Συμμετοχή στο 14ο διαγωνισμό παιδικού παραμυθιού του δήμου Κερατσινίου με θέμα την ειρήνη

Η Β΄τάξη του σχολείου πήρε μέρος στο διαγωνισμό με το παραμύθι : Η ειρήνη που χάθηκε.

Μια φορά και έναν κ α ι ρ ό, σ΄ένα καταπράσινο δάσος τα πουλιά, οι σκίουροι, οι λαγοί, οι αρκούδες, τα ελάφια, και πολλά άλλα ζώα ζούσαν ειρηνικά. Ακόμα και η αλεπού που ήταν γνωστή για την πονηριά της, φερόταν με πολύ ευγένεια και δεν προσπαθούσε να τα ξεγελάσει.

Όλα μαζί κάθε μέρα έψαχναν για φαγητό και το μεσημέρι συγκεντρώνονταν, και το μοιράζονταν. Έπαιζαν μαζί χωρίς να τσακώνονται, δεν κατηγορούσαν το ένα το άλλο και δεν είχαν μυστικά.

Το κάθε ζωάκι είχε φτιάξει ένα όμορφο σπιτάκι με τη βοήθεια των άλλων. Είχαν χτίσει όλα μαζί και ένα μεγάλο σχολείο. Στο διάλειμμα κανένα ζωάκι δεν ήταν μόνο του. Για δασκάλα διάλεξαν την σοφή κουκουβάγια, αφού πάντα αυτήν συμβουλεύονταν. Εκείνη τους μιλούσε με ηρεμία και μετά από πολλή σκέψη.

Έτσι τα χρόνια περνούσαν και σ΄αυτό το ειρηνικό χωριό των ζώων, όλοι ήταν αγαπημένοι. Όποιο ζωάκι ερχόταν σ΄αυτό το χωριό από άλλο μέρος του δάσους, γνώριζε πως ζούσαν εκεί και αν ήθελε να μείνει, θα έπρεπε να βοηθάει.

Όλα ήταν χαρούμενα και ευτυχισμένα.

Μια μέρα όμως, η αλεπού τους είπε ότι χτύπησε το πόδι της και δεν μπορούσε ούτε να μαζεύει τροφή, αλλά ούτε να βοηθάει . Ζήτησε λοιπόν από τα άλλα ζώα να την φροντίζουν μέχρι να γίνει καλά.

Εκείνα, μια και είχαν μάθει να βοηθούν το ένα το άλλο, δέχτηκαν με πολλή προθυμία. Της έφερναν ότι και να τους ζητούσε. Τους είχε βάλει ακόμα και να την κουβαλάνε, αφού όπως έλεγε δεν μπορούσε να περπατήσει, να καθαρίζουν το σπίτι της, να την κάνουν μπάνιο στο ποτάμι. Ακόμα  και αέρα της έκαναν όταν διαμαρτυρόταν για τη ζέστη.

Η αλεπού συνήθως όλη μέρα κοιμόταν και ξυπνούσε μόνο όταν τα άλλα ζώα την ξυπνούσαν για να την φροντίσουν.

Ο καιρός περνούσε και τα καλά αυτά ζωάκια άρχισαν να αναρωτιούνται πότε επιτέλους η αλεπού θα γίνει καλά.

Το νέο για την αλεπού μαθεύτηκε και έξω από το χωριό και μια μέρα εμφανίστηκαν στο σπίτι της και άλλες αλεπούδες.Της είπαν ότι θα την προστατεύουν και ότι θα γίνουν οι φρουροί της.Έτσι η κατάσταση χειροτέρεψε αφού τα ζώα του χωριού κατάλαβαν το ψέμα της και πλέον φρόντιζαν όλη την παρέα της.

Κανένα δεν ήταν πια χαρούμενο και δεν μιλούσαν και πολύ μεταξύ τους γιατί φοβόντουσταν τις αλεπούδες.

Πέρασε πολύς καιρός…

Ένα βράδυ, η σοφή κουκουβάγια η οποία σκεφτόταν πολύ καιρό τι έπρεπε να κάνουν κάλεσε κρυφά στο σπίτι της όλα τα δυστυχισμένα ζώα και τους είπε:

  • Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό! Στο χωριό μας πάντα ζούσαμε με ειρήνη, αγάπη, δικαιοσύνη. Θα πάμε αύριο να της μιλήσουμε.Θα προσπαθήσουμε να ξανακάνουμε το χωριό μας όπως ήταν.

Την άλλη μέρα μαζεύτηκαν στο σπίτι της αλεπούς.Αυτή που μίλησε πρώτη ήταν φυσικά η κουκουβάγια. Στη συνέχεια και  τα άλλα ζώα.Δυστυχώς όμως οι αλεπούδες άρχισαν να τα κλοτσούν και να τα χτυπάνε.

Άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν και πολλά σκοτώθηκαν. Όσα γλίτωσαν έφυγαν μακριά από το χωριό.Κάποια έτρεξαν προς το ποτάμι και αρκετά πνίγηκαν. Τα σπίτια και το σχολείο ερήμωσαν.

Το δάσος καταστράφηκε και  δεν ακουγόταν πλέον  το κελάηδημα των πουλιών. Τα καταπράσινα δέντρα και τα όμορφα λουλούδια ξεράθηκαν.

Το πιο όμορφο χωριό του δάσους δεν υπήρχε και τα ζώα που γλίτωσαν δεν ξαναγύρισαν ποτέ εκεί.

Δημοσιεύθηκε στην Συμμετοχή σε Διαγωνισμούς και χαρακτηρίσθηκε . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση