Η λογοτεχνία ανοίγει δρόμους επικοινωνίας. Αφού τα κείμενα “συνομιλούν”, αποφασίσαμε λοιπόν, κι εμείς να “συνομιλήσουμε” μέσα από τις λογοτεχνικές μας δημιουργίες με τους συμμαθητές μας του 12ου Γυμνάσιου Αχαρνών και να αλληλοεμπνευστούμε.
Η συνεργασία μας με το 12ο Γυμνάσιο Αχαρνών
Ένα διαφορετικό τέλος στο διήγημα “Γιατί;” του Γιάννη Μαγκλή από μαθήτρια του Β΄3
Banksy, “Θωρακισμένο περιστέρι”, γκράφιτι σε τοίχο του Κέντρου Παλαιστινιακής Κληρονομιάς στη Βηθλεέμ.
“Μα ο πρώτος στρατιώτης ξέχασε ολότελα τα όσα τώρα δα είπε αγναντεύοντας τον ήσυχο ουρανό και μονοστιγμής τράβηκε από τη μέση του το πιστόλι και το πρότεινε στον οχτρό.”
Η ανάγνωση σταματά σε αυτό το σημείο και οι μαθητές καλούνται να φανταστούν τη δική τους εκδοχή για την εξέλιξη της πλοκής.
Η Χ. Π. συνεχίζει…
Τρομαγμένος ο οχτρός τώρα μπροστά στο πιστόλι του νέου στρατιώτη σήκωσε μονομιάς τα χέρια και, με τρεμάμενη φωνή, είπε κάτι στη γλώσσα του παρακλητικά. Λες και ήθελε να πει:
– “Κοίταξέ με, αδελφέ μου! Είμαι ολομόναχος και άοπλος. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξέ με, είμαι νέος πολύ και, ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλον κανένα με καρτερά.”
Ο νέος στρατιώτης όμως, δεν μπορούσε να τον ακούσει. Η μόνη φωνή που μπορούσε ν’ ακούσει ήταν εκείνη του φόβου. Εκείνη που του φώναζε να τον πυροβολήσει, πως ο άλλος στρατιώτης δεν ήταν τίποτα παρά μόνο ένας ακόμη εχθρός που ήθελε το κακό του, τίποτα παραπάνω από μια απειλή. Ο φόβος είχε αποκτηνώσει τον νέο στρατιώτη. Ήταν αποφασισμένος να τον πυροβολήσει.
Είχε σηκώσει το όπλο του και ήταν έτοιμος να τον πυροβολήσει. Έριξε μια τελευταία ματιά πριν πατήσει τη σκανδάλη. Μόνο που τότε τον “είδε”, αντίκρισε τον φίλο του τον παιδικό, εκείνον που μεγάλωσαν μαζί, εκείνον που είχε σαν αδελφό του. Πέταξε κάτω το όπλο του. Άρχισε να τρέχει προς το μέρος του φωνάζοντας το όνομά του. Ήθελε να τον αγκαλιάσει, μα δεν μπόρεσε.
Μέχρι να φτάσει ο νέος στρατιώτης κοντά του, ο οχτρός είχε πυροβοληθεί από κάποιον άλλο…
ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
13ος Διαγωνισμός Εφηβικού Διηγήματος και Ποίησης Γρηγόρης Πετζίκης
Ο Πανελλήνιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Εφηβικού Διηγήματος και Ποίησης «Γρηγόρης Πεντζίκης» θεσπίστηκε το σχολ. έτος 2012-13. Το 2014 πήρε σχετική έγκριση από το Υπουργείο Παιδείας και διοργανώνεται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα, με την έγκριση ανά έτος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Ο Διαγωνισμός απευθύνεται σε μαθητές/τριες της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Ο Γρηγόρης Πεντζίκης (1945-2012) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και έζησε στη Δράμα, όπου δίδαξε ως φιλόλογος καθηγητής. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, δοκίμια κριτικής, βιβλία, ενώ λογοτεχνικά και κριτικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά.
Οι κατηγορίες είναι:
α) Εφηβικού Διηγήματος (Κάθε μαθητής/τρια Γυμνασίου ή Γενικού/Επαγγελματικού Λυκείου μπορεί να συμμετέχει (ατομικά) με ένα (1) διήγημα έως έξι (6) σελίδες, μεγέθους Α4, δακτυλογραφημένες με γραμματοσειρά Times New Roman 12, στην ελληνική γλώσσα και θέμα ελεύθερο.)
β) Εφηβικής ποίησης (Κάθε μαθητής/τρια Γυμνασίου ή Γενικού/Επαγγελματικού Λυκείου μπορεί να συμμετέχει (ατομικά) με ένα (1) ποίημα, γραμμένο με ομοιοκαταληξία ή με ελεύθερο τρόπο, μέχρι τριάντα στίχους, στην ελληνική γλώσσα και θέμα ελεύθερο.)
Κάθε έτος απονέμεται 1ο, 2ο και 3ο Βραβείο ανά κατηγορία στους/στις διακριθέντες/θείσες μαθητές/τριες Γυμνασίου ή Γενικού/Επαγγελματικού Λυκείου.
Περισσότερες λεπτομέρειες για τους όρους συμμετοχής στον διαγωνισμό, μπορείτε να βρείτε στο ακόλουθο αρχείο:
Επίσης στην ακόλουθη ιστοσελίδα, έχετε τη δυνατότητα να διαβάσετε τα μαθητικά κείμενα που βραβεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια (Κατηγορία: Ο Διαγωνισμός: βραβευμένα κείμενα):
Ζωρζ Σαρή “Νινέτ”
Οι μαθητές/ μαθήτριες του Α1 εμπνέονται από το όνειρο της Νινέτ και καταγράφουν ένα δικό τους.
Ένας κόκκινος σκούφος
Πέρυσι τα Χριστούγεννα είδα ένα πολύ περίεργο όνειρο.
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και όλα ήταν στολισμένα. Το δέντρο γεμάτο λαμπιόνια και μικρές χρυσοκόκκινες μπαλίτσες ανάμεσα στα πράσινα κλαδιά. Οι χριστουγεννιάτικες κάλτσες κρεμασμένες στο τζάκι περίμεναν τις καραμελίτσες και τα άλλα γλυκάκια να τους κάνουν συντροφιά.
Μόνο ένα πράγμα έλειπε, το δώρο από τον Άγιο Βασίλη. Ήμουν πολύ στεναχωρημένος που ο Άγιος Βασίλης δεν είχε έρθει ακόμα στο σπίτι μου να μου δώσει το δώρο μου. Περιμένοντας τον να έρθει έγειρα στον καναπέ. Ξαφνικά είδα κάτι να κουνιέται στο μπαλκόνι του σπιτιού. Έτρεξα αμέσως να δω τι ήταν, αλλά δε διέκρινα τίποτα. Το μόνο που βρήκα ήταν μια κόκκινη κλωστή. Έμοιαζε να είναι από έναν κόκκινο, πλεκτό σκούφο. Σκούφο; Εγώ δεν είχα ποτέ κόκκινο σκούφο. Καθώς τον περιεργαζόμουν παρατήρησα μία κόκκινη φιγούρα στον κήπο. Αυτός ήταν ! Ο Άγιος Βασίλης! Σαν καπνός κατέβηκα τις σκάλες και διέσχισα τον κήπο ελπίζοντας να τον προλάβω και τον δω από κοντά. Αντί γι’ αυτόν όμως είδα το δώρο μου. Αισθάνθηκα τόση χαρά που είχα στα χέρια μου το χριστουγεννιάτικο δώρο μου!
Τότε ένιωσα τον αδερφό μου να με ταρακουνάει και να μου λέει : «Ήρθε, ήρθε, ξύπνα!». Κοίταξα κάτω από το δέντρο και τι να δω! Το δώρο μου! Άραγε όλο αυτό ήταν ένα όνειρο ή συνέβη στ’ αλήθεια;
Μ. Α.
Το “Ουλαλούμ” του Γ. Σκαρίμπα εμπνέει τους μαθητές του Γ2
Η μαθήτρια Π.Κ γράφει τους δικούς της στίχους:
Όλο το βράδυ σε άκουγα κυρά,
άκουγα τα βήματά σου
στολίζοντας την κάμαρα και το κάθισμά σου.
Μα δεν φάνηκες εσύ,
αγνοώντας την δική μου την ευχή,
εντείνοντας την μοναξιά και την σιωπή.
Όλο το βράδυ σε έψαχνα κυρά,
σε δάσος, θάλασσα και στεριά
αλλά δεν σε βρήκα
διαγράφοντάς μου κάθε ελπίδα…
Οι μαθητές του Β2 εμπνέονται από το “Γιατί;” του Γ. Μαγκλή
Ο στρατιώτης- θύτης γράφει ένα γράμμα στη μητέρα του…
Από τη μαθήτρια του Α.Μ
δε θα πιστέψεις τι έκανε ο μοναχογιός σου, τι έγκλημα έπραξε. Ούτε εγώ δεν είχα καταλάβει τι είχα κάνει μέχρι που είδα το σώμα του νεκρού δίπλα μου, χωρίς τα μάτια του ν’ ανοίγουν, χωρίς ν’ αναπνέει, χωρίς την καρδιά του να χτυπά. Σε παρακαλώ, μητέρα μου, στάσου δίπλα μου στο μαρτύριό μου, σε ικετεύω, πέφτω στα πόδια σου.
Ήταν μια συνηθισμένη μέρα πολέμου… με πόλεμο και πόλεμο και ξανά πόλεμο. Μόλις τελείωσε η μάχη, πήγα σε μια μικρή πηγή να ξαποστάσω, να πιω λίγο νερό.. Μόλις που είχα δροσιστεί, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε ένας άγνωστος στρατιώτης. Πανικοβλήθηκα, δεν έβλεπα μπροστά του, ούτε ότι ήταν άοπλος δεν είδα. Κάποια στιγμή κάτι που έλεγε στη γλώσσα του, δεν το κατάλαβα, όχι όμως πώς προσπάθησα…Μετά για μένα όλα μαύρισαν, πήρα το όπλο μου και απλά… καταλαβαίνεις τη συνέχεια. Ξέχασα τι σημαίνει ανθρωπιά, ξέχασα εσένα, μητέρα, ξέχασα τις προσευχές μου να τελειώσει αυτό το μαρτύριο, ξέχασα τον Θεό… Ζητώ συγχώρεση.. από τον Θεό, από τη μητέρα εκείνου του κακόμοιρου παιδιού, από σένα. Κείνο το παιδί ήταν ένα παιδί σαν κι εμένα που περίμενε πως και πως να δει τη μητέρα του, την οικογένειά του. Σκότωσα τα όνειρά του και τα όνειρα της οικογένειάς του γι’ αυτόν…Πώς θα με συγχωρέσουν; Πώς θα συγχωρέσω εγώ τον εαυτό μου;
Δεν ξέρω τι να κάνω, ούτε πως να συνεχίσω τη ζωή μου μ’ αυτό το βάρος στην ψυχή μου. Πρέπει να συγχωρήσω τον εαυτό μου ή να ζήσω μ’ αυτό το βάρος ή…. δεν έχω άλλο χρόνο.
Σε φιλώ
Ο γιος σου
Κι ένα γράμμα στη μητέρα του νεκρού στρατιώτη…
Από τον μαθητή Φ.Α
Αγαπητή κυρία,
Ελπίζω να είστε καλά και ο Θεός να σας χαρίζει υγεία και δύναμη. Σας στέλνω αυτό το γράμμα για να σας ανακοινώσω κάτι θλιβερό…
Δυστυχώς ο γιος σας δεν είναι πια στη ζωή… Και το λέω με μεγάλο πόνο στην ψυχή μου. Είμαι συγκλονισμένος, δεν μπορώ να πιστέψω αυτό που έκανα… εγώ ευθύνομαι για τον θάνατό του. Εγώ, εγώ, εγώ… και κανένας άλλος. Να ξέρετε πόσο έχω μετανιώσει, πόσο θα ήθελα να με συγχωρέσει ο γιος σας… αλλά ξέρω ότι δε μου αξίζει.
Είχα πάει στην πηγή να πιω νερό, να πλυθώ, να νιώσω ξανά άνθρωπος. Και πραγματικά, ένιωσα τόσο ήρεμος…όταν ξαφνικά είδα τον γιο σας. Χωρίς να το σκεφτώ, τράβηξα το όπλο και τον πυροβόλησα, σαν να’ μουν τέρας, έτσι μ’ έχει καταντήσει ο πόλεμος. Όμως πιστέψτε με, όταν τον είδα νεκρό και κατάλαβα τι έκανα, άρχισα να τρελαίνομαι. Αμέσως μετάνιωσα, γύρισα πίσω, προσπάθησα να τον κρατήσω στη ζωή…όμως ήταν αργά… Τον πήρα τότε στην αγκαλιά μου, του χάιδευα το χέρι, του μιλούσα σα να είναι ο αδελφός μου… Έτσι μας βρήκε το ξημέρωμα, όπου τον έθαψα με ευλάβεια κάτω από μια ελιά.
Συγχωρέστε με, ο πόλεμος με μεταμόρφωσε σε τέρας χωρίς καρδιά κι ανθρωπιά. Θα ήθελα να επανορθώσω, αλλά δεν ξέρω πώς… θα ήθελα να γίνω ο γιος που σας στέρησα, να σας φροντίσω, να σας φιλήσω τα χέρια και να σας ζητήσω συγχώρεση… δεν είμαι φονιάς…
Με σεβασμό
Ο στρατιώτης Φ.Α
Μετά την ανάγνωση του ποιήματος του Τ. Λειβαδίτη «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»… οι μαθητές γράφουν τους δικούς τους στίχους…
Vanessa Van Garet, “Solidarity”
Από τη μαθήτρια Χ.Μ
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, θ’ αγαπάς τον συνάνθρωπό σου
Θα τον νοιάζεσαι πιο πολύ κι από τον εαυτό σου
Θα τον βοηθάς στις δυσκολίες
Θα ξενυχτάς στο πλάι του
όταν αρρωσταίνει
Θα τον φροντίζεις
όπως φροντίζεις την οικογένειά σου.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θ’ αποδέχεσαι τα ελαττώματα του συνανθρώπου σου
και δε θα τον κατηγορήσεις ποτέ γι’ αυτά.
Θα θυμάσαι
πώς έχεις κι εσύ ελαττώματα.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα κάνεις υπομονή
ακόμα κι αν σ’ αδικήσουν.
Ακόμα κι αν όλος ο κόσμος είναι εναντίον σου
θα σφίξεις τα δόντια
και θα προχωρήσεις.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα συγχωρείς και δε θα κρατάς κακία
θα σκορπάς απλόχερα αγάπη
χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Οι μαθητές του Γ4, του 12ου Γυμνασίου Αχαρνών, εμπνέονται από την “Αυτοβιογραφία” της Ελισάβετ Μαρτινέγκου
Η Ελισάβετ αφήνει ένα γράμμα στον αδερφό της, προκειμένου να τον πείσει ότι αξίζει και πρέπει να διαφυλάξει το πνευματικό της έργο.
Από τη μαθήτρια του Γ4 Χ.Π
Αγαπημένε μου αδελφέ,
Δυστυχώς δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια αυτά που θέλω να σου πω, οπότε ελπίζω τα γράμματα που τόσο αγαπώ να καταφέρουν να το κάνουν για εμένα. Θέλω να σου μιλήσω για το όνειρό μου να συνεχίσω τη ζωή μου ως συγγραφέας. Βλέπεις, δεν πήρα ακόμη το μάθημά μου. Δε λογαριάζω τις αντιρρήσεις του πατέρα σε αυτό. Εκείνος όσο τον θυμάμαι έτσι ήταν. Αμφιβάλλω ακόμη αν έχει αναρωτηθεί ή ενδιαφερθεί ποτέ του για το πώς θα κάνει εμάς τους δύο ευτυχισμένους και όχι για το τι θα πει ο κόσμος για το όνομά του. Όμως εσύ, δεν μπορώ να δεχτώ ότι βαδίζεις στα δικά του χνάρια. Ναι, είσαι άντρας πια, ναι, σύντομα εσύ θα αποφασίζεις σε τούτο εδώ το σπίτι, αλλά κοιτάζοντάς σε, ακόμα βλέπω τον αδελφό μου που μαζί του κατέκρινα τις απόψεις αυτές, που μαζί του δεινοπαθούσα βλέποντας τη μητέρα μας να υποφέρει υπό την επίβλεψη και την καταπίεση του πατέρα. Γιατί να υποστηρίζεις το να βρεθούν σε αυτήν τη θέση και άλλες χιλιάδες αβοήθητες γυναίκες; Δυστυχώς, οι επιθυμίες μου δε μου επιτρέπουν να ζήσω με τρόπο που θα κάνει την οικογένειά μας περήφανη, μα ξέρω πολύ καλά ότι, αν κάποιος είναι περήφανος για εμένα έστω και κατά βάθος για την «ντροπιαστική» μου απόφαση να μη δημιουργήσω τη δική μου οικογένεια αλλά να παλέψω για την πραγματική μου ευτυχία, αυτός θα είσαι εσύ. Σου ζητώ, λοιπόν, ακόμη και κρυφά αν αυτό είναι που θέλεις, τη βοήθειά σου στη μάχη για τη σωτηρία των λογοτεχνικών μου παιδιών, καθώς αυτά είναι τα μόνα παιδιά που θέλω πραγματικά να αποκτήσω και είμαι περήφανη γι’ αυτά.
Ελπίζω να κατάφερα να σε μαλακώσω λίγο και όχι να σε εξαγρίωσα παραπάνω με την επιμονή μου. Ο μόνος για του οποίου την αγάπη είμαι σίγουρη είσαι εσύ και χρειάζομαι τη δική σου βοήθεια στον αγώνα μου.
Σε ευχαριστώ πολύ,
η αδελφή σου Ελίζα
Με έμπνευση από το “Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ”…
Η αδελφή της Άννας, Μαργκότ, γράφει στο ημερολόγιό της τις δικές της σκέψεις…
Από τη μαθήτρια του Β1 Ε.Δ
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σήμερα είναι μια συνηθισμένη μέρα, όπως όλες τις άλλες, όμως η μητέρα μου είναι τρομερά εκνευρισμένη με την αδερφή μου, την Άννα, σχετικά με το περιστατικό που συνέβη χθες το βράδυ. Καθόμουν και διάβαζα ένα εικονογραφημένο βιβλίο, μέχρι που σηκώθηκα και βγήκα λίγο από το δωμάτιο, αφήνοντας το βιβλίο μου ανοιχτό, για να συνεχίσω το διάβασμα μόλις γύριζα πίσω. Έλα όμως που μόλις γύρισα είδα την Άννα με τα μούτρα πεσμένα πάνω στο βιβλίο μου. Είχα θυμώσει τόσο πολύ εκείνη τη στιγμή! Την παρακάλεσα να μου το δώσει, αλλά δεν ήθελε! Τότε, θύμωσα πολύ και μπήκε στη μέση η μαμά λέγοντας: “Η Μαργκότ είχε και διάβαζε αυτό το βιβλίο πρέπει λοιπόν να της το δώσεις!” Σαν να μην έφτανε αυτό, μπήκε ο μπαμπάς στο δωμάτιο και αφού είδε το απεγνωσμένο ύφος που είχα, ξέσπασε στην Άννα λέγοντας της: “Θα ήθελα πολύ να δω τι θα έκανες, αν η Μαργκότ άρχιζε να ξεφυλλίζει ένα από τα βιβλία σου!”
Αφού η αδερφή μου άφησε το βιβλίο κάτω, βγήκε από το δωμάτιο με μια λυπημένη έκφραση. Την στιγμή που ο πατέρας κατσάδιαζε την Άννα, ένιωσα άσχημα για αυτήν. Το ξέρω ότι γίνομαι σκληρή απέναντι της, αλλά την αγαπώ σαν τίποτε άλλο, όμως είναι και εκείνες οι στιγμές που μου σπάει τα νεύρα! Παρόλα αυτά πιστεύω ότι εγώ με την μητέρα κατά κάποιο τρόπο προστατεύουμε η μία την άλλη. Γενικά, πιστεύω ότι εγώ με τους γονείς μου έχουμε καλές σχέσεις αν σκεφτείς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε, δε νομίζω ότι μπορώ να πω όμως το ίδιο και για την Άννα. Σχεδόν κάθε μέρα μαλώνω με την αδερφή μου για κάτι χαζό, που έχει γίνει συνήθεια για όλους μας. Πάντως πιστεύω ότι οι γονείς μου πρέπει να γίνουν λίγο πιο ελαστικοί με την Άννα… είναι λίγο γκρινιάρα και κλαψιάρα, δε λέω, αλλά – πρέπει να το παραδεχτώ- είμαι κι εγώ λιγάκι αυταρχική…
Τέλος πάντων …..θα τα ξαναπούμε αύριο πάλι. Μέχρι τότε, πάω να συνεχίσω το βιβλίο μου!
Με αγάπη, Μαργκότ.
Η Άννα Φρανκ από τον μαθητή Ε.Κ
Οι μαθητές του Β΄1 απαντούν στο “Γιατί;” του Γ. Μαγκλή, δημιουργώντας τα δικά τους κείμενα
Ο στρατιώτης γράφει στο ημερολόγιό του….
Αγαπητό ημερολόγιο,
Σήμερα ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου, γιατί αφαίρεσα μια ζωή.. Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν το έκανα σκόπιμα.. Όταν αντίκρισα τον εχθρό, ταράχθηκα και πάνω στον πανικό μου τον πυροβόλησα…Δίχως να σκεφτώ ότι ήταν κι αυτός ένας νέος σαν κι εμένα, που τον περίμενε η οικογένειά του. Για μια στιγμή έχασα τον εαυτό μου, συμπεριφέρθηκα απάνθρωπα.. Μετάνιωσα αμέσως, αλλά το κακό είχε ήδη γίνει. Ας με συγχωρέσει ο Θεός γι’ αυτό που έκανα, γιατί εγώ δεν μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου. Ο πόλεμος φταίει… Ο πόλεμος! Ο πόλεμος μετατρέπει τους απλούς ανθρώπους σε φονιάδες!
Μετά την ανάγνωση του ποιήματος του Τ. Λειβαδίτη «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»… οι μαθητές γράφουν τους δικούς τους στίχους…
Vanessa-van-Gasset-Solidarity
Από τον μαθητή του Β1 Α.Α
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, να μην είσαι ασεβής
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, να είσαι ευγενικός
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, να βοηθάς τους συνανθρώπους σου
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, να είσαι φίλος με όλους τους ανθρώπους
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, να μην σκοτώνεις ανθρώπους
γιατί είσαι κι εσύ άνθρωπος
γιατί όλοι οι άνθρωποι αγαπούν τη ζωή.






