Δεν επέζησε κανείς…

Ο Χρήστος Ηλιάδης περιγράφει πώς το 1916 είδε τον πατέρα του και τους τρεις αδελφούς του να φεύγουν από το ελληνόφωνο χωριό του Πόντου, Αχουρλή (έξω από τα Κωτύωρα), για τα “Τάγματα Εργασίας”:

Ήμουν πολύ μικρός, περίπου 5 ετών, και μόλις το ενθυμούμαι.
Ξαφνικά η γη άρχισε να τραντάζεται και τα σκυλιά του χωριού μας άρχισαν τα ασταμάτητα γαυγίσματα.
Σε λίγο είδαμε πολλούς Τούρκους καβαλάρηδες να φθάνουν στο χωριό μας και να μας περικυκλώνουν. Ήταν Τούρκοι στρατιώτες και χωροφύλακες και, όπως μάθαμε αργότερα, μαζί τους ήταν και Γερμανοί αξιωματικοί. Ένας τελάλης φώναζε το άσχημο μήνυμα. Όλοι οι άνδρες από 15 ως 60 ετών, θα έπρεπε την άλλη μέρα πολύ πρωί να μαζευτούν στη μέση του χωριού. Ο καθένας μπορούσε να έχει μαζί του και ένα μικρό μπογαλάκι, διότι δήθεν θα πήγαιναν για μερικές ημέρες να βοηθήσουν τους Τούρκους σε διάφορα έργα.


Σιγά σιγά άρχισαν να απομακρύνονται από το χωριό μας όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι άνθρωποι, οι περισσότεροι προστάτες οικογενειών, με σπρωξίματα και τον βούρδουλα στο χέρι των βάναυσων Τούρκων. Στη μοιραία αυτήν αποστολή ήταν και ο πατέρας μου Παναγιώτης Ηλιάδης, και τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια μου, ο Λάζαρος, ο Ηλίας και ο Νίκος. Αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ ενόσω ζω και θα το θυμάμαι κάθε στιγμή και πάντα, ώσπου να κλείσω τα μάτια μου και να φύγω από αυτήν την άδικη καμιά φορά ζωή.
Από την αποστολή αυτή των ανδρών του χωριού μας δεν επέζησε κανείς. Ούτε ένας κάτοικος από το Αχουρλή που τον είχαν πάρει με το ζόρι στα “Τάγματα θανάτου”, δεν είδε τα επόμενα χρόνια ξανά, έστω και από μακριά, το χωριό του ή την οικογένειά του.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΗΛΙΑΔΗΣ “ΠΟΝΤΟΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΟΣΑ ΕΝΘΥΜΟΥΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗ ΖΩΗ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΓΟΡΔΙΟΣ

Και μείνανε στους φούρνους ζεστά ψωμιά

Και ενώ όλοι φτιάχναμε τα πακέτα μας με την κρυφήν ελπίδα πως κάποιο θάμα θα γενεί και θα τα ξαναλύσουμε, λίγο πριν απολύσει η εκκλησιά, στις 13 του Νοέμβρη, όρμησε ξαφνικά μέσα στα σπίτια η χωροφυλακή κι αρχίνησε να χτυπάει, ν’ αρπάζει, να μακελεύει.
Όσους λείπανε από τα σπίτια τους δεν τους αφήσανε μέσα να μπουν, μόνε τους οδηγούσανε με τη βία στο Τερέ – Πασί. Και πάλι τότες σκεφτήκαμε τη σφαγή των Αρμεναίων και για να μην εξαγριώσουμε τους χωροφύλακες και υποστούμε την μοίρα εκεινών, αρπάξαμε ό,τι βρήκαμε πρόχειρο μπροστά μας και τραβούσαμε στο Τερέ – Πασί. Και μείνανε στους φούρνους ζεστά ψωμιά, το ζυμάρι μέσα στην πινακωτή να φουσκώνει, και φύγανε γυναίκες με το ζυμάρι ακόμα ζεστό πάνω στα δάχτυλα.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Σαν τα χαμένα αγρίμια

Κι ήτανε κάτι αφάνταστο η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα και στην ψιλή βροχή. Ένα δάσος που κινείται και καίεται από δαδιά, από κεριά, και τα κλάματα κι οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά και μέσα σε κείνη τη φωτισμένη κόλαση να τα γυρεύουν, ενώ άλλοι βουλιάζανε μέσα στα ριζοτόπια του Τοματζλού κι άλλοι χάναν το δρόμο και το χέρι των δικών τους. Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα μας οι φωνές, Παναγή!!! Νικόλα!!! από κάτω… πιο δεξιά… μ’ ακούς παιδί μου; Κι ερχότανε η ηχώ, ώι… -ώι… μανίτσα.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Η πορεία των Τριπολιτών προς το θάνατο