να εμπνεύσει στα παιδιά την αγάπη για το διάβασμα και να κατευθύνει την προσοχή των μεγαλυτέρων στο παιδικό βιβλίο . Φέτος το 2020 υπεύθυνο για το υλικό του εορτασμού είναι το Τμήμα της Σλοβενίας . Το φετινό μήνυμα γράφτηκε από τον Σλοβένο συγγραφέα Peter Svetina , μεταφράστηκε στα ελληνικά, όπως κάθε χρόνο, από τη συγγραφέα Λότη Πέτροβιτς ενώ η αφίσα φιλοτεχνήθηκε από τον Σλοβένο εικονογράφο Damijan Stepančič.
Το υπέροχο μήνυμα του Peter Sventina:
Πείνα για λέξεις
“Εκεί που μένω, οι θάμνοι πρασινίζουν αργά τον Απρίλη ή νωρίς τον Μάη και σύντομα γεμίζουν με κουκούλια από πεταλούδες. Αυτά τα κουκούλια μοιάζουν με μπαλίτσες από βαμβάκι ή με κουφέτα και οι νύμφες τους καταβροχθίζουν φύλλο το φύλλο μέχρι που οι θάμνοι απογυμνώνονται. Όταν όμως οι νύμφες γίνουν πεταλούδες και πετάξουν, οι θάμνοι δεν είναι κατεστραμμένοι. Καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι, ξαναγίνονται πράσινοι πάλι και πάλι’’
Έτσι μοιάζει ο συγγραφέας, έτσι μοιάζει ο ποιητής. Κατασπαράζονται, μένουν κατάστεγνοι από ιστορίες και ποιήματα, που, όταν ολοκληρωθούν, πετούν μακριά, μπαίνουν μέσα σε βιβλία και βρίσκουν τους αναγνώστες τους. Αυτό γίνεται πάλι και πάλι.Και τι συμβαίνει μ΄ εκείνα τα ποιήματα και τις ιστορίες;
Ξέρω ένα αγόρι που έπρεπε να κάνει κάποια εγχείρηση στο μάτι του. Για δύο εβδομάδες μετά την εγχείρηση, έπρεπε να ξαπλώνει μόνο από τη δεξιά πλευρά και μετά δεν έπρεπε να διαβάζει τίποτα για έναν μήνα. Όταν τελικά ξαναπήρε στα χέρια του ένα βιβλία έπειτα από ενάμιση μήνα, ένιωσε σαν να κατάπινε λέξεις μ’ ένα κουτάλι από μια γαβάθα. Σαν να τις έτρωγε. Πραγματικά τις έτρωγε.
Ξέρω κι ένα κορίτσι που, όταν μεγάλωσε, έγινε δασκάλα. Μου είπε: “Τα παιδιά που οι γονείς τους δεν τους διάβασαν παραμύθια έχουν στερηθεί κάτι σημαντικό”.
Οι λέξεις στα ποιήματα και στις ιστορίες είναι τροφή. Όχι τροφή για το σώμα, όχι τροφή που μπορεί να γεμίσει το στομάχι σου. Τροφή όμως για το πνεύμα και τροφή για την ψυχή.
Όταν πεινάει κάποιος ή διψάει, το στομάχι του γουργουρίζει και το στόμα του στεγνώνει. Οι πεινασμένοι γυρεύουν να φάνε κάτι, ένα κομμάτι ψωμί, ένα πιάτο ρύζι ή δημητριακά, λίγο ψάρι ή μια μπανάνα. Όσο περισσότερο πεινούν, τόσο στενεύει ο οπτικός τους ορίζοντας, ώσπου παύουν να βλέπουν ό,τι δεν είναι τροφή για να τους χορτάσει.
Η πείνα για λέξεις εκδηλώνεται διαφορετικά. Μοιάζει με θλίψη, με λήθη, με αυθάδεια. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από τέτοιου είδους πείνα δε νιώθουν πως η ψυχή τους τρέμει από το κρύο κι ότι προσπερνούν τους εαυτούς τους χωρίς να το προσέχουν. Ένα μέρος του κόσμου τους εξαφανίζεται χωρίς να το γνωρίζουν.
Αυτού του είδους η πείνα χορταίνεται με ποίηση και ιστορίες.
Υπάρχει όμως ελπίδα για όσους δεν έχουν ποτέ αφεθεί ν’ απολαύσουν τις λέξεις, για να χορτάσουν αυτή την πείνα;
Υπάρχει! Το αγόρι που είπαμε διαβάζει κάθε μέρα. Το κορίτσι έγινε δασκάλα και διαβάζει στους μαθητές της. Κάθε Παρασκευή. Κάθε βδομάδα. Αν κάποια φορά το ξεχάσει, της το θυμίζουν τα παιδιά.
Και τι γίνεται με τον συγγραφέα και τον ποιητή; Καθώς έρχεται το καλοκαίρι, θα πρασινίσουν πάλι. Και πάλι θα στεγνώσουν από ιστορίες και ποιήματα, που θα πετάξουν μακριά προς κάθε κατεύθυνση. Πάλι και πάλι.
Η αφίσα που φιλοτέχνησε ο Σλοβένος εικονογράφος Damijan Stepančič.
Συνεχίζουμε το αφιέρωμα μας στο παιδικό βιβλίο με ένα πολύ όμορφο βίντεο “Τα φανταστικά ιπτάμενα βιβλία του κου Μόρις Λέσμορ” Είναι μια καταπληκτική ταινία 15 λεπτών που αναμιγνύει διάφορες κινηματογραφικές τεχνοτροπίες (μινιατούρες, κινούμενα σχέδια με τη χρήση υπολογιστών, 2D animation). Κέρδισε το Όσκαρ μικρού μήκους animation για το 2012. Το βίντεο μας δείχνει τη σχέση ανθρώπου και βιβλίου. Το βιβλίο ζωντανεύει με τη δύναμη του ανθρώπου, τη δύναμη της φαντασίας !
Στη συνέχεια μια πολύ όμορφη παρουσίαση που έκανε ο μαθητής μου, Μπινιόλας Αθανάσιος , για τον αγαπημένο σε όλους συγγραφέα παιδικών βιβλίων Ευγένιο Τριβιζά .
Το 2004 η Ελλάδα ήταν υπεύθυνη για το σχεδιασμό και το μήνυμα για την Παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου .
Το μήνυμα το έγραψε η Αγγελική Βαρελλά και την αφίσα φιλοτέχνησε ο Νικόλας Ανδρικόπουλος.
Διαβάστε την ιστορία που έγραψε η Αγγελική Βαρελλά .
ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
Τα δυο αδέλφια συνήθιζαν να παίζουν με μια υδρόγειο σφαίρα. Καθώς τη στριφογύριζαν και τη στριφογύριζαν, με κλειστά μάτια, σημάδευαν με το δάχτυλό τους ένα σημείο. Κι αν τύχαινε το σημείο εκείνο να είναι το Πεκίνο ή η Μαδαγασκάρη ή το Μεξικό, τότε έψαχναν στις βιβλιοθήκες να βρουν βιβλία με ιστορίες για τον τόπο που διάλεξαν.Αγαπούσαν το διάβασμα. Το χαίρονταν. Το φως στο παραθύρι τους ήταν αναμμένο ως αργά το βράδυ.Με το «φως» των βιβλίων βρέθηκαν να περπατούν στο σινικό τείχος στην Κίνα, ν’ ακούν το τραγούδι του Ωκεανού παρέα με τους Βίκινγκς, να ζουν δίπλα στις πυραμίδες της αρχαίας Αιγύπτου, να γλιστρούν με το έλκηθρο στις παγωμένες λίμνες συντροφιά με τους Εσκιμώους, να παίρνουν μέρος στους αγώνες της αρχαίας Ολυμπίας και να στεφανώνονται μ’ ένα κλωνάρι αγριελιάς.
΄Οταν τα έπαιρνε ο ύπνος, τα παραμύθια, οι ιστορίες, οι θρύλοι, οι τόποι, οι συγγραφείς, οι ήρωες μπερδεύονταν στα όνειρά τους, καθώς έρχονταν να τους νανουρίσουν απαλά: Ο Αίσωπος διηγόταν τους μύθους του στη Σεχραζάτ από το πιο ψηλό σημείο του πύργου του Άιφελ, ο Χριστόφορος Κολόμβος άκουγε τον Τομ Σώγερ να του λέει τις σκανταλιές του σ’ ένα ποταμόπλοιο του Μισισιπή, η Αλίκη ταξίδευε στη χώρα των θαυμάτων μέσα σ’ ένα έλκηθρο συντροφιά με τη Μαίρη Πόπινς και ο ΄Αντερσεν έλεγε τα δικά του παραμύθια στην αράχνη Ανάνσε, έξω από μια πυραμίδα.
Το παιχνίδι με την υδρόγειο σφαίρα σε συνδυασμό με τα βιβλία διασκέδαζε αφάνταστα τα δυο αδέλφια, γιατί δεν τέλειωνε ποτέ. Είχανε βρει έναν τρόπο να γίνουν θαλασσοπόροι κι εξερευνητές μέσα από τις σελίδες τους. Με το «φως» τους κατακτούσαν τον Πλανήτη, ζούσαν διάφορους πολιτισμούς, διάφορες εποχές, θαύμαζαν την ποικιλία τους. Με λίγα λόγια συναντούσαν τη ζωή στον μεγάλο κόσμο, έξω από τη μικρή τους καμαρούλα. Πετούσαν παντού, ταξίδευαν παντού και ονειρεύονταν. Και βέβαια ξεχνούσαν να κλείσουν το φως!
– Παιδιά, πότε επιτέλους θα κοιμηθείτε; τους φώναζαν οι γονείς τους. Είναι αργά. Σβήστε το φως!
– Δεν μπορούμε, τους απαντούσαν γελώντας. Το «φως» των βιβλίων δεν σβήνει ποτέ.
Αγγελική Βαρελλά
TO MΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ (ΙΒΒΥ)
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ( 2. 4. 2015)
«BIBΛΙΟΧΑΡΑ » Σ ́ ΟΛΗ ΤΗ ΓΗ
Διαβάζουμε, εγώ κι εσύ.
Τα γράμματα γίνονται λέξεις
κι οι λέξεις έπειτα, όλες μαζί,
γίνονται βιβλία να διαλέξεις.
Άκου πώς ψιθυρίζουν!
Ποτάμια στις σελίδες κελαρύζουν,
αρκούδες τραγουδούν,
όταν το φεγγάρι αντικρίζουν.
Μπαίνουμε σε κάστρα φοβερά.
Δέντρα σκαρφαλώνουν ως τα σύννεφα.
Γενναία κορίτσια πετούν θαρρετά,
αγόρια ψαρεύουν άστρα λαμπερά.
Εσύ κι εγώ διαβάζουμε μαζί,
« βιβλιοχαρά » σ’ όλη τη γη.
Pat Mora (HΠΑ)
Μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου 2017
Ας μεγαλώσουμε με το βιβλίο…
Sergey Makhotin (Ρωσία)
Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου άρεσε να χτίζω σπίτια με κύβους και να παίζω παιχνίδια όλων των ειδών. Για στέγη χρησιμοποιούσα συχνά ένα βιβλίο με εικόνες. Στα όνειρά μου τρύπωνα στο σπίτι, ξάπλωνα σ’ ένα κρεβάτι καμωμένο από σπιρτόκουτο και κοιτούσα τα σύννεφα ή τον έναστρο ουρανό – ανάλογα με την εικόνα που προτιμούσα.
Ακολουθούσα από διαίσθηση τον κανόνα της ζωής κάθε παιδιού, που προσπαθεί να δημιουργήσει για τον εαυτό του ένα άνετο και ασφαλές περιβάλλον. Κι ένα παιδικό βιβλίο με βοήθησε στ’ αλήθεια να τα καταφέρω.
Έπειτα μεγάλωσα, έμαθα να διαβάζω, κι ένα βιβλίο στη φαντασία μου άρχισε να φαίνεται περισσότερο σαν μια πεταλούδα ή ακόμα σαν ένα πουλί παρά σαν μια στέγη σπιτιού. Οι σελίδες του έμοιαζαν με φτερά που θρόιζαν. Θαρρείς και το βιβλίο έστεκε στο περβάζι έτοιμο να πετάξει έξω από το ανοιχτό παράθυρο σε άγνωστους τόπους. Το έπαιρνα στα χέρια μου, άρχιζα να το διαβάζω κι εκείνο ησύχαζε. Τότε ορμούσα εγώ σε άλλες χώρες και κόσμους, ξανοίγοντας τον χώρο της φαντασίας μου.
Τι χαρά να κρατάει κανείς ένα νέο βιβλίο στα χέρια του! Στην αρχή δεν ξέρεις τι λέει το βιβλίο. Αντιστέκεσαι στον πειρασμό να κοιτάξεις την τελευταία σελίδα. Και τι όμορφα που μυρίζει! Αδύνατον να αναλύσεις τη μυρωδιά στα συστατικά της: το τυπογραφικό μελάνι, την κόλλα… όχι, δε γίνεται! Η μυρωδιά του βιβλίου είναι ιδιαίτερη, συναρπαστική και μοναδική. Οι άκρες από μερικές σελίδες μπορεί να έχουν κολλήσει, λες και το βιβλίο δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Ξυπνάει όταν αρχίζεις να το διαβάζεις.
Μεγαλώνεις και ο κόσμος ολόγυρα γίνεται περισσότερο σύνθετος. Αντιμετωπίζεις ερωτήματα που ακόμα και οι μεγάλοι δεν μπορούν να τα απαντήσουν. Ωστόσο είναι πολύ σημαντικό να μοιραστείς τις αμφιβολίες και τα μυστικά σου με κάποιον. Και να που ένα βιβλίο έρχεται πάλι να σε βοηθήσει. Πολλοί από μας έχουν πιάσει τον εαυτό τους να συλλογίζεται: για μένα γράφτηκε αυτό το βιβλίο! Και ο ήρωας που προτιμάς φαίνεται ξαφνικά να σου μοιάζει. Συναντά τα ίδια προβλήματα και τ’ αντιμετωπίζει με σύνεση. Κάποιος άλλος από τους χαρακτήρες δε σου μοιάζει καθόλου, αλλά θέλεις να δοκιμάσεις τον ρόλο του, να νιώσεις γενναίος και πολυμήχανος σαν εκείνον.
Όταν ένα αγόρι ή ένα κορίτσι λέει «Δε μ’ αρέσει να διαβάζω!», με κάνει και γελάω! Δεν τα πιστεύω αυτά τα παιδιά. Σίγουρα τρώνε παγωτά, παίζουν παιχνίδια, παρακολουθούν ενδιαφέρουσες ταινίες. Με άλλα λόγια, τους αρέσει να περνούν καλά. Και το διάβασμα δεν είναι μόνο μια επίπονη δουλειά που οδηγεί στην ανάπτυξη των συναισθημάτων και της προσωπικότητάς μας, αλλά πρώτ’ απ’ όλα είναι ευχαρίστηση.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γράφουν τα έργα τους οι συγγραφείς παιδικών βιβλίων.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.