19 Μαΐου: Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου

Εκατό συν ένα χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων.

Η γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού (από το 1994 αναγνωρίζεται επισήμως από την ελληνική πολιτεία), με την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου- αναφέρεται στα βίαια, μαζικά, φονικά γεγονότα της δεύτερης και των αρχών της τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα που έλαβαν χώρα στην καταρρέουσα τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέχρι τη δημιουργία του σύγχρονου τουρκικού κράτους, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τη φυσική εξόντωση, τον αφανισμό, τον εκτοπισμό, την εκρίζωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου από τις πατρογονικές τους εστίες.

Δημοσίευση μικρού αποσπάσματος από το διήγημα της Έλενας Αρτζανίδου (Εκπαιδευτικού και φίλης του Σχολείου μας)  “Ορντού πατρίδα μ’ έχω σε”, που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Μικρά Ασία – Πόντος, πατρίδες αλησμόνητες”, εκδ.Παπαδόπουλος.

«Σουκ, κόρη σουκ. Θέλω να ελέπω την πατρίδα μ’. Έλενη, σκόσω με, πούλι μ’ λέγωσε»*.

Η φωνή της γιαγιάς Μαρίκας, με πέταξε από τον στιγμιαίο ύπνο. Πετάχτηκα και την πρόλαβα πριν κατέβει από το κρεβάτι.

«Ηρέμησε, γιαγιά και πάρε βαθιά ανάσα», της είπα και αυτή υπάκουσε.

«Θέλω την πατρίδα μ’ για τελευταία φορά να ελέπω», επέμενε.

«Μα στην πατρίδα είμαστε».

Η γιαγιά κούνησε το κεφάλι και με όση δύναμη της είχε απομείνει επέμενε.

«Η δική μου η πατρίδα είναι η Ορντού. Εκεί στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας εκεί είναι η πατρίδα μου και εκεί γεννήθηκα. Σε αυτόν τον τόπο έτρεξα, κρύφτηκα πίσω από τις φουντουκιές και μέσα σε πλούσια χωράφια.

«Βάι βάι, πουλόπο μ’, σα να ελέπω τα δάση και τα ρασία. Μικρό κορίτσι και η μάνα μ’ μ’έστελνε να βόσκω μαζί με τον μικρότερο αδερφό μ’, τον Νικήτα, τα χτήνα. Ντο τερείς με αέτς!  Κι εγρικάς ντο λέγω σε!»** με μάλωσε και εγώ έσκυψα το κεφάλι.

«Καταλαβαίνω και δεν καταλαβαίνω», ομολόγησα και αμέσως αναγνώρισα μια στενάχωρη σκιά στο αρρωστημένο πρόσωπό της.

«Γίνεται να ‘σαι Πόντια και να μη μιλάς και να μην εγρικάς***, πούλι μ’; Αλλά η μάνα σου φταίει», μου είπε και το γύρισε στα Ελληνικά.

«Στην πατρίδα μου Έλενη, εκεί στην Ορντού, η ζωή μου τα πρώτα χρόνια ξεκίνησε όμορφα, αλλά πριν προλάβω να κλείσω τα οχτώ μου χρόνια ήρθαν τα δύσκολα. Μικρό παιδί ήμουν όταν έχασα τον πατέρα μου. Για αυτό όπως σου έλεγα μαζί με τον αδερφό μου τον Νικήτα, κάθε μέρα βόσκαμε τα ζώα της οικογένειας. Η μάνα μας δεκαέξι χρονών, κορίτσι ακόμα και είχε και μια ακόμα δίχρονη κόρη την Ηλέκτρα, να ταΐσει».

«Τι! μικρό κορίτσι και είχε ήδη τρία παιδιά και μάλιστα έμεινε και χήρα!», της φώναξα ενώ ένα δάκρυ φάνηκε στο σταφιδιασμένο πρόσωπό της γιαγιάς.

Την αγκάλιασα αμέσως μετά πήρα το χτενάκι της και ξέμπλεξα τα λιγοστά, μακριά άσπρα μαλλιά της. Άρχισα να της τα χτενίζω, ενώ η ίδια κατάφερε να καταπιεί τον πόνο της και να συνεχίσει…

 

*Σήκω κορίτσι μου, σήκω. Θέλω να δω την πατρίδα μου. Ελένη, σήκωσέ με, πουλάκι μου, σου λέω.

** Αχ!αχ! πουλάκι μου, σα να βλέπω τα δάση και τα βουνά. Μικρό κορίτσι και η μάνα μου με έστελνε να βόσκω τις αγελάδες μαζί με τον μικρότερο αδερφό μου, τον Νικήτα. Τι με κοιτάς έτσι; Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω!

***εγρικάς=καταλαβαίνεις