Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
– Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Πάρ’ τα…
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια…
Από τη μαθήτρια του Β1 Α.Ε
……………………………………………………..
Η Ιουλία ωστόσο αρνείται. Για άλλη μία φορά ο εργοδότης προσπαθεί να την πείσει ότι δεν αξίζει για παραπάνω γιατί κάνει μισές δουλειές. Η Ιουλία συνεχίζει να αρνείται και να απαιτεί να πάρει τα λεφτά της . Όση προσπάθεια και να έκανε δεν κατάφερε να τον πείσει. Ο εργοδότης συνέχιζε να επισημαίνει ότι τα λεφτά είναι απλά ένας αριθμός και ότι είναι τυχερή που παίρνει έστω και κάτι. Στο τέλος ο εργοδότης θύμωσε και την απείλησε!
.Η Ιουλία έβαλε τα κλάματα και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από το γραφείο του. Το πρόσωπο της είναι παγωμένο . Τα μάτια της είναι γεμάτα πίκρα και απογοήτευση . Το συναίσθημα της ματαιότητας την πνίγει. Το μόνο που της μένει είναι η μοναξιά και η απόγνωση. Καταλαβαίνει οτι κανείς δεν την βλέπει και κανείς δεν νοιάζεται.
Το βράδυ πια επιστρέφει στο σπίτι της . Στο κενό δωμάτιο με τα φώτα σβηστά και τα παράθυρα κλειστά . Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη . Η αντανάκλαση της φαίνεται ξένη. Σαν να μην ανήκει πλέον σε αυτόν τον κόσμο . Τα χέρια της τρέμουν. Κλείνει τα μάτια της για μια στιγμή και το μόνο που περνάει από το μυαλό της είναι η αδικία που υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο και που δεν πρόκειται να διορθωθεί ποτέ . Στην σιωπή της νύχτας , η Ιουλία κάνει το τελευταίο της βήμα βυθίζοντας την ζωή της σε ένα σκοτάδι . Εκεί που οι αριθμοί δεν έχουν καμία αξία…
Από τον μαθητή του Β1 Ε.Α
..- Μπα; Κι εγώ δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία μας κάνουν έντεκα. Πάω να τα πάρω από το διπλανό δωμάτιο, οπότε περίμενε λίγο. Χωρίς να κάνεις φασαρία!
Βγαίνοντας, είπα χαμηλόφωνα, μα επίτηδες:
– Άλλη δουλειά δεν είχαμε, να πληρώνουμε τις γυναίκες για την τιποτένια δουλειά τους!
Αναψοκοκκίνισε. Η δεσποινίς Ιουλία νόμισε πως όντως πήγαινα στο άλλο δωμάτιο με σκοπό να πάρω τα λεφτά. Όμως, έμεινα στην πόρτα για να δω πώς θα αντιδράσει τώρα που δεν ήμουν εκεί. Αυτή έβαλε τα κλάματα. Αφού είδα ότι μόνο κλαίει και δεν κάνει κάτι άλλο, μπήκα μέσα στο γραφείο. Εκείνη σταμάτησε αμέσως να κλαίει, για να μη φανεί σαν μια ανυπεράσπιστη γυναίκα που δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Λες και δεν ήταν! Της έδωσα έναν φάκελο που είχα έτοιμο από πριν με τα λεφτά… είχε μέσα κι ένα γράμμα. Της είπα:
– Και μην τον ανοίξεις εδώ! Δε θέλω σκουπίδια στο σπίτι μου. Άνοιξέ τον στο δικό σου. Αν έχεις!
Τρομαγμένη, τον πήρε και βγήκε δίχως να χάσει καιρό από το δωμάτιο. Έτρεξε στον δρόμο, όπου έψαξε να βρει ένα παγκάκι με δάκρυα στα μάτια. Όταν βρήκε, κάθισε να ξεκουραστεί και να φάει κάτι. Έπειτα, άνοιξε τον φάκελο. Έκπληκτη, βρήκε μέσα ογδόντα ρούβλια. Εξακολουθώντας να μένει απορημένη, διάβασε το γράμμα: Από τον εργοδότη σου: Ελπίζω να πήρες από το πάθημά σου ένα μάθημα. Γιατί μένεις άβουλη; Γιατί αφήνεις τους πάντες να σε εκμεταλλεύονται; Κάνε κάτι, για να μπορέσεις να σταθείς σ’ αυτόν τον κόσμο, που είναι άδικος, για ζήσεις!
Η Ιουλία κοίταξε προς το παράθυρο του σπιτιού μου. Εγώ, που ως τότε την παρακολουθούσα από εκεί, παραμέρισα έτσι ώστε να μη με δει. Ευτυχώς, αυτό δε συνέβη. Έτσι, πήρε τον δρόμο για το σπίτι της κι εγώ σκέφτηκα: ” Μήπως να της έδινα κατιτίς παραπάνω, επειδή ανέχτηκε τη συμπεριφορά μου κι έκανε υπομονή; Μπα ,όχι, δε χρειάζεται πια τόση γενναιοδωρία”. Κι έτσι, πήγα να κοιμηθώ.
Από τον μαθητή του Β1 Ι.Δ
Η Ιουλία πήρε τα ρούβλια με τρεμουλιαστά δάκτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της. Ευχαρίστησε και γύρισε να φύγει, μα ξαφνικά ένιωσε την οργή της να ξεχειλίζει. Κι άλλες φορές την είχαν αδικήσει, την είχαν ταπεινώσει… μα δεν είχε αντιδράσει. Όμως αυτήν τη φορά, δεν περίμενε τέτοια αδικία, από κάποιον που είχε πιστέψει ότι ήταν διαφορετικός.. Καθώς ένιωσε την αδικία να την πνίγει, είπε κλαίγοντας:
-Καλύτερα να πάω στο χωριό μου. Καλύτερα να δουλέψω στα χωράφια, παρά ν’ ανεχτώ την εκμετάλλευση!
Την άκουγα σιωπηλός, αλλά ικανοποιημένος από την αντίδρασή της. Χάρηκα που η Ιουλία αποφάσισε να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Της εξήγησα πως σκοπός μου δεν ήταν να την αδικήσω, αλλά να της δώσω ένα μάθημα. Η Ιουλία άλλωστε ήταν εξαιρετική δασκάλα για τα παιδιά μου, αλλά άβουλη και αδύναμη.
Ευτυχώς, δέχτηκε τις εξηγήσεις μου. Ανακουφισμένη, πήρε τα ογδόντα ρούβλια που της άξιζαν και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο.