Πότε θα επαναληφθεί η Επανάσταση του 1821;

 

Α. de Neuville, Serment Patriotigue, στο Καντάτα Ελευθερίας, Ρήγας -Σολωμός -Μακρυγιάννης, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1998

Η αιτία που επανέρχεται, έστω κι αυτές μόνον τις μέρες, η μνεία της Επανάστασης του 1821 είναι το γεγονός πως το ανέφικτο έγινε εφικτό.

Επτά χρόνια δουλειάς κόστισε στους δημιουργούς της Φιλικής Εταιρίας η εξάπλωση της υπόγειας οργάνωσής τους, χρόνος όχι πολύς καθώς το πεδίο κατήχησης εκτεινόταν σε όλη σχεδόν την κεντρική κι ανατολική Ευρώπη φθάνοντας μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Τα γραπτά μηνύματα, φορτωμένα σε ιστιοφόρα, καμήλες ή μουλάρια, εξαρτιόνταν από ληστές, θάλασσες κι ανέμους για να φτάσουν στον προορισμό τους, ενώ η έλλειψη επαναστατικής εμπειρίας ήταν εμφανής τόσο στον «αφελέστατο»[1] κρυπτογραφικό κώδικα όσο και στους βαθμούς της ιεραρχίας των Φιλικών.

Τη ρωγμή της αποστασίας του Αλή Πασά εκμεταλλεύτηκαν οι Φιλικοί για να επισπεύσουν την Επανάσταση, επρόκειτο όμως για συγκυριακό φαινόμενο. Αυτό που διακαώς φλόγιζε τα στελέχη της Φιλικής Εταιρίας, τους «Αποστόλους» της, ήταν η πίστη στο όραμα, διότι μόνον ως όραμα θα μπορούσε να εκληφθεί η πάλη των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων Ασιατών κατά τη διάρκεια της οποίας οι χριστιανικές αυλές της Ευρώπης θα έμεναν εχθρικές ή αδιάφορες. Η απόφαση για μοναχική πάλη διαφοροποιούσε την επανάσταση αυτή του 1821 από τις υπόλοιπες που ποτέ δεν είχαν σταματήσει να εκρήγνυνται ανά τους αιώνες, εξαρτώμενες όμως από τον ξένο παράγοντα.

Ποιοι έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821; Η άποψη πως την επανάσταση του 1821 την έκανε ο «λαός» λογίζεται ως απλοϊκή διότι γενικεύει και δεν διευκρινίζει. Εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τα δύο στάδιά της, το πριν και το κατά, δηλαδή το σχεδιασμό και την υλοποίηση. Οι σχεδιαστές της Φιλικοί, μικρέμποροι, ανήκαν στο μεσαίο στρώμα, αν ως κατώτερο ορίσουμε τους ακτήμονες, τους κολίγους και τους ποιμένες κι ως ανώτερο τους μεγαλέμπορους, επισκόπους και κοτζαμπάσηδες. Στο μεσαίο ανήκαν και οι Απόστολοί της, ένοπλοι κι άοπλοι, στο ίδιο κι ο αρχηγός της Αλέξανδρος Υψηλάντης. Ο «λαός», αν ως λαός οριστεί η κατώτερη μόνο τάξη, δεν ήταν κοινωνός των δρώμενων, διότι η κατήχηση ήταν μυστική.

Μόνον όταν η Επανάσταση εξερράγη, τις γραμμές της πύκνωσαν οι κατώτεροι, ο «λαός», και οι ανώτεροι, θεληματικά ή εξ ανάγκης αφού οι περισσότεροι ευρίσκονταν μέσα στα πεδία των επιχειρήσεων και δεν μπορούσαν να διαφύγουν σε άλλα μέρη.

Ποια γλώσσα κυριαρχούσε στο στρατόπεδο των επαναστατών; Η ελληνική φυσικά, γλώσσα της γραπτής επικοινωνίας -παρεμπιπτόντως ο Αλή Πασάς επικοινωνούσε γραπτά στην ελληνική γλώσσα. Ποιες ήταν οι (προφορικές) μητρικές γλώσσες των επαναστατών εκτός των ελληνικών; τα αρβανίτικα, τα βλάχικα, τα σλάβικα, τα αθιγγανικά και τα τουρκικά των τουρκόφωνων χριστιανών που επιστρατευμένοι αναγκαστικά από τους Οθωμανούς περνούσαν στις γραμμές των Ελλήνων. Οι διάλεκτοι; Κυπριακά και Ποντιακά -ως Μαυροθαλασσίτες συναντούμε στις πηγές τους αγωνιστές του 1821 που κατάγονταν από τη Μικρά Ασία, όπως π.χ. ο «Διαμαντής Μαυροθαλασσίτης» που εφονεύθη κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου.[2] Οι ιδιόλεκτοι; Περισσότεροι.

Αν μέρος των Σουλιωτών, Υδραίων ή Μακεδόνων αγωνιστών του 1821 γνώριζε περισσότερες λέξεις στη μητρική γλώσσα κι ολιγότερες στην ελληνική δεν είχε καμία σημασία. Με «εθνισμόν μέγαν» κατά τον υπασπιστή του Κολοκοτρώνη[3] πάλευαν οι Μακεδόνες στην Πελοπόννησο υπό την ηγεσία του Εδεσσαίου καπετάν Αγγελή Γάτσου για την πραγμάτωση του οράματος, το διώξιμο των βαρβάρων και τη δημιουργία ανεξάρτητης πατρίδας.

Ποιο το νόημα της Επανάστασης του 1821 σήμερα; Είναι πως το ανέφικτο, ορθότερα αυτό που θεωρείται ή εντέχνως προβάλλεται ως απραγματοποίητο, είναι εφικτό, αν υπάρχει πίστη για την υλοποίησή του. Αν γίνει κατανοητό πως η άγνοια του παρελθόντος μας καταστεί δέσμιους αυτού.[4]

Είναι όμως ίδιες οι εποχές; Σήμερα υπάρχει όπως τότε βαθύς στεναγμός, αλλά ο βάρβαρος δεν είναι εύκολα διακριτός: τα λόγια, οι τρόποι, η φυσιογνωμία, η θρησκεία και η ένδυση δεν διαφέρουν. Χειρίζεται τέλεια την επικοινωνία και μοιράζει διαχωριστικά προνόμια (πλούτο κι αξιώματα).

Τα ίδια περίπου συνέβαιναν και το 1821! Όμως τρεις στην αρχή, δώδεκα μετέπειτα οι Απόστολοι της Φιλικής Εταιρίας βγήκαν στον ωκεανό της Επανάστασης με ανδρεία κι απόφαση.[5] Kαταστράφηκε η γης και ο πόνος πλανήθηκε καιρό. Τελικά όμως κέρδισαν, το ανέφικτο έγινε εφικτό.

Αναζητούνται 12 παρόμοιοι Απόστολοι!

 


[1] Γούντχαουζ Κρίστοφερ, Ο πόλεμος της ελληνικής ανεξαρτησίας, Εστία Αθήναι 1978, μετάφρ: Α. Βλάχος, σ. 60

[2] Μίχος Αρτέμιος, Απομνημονεύματα, Τσουκαλάς, Αθήνα 1956, σ. 43

[3] Χρυσανθόπουλος Φώτιος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των έξωθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της Επαναστάσεως, Σακελλαρίου, Αθήναι 1888, σ. 193

[4] Κολιόπουλος Ιωάννης, Η χρησιμότητα της Ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1998 [φωτοτυπημένες οδηγίες στους φοιτητές του τμήματος Ιστορίας του ΑΠΘ]

[5] Στοιχεία απαραίτητα σύμφωνα με γράμμα των Σουλιωτών προς την Ελληνική Κυβέρνηση το 1824, βλ. Περραιβός Χριστόφορος, Απομνημονεύματα πολεμικά, Καϊτατζής, Αθήναι χ.χ., σ. 92

Δημοσιεύθηκε στην ΑΡΘΡΑ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

One Response to Πότε θα επαναληφθεί η Επανάσταση του 1821;

  1. α ω <kados2013@gmail.com>

    28 Απρ (Πριν από8 ημέρες)

    προς Εμένα

    Αδυνατώντας να συνδεθώ στο sch.gr προς παράθεση παρατηρήσεων (ο σύνδεσμος στο κοζανησημερα δεν λειτουργεί) σας αποστέλλω κάποιες παρατηρήσεις στην από 17-1 ανάρτηση, όπου οδηγήθηκα μετά από σχετική με τις λαζαρίνες αναζήτηση, με αίτημα περαιτέρω βιβλιογραφία για το άσμα, αν διαθέτετε. Ευχαριστώ εκ των προτέρων.
    Οι Λαζαρίνες της Αιανής και των περιχώρων: όψεις ενός μεσαιωνικού εθίμου
    Posted on Ιανουαρίου 17th, 2013 από ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΗΣ
     
    «Τι σημαίνει η λέξη τσιντζιρό δεν είναι δύσκολο για τους εραστές ή μύστες του (ορθού) Λόγου να ευρεθεί:»
    Τζιντζιρό : δεν είναι τόσο εύκολη η ετυμολόγηση λέξεων όσο ισχυρίζεστε. Θα παραθέσω μερικά επιχειρήματα, καθώς και την απορία μου γιατί σε  μια περιοχή με τόσους τουρκομαθείς και οθωμανολόγους δεν έχει ασχοληθεί ή τοποθετηθεί κανείς (ίσως θεωρούν το θέμα λαογραφικό, και ως εκ τούτου, υποδεέστερο). Επειδή βρήκα την ανάρτηση ψάχνοντας για σχετική με το θέμα βιβλιογραφία, έχετε άλλες παραπομπές; Δεν έχει σκοπό η κάτωθι παρατήρηση να σας πείσει (εμένα μου φαίνεται αρκετά αληθοφανής), αλλά να ενσπείρει μια μικρή – και όχι απαραίτητα σωστή- αμφιβολία στην ακαδημαϊκοφανή βεβαιότητα του άρθρου.
    Η «άλλη θέση/υπόθεση» : Η λέξη tencere, που χρησιμοποιείται κατά κόρον στην ελληνική επικράτεια και από ελληνόφωνους, έχει ληκτικό φώνημα /ε/  που δεν υπάρχει στα ελληνικά και «διορθώνεται» με –ς , μετατρεπόμενο σε αρσενικό, πουθενά δεν γίνεται ουδέτερο σε –ο (ή έστω –ι με κώφωση από υποτιθέμενο –ε). Σπάνια σε λέξη εκ μεταφοράς από την τουρκική συμβαίνει αυτό (εξ όσων γνωρίζω).
    Πράγματι, η γλώσσα διέπεται από Λόγο, κανόνες. Επίσης, το τ- , όπως αναφέρετε, αλλάζει σε τσ- ή τζ- ( τα οποία μεταξύ τους είναι πιο κοντινά φωνητικά, προστριβόμενα οδοντικά άηχο και ηχηρό αντίστοιχα, άρα πιο εύκολο να εναλλάσσονται στον προφορικό λόγο), όχι όμως τόσο εύκολα ή συχνά αφού η «απόσταση»/διαφοροποίηση είναι κάπως πιο μεγάλη (το ταυ είναι οδοντικό-φατνιακό κλειστό). Σημασιολογικά ή συνεκδοχικά/συνειρμικά, αν θέλετε, έχει μια δόση αληθοφάνειας η συλλογιστική σας για το χρώμα. Προσωπικά μου φαίνεται πιο λογικό (και γλωσσολογικά) η λέξη να προέρχεται από την τουρκική λέξη zincir /ζιντζίρ/ , η οποία σημαίνει αλυσίδα- χρώμα μεταλλικό, αλλά και επειδή προσδιορίζει γαϊτάνι (αν ρωτήσετε νοικοκυρές που πλέκουν θα σας πουν ότι τα πλεκτά γαϊτανάκια γίνονται αλυσίδα ή ότι μια παραδοσιακή βελονιά κεντήματος είναι η αλυσίδα με κλωστή-άρα και λογικά δένει). Το καταληκτικό –ρ (υπαρκτό στα αρχαία και λόγια, όχι στα δημώδη) συμπληρώνεται με κατάληξη ουδετέρου, αναλογικά και προς το γαϊτάνι ίσως. Η εκδοχή σε –λο/-λου (με κώφωση) είναι λογική στο βαθμό εναλλαγής υγρών συμφώνων. Η εκδοχή «τζιντσινου» μου είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί (τα Τζίντζινα, άραγε, χωριό λακωνικού Πάρνωνα – και βιβλίο του ενδιαφέροντος μελετητή του εμφυλίου Π. Μουτουλα- πώς να ετυμολογούνται; Ο Φ. Κουκουλές το δίνει ως αλβανικό τοπωνύμιο- διαχωρίζοντας στην ετυμολόγηση, γενικότερα, προσφυώς το λίαν επαγωγόν από το πιστευτόν. Από την κατάληξη σε –να μπορεί και σλαβικό τοπωνύμιο.  Μπορεί και άσχετο, πάντως από το tencere, μου φαίνεται δύσκολο να προέρχεται.).
    Παραμένουμε στο τσιντζιρό… Το ζ εύκολα γίνεται -καθ’ έλξιν από την επόμενη συλλαβή-  τσ/τζ (ο τσιτακισμός είναι εκτεταμένο φαινόμενο), που είναι κοντινά τριβόμενο και προστριβόμενο αντίστοιχα (φατνιακά και τα δύο), το ταυ ως κλειστό είναι πιο «μακρινό». Τώρα, πιο μαλακό το τσ- από το τζ- με ποια λογική; Στα χρόνια του Μακρυγιάννη πολλά -ντζ- πρόφεραν/έγραφαν πχ. Συνηγορεί δε και ο τόνος στη λήγουσα (αντί της προπαραλήγουσας του τέντζερη (αλήθεια, στην περιοχή σας μαρτυρείται εν χρήσει ο τύπος τσιντζερές του Χριστοδούλου 2003; Με αλλεπάλληλες κωφώσεις *τσιντσιρές;).
    Καλή συνέχεια στις μελέτες σας.

Αφήστε μια απάντηση