2 Οκτώβριος 2008

Στο παλιό το χάνι δεν ακούγεται κανείς.

Μακάβρια κρέμονται

μεσ? στην αχλή του κάποτε

χλομές φωτογραφίες

στους ξεφτισμένους τοίχους.

Βαριανασαίνουν τα έπιπλα

τη χλαλοή των περασμένων

κάτω από το σκονισμένο σάβανο

που άπλωσε ο χρόνος.

Και μόνο αν σκύψεις πίσω από μια μικρή χαραμάδα,

θα δεις στο κρυφό δωμάτιο

να αργοσβήνουν

απροστάτευτες στο ανελέητο μαστίγωμα της λήθης

οι διαμαντόπετρες κάποιας αλλοτινής ευτυχίας.

Πώς άραγε να κύλησε η πλοκή

στα ερείπια αυτής της παμπάλαιας τραγωδίας;

Ανοίγει το βήμα σου

και πίσω σου αφήνεις να τρεκλίζει

στο λίκνισμα του ανέμου

ο μακρινός αντίλαλος

μιας καραβοτσακισμένης σιωπής

που το στρίγκλισμά της

να αντέξεις δεν μπορείς.

2 Οκτώβριος 2008

Έρημοι δρόμοι, Κυριακή,

σκιές που αργοσβήνουν.

Έρημοι δρόμοι, Κυριακή

και λες πως δεν σ? αφήνουν.

 

Απ? τη γωνιά

μια γύφτισσα περνά

με χείλη σαν το αίμα,

η μοίρα είναι ψέμα.

 

Πάνω στα μαλλιά

κεντημένα φύλλα,

σαν κληματαριά

με κόκκινα σταφύλια.

 

Και τριγυρνάς και τριγυρνάς

και τους ανέμους δεν ρωτάς

κι από όπου λάχει θα περνάς.

 

Φτάνεις στην πλατεία,

στα λίγα καφενεία

δίχως πελατεία

ρημάζουνε στο χθες.

 

Και στην προκυμαία

ψάχνεις για παρέα,

είναι η Κυριακή

περσινή γιορτή.

 

Και τριγυρνάς και τριγυρνάς

και τους ανέμους δεν ρωτάς

κι από όπου λάχει θα περνάς.

2 Οκτώβριος 2008

Απ? τη μικρή καταπακτή

γλίστρησε χτες το βράδυ

ο νους μου και ταξίδεψε

στης θάλασσας τ? ασπράδι.

 

Στα παιδικά λημέρια μας

και στους παλιούς κρυψώνες,

τότε που κυνηγούσαμε

όνειρα και χελώνες.

 

Σαν το δελφίνι που σκίζει τα νερά,

έτσι λέω να προχωρήσουμε

και στη μικρή καταπακτή

τραγούδι ν? αρχινήσουμε.

 

Ζωή, που σαν την άμμο απ? τα χέρια μας γλιστράς,

μην ξεθαρρεύεις και μην βιάζεσαι να πεις αντίο.

Με την καρδιά και με τα χείλη αύριο ξανά

δυο χέρια θα φτιάξουν άλλα δύο.

  

Και στη μικρή καταπακτή

εμείς θα τραγουδάμε

αυτό το κλωθογύρισμα

που τόσο αγαπάμε.

2 Οκτώβριος 2008

Ήτανε μια φορά ένας στρατιώτης,

φρουρός ακοίμητος αρχαίου θησαυρού.

Κρυμμένος σε μια σπηλιά,

δεμένος με τα άρματα και την παλικαριά.

Δεν είχε φίλους ούτε εχθρούς,

στο τέλος όμως δεν ξεχώριζε νεκρούς και ζωντανούς.

Με τον καιρό ο θεός τον ξέχασε

κι ο Θάνατος τα ίχνη του έχασε.

Και μόνος του παλεύει χρόνια στο σκοτάδι

να θυμηθεί ποιος ήταν.

Σκαλίζει στα άσπρα γένια του

λέξεις που δεν καταλαβαίνει.

Σκούριασε κι η πανοπλία του,

μα δεν τον νοιάζει πια αν του πηγαίνει.

Και μόνο σαν αστραπή του? ρχεται κάποτε στο νου

η ανάμνηση ενός παλιού γλυκού φιλιού.

Θυμάται τότε την κυρά του

πάνω σε έναν βράχο να τον περιμένει.

Κι άλλο δεν του απομένει

παρά ο στεναγμός.

Ήτανε μια φορά ένας στρατιώτης,

φρουρός ακοίμητος αρχαίου θησαυρού.

Κρυμμένος σε μια σπηλιά,

δεμένος με τα άρματα και με τη μοναξιά.

2 Οκτώβριος 2008

Μας είπαν πως έρχεται μπόρα.

Σκοτεινός ουρανός.

Αέρας που σφυρίζει σαν το φίδι.

Και η αίσθηση πως κάτι τρομερό θα πέσει πάνω μας.

Δεν μπορεί, είπαμε κι εμείς, έρχεται μπόρα.

Και μονομιάς ερήμωσε η πόλη.

Στους δρόμους μόνο ο κουρνιαχτός απέμεινε

των βιαστικών βημάτων μας.

Ταμπουρωθήκαμε στα σπίτια,

κλειδομανταλώσαμε τα ανοίγματα,

ο εχθρός ξυστά να περάσει από τον ίσκιο μας

κι αλώβητοι να γλιτώσουμε.

Μα τα ουρλιαχτά και οι φωνές της Παναγίας του Βράχου

στις βεράντες μας έβγαλαν:

Αιδώς Αργείοι!

Ανάστατοι και με πνοή αδέσποτη

κοιτάζουμε τον κουρνιαχτό που κατακαθίζει στο δρόμο.

Αργά μα επιδέξια σκεπάζει τα ίχνη αυτών που μας πλάνεψαν.

Σε λίγο ανυποψίαστοι θα τριγυρίζουμε στην πλατεία.

2 Οκτώβριος 2008

Το είπαν οι μάγοι φοβισμένοι,

το είπαν όλα τα ξωτικά.

Και οι λύκοι το κατάλαβαν

κι έφτασε η κραυγή τους ως εδώ:

Όχι μετά τις δώδεκα το βράδυ.

Όχι, μη φύγεις, σε παρακαλώ.

Άφησε να σε ταξιδέψει μακριά

ένα μικρό αστέρι

μέσα από στενά μονοπάτια

στην απέραντη χώρα.

Κι αν ο πόνος σού χαμογελά,

είναι γιατί σε κρατά από το χέρι.

Όχι μετά τις δώδεκα το βράδυ.

Όχι, μη φύγεις, σε παρακαλώ.

Όχι, την αποφράδα μέρα.

2 Οκτώβριος 2008

Μόλις την τελευταία στιγμή

πρόλαβε κι άγγιξε την ευτυχία

πριν αυτή τον κατασπαράξει.

2 Οκτώβριος 2008

Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια σου

Γύφτισσες φλόγες στο σκοτάδι

Στο χαμόγελο τραγούδι ανέμελο που ξυπνά το γέλιο

Κι είδα την άνοιξη που έρχεται

Κι είδα την άνοιξη

Φωνές στον αγέρα

Στις πράσινες όχθες λουλούδια προσκυνούν στον ίσκιο σου

Και στριφογυρίζουν οι μέλισσες

Ακάνθινο στεφάνι στα μαλλιά σου

Γαλάζιοι ύμνοι αέρινοι

Βελάσματα προβάτων και μια μικρή φλογέρα

Ανασαίνουν στις κορφές

Και χάνονται στο διαμαντένιο μονοπάτι

Που βιάζεται να κατηφορίσει στο άπειρο

Κι είδα το καλοκαίρι που έρχεται

Κι είδα το καλοκαίρι

Κιτρινισμένη άνοιξη

Σε χρυσαφένια υφαντά

Κυλίστηκες

Κι ύπνος σε πήρε βαθύς

Και κίνδυνος μεγάλος και κραυγή

Και τρόμος και αίμα καυτό

Σαν του ήλιου τα κλάματα

Η αύρα σε ξέπλυνε με βράχια και κοχύλια

Κύμα δελφίνι γνώριμο στο στήθος σου

Στο ηλιοβασίλεμα πάνω από τις κορφές

Ξεχάστηκε το όνειρο

Κι είδα το φθινόπωρο που έρχεται

Κι είδα το φθινόπωρο

Ξεχασμένο καλοκαίρι

Βραχνό το ξύπνημα

Και ησυχία που ζωγραφίζουν οι ταξιδιώτες

Τσάκισαν τα πόδια σου κίτρινα φύλλα

Γυμνά κλαριά

Κι αφρισμένη η θάλασσα σε αγριοκοίταξε

Πριν ακουστεί το σπουργίτι ανήσυχο

Μέσα στα ζεστά σου χέρια ακούγεται

Ο βοριάς που κοιμάται

Ούτε να κλάψεις δεν μπορείς

Για κείνο που έφυγε

Γλυκιά ανάμνηση στο μαραμένο σου στόμα

Κι είδα το χειμώνα που έρχεται

Κι είδα το χειμώνα

Μεστωμένο φθινόπωρο

Κουλουριασμένη στη φωτιά

Αποκοιμήθηκες

Ζεστό ψωμί κρασί στα σπλάχνα σου

Από τα χείλη σου

Παγωμένα τα σφυρίγματα γλιστρούν στο χιόνι

Γκρίζες ανταύγειες

Ελπίδες μαυροντυμένες

Κι η τρελή μυγδαλιά

Βιαστική στολίζεται στο βρεγμένο ουρανό

Πλεγμένα άνθη στα μαλλιά σου

Μιας αρχέγονης ευτυχίας

Κι είδα την άνοιξη που έρχεται

Κι είδα την άνοιξη

Χειμώνα ξέγνοιαστο

Βαθιά μέσα στα μάτια σου

Ξεκούραστη πνοή

Μια σημαιούλα στο κατάρτι ανεμίζει

Στιγμή ακυβέρνητη στο άπειρο

Κι ένα χαμόγελο

Ένα χαμόγελο στα μάτια σου

Στερνή ηλιαχτίδα

2 Οκτώβριος 2008

Είχα ένα αρκουδάκι και έπαιζα μικρός,

το έφτυνα, το σκούπιζα, το έλουζε το φως.

Το έπιανα, το έσφιγγα,

το έπνιγα.

Το πέταγα στον τοίχο,

του έδινα κλωτσιές,

αργότερα το χάιδευα κι έψαχνα για πληγές.

Το έπλενα, το ξέπλενα

και του? δινα φιλιά.

Μύριζα τη φρεσκάδα του,

μα τώρα πια?

 

Σε κλινική με κλείσανε,

με είπανε τρελό.

Κι έρχεται το αρκουδάκι

και με κοιτά βουβό.

Του δείχνω τη γροθιά μου:

Δώσε μου μια μπουνιά!Κλώτσα με να πετάξω,να φύγω μακριά!

Μα το αρκουδάκι κάθεται

και με κοιτά βουβό

στον καναπέ μου όρθιο.

 Αρκουδάκι, αρκουδάκι,αρκουδάκι μου γλυκό,θα σε χάσω, θα μου φύγειςκαι περνάει ο καιρός.Σε θυμάμαι και δακρύζω?Είχα ένα αρκουδάκι κι έπαιζα μικρός.

2 Οκτώβριος 2008

Αν η ανάσα μου φταίει

και δε μου μιλάς,

αν η ανάσα μου φταίει

και είναι βαριά

κι εσύ φτερό στον άνεμο που πας να μου ξεφύγεις,

αν η ανάσα μου φταίει, λοιπόν,

τότε ή πλάσε με ξανά να μην ανασαίνω

ή διώξε τη σκιά σου από πάνω μου?

και δε θα ανασαίνω?

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση