1 Οκτώβριος 2008
«Βαθιά, στη θάλασσα βαθιά,
εκεί που ποτέ δεν ξημερώνει,
ζει ένα ψάρι από παλιά
που, όσο πάει, μεγαλώνει».
Τέτοια τα παραμύθια έλεγαν
κι εγώ ονειρευόμουν άγκυρες και κουπιά,
πλοία, κατάρτια και πανιά?
Μα όταν έφτασα εκεί
δεν βρήκα πουθενά το ψάρι,
μόν? ένα μαύρο περιστέρι, χωρίς φτερά,
χωρίς φωνή, με κόκκινα πρησμένα μάτια,
που με απορία με κοιτούσαν.
Κρυμμένο εκεί από καιρό,
το σάπισε η μοναξιά, η υγρασία και ο φόβος.
Το πήρα και το έθαψα, όταν βγήκα στη στεριά.
Κι από? κει φύτρωσε μια μικρή λιμνούλα,
όπου με τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου τα σπουργίτια ξεδιψούν.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια