Μέσα στο πλαίσιο της σχολικής αξιολόγησης και ειδικότερα των αξόνων “Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών¨ και “Σχέσεις μαθητών, μαθητριών και εκπαιδευτικών”, πραγματοποιήθηκε βιωματικό εργαστήριο σε δυο τμήματα του σχολείου μας, το Α3 και Β3, με τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών Τσιλίφη Κυριακής και Κωνσταντινίδου Σεβαστής. Η δράση οργανώθηκε επίσης μέσα στο πλαίσιο του Προγράμματος Αγωγής Υγείας “Συν+χώρηση: Δύναμη ή Αδυναμία;” και πραγματοποιήθηκε σε δυο φάσεις από την κοινωνική λειτουργό του σχολείου μας, Εύη Μωραΐτη. Στην πρώτη φάση τα παιδιά μέσα από βιωματικά παιχνίδια περιέγραψαν συναισθήματα που υπήρχαν σε τυλιγμένα χαρτάκια ζητώντας από την τάξη να τα προσδιορίσει. Στη δεύτερη φάση κλήθηκαν να καταγράψουν ανώνυμα λόγια ή πράξεις που τα έφεραν σε δύσκολη θέση ή τους πλήγωσαν σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Μιλώντας με την κα Μωραΐτη, μάς εξήγησε:
“Σκοπός του βιωματικού μας εργαστηρίου ήταν η ενδυνάμωση της ομάδας μέσω βιωματικής συζήτησης, η ανάδειξη συναισθημάτων και η ανάπτυξη ενσυναίσθησης. Η παρούσα δράση σχεδιάστηκε με σκοπό την ενδυνάμωση της ομάδας μέσα από μια βιωματική και αναστοχαστική διαδικασία. Η συζήτηση που ακολούθησε αποτέλεσε το δεύτερο σκέλος μιας εμπλουτισμένης παρέμβασης, κατά την οποία οι μαθητές/μαθήτριες κλήθηκαν να καταγράψουν ανώνυμα φράσεις που τους έχουν στενοχωρήσει ή πληγώσει στο παρελθόν. Οι φράσεις συλλέχθηκαν και διαβάστηκαν σε τυχαία σειρά, χωρίς να αποκαλύπτεται η ταυτότητα του συντάκτη, επιτρέποντας έτσι σε όλα τα μέλη της ομάδας να συμμετέχουν σε ένα πλαίσιο ασφάλειας, εμπιστευτικότητας και ισοτιμίας.
Η συγκεκριμένη μεθοδολογία ενίσχυσε την αυτοαποκάλυψη χωρίς έκθεση και συνέβαλε στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, καθώς τα παιδιά ήρθαν σε επαφή με προσωπικά βιώματα που, αν και ανώνυμα, αντήχησαν κοινές συναισθηματικές εμπειρίες. Μέσα από τη συζήτηση που ακολούθησε, αναδύθηκαν σημαντικές θεματικές όπως η αποδοχή, η ανάγκη για σεβασμό στη διαφορετικότητα, καθώς και η επίδραση του λόγου στη συναισθηματική κατάσταση του άλλου.
Παράλληλα, προωθήθηκε η κατανόηση της δυναμικής της ομάδας και ενισχύθηκε το αίσθημα του «ανήκειν», δημιουργώντας τις βάσεις για ένα ασφαλές σχολικό περιβάλλον. Ιδιαίτερη αξία είχε η αναγνώριση κοινών εμπειριών πόνου, κάτι που ενίσχυσε την αλληλεγγύη και τη μεταξύ τους σύνδεση. Η δράση εμπεριείχε στοιχεία της βιωματικής μάθησης, της κοινωνικοσυναισθηματικής αγωγής και της μη τυπικής εκπαίδευσης, λειτουργώντας ενδυναμωτικά όχι μόνο ως προς τη διαχείριση των συναισθημάτων, αλλά και ως προς την ενίσχυση του διαλόγου και της ενεργητικής ακρόασης εντός της ομάδας.
Συνοψίζοντας, η παρέμβαση συνέβαλε ουσιαστικά στην ενίσχυση της συνοχής της ομάδας, προσφέροντας έναν χώρο έκφρασης, κατανόησης και αποδοχής, ο οποίος αποτελεί θεμέλιο λίθο για την πρόληψη φαινομένων περιθωριοποίησης και την ενίσχυση του ψυχοκοινωνικού κλίματος της σχολικής τάξης”.
Η δράση στέφθηκε με επιτυχία, καθώς παιδιά και εκπαιδευτικοί απόλαυσαν τον βιωματικό τρόπο προσέγγισης της ενδυνάμωσης των ομάδων. Λειτούργησε επιμορφωτικά για τους εκπαιδευτικούς που έλαβαν μέρος αλλά, ταυτοχρόνως, προσέδωσε θετικό πρόσημο στον κοινό τρόπο εργασίας μαθητών, μαθητριών και εκπαιδευτικών.









































