Η Νέλλη δεν εμποδίζει την εξοργισμένη αφηγήτρια να χτυπήσει την πόρτα της διπλανής οικογένειας και να μιλήσει στη μητέρα του μικρού κοριτσιού. Οι μαθητές του Β΄3 φαντάζονται τον διάλογο ανάμεσα στις δύο γυναίκες.

Η μαθήτρια Ε.Π. γράφει:
Αρκετά!, είπα. Δεν άντεξα άλλο κι εγώ. Πήγα αμέσως στο διπλανό διαμέρισμα απ’ όπου ακούγονταν επί εβδομάδες αυτές οι απαίσιες, ενοχλητικές φωνές. Χτύπησα την πόρτα και αντίκρισα τη μητέρα του μικρού κοριτσιού κατακόκκινη και εμφανώς εξοργισμένη.
– Κυρία μου, αφήστε το παιδί! Το τρελάνατε! Όπως και όλη την πολυκατοικία με τις φωνές σας, της είπα
Αυτή με κοίταξε.
– Ναι, αλλά δεν τρώει και θα αρρωστήσει.
– Μα φυσικά και δεν τρώει. Σας εκδικείται για τις μέρες που το αφήσατε στη γιαγιά του. Όσο για τις φωνές, δεν είναι η λύση· μόνο χειρότερα κάνουν τα πράγματα, είπα με θάρρος στη μητέρα του κοριτσιού και αυτή απάντησε όλο θυμό.
– Έχουμε κι άλλες δουλειές να κάνουμε, κυρία μου. Ξυπνάμε πρωί πρωί για τη δουλειά, οι ρυθμοί είναι γρήγοροι, το άγχος πολύ. Πώς θα δουλέψουμε αύριο, αν την ταΐζουμε μέχρι να ξημερώσει;, είπε και μου έκλεισε την πόρτα στη μούρη.
Εξοργισμένη γύρισα στο διαμέρισμά μου γεμάτη απογοήτευση.
Ευτυχώς το ζευγάρι μετακόμισε, το σπίτι το νοίκιασε ένας εργένης και ησυχάσαμε.
Ο διάλογος της Α.Δ.

Δεν άντεξα. Τρέχω και χτυπώ το κουδούνι της γειτόνισσας τρεις φορές. Εκείνη ανοίγει.
– Παρακαλώ, ποια είστε, κυρία μου;
– Μένω στο ακριβώς διπλανό διαμέρισμα. Άκουσα τις φωνές σας. Μα πώς μπορείτε να κακομεταχειρίζεστε έτσι ένα μικρό παιδί;, είπα με εκνευρισμό, τον οποίο φάνηκε να αντιλήφθηκε.
– Α, σας παρακαλώ, κυρία μου, που θα μου βάλετε εμένα χέρι για το πώς συμπεριφέρομαι στο παιδί μου!
Προσπάθησα να συγκρατηθώ, αλλά μου φάνηκε αδύνατον.
– Συγγνώμη, δεν καταλαβαίνετε ότι κάνατε την ίδια σας την κόρη να σας εκδικηθεί; Τόσους μήνες σας ακούω να συμπεριφέρεστε με άθλιο τρόπο στο παιδί σας.
Η συζήτηση είχε μετατραπεί σε σύγκρουση. Δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.
– Θα καλέσω αμέσως την αστυνομία! Δεν έχετε απολύτως κανένα δικαίωμα να παρεμβαίνετε στη ζωή τη δικιά μου και της κόρης μου! Φύγετε γρήγορα από μπροστά μου, πριν πάρω την αστυνομία τηλέφωνο!
– Αλήθεια; Πάρτε τηλέφωνο, λοιπόν! Αναρωτιέμαι με ποιου το μέρος θα πάνε και ποιος θα μπλέξει πραγματικά.
Έφυγα συγχυσμένη.
Λίγο καιρό μετά η οικογένεια μετακόμισε. Ένας εργένης νοίκιασε το διαμέρισμα και ησυχάσαμε.
Ο Α.Λ. γράφει:
– Καλησπέρα σας! Ήθελα να μιλήσουμε.
– Καλησπέρα … συμβαίνει κάτι;
– Ναι, συμβαίνει. Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω φωνές και κλάματα από το σπίτι σας. Έχω προσπαθήσει να το αγνοήσω, αλλά πλέον δε γίνεται. Έχετε συνειδητοποιήσει πως αυτό επηρεάζει τη γειτονιά μας;
– Μα, κοιτάξτε. Τα παιδιά είναι παιδιά και κάποιες φορές μπορεί να ξεσπάσουν.
– Δε μιλάμε για σπάνια περιστατικά. Το να ακούγεται συνεχώς κλάμα είναι άλλο θέμα. Όλοι έχουμε δυσκολίες, αλλά δεν ξεσπάμε με τρόπο που να γίνεται πρόβλημα στους γύρω μας και κυρίως στα παιδιά.
– Δεν έχετε δικαίωμα να ανακατεύεστε στην οικογένειά μου!
– Όταν οι φωνές διαπερνούν τους τοίχους και τα παιδιά υποφέρουν, τότε γίνεται υπόθεση όλων. Σκεφτείτε λίγο πώς μπορείτε να το διαχειριστείτε καλύτερα. Σας το λέω ως γειτόνισσα που νοιάζεται, αλλά και που δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση!
Η νεαρή γυναίκα με έσπρωξε και μου έκλεισε την πόρτα στη μούρη.
Δεν ξαναασχολήθηκα, γιατί η καθαρίστρια μου είπε ότι η οικογένεια σύντομα θα μετακόμιζε.
Η Μ.-Σ.Π. φαντάζεται τον παρακάτω διάλογο ανάμεσα στις δύο γυναίκες:
Ακούω πάλι φωνές από το διπλανό διαμέρισμα. Δεν αντέχω άλλο. Βγαίνω έξω και χτυπάω την πόρτα τους για να μιλήσω με τη μητέρα του παιδιού. Χτυπάω την πόρτα όσο πιο δυνατά μπορώ.
– Ανοίξτε την πόρτα, κυρία μου!
– Δεν πρόκειτα να σας ανοίξω όσο κι αν προσπαθείτε.
– Είπα ανοίξτε την πόρτα πριν τη σπάσω!
Μετά από λίγη ώρα η μητέρα κουράστηκε από τις πολλές φωνές και επιτέλους άνοιξε την πόρτα.
– Τι θέλετε εδώ τέτοια ώρα;
– Ήρθα, γιατί δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση.
– Ποια κατάσταση, κυρία μου;
– Νομίζω ξέρετε πολύ καλά για ποια κατάσταση μιλάω.
– Όχι, δεν ξέρω.
– Ωραία τότε, αφού θέλετε να κάνετε την ανήξερη, θα σας πω εγώ την κατάσταση.
– Σας ακούω.
– Κάθε μέρα φωνάζετε στο παιδί και το χτυπάτε.
– Το τι κάνω εγώ με το παιδί μου είναι δική μου δουλειά. Το καταλάβατε;
– Συγγνώμη, αλλά επειδή κανείς άλλος δεν υποστήριξε τα δικαιώματα αυτού του παιδιού, δε σημαίνει πως δε θα το κάνω ούτε εγώ.
– Και τι θέλετε να κάνω δηλαδή; Έχω κουραστεί πλέον με αυτό το παιδί.
– Το κατανοώ ότι το παιδί σας βρίσκεται σε μια ηλικία που θέλει να γίνεται μόνο το δικό της και να νευριάζει εύκολα, αυτό όμως, δε σημαίνει ότι πρέπει να της φωνάζετε ή να τη χτυπάτε.
– Και τι πρέπει να κάνω;
– Να συζητήσετε ήρεμα μαζί της, να ακούσετε τι έχει να σας πει και, όταν κάνει λάθη, να της τα εξηγείτε. Με τις φωνές και τη βία το παιδί χάνει την εμπιστοσύνη του σε σας και γίνεται πιο οξύθυμο.
– Αυτός ο τρόπος θα φέρει αποτελέσματα;
– Δοκιμάστε τον και θα δείτε.
– Εντάξει. Σας ευχαριστώ πολύ για τις συμβουλές σας και συγγνώμη για όλη αυτή τη φασαρία. Αντίο!
– Καλό σας μεσημέρι!
Τις επόμενες μέρες, κατάλαβα ότι η μητέρα ακολούθησε τις συμβουλές μου, οπότε πολλά πράγματα άλλαξαν. Στην πολυκατοικία μας επικρατούσε ηρεμία και το μικρό κορίτσι είχε αρχίσει να ανοίγεται στη μητέρα του και να της δείχνει εμπιστοσύνη.
Η εκδοχή της Κ. Ο.
Μόλις η κόρη μου πήγε στο δωμάτιο, πήρα θάρρος και πήγα και χτύπησα την πόρτα της διπλανής οικογένειας. Ήμουν τόσο συγχυσμένη, που δεν ντράπηκα να φωνάξω να μου ανοίξει αμέσως.
– Κυρία μου, ανοίξτε την πόρτα!
– Δε σας ανοίγω με τέτοιες φωνές!
– Ανοίξτε!, είπα. Θέλω να συζητήσουμε.
Μετά από λίγο η νεαρή μητέρα κουράστηκε και άνοιξε την πόρτα.
– Τι θέλετε, κυρία μου;
– Μένω στο διπλανό διαμέρισμα και δεν αντέχω άλλο να ακούω τις φωνές σας και τα κλάματα του παιδιού σας που διαπερνούν τον τοίχο μου.
– Κυρία μου, σας παρακαλώ να φύγετε.
– Όχι, δε θα φύγω πριν καταλάβετε και το δικό μου δράμα και του παιδιού σας που κλαίει και ωρύεται γιατί το πιέζετε να φάει χωρίς να θέλει.
– Πρέπει μα καταλάβετε κι εμένα, όμως. Δε γίνεται να είμαι από πάνω του για να φάει. Και εγώ και ο σύζυγός μου δουλεύουμε το πρωί. Δε γίνεται να ξενυχτήσουμε προσπαθώντας να την πείσουμε να φάει.
– Σας καταλαβαίνω, αλλά με τις φωνές δε θα αλλάξει τίποτα. Η κόρη σας βρίσκεται σε μια ηλικία που τα θέλει όλα δικά της. Από την άλλη, σας κρατάει μούτρα που λείπατε για ένα μήνα και την είχατε παρατήσει στη γιαγιά και στον παππού.
– Σας παρακαλώ, φύγετε! δε θέλω να το συζητήσουμε άλλο αυτό το θέμα. Δε θα επιτρέψω να μου πείτε πώς θα αναθρέψω το παιδί μου!
Θύμωσα, όμως την κατάλαβα λίγο. Έφυγα λέγοντάς της να σκεφτεί όσα συζητήσαμε.
Η μητέρα νομίζω ότι με κατάλαβε, γιατί για τον επόμενο μήνα οι φωνές σταμάτησαν και όλα ήταν τέλεια. Δεν κράτησε όμως για πολύ. Κάποιο πρωινό οι φωνές και τα κλάματα ξανάρχισαν. Ευτυχώς μετακόμισαν και έφυγαν από την πολυκατοικία. Το διαμέρισμα νοίκιασε ένας εργένης και ησυχάσαμε.