Έφερε την βαλίτσα του σήμερα στην τάξη ο Νοέμβριος. Κατέβηκε από το ταμπλό, πήρε και τον πάτερα του το φθινόπωρο από το χέρι και ετοιμάστηκαν να μας αποχαιρετήσουν.
- Ωπα! Τους είπανε τα παιδιά. Να σας φιλέψουμε μερικά πράγματα, να έχετε για το δρόμο τώρα που θα πάτε στην Μηνοχώρα!
Πήραν φωτιά τα κραγιόνια, τα ψαλίδια, τα κουτιά μας με τα πολύτιμα που μας έμαθαν. Ο καθένας είχε και κάτι να του βάλει για αποσκευή.
Ένα λευκό και ένα κόκκινο σύννεφο!
Ένα σταφύλι κατακόκκινο κι αυτό, ένα φύλλο κληματαριάς, κι ένα μπουκαλάκι κρασί.
Ένα σποροσάκουλο με καρπούς από σιτάρι και καλαμπόκι.
Ένα μανταρίνι κι ένα μήλο για το δεκατιανό τους.
Ένα ψωμί από τον φούρνο του κυρ Σπύρου που μας έμαθε πως από ένα τόσο δα σποράκι γίνεται το αλεύρι.
Ένα βιβλίο από την ελληνική Μυθολογία, την θεά Δήμητρα που μόλις αποχαιρέτησε κι εκείνη την κόρη της την Περσεφόνη που κατέβηκε στον βασιλιά Άδη για τους επόμενους τρεις μήνες.
Ένα κατακόκκινο κουμπί, σαν του Ασίντ για να παίζουν το παιχνίδι της φαντασίας.
Έναν κύκλο, ένα τετράγωνο, ένα τρίγωνο κι ένα παραλληλόγραμμο
Ένα βιβλίο για το σώμα και μια καρδιά από το συναίσθημα της αγάπης.
Ενας μικρούλης ποντικός που αγαπούσε πολύ τη μαγειρική και κανένας μας δεν τον φοβόταν.
Ένα αστεράκι φωτεινό για το δρόμο κι ένα φεγγάρι πανσέληνο για την σκοτεινή νύχτα.
Μια σοκολάτα υγείας και ένα χάρτη για να θυμούνται ποια είναι η πόλη μας και το σχολείο να έρθουν πάλι του χρόνου.
Κι όλα τούτα φτιαγμένα από χεράκια παιδικά που προσπαθούσαν αφού κλείσανε ορμητικά την βαλίτσα να της δέσουν μια γαλάζια κορδέλα σαν την θάλασσα και τη σημαία μας, αλλά δυσκολεύτηκαν πολύ κι έτσι βοήθησα λιγάκι κι εγώ…
Βάλαμε την βαλίτσα τους κοντά στο παράθυρο. Απόψε που θα φύγουν να μην ξεχάσουν.
Αύριο το πρωί θα υποδεχτούμε τον Δεκέμβριο και τον Χειμώνα κι αλήθεια η αγωνία μας είναι μεγάλη. Πως θα μας βρουν, πως θα έρθουν στο σχολείο;