Αρχείο ετικέτας όρχεις
Αρχαϊσμοί στο ιδίωμα Αιανής
ανακτένιση 26α/5/2026 ακουτώ Ρήμα που συναντάται στο δεύτερο πρόσωπο του ενικού. Από το αρχαίο εγκοτώ που σημαίνει οργίζομαι, αγανακτώ. Στο λεξικό του Ησύχιου κότος λέγεται η οργή κι ο οργιζόμενος καλείται κοτίων. ΦΡΑΣΗ: ‘Ελα αν ακουτάς λέει ο ένας στον … Συνέχεια
Δημοσιεύθηκε στη ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ
Ετικέτες: Marrubium peregrinum, morchella esculenta, pig, Αιανή, ακουτάς, αλογόμυγες, άμπλαξα, ανάβρα, Αναβρυκά, ανασκυρνώ, Άνοιξη, Αξαμώνου, αξυάλη, απόπατους, απόρους, απουριά, αρίτσιους, αριτσιώνουμι, αρμόζμους, αρχαϊσμοί, αφκριέμι, βάζει (βάζω), βαυκάλιον, βρόχια, γαίμα, γαργαλιέμαιλιάμει, γαργαλώ, γκανταλιέμι, γκανταλνώ, Γκόλνα, γκούσια, Γκουτσιούνι, Γκρέους, γκριουσιάδι, γκρούντα, γομαροσάκουλο, Γουμαρουσάκκουλου, γουρνουκόμασου, γουρούνι, δειλός, Διάλεκτος Αιανής, διάφκι, Ελίμεια, ζάπουρας, ζγκρούντα σγκρούντα, ζγκρούντα τυρί, θιρμασιά, θρόμβος, Θρουμπί, κάδι, κάδις, κάθισμα, κάλα, καλαπόδι, Κάλιανη, κάλον, κανέστρα, καράπα, καυκαλιά, καυκάλιον, κικιρίκια, κιούπι, Κοζάνη, κόθαρους, κολεός, κόντις, κουλιά, κουμάσι, κουρδουμπούλια, κουσέβου, κουσεύου, κουσιό, κρανίο, κρέχτου, λάκα, Λάκκα, λεξικό, λεξιλογία, λιόκια, λουμάκι, Μακεδονία, μαρκάτ(ι), μηροί, Μόκας, μόλια, μοναχῇ, μόνο, μορχέλα, μούγκι, μουρτζιόκια, μουρτσιόκι, μουρτσούκλια, μπάλιου, μπάμπαλα, μπαντίκα, Μπις, μπίτζιους, μπουμπάρι, μπουμπουτίζου, μπουντάκια, Μπούρινους, Μπούρνους, νε...νε, νένις, νταβάνια, ντουρλάπ΄, ξισιλόιαστους, ξύλινο, ξύλο, οίστρος, όκαχτη, όκαχτου, όκαχτους, όρχεις, ουμίλα, ουντίζου, ουπχάτ, παγάλια, πάπια, πάπουρας, πέγκις, πέρπιρας, Πιρπόργια, πλειότιρα, πόριψι, πουρεύου, πρέκνα, ρουγκαλνώ, ρουγκάλτζμα, ρουμπούρι, σγκρούντα, Σιλιό, σκούλους, σκούπα, σκουπίζω, σκρόφα, σουλτόχιουνου, σουλώτα, στομόχι, στρουμπί, στσζγκρούντα, Συδρουμώ, συνδρομή, Τα κατνάκια, τα μπακαρέλια, τα πίπκα, ταβάνια, τζέρτζιλου, τζιρτζιλιά, τρεσάς, τρέστης, Τρτς, Τσάκωνες, τυφλοπόντικας, φουκάλι, φουκαλνώ, φουκάλτζμα, χαμόργκας, χνάρας, χνάρι, Χούχουλου
Σχολιάστε