Αθήνα, τί να σου τραγουδήσω έχουν πει εδώ και χρόνια οι Κατσιμιχαίοι.
Ένα ροκ μοιρολόι, λοιπόν, για την Αθήνα.
Επίκαιρο.
Ένα blog για την εκπαίδευση και το φαινόμενο της ζωής…
Αθήνα, τί να σου τραγουδήσω έχουν πει εδώ και χρόνια οι Κατσιμιχαίοι.
Ένα ροκ μοιρολόι, λοιπόν, για την Αθήνα.
Επίκαιρο.
Αυτά τα ανοιξιάτικα απογεύματα του Μαΐου έχουν κάτι το ακαταμάχητο, κάτι το οποίο σε κάνει να μη μπορείς να συγκεντρωθείς στη δουλειά που θες να ολοκληρώσεις μέσα στο σπίτι, να μη μπορείς ν’ αντισταθείς στη γοητεία μιας βόλτας με το σκύλο σου.
Εντάξει, εντάξει, σκύλο δεν έχω στο σπίτι,έχει μείνει να φυλάει στο χτήμα. Έχω όμως δύο πιτσιρίκια-ζουζούνια και με τραβολογάνε για βόλτα. “Βόλτα μπαμπά, βόλτα!” Η μητέρα τους έξαλλη και αυτή θέλει να τα ξεφορτωθεί για λίγο. Έτσι για να ηρεμήσει ή στην καλύτερη των περιπτώσεων να προλάβει να κάνει καμιά δουλειά, πριν νυχτώσει και ταβλιαστεί κάτω από την κούραση (τυπική εικόνα ελληνίδας εργαζόμενης-μητέρας-συζύγου-νοικοκυράς)!
Το σκηνικό είναι ιδανικό για τον περίπατο που όλοι τους με λαχτάρα περιμένουν.

Μυρωδιές δέντρων, κομμένο χορτάρι.
Πανέμορφος μπλε-πορτοκαλί ουράνιος θόλος, λίγο πριν το σούρουπο.
Ιδανική θερμοκρασία, ελαφρύ αεράκι σε χτυπά στο μάγουλο.
Ο ήχος από τα ενθουσιώδη χελιδόνια που κάνουν τις τελευταίες χαμηλές πτήσεις τους πάνω από τις στέγες των σπιτιών, έτοιμα και αυτά να χωθούν κάτω από κάποιο μπαλκόνι.
Οι στέγες των ίδιων των σπιτιών, ειδικά όσων νεοκλασσικών έχουν καταφέρει να σωθούν από τη φθορά του χρόνου.
Οι γιαγιάδες που έχουν βγάλει το καρεκλάκι στο πεζοδρόμιο για να κάνουν χάζι.
Η παρέα ξεκινά με μεγάλη προσδοκία: να περάσει καλά στη βόλτα! “Μπαμπά, θα μου πάρεις κάτι; Ένα γλειφιτζουράκι απ’ το περίπτερο να το “απολάψω”, λέει η μικρή. Ωαία, ναιιιαι, κάνει ο μικρός.
Ακολουθούμε το γνωστό δρομολόγιο: σπίτι-πλατεία-κούνιες.
Στο δρόμο σχολιάζουμε διάφορα. Τους περαστικούς, τους γείτονες που ταχταρίζουν τα παιδιά, το παλιό γκρεμισμένο σχολείο, τον Αϊ-Θανάση, τον ουρανό…
Κι εκεί που κοιτάμε ψηλά, θες γιατί κάτι τέτοιες ώρες έσκαγε μύτη κι εκείνος για βόλτα με το παιδί, να σου και τα μεταφυσικά ερωτήματα:
-Μπαμπά, ο παππούλης είναι τώρα στο Θεούλη; Ξεκουράζεται; Μας βλέπει; Εγώ γιατί δε τον βλέπω; Θα πας κι εσύ στο Θεούλη; Δε θέλω. Θέλω να σας βλέπω…
-Όχι, ψυχούλα μου. Δε φεύγουμε εμείς. Εμείς έχουμε πολύ πολύ καιρό μπροστά μας. Μα κι ο παππούς είναι καλά εκεί που πήγε. Δεν είναι κάτι κακό.
Ξέρεις, μικρή, μοιάζουμε σαν τα φυτά που γεννιούνται, μεγαλώνουν, ψηλώνουν, ψηλώνουν, ψηλώνουν, βγάζουν φύλλα, λουλούδια, μυρίζουν όμορφα. Ε, κάποια στιγμή τα φύλλα τους πέφτουν, ώσπου κάποτε μαραίνονται. Και αυτό είναι όλο. Μετά κάποιο άλλο λουλουδάκι θα φυτρώσει. Εμείς είμαστε λουλουδάκια τώρα. Μην ανησυχείς. Εντάξει;
-Εντάξει…

Φαίνεται να το δέχεται. Τα αθώα και ανήσυχα ματάκια της κοιτούν μπροστά. Το μουσουδάκι της χαμογελά. Κουνάει την αλογοουρά της πέρα δώθε. Όμως δε ξέρω αν την έχω πείσει. Μάλλον όχι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ταχύτατα η σκέψη και η διάθεση των παιδιών επιστρέφει στο παιχνίδι, στην προσδοκία της χαράς. Είναι η άμυνά τους. Το ότι είναι παιδιά είναι καλό.
Πάντως, ο μικρός άνθρωπος κάνει τις καλύτερες ερωτήσεις. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η αναζήτηση της αιώνιας αλήθειας έχει αρχίσει από τόσο, μα τόσο νωρίς. Ρωτάει ο μικρός, ρωτάει κι ο μεγάλος. Κοινός παρονομαστής: δε ξέρω σίγουρα τί συμβαίνει ή πού να ξέρω. Είναι όμως χαραγμένο μέσα στον κώδικά μας να το ψάξουμε. Θα το βρούμε; Το CERN θα μας τη λύσει την απορία;
Γι’ αυτό πάμε πλατεία;
Επαρχείον, δέντρα, μυρωδιά πεύκου, σιντριβάνια, κούνιες, παιδικές φωνές, ζωντάνια, όλος ο καλός ο κόσμος. Σουβλάκια, παγωτό, μπαλόνια, πασαρέλλα, για περάστε κόσμε…
Κλασικές καθημερινές εικόνες που επαναλαμβάνονται με τη διαδοχή των εποχών, αλλά φαίνεται να μας αρκούν. Είναι οι μικρές χαρές, οι μικρές ευτυχίες όπως λένε.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα, όσο πιο βαθιά μπορώ. Φυσάω τον αέρα. Εξακολουθώ να κοιτάζω ψηλά. Επιστρέφω.
Πάω τα μικρά στην παιδική χαρά.
Πάω και την ψυχή μου παιδική χαρά…
Βολεύει.
Τις τελευταίες ημέρες κινούμαι ανάμεσά τους.
Τις αγγίζω, περιποιούμαι τα μέλη τους, τις απαλλάσσω από το περιττό φορτίο και τα σημάδια της φθοράς.
Η ανοιξιάτικη κολώνια της φύσης έχει κατακλύσει τον απογευματινό αέρα.
Μέσα στην αγκαλιά τους, καθώς έχω τρυπώσει, ακούω το τραγούδι του κότσυφα.
Ανασηκώνω την κόρη μου για να δει τη φωλιά του.
Μια τόση δα ανατάραξη μέσα στο θόλο τους και ξεπροβάλλουμε στεφανωμένοι με άνθη στα μαλλιά, περπατώντας πάνω σε λευκό μυρωδάτο χαλί, σαν σε γάμο.
Ξεσπάμε σε γέλια από χαρά γι’ αυτό το αναπάντεχο λουλουδάτο χιόνι.
Ναι! Είναι οι πορτοκαλιές, οι λεμονιές, οι μανταρινιές, τα δέντρα που κάποτε φύτεψε ο Τάσος…
Όπως λέμε Λίρα Αγγλίας παλαιάς κοπής.
Η φωτογραφία που ακολουθεί αποτελεί μια ιστορική στιγμή. Πόσα χρόνια άραγε χωράνε στο δευτερόλεπτο ενός κλικ; Πόσες μνήμες ανακαλούνται;

Στο καφενείο όπου προσφέραμε έναν ακόμη καφέ παρηγοριάς για το ετήσιο μνημόσυνο του πατέρα μου (6/3/2011), συναντώ τυχαία δύο από τους αγαπημένους μου δασκάλους.
Ο κ. Ανδρέας (αριστερά) και ο κ. Βασίλης (δεξιά). Δάσκαλοι μιας άλλης εποχής, βγαλμένοι από ένα άλλο σχολείο. Η ατμόσφαιρα όμως της τάξης μας μοναδική. Τον κύριο Ανδρέα τον είχα στα δύο τελευταία χρόνια της καριέρας του, στην Δ’ και Ε’ τάξη, ενώ τον κ. Βασίλη στην Στ’. Ο κύριος Ανδρέας ντρεπόταν να ποζάρει, ήταν αμήχανος.
Κάθε φορά που τους συναντώ στην πλατεία, τρέχω κοντά τους και κρέμομαι από τα χείλη τους. Μήπως και μάθω κάτι ακόμη από αυτούς, μήπως αποσπάσω μια καλοσυνάτη ματιά, ένα καλό σχόλιο, μια συμβουλή, την ευχή τους.
Ακόμη θυμούνται και ρωτούν για τους συμμαθητές μου, για τους μαθητές τους.

(κοιτώντας αυτή την εικόνα, μη μου πείτε ότι το μυαλό σας δεν προσπαθεί να συσχετίσει το 1960, το 1984 με το 2011 και λοιπούς συνειρμούς;)
Άλλοι έγιναν δάσκαλοι, δασκάλες. Άλλοι πάλι γιατροί, κτηνίατροι, δικηγόροι, επαγγελματιές, μαγαζάτορες, μαρμαράδες, κομμώτριες, πωλήτριες, σύζυγοι, μητέρες. Απ’ όλα έβγαλε ο μπαξές. Ο Βασιλάκης μάς άφησε νωρίς σε τροχαίο πριν πολλά χρόνια. Άλλους τους βλέπω Πύργο. Άλλοι έχουν εξαφανιστεί στο εξωτερικό ή στην Αθήνα… Άραγε εκπληρώθηκαν τα όνειρά τους; Τα όνειρα που έκαναν παιδιά;
Εύχομαι να με θυμούνται και εμένα οι μαθητές μου, μετά από χρόνια. Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι πριν από λίγο καιρό συνάντησα στο δρόμο έναν από τους πρώτους μου μαθητές όταν διορίστηκα. Σπουδάζει και αυτός δάσκαλος!
Οι γενιές συναντιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα και μέσα από την ανάμνηση στήνουν γέφυρες επικοινωνίας. Πώς τα φέρνει η ζωή…
Μια παλιά φωτογραφία…
Πόσοι από εσάς θυμάστε αυτόν τον γλυκύτατο παππού που μας έλεγε παραμύθια τη δεκαετία του ’80;
Ε, λοιπόν εγώ τον εντόπισα πριν από 3 χρόνια και ήπιαμε καφέ… Και μου είπε πολλά πολλά παραμύθια….
Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, τώρα κάνει ένα φοβερό come back εκμεταλλευόμενος και τις Τ.Π.Ε.!!!
Και blog και διαδικτυακό κανάλι παρακαλώ!!! Όχι παίζουμε…
Νομίζω είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί. Ξαφνικά ενώνει δύο εποχές. Η κόρη μου κι εγώ βλέπουμε Παραμυθά. Δεν είναι φοβερό;
Επισκεφτείτε τις δύο διευθύνσεις και δε θα χάσετε.
www.paramithas.gr
www.paramithas.tv
Προσωπικά, προτιμώ τα δικά του παραμύθια από κάτι άλλα που μας λανσάρουν κάποιοι άλλοι.
© 2026 Χρήστος Παπανδρέου Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr