Δε μας ξεχνούν
Φωλιές των γερακιών στα κορφοβούνια,
που άλλοτε γίνονται ο ήλιος
κι άλλοτε ένα όνειρο που χάθηκε μεσ? την κούνια.
Κι όμως ο πρωταγωνιστής παραμένει ο ίδιος.
Άλλοτε ο ροδίτικος ήλιος καλημερίζει τα πρωινά
κι οι καρδιές στάζουν μέλι.
Η φύση τώρα ξυπνάει αργά
και τ? όνειρο αναπαύεται στ? αμπέλι.
Όμως το σκοτάδι πάλι θε να? ρθει,
τ? άγουρα χρόνια να κουβαλάμε στην πλάτη.
Χρόνια και καιρούς γυρνάμε γύρω γύρω.
Θεέ μου, βοήθησέ με να ξεφύγω.
Έρχεσαι τώρα εσύ μαυροφορούσα
μέσ? απ? την λακκούβα του δρόμου,
για να σταυρώσεις τ? απομεινάρια του κόσμου
που χάθηκε. Αν μπορούσα?
Στο τέλος όμως συναντώ την αδελφή σου:
θα πρέπει πρώτα να βρεις τον Έρωτα.
Αχ, αυτή η μορφή σου,
δεν μπορώ να την διακρίνω εύκολα.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣαν την ίριδα μετά από κάποια θύελλα,
φάνηκε για λίγο, λίγο μακρύτερα από τους βράχους της ακροθαλασσιάς.
Ξετύλιξε τα χρώματά της,
ντυμένη, όπως κανένας άλλος.
Δεν έμεινε πολύ εκεί,
μην την μολύνει η ματιά περίεργων ανθρώπων.
Γλίστρησε μέσα από τα ξεθυμασμένα σύννεφα
και φάνηκε να μοιράζεται ανάμεσα
στη φουρτουνιασμένη θάλασσα
και τον γκριζογάλανο ουρανό.
Και σε μας? μια γεύση πικρή, στα χείλη
που μάτωσαν?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣτα σκοτεινά τα μονοπάτια της ψυχής μου
βρήκα ένα γέρο σγουρομάλλη, ταπεινό,
μου τραγουδούσε σιωπηλά ένα τραγούδι
κι εγώ τον άκουγα ως το πρωί.
Γέρο, του έλεγα, δώσ? μου το χέρι
κι έλα να φύγουμε οι δυο μας μακριά.
Με κοίταζε και σπάραζε η καρδιά του,
τα σωθικά του έβγαζαν φτερά?
Με πήγε σπίτι του, μια τρύπα μεσ? στην πόλη
και κατεβήκαμε στο βάθος του χαμού,
και τραγουδούσε σιωπηλά ένα τραγούδι
και λίγα δάκρυα, που σβήναν τη φωτιά.
Και τώρα μόνος μου θυμάμαι το τραγούδι,
που με νανούριζε σαν ήμουνα μωρό
και δύο λόγια θα θυμάμαι από το γέρο:
ζωή, μου έλεγε, ζωή σε αγαπώ.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΧρόνια τώρα μόνοι σε βράχο, σε φωτιά,
χρόνια ο φάρος καίει στην ακροθαλασσιά.
Φωτίζει, φωτίζει τη μαύρη μου καρδιά,
σκοτάδια και νύχτες που? φύγαν μακριά.
Παλιά τραγούδια το? λεγαν πως θα? ρθει εκείνη η ώρα
και σαν κοιτάζω τη βροχή, θαρρώ πως είναι τώρα.
Μη μου μιλάτε άνθρωποι,
τα χρόνια έχουν στρώσει
χαλί για την ώρα τη στερνή,
που ο αγέρας θα τη σπρώξει?
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια«Βαθιά, στη θάλασσα βαθιά,
εκεί που ποτέ δεν ξημερώνει,
ζει ένα ψάρι από παλιά
που, όσο πάει, μεγαλώνει».
Τέτοια τα παραμύθια έλεγαν
κι εγώ ονειρευόμουν άγκυρες και κουπιά,
πλοία, κατάρτια και πανιά?
Μα όταν έφτασα εκεί
δεν βρήκα πουθενά το ψάρι,
μόν? ένα μαύρο περιστέρι, χωρίς φτερά,
χωρίς φωνή, με κόκκινα πρησμένα μάτια,
που με απορία με κοιτούσαν.
Κρυμμένο εκεί από καιρό,
το σάπισε η μοναξιά, η υγρασία και ο φόβος.
Το πήρα και το έθαψα, όταν βγήκα στη στεριά.
Κι από? κει φύτρωσε μια μικρή λιμνούλα,
όπου με τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου τα σπουργίτια ξεδιψούν.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια