Μια Κυριακή του περασμένου χρόνου
στο χέρι μου κρατούσα το μολύβι,
που χάραξε στο άσπρο μου χαρτί
σημάδια που δεν καταλαβαίνω.
Το λασπωμένο παρελθόν,
κατάρες, αφορισμοί και λύτρα,
μου? σφιγγε σφιχτά το λαιμό
και πνιγμένα ψέλλιζα: πονώ?
Το όνειρο μου χτύπησε την πόρτα,
μα δεν θυμόμουν
που είχα τα κλειδιά·
μια ανάμνηση μονάχα συγκρατούσα,
μωρό στην κούνια σαν ήμουνα παλιά.
Μήνυσέ μου
με ένα αγριοπερίστερο
απ? τα ψηλά βουνά
και πες μου στ? αλήθεια τι συμβαίνει,
σαν σκύβω και φιλώ
το χώμα στον αγρό,
που θρέφει τούτο το τραγούδι.
Κι απ? τη στιγμή εκείνη
κάτι σα να ψιθύρισαν
στο άσπρο μου χαρτί,
τα σημάδια,
που το μολύβι χάραξε
εκείνη την Κυριακή του περασμένου χρόνου.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΜικρό παιδί,
μια σταλιά ψυχή,
του μίλησαν για το Θεό,
μικρό παιδί,
μια σταλιά ψυχή,
του μίλησαν για την αγάπη.
Άκουσε συχνά γι? αυτή να τραγουδούν,
τον επισκέφτηκε στα όνειρά του.
Διάβασε γι? αυτήν στα μεγάλα χοντρά βιβλία
(που κρύβουν την παχιά γνώση του κόσμου),
μίλησε συχνά γι? αυτήν
χωρίς να την γνωρίζει.
Την αναζήτησε επίμονα
και την κυνήγησε·
πάντα όμως του ξέφευγε,
πάντα του ξεγλιστρούσε?
Και κουρασμένο πια τον βρήκε ο Χάρος ένα βράδυ
και τον ρώτησε για την αγάπη,
γιατί φοβόταν
μήπως κι ήταν πιο δυνατή από αυτόν:
χμ, η αγάπη;?Να την φοβάσαι, Χάροντα,
πολύ να την φοβάσαι,
είπε,
λίγο πριν το σκοτάδι
σκεπάσει τα παγωμένα του μάτια.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΉρθε απόψε ο θάνατος
βαρύς και απροσδιόριστος,
σκοτεινός και μελαγχολικός.
Τον κεράσαμε ρακί να ζεσταθεί.
Το παγωμένο βλέμμα του μας κάρφωσε στον τοίχο.
Αλύπητα και στενοχωρημένα είπε:
κρίμα, μεγάλο παλικάρι μου, που πρέπει να σε πάρω.
Ανήσυχοι κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο?
Για ποιον μιλά ο Θάνατος;
Για ποιον άραγε, για ποιον;
?Για την ψυχή που αθόρυβα πέταξε και πάει.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΑνοιχτή πληγή ? Κλειστές συνειδήσεις
Κάτω απ? το φοίνικα για μένα
έχτιζα ένα όνειρο τη μέρα,
μα το αίνιγμα του πόνου
έκρυβε το μυστήριο του φόνου.
Το ποτάμι ήθελε κι άλλα ρυάκια;
Όχι, επιτέλους! Να στερέψει!
Όπως τότε, όπως πέρσι?
Κάνε γρήγορα, λιγοστεύουν τα καραβάκια.
Κοίτα να βάλεις στην κιβωτό το φίλο σου κι εσένα,
διάλεξε λουλούδια απ? τους αγρούς,
δώσε σ? όλους τους δαυλούς,
έλα, μπες, δεν είναι ψέμα.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΤο λάθος
Σαν παίζαμε παιδιά πίσω απ? τη μάντρα,
με το ποτάμι μας κάθε φορά,
χάναμε το βαρκάρη και τη βάρκα
και νιώθαμε μέσα μας να σκίζονται πανιά.
Άξαφνα, τραβηχτήκαμε στην άκρη,
περάσαμε σ? άλλες γειτονιές,
πιάσαμε το χέρι μια αυγή κροκάτη?
Ο ήλιος δεν ήταν σαν εχθές.
Με το παιδάκι να μας κοιτάει στα μάτια
έσβησε η νάρκη του προχθές,
τους εφιάλτες όμως στα χωράφια,
δεν θέρισε ο αγρότης κι είναι? όλο βρισιές.
Τυραννισμένος πέρασε από δίπλα,
έφερε όμως βαθιά των αγώνων του σημάδια.
Άγγιξε χαρούμενος την ψίχα, όμως
τα χέρια του πιο ψηλά απ? τ? άλλα.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια