Λογοτεχνικό Εργαστήρι

Διαβάζουμε, εμπνεόμαστε και δημιουργούμε!

Με αφορμή τη Νέα Παιδαγωγική του Ν. Καζαντζάκη ο μαθητής Α.Θ. Του Α1 Καπανδριτίου πήρε συνέντευξη από τον παππού του

Φεβ 202524

                                      Αναμνήσεις από το σχολείο μιας άλλης εποχής

δημοτικο 1 600x412 5

Λίγες ημέρες μετά την Πρωτοχρονιά, καθίσαμε αντικριστά στο τζάκι με τον παππού μου τον Ανδρέα και του ζήτησα να μου διηγηθεί κάποιες από τις αναμνήσεις που είχε από τα σχολικά του χρόνια στο Δημοτικό Σχολείο.

“ Άκου να δεις παιδί μου, εκείνα τα χρονιά ήταν πολύ διαφορετικά, δεν ήταν όπως τώρα. Για να φτάσεις στο σχολείο έπρεπε να διανύσεις μια απόσταση τριών χιλιομέτρων μέσα από κακοτράχαλους δρόμους που είτε κατέβαζαν νερό και αναγκαζόσουν να πάρεις τα παπούτσια στο χέρι και να διάβεις ξυπόλητος είτε, άλλες φορές, το κρύο ήταν τσουχτερό και είχες την αίσθηση ότι σου διαπερνά το σώμα. Έπρεπε από βραδύς να έχεις εφοδιαστεί με παλιές φυλλάδες από εφημερίδες και να έχεις τυλίξει το σώμα σου με αυτές για να διατηρηθείς ζεστός! Εκείνα τα χρόνια δεν περίσσευαν λεφτά για πανωφόρια, αφού δεν έφτανε το ψωμί για να φάει όλη η οικογένεια.

Όταν με το καλό φτάναμε στο κατώφλι του σχολείου, μας περίμενε ο κυρ – Παντελής. Εάν είχαμε την ατυχία να αργήσουμε, μας προϋπαντούσε με μια τεράστια βίτσα και έπρεπε χωρίς πολλά λόγια να τεντώσεις το χέρι σου για να τις φας. Έπειτα μπαίναμε στην τάξη. Εκεί δεν ήμαστε 20 με 25 παιδιά, όπως τώρα, αλλά 40 με 50, μιας και το σχολείο μας ήταν εξαθέσιο. Μαθαίναμε γράμματα σωστά, μαθηματικά , γραμματική, ιστορία και κυρίως πώς να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον και πώς θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι! Όσο για την γραφική ύλη, όπως την ονομάζετε εσείς σήμερα, εμείς είχαμε φύλλα λαδόκολλας για τετράδιο και το μολυβί μας ήταν πάντα καλοξυσμένο από βραδύς, από το σπίτι, με το καλοακονισμένο μαχαίρι του πατέρα. Και μη φανταστείς πως το μολύβι μου ξεπερνούσε τα επτά εκατοστά, αλλά και έτσι πάλι μαθαίναμε γράμματα. Για κολατσιό θα παίρναμε ένα φρούτο ή λίγο ψωμί προζυμένιο με ένα αυγό. Η ώρα της επιστροφής ήταν η καλύτερη μας. Θα παίζαμε κυνηγητό, κουτσό ή, εάν κάποιος είχε σφεντόνα μαζί του, θα κάναμε αγώνες ποιος θα ρίξει πιο μακριά τον βόλο ή την μπίλια.

Στο σπίτι μας περίμενε η μάνα μας με την ζεστή φασολάδα σιγομαγειρεμένη στην ξυλόσομπα, με το χειροποίητο προζυμένιο της ψωμί και τις ελιές από το χωράφι μας. Ήταν το πιο νόστιμο και γεμάτο αγάπη φαγητό!

Βλέπεις αγόρι μου όλα ήταν αλλιώς. Υπήρχε η αγάπη προς τον συνάνθρωπο και ο σεβασμός. Είχαμε λίγα μα νιώθαμε πάμπλουτοι, είχαμε στερήσεις μα νιώθαμε επαρκείς, είχαμε ελάχιστα μα νιώθαμε υπερπλήρεις. Εσείς τώρα έχετε τα πάντα και ζητάτε συνέχεια περισσότερα “.

Θ. Α.

από κάτω από: Α΄1, Οι μαθητές δημιουργούν, Σχολικό έτος 2024-25 | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Με αφορμή τη Νέα Παιδαγωγική του Ν. Καζαντζάκη ο μαθητής Α.Θ. Του Α1 Καπανδριτίου πήρε συνέντευξη από τον παππού του    

Τι θα συνέβαινε αν… ; Οι μαθητές του Β1 δίνουν μια διαφορετική εξέλιξη στο αφήγημα του Α. Τσέχοφ “Ένας αριθμός”

Φεβ 202523

 Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
         – Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Πάρ’ τα…
         Και της έδωσα έντεκα ρούβλια…

Από τη μαθήτρια του Β1 Α.Ε

……………………………………………………..

ενας αριθμόςΗ Ιουλία  ωστόσο αρνείται. Για άλλη μία φορά ο εργοδότης προσπαθεί να την πείσει ότι δεν αξίζει για παραπάνω γιατί κάνει μισές δουλειές. Η Ιουλία συνεχίζει να αρνείται και να απαιτεί να πάρει τα λεφτά της . Όση προσπάθεια και να έκανε δεν κατάφερε να τον πείσει. Ο εργοδότης συνέχιζε να επισημαίνει ότι τα λεφτά είναι απλά ένας αριθμός και ότι είναι τυχερή που παίρνει  έστω και κάτι. Στο τέλος ο εργοδότης θύμωσε και την απείλησε!

.Η Ιουλία έβαλε τα κλάματα και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από το γραφείο του. Το πρόσωπο της είναι παγωμένο . Τα μάτια της είναι γεμάτα πίκρα και απογοήτευση . Το συναίσθημα της ματαιότητας την πνίγει. Το μόνο που της μένει είναι η μοναξιά και η απόγνωση. Καταλαβαίνει οτι κανείς δεν την βλέπει και κανείς δεν νοιάζεται.

Το βράδυ πια επιστρέφει στο σπίτι της . Στο κενό δωμάτιο με τα φώτα σβηστά και τα παράθυρα κλειστά . Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη . Η αντανάκλαση της φαίνεται ξένη. Σαν να μην ανήκει πλέον σε αυτόν τον κόσμο . Τα χέρια της τρέμουν.  Κλείνει τα μάτια της για μια στιγμή και το μόνο που περνάει από το μυαλό της είναι η αδικία που υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο και που δεν πρόκειται να διορθωθεί ποτέ . Στην σιωπή της νύχτας , η Ιουλία κάνει το τελευταίο της βήμα βυθίζοντας την ζωή της σε ένα σκοτάδι . Εκεί που οι αριθμοί δεν έχουν καμία αξία…

 

Από τον μαθητή του Β1 Ε.Α

τσέχοφ..- Μπα; Κι εγώ δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία μας κάνουν έντεκα. Πάω να τα πάρω από το διπλανό δωμάτιο, οπότε περίμενε λίγο. Χωρίς να κάνεις φασαρία!

Βγαίνοντας, είπα χαμηλόφωνα, μα επίτηδες:

– Άλλη δουλειά δεν είχαμε, να πληρώνουμε τις γυναίκες για την τιποτένια δουλειά τους!

Αναψοκοκκίνισε. Η δεσποινίς Ιουλία νόμισε πως όντως πήγαινα στο άλλο δωμάτιο με σκοπό να πάρω τα λεφτά. Όμως, έμεινα στην πόρτα για να δω πώς θα αντιδράσει τώρα που δεν ήμουν εκεί. Αυτή έβαλε τα κλάματα. Αφού είδα ότι μόνο κλαίει και δεν κάνει κάτι άλλο, μπήκα μέσα στο γραφείο. Εκείνη σταμάτησε αμέσως να κλαίει, για να μη φανεί σαν μια ανυπεράσπιστη γυναίκα που δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Λες και δεν ήταν! Της έδωσα έναν φάκελο που είχα έτοιμο από πριν με τα λεφτά… είχε μέσα κι ένα γράμμα. Της είπα:

– Και μην τον ανοίξεις εδώ! Δε θέλω σκουπίδια στο σπίτι μου. Άνοιξέ τον στο δικό σου. Αν έχεις!

Τρομαγμένη, τον πήρε και βγήκε δίχως να χάσει καιρό από το δωμάτιο. Έτρεξε στον δρόμο, όπου έψαξε να βρει ένα παγκάκι με δάκρυα στα μάτια. Όταν βρήκε, κάθισε να ξεκουραστεί και να φάει κάτι. Έπειτα, άνοιξε τον φάκελο. Έκπληκτη, βρήκε μέσα ογδόντα ρούβλια. Εξακολουθώντας να μένει απορημένη, διάβασε το γράμμα: Από τον εργοδότη σου: Ελπίζω να πήρες από το πάθημά σου ένα μάθημα. Γιατί μένεις άβουλη; Γιατί αφήνεις τους πάντες να σε εκμεταλλεύονται; Κάνε κάτι, για να μπορέσεις να σταθείς σ’ αυτόν τον κόσμο, που είναι άδικος, για ζήσεις!  

Η Ιουλία  κοίταξε προς το παράθυρο του σπιτιού μου. Εγώ, που ως τότε την παρακολουθούσα από εκεί, παραμέρισα έτσι ώστε να μη με δει. Ευτυχώς, αυτό δε συνέβη. Έτσι, πήρε τον δρόμο για το σπίτι της κι εγώ σκέφτηκα: ” Μήπως να της έδινα κατιτίς παραπάνω, επειδή ανέχτηκε τη συμπεριφορά μου κι έκανε υπομονή; Μπα ,όχι, δε χρειάζεται πια τόση γενναιοδωρία”. Κι έτσι, πήγα να κοιμηθώ.

 

Από τον μαθητή του Β1 Ι.Δ

Η Ιουλία πήρε τα ρούβλια με τρεμουλιαστά δάκτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της. Ευχαρίστησε και γύρισε να φύγει, μα ξαφνικά ένιωσε την οργή της να ξεχειλίζει. Κι άλλες φορές την είχαν αδικήσει, την είχαν ταπεινώσει… μα δεν είχε αντιδράσει. Όμως αυτήν τη φορά, δεν περίμενε τέτοια αδικία, από κάποιον που είχε πιστέψει ότι ήταν διαφορετικός.. Καθώς ένιωσε την αδικία να την πνίγει, είπε κλαίγοντας:

-Καλύτερα να πάω στο χωριό μου. Καλύτερα να δουλέψω στα χωράφια, παρά ν’ ανεχτώ την εκμετάλλευση!

Την άκουγα σιωπηλός, αλλά ικανοποιημένος από την αντίδρασή της. Χάρηκα που η Ιουλία αποφάσισε να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Της εξήγησα πως σκοπός μου δεν ήταν να την αδικήσω, αλλά να της δώσω ένα μάθημα. Η Ιουλία άλλωστε ήταν εξαιρετική δασκάλα για τα παιδιά μου, αλλά άβουλη και αδύναμη. 

Ευτυχώς, δέχτηκε τις εξηγήσεις μου. Ανακουφισμένη, πήρε τα ογδόντα ρούβλια που της άξιζαν και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο. 

από κάτω από: Β΄1, Οι μαθητές δημιουργούν, Σχολικό έτος 2024-25 | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τι θα συνέβαινε αν… ; Οι μαθητές του Β1 δίνουν μια διαφορετική εξέλιξη στο αφήγημα του Α. Τσέχοφ “Ένας αριθμός”    

“Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας”, Μ. Ιορδανίδου

Φεβ 202513

Η Νέλλη δεν εμποδίζει την εξοργισμένη αφηγήτρια να χτυπήσει την πόρτα της διπλανής οικογένειας και να μιλήσει στη μητέρα του μικρού κοριτσιού. Οι μαθητές του Β΄3 φαντάζονται τον διάλογο ανάμεσα στις δύο γυναίκες.

πόλη

Η μαθήτρια Ε.Π. γράφει:

Αρκετά!, είπα. Δεν άντεξα άλλο κι εγώ. Πήγα αμέσως στο διπλανό διαμέρισμα απ’ όπου ακούγονταν επί εβδομάδες αυτές οι απαίσιες, ενοχλητικές φωνές. Χτύπησα την πόρτα και αντίκρισα τη μητέρα του μικρού κοριτσιού κατακόκκινη και εμφανώς εξοργισμένη.

– Κυρία μου, αφήστε το παιδί! Το τρελάνατε! Όπως και όλη την πολυκατοικία με τις φωνές σας, της είπα

Αυτή με κοίταξε.

– Ναι, αλλά δεν τρώει και θα αρρωστήσει.

– Μα φυσικά και δεν τρώει. Σας εκδικείται για τις μέρες που το αφήσατε στη γιαγιά του. Όσο για τις φωνές, δεν είναι η λύση· μόνο χειρότερα κάνουν τα πράγματα, είπα με θάρρος στη μητέρα του κοριτσιού και αυτή απάντησε όλο θυμό.

– Έχουμε κι άλλες δουλειές να κάνουμε, κυρία μου. Ξυπνάμε πρωί πρωί για τη δουλειά, οι ρυθμοί είναι γρήγοροι, το άγχος πολύ. Πώς θα δουλέψουμε αύριο, αν την ταΐζουμε μέχρι να ξημερώσει;, είπε και μου έκλεισε την πόρτα στη μούρη.

Εξοργισμένη γύρισα στο διαμέρισμά μου γεμάτη απογοήτευση.

Ευτυχώς το ζευγάρι μετακόμισε, το σπίτι το νοίκιασε ένας εργένης και ησυχάσαμε.

Ο διάλογος της Α.Δ.

πόλη 3

 

Δεν άντεξα. Τρέχω και χτυπώ το κουδούνι της γειτόνισσας τρεις φορές. Εκείνη ανοίγει.

– Παρακαλώ, ποια είστε, κυρία μου;

– Μένω στο ακριβώς διπλανό διαμέρισμα. Άκουσα τις φωνές σας. Μα πώς μπορείτε να κακομεταχειρίζεστε έτσι ένα μικρό παιδί;, είπα με εκνευρισμό, τον οποίο φάνηκε να αντιλήφθηκε.

– Α, σας παρακαλώ, κυρία μου, που θα μου βάλετε εμένα χέρι για το πώς συμπεριφέρομαι στο παιδί μου!

Προσπάθησα να συγκρατηθώ, αλλά μου φάνηκε αδύνατον.

– Συγγνώμη, δεν καταλαβαίνετε ότι κάνατε την ίδια σας την κόρη να σας εκδικηθεί; Τόσους μήνες σας ακούω να συμπεριφέρεστε με άθλιο τρόπο στο παιδί σας.

Η συζήτηση είχε μετατραπεί σε σύγκρουση. Δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.

– Θα καλέσω αμέσως την αστυνομία! Δεν έχετε απολύτως κανένα δικαίωμα να παρεμβαίνετε στη ζωή τη δικιά μου και της κόρης μου! Φύγετε γρήγορα από μπροστά μου, πριν πάρω την αστυνομία τηλέφωνο!

– Αλήθεια; Πάρτε τηλέφωνο, λοιπόν! Αναρωτιέμαι με ποιου το μέρος θα πάνε και ποιος θα μπλέξει πραγματικά.

Έφυγα συγχυσμένη.

Λίγο καιρό  μετά η οικογένεια μετακόμισε. Ένας εργένης νοίκιασε το διαμέρισμα και ησυχάσαμε.

Ο Α.Λ. γράφει:

πόλη 2 

– Καλησπέρα σας! Ήθελα να μιλήσουμε.

– Καλησπέρα … συμβαίνει κάτι;

– Ναι, συμβαίνει. Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω φωνές και κλάματα από το σπίτι σας. Έχω προσπαθήσει να το αγνοήσω, αλλά πλέον δε γίνεται. Έχετε συνειδητοποιήσει πως αυτό επηρεάζει τη γειτονιά μας;

– Μα, κοιτάξτε. Τα παιδιά είναι παιδιά και κάποιες φορές μπορεί να ξεσπάσουν.

– Δε μιλάμε για σπάνια περιστατικά. Το να ακούγεται συνεχώς κλάμα είναι άλλο θέμα. Όλοι έχουμε δυσκολίες, αλλά δεν ξεσπάμε με τρόπο που να γίνεται πρόβλημα στους γύρω μας και κυρίως στα παιδιά.

– Δεν έχετε δικαίωμα να ανακατεύεστε στην οικογένειά μου!

– Όταν οι φωνές διαπερνούν τους τοίχους και τα παιδιά υποφέρουν, τότε γίνεται υπόθεση όλων. Σκεφτείτε λίγο πώς μπορείτε να το διαχειριστείτε καλύτερα. Σας το λέω ως γειτόνισσα που νοιάζεται, αλλά και που δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση!

Η νεαρή γυναίκα με έσπρωξε και μου έκλεισε την πόρτα στη μούρη.

Δεν ξαναασχολήθηκα, γιατί η καθαρίστρια μου είπε ότι η οικογένεια σύντομα θα μετακόμιζε.

Η Μ.-Σ.Π. φαντάζεται τον παρακάτω διάλογο ανάμεσα στις δύο γυναίκες:

Ακούω πάλι φωνές από το διπλανό διαμέρισμα. Δεν αντέχω άλλο. Βγαίνω έξω και χτυπάω την πόρτα τους για να μιλήσω με τη μητέρα του παιδιού. Χτυπάω την πόρτα όσο πιο δυνατά μπορώ.

– Ανοίξτε την πόρτα, κυρία μου!

– Δεν πρόκειτα να σας ανοίξω όσο κι αν προσπαθείτε.

– Είπα ανοίξτε την πόρτα πριν τη σπάσω!

Μετά από λίγη ώρα η μητέρα κουράστηκε από τις πολλές φωνές και επιτέλους άνοιξε την πόρτα.

– Τι θέλετε εδώ τέτοια ώρα;

– Ήρθα, γιατί δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση.

– Ποια κατάσταση, κυρία μου;

– Νομίζω ξέρετε πολύ καλά για ποια κατάσταση μιλάω.

– Όχι, δεν ξέρω.

– Ωραία τότε, αφού θέλετε να κάνετε την ανήξερη, θα σας πω εγώ την κατάσταση.

– Σας ακούω.

– Κάθε μέρα φωνάζετε στο παιδί και το χτυπάτε.

– Το τι κάνω εγώ με το παιδί μου είναι δική μου δουλειά. Το καταλάβατε;

– Συγγνώμη, αλλά επειδή κανείς άλλος δεν υποστήριξε τα δικαιώματα αυτού του παιδιού, δε σημαίνει πως δε θα το κάνω ούτε εγώ.

– Και τι θέλετε να κάνω δηλαδή; Έχω κουραστεί πλέον με αυτό το παιδί.

– Το κατανοώ ότι το παιδί σας βρίσκεται σε μια ηλικία που θέλει να γίνεται μόνο το δικό της και να νευριάζει εύκολα, αυτό όμως, δε σημαίνει ότι πρέπει να της φωνάζετε ή να τη χτυπάτε.

– Και τι πρέπει να κάνω;

– Να συζητήσετε ήρεμα μαζί της, να ακούσετε τι έχει να σας πει και, όταν κάνει λάθη, να της τα εξηγείτε. Με τις φωνές και τη βία το παιδί χάνει την εμπιστοσύνη του σε σας και γίνεται πιο οξύθυμο.

– Αυτός ο τρόπος θα φέρει αποτελέσματα;

– Δοκιμάστε τον και θα δείτε.

– Εντάξει. Σας ευχαριστώ πολύ για τις συμβουλές σας και συγγνώμη για όλη αυτή τη φασαρία. Αντίο!

– Καλό σας μεσημέρι!

Τις επόμενες μέρες, κατάλαβα ότι η μητέρα ακολούθησε τις συμβουλές μου, οπότε πολλά πράγματα άλλαξαν. Στην πολυκατοικία μας επικρατούσε ηρεμία και το μικρό κορίτσι είχε αρχίσει να ανοίγεται στη μητέρα του και να της δείχνει εμπιστοσύνη.

Η εκδοχή της Κ. Ο.

Μόλις η κόρη μου πήγε στο δωμάτιο, πήρα θάρρος και πήγα και χτύπησα την πόρτα της διπλανής οικογένειας. Ήμουν τόσο συγχυσμένη, που δεν ντράπηκα να φωνάξω να μου ανοίξει αμέσως.

– Κυρία μου, ανοίξτε την πόρτα!

– Δε σας ανοίγω με τέτοιες φωνές!

– Ανοίξτε!, είπα. Θέλω να συζητήσουμε. 

Μετά από λίγο η νεαρή μητέρα κουράστηκε και άνοιξε την πόρτα.

– Τι θέλετε, κυρία μου;

– Μένω στο διπλανό διαμέρισμα και δεν αντέχω άλλο να ακούω τις φωνές σας και τα κλάματα του παιδιού σας που διαπερνούν τον τοίχο μου.

– Κυρία μου, σας παρακαλώ να φύγετε. 

– Όχι, δε θα φύγω πριν καταλάβετε και το δικό μου δράμα και του παιδιού σας που κλαίει και ωρύεται γιατί το πιέζετε να φάει χωρίς να θέλει.

– Πρέπει μα καταλάβετε κι εμένα, όμως. Δε γίνεται να είμαι από πάνω του για να φάει. Και εγώ και ο σύζυγός μου δουλεύουμε το πρωί. Δε γίνεται να ξενυχτήσουμε προσπαθώντας να την πείσουμε να φάει.

– Σας καταλαβαίνω, αλλά με τις φωνές δε θα αλλάξει τίποτα. Η κόρη σας βρίσκεται σε μια ηλικία που τα θέλει όλα δικά της. Από την άλλη, σας κρατάει μούτρα που λείπατε για ένα μήνα και την είχατε παρατήσει στη γιαγιά και στον παππού.

– Σας παρακαλώ, φύγετε! δε θέλω να το συζητήσουμε άλλο αυτό το θέμα. Δε θα επιτρέψω να μου πείτε πώς θα αναθρέψω το παιδί μου!

Θύμωσα, όμως την κατάλαβα λίγο. Έφυγα λέγοντάς της να σκεφτεί όσα συζητήσαμε. 

Η μητέρα νομίζω ότι με κατάλαβε, γιατί για τον επόμενο μήνα οι φωνές σταμάτησαν και όλα ήταν τέλεια. Δεν κράτησε όμως για πολύ. Κάποιο πρωινό οι φωνές και τα κλάματα ξανάρχισαν. Ευτυχώς μετακόμισαν και έφυγαν από την πολυκατοικία. Το διαμέρισμα νοίκιασε ένας εργένης και ησυχάσαμε.

 

από κάτω από: Β΄3, Οι μαθητές δημιουργούν, Σχολικό έτος 2024-25 | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο “Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας”, Μ. Ιορδανίδου    

Εισαγωγή πολυμέσων

Φεβ 202510

Εισαγωγή πολυμέσων

Εισαγωγή κειμένου

Κάντε λήψη του αρχείου

Εισαγωγή εικόνας

ATH.MP

Εισαγωγή συλλογής εικόνων

 

από κάτω από: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εισαγωγή πολυμέσων    

Γι’ αυτούς που μένουνε και περιμένουνε… Με έμπνευση από “τ΄ αγνάντεμα” του Αλ. Παπαδιαμάντη

Φεβ 20252

Μια προσευχή στην Παναγιά Κατευοδώτρα…

Από τη μαθήτρια του Γ2 Π.Κ

                                                               

Remvasmos tou DekapentavgoustouΨηλά  στου βράχου την κορφή,                    

κοιτάζω το ξωκκλήσι,                                               

στην χάρη σου αποζητώ,

 ο άνδρας μου να γυρίσει.

 

Κατευοδώτρα Παναγιά,                                             

 του τόπου μας κυρία ,

κάνε την πλεύση του ασφαλή

με συμφορά καμία.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Όταν ο αγέρας δέρνει τα πανιά κ΄η θάλασσα αφρίζει ,

εκείνος  με θάρρος και υπομονή,

το μακρύ του ταξίδι να συνεχίζει.         

 

Από τη  μαθήτρια Α.Κ 

Σε παρακαλώ Παναγιά Κατευοδώτρα μου, 

κάνε να γυρίσει ο άνδρας μου, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι ναύτες

σώοι και αβλαβείς. 

Πρόσεχέ τους εκεί που είναι 

και χάρισέ τους τύχη μεγάλη

να μην θαλασσοπαλέψουν στα πελάγη. 

Δε θ’ αντέξω να μην τον ξαναδώ

αλήθεια, θα τρελαθώ! 

Γι’ αυτό, Παναγία μου, 

στη δύναμή σου στηρίζομαι..

 

Γράμματα στους ναυτικούς…

επιστολή

Από τον μαθητή του Γ2 Π.Λ

Σκιάθος, Τρίτη 17 Οκτωβρίου 1899

Πολυαγαπημένε μου σύζυγε, 

σου γράφω αυτό το γράμμα, μιας που δεν έχουμε άλλο τρόπο επικοινωνίας, για να μαθαίνεις την καθημερινότητά του κι εγώ να πληροφορούμαι πώς είναι η ζωή σου στο καράβι. Μακάρι να ήσουν εδώ, στο σπίτι, μαζί μου, γιατί η κάθε μου μέρα είναι βαρετή και καταθλιπτική. 

Η ζωή μου έχει αλλάξει ριζικά από τη μέρα που έφυγες για το ταξίδι. Κάθε πρωί που σηκώνομαι, είμαι ανόρεχτη, γιατί δεν έχω με ποιον να μιλήσω και ποιον να περιποιηθώ. Ετοιμάζω τον καφέ μου κι αμέσως ανοίγω την τηλεόραση για ν’ ακούσω κάποια φωνή. Μετά αρχίζω να τακτοποιώ το πεντακάθαρο σπίτι μας, ένα άτομο μόνο του πόσο μπορεί να το βρωμίσει…. Συνήθως δε μαγειρεύω φαγητό καθημερινά, θα φάω της προηγούμενης μέρας ή θα ετοιμάσω κάτι πρόχειρο. Η μόνη απόλαυση που μου έχει μείνει είναι όταν κάποια απογεύματα μαζευόμαστε οι γυναίκες του πληρώματος του καραβιού και συζητάμε για τον νόστο σας, κεντάμε ή φτιάχνουμε κανένα γλυκό για να γλυκάνουμε τη θάλασσα και να σας στείλει σύντομα κοντά μας. 

Να ξέρεις πως δεν υπάρχει στιγμή που να μη σε σκέφτομαι και να μη μου λείπεις. Αγαπημένε μου σύζυγε, που δεν πρόλαβα να σε χαρώ, μια που η θάλασσα σε άρπαξε τόσο σύντομα από την αγκαλιά μου, περιμένω με ανυπομονησία να γυρίσεις για να σε ξαναδώ. Σκέφτομαι συχνά πώς θα ήταν αν δεν είχες φύγει τόσο άμεσα. Η μοναξιά είναι ανυπόφορη, όπως και η σκέψη για το αν είσαι καλά. Ανησυχώ για όσα πρέπει ν’ αντιμετωπίσεις και στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Να ξέρεις πως, όταν γυρίσεις, σε περιμένει ένα ευχάριστο γεγονός. Η αδελφή σου αρραβωνιάστηκε και σε περιμένει για την τέλεση του γάμου!

Πόσο θα ήθελα να ήμασταν μαζί! Φρόντισε να γυρίσεις σύντομα. Να προσέχεις!

Με αγάπη

Η γυναίκα σου. 

 

Από τη μαθήτρια του Γ2 Τ.Κ 

Αγαπημένε μου άντρα, 

πάνε τρεις μήνες που λείπεις τώρα, αλλά μου φαίνεται λες και πέρασαν χρόνια. Η απουσία σου μου έχει στοιχίσει πάρα πολύ. Νιώθω πως το σπίτι είναι άδειο χωρίς εσένα. Από την στιγμή που θα σηκωθώ μέχρι την ώρα που θα πέσω για να κοιμηθώ σε έχω συνέχεια στο μυαλό μου. Σε έχω καθημερινά στις προσευχές μου, ελπίζοντας να γυρίσεις έτσι όπως και έφυγες. Σκέψεις όπως ” Που να βρίσκεται τώρα; Είναι καλά; Ο καιρός είναι καλός; Έχει καλό ταξίδι;” με βασανίζουν συνεχώς. Σπίτι είμαστε όλοι καλά, και εγώ και τα παιδιά. Λείπεις και σε εκείνα πολύ. Τις πρώτες μέρες που έφυγες σε ζητούσαν συνέχεια. Τώρα με ρωτάνε κάθε μέρα πότε θα γυρίσεις. Τους απαντάω πως όυτε εγώ ξέρω αλλά ελπίζω σύντομα. Περιμένω να μου γράψεις όταν δεις το γράμμα μου και να μου πεις πως περνάς.

Σε αγαπώ πολύ

Η γυναίκα σου.

 

Από τον μαθητή του Γ2 Μ. Μ

Αγαπημένο μου παιδί, 

Μας λείπεις εδώ και τέσσερις μήνες κι εμάς μάς φαίνεται ότι μας λείπεις χρόνια. Σε ποιο μέρος του κόσμου βρίσκεσαι άραγε τώρα, πώς είναι η ζωή στο καράβι; Αργείτε να πιάσετε λιμάνι; Πώς είναι η υγεία σου, μήπως κουράζεσαι; Σου λείπει η πατρίδα; 

Όλες αυτές οι σκέψεις με βασανίζουν εμένα, τη μητέρα σου, αλλά και την αγαπημένη σου οικογένεια, τη γλυκιά σου σύζυγο και τ’ αγαπημένα σου παιδιά. Εμείς είμαστε καλά, αλλά μας βασανίζει η απουσία σου. 

Τον περασμένο μήνα αποφάσισα να κάνω την επέμβαση στο πόδι μου που όλο ανέβαλλα. Αυτό το διάστημα ο αδελφός σου ήταν συνέχεια δίπλα μου κι ευτυχώς όλα πήγαν καλά!

Η γυναίκα σου είναι καλά, μόνο που κουράζεται πολύ με τη δουλειά της, τα παιδιά και όλες τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του σπιτιού. Τα παιδιά ρωτάνε συνέχεια πότε θα γυρίσεις. Ο Γιωργάκης σου πάει πολύ καλά στο σχολείο φέτος και ακούσει όλο επαίνους από τους δασκάλους. Η Ελενίτσα σου πήγε φέτος πρώτη δημοτικού! Της αρέσει πολύ το σχολείο, μα δεν ξεκολλάει από πάνω μου! Οι φωτογραφίες που σου στέλνω είναι από τη χριστουγεννιάτικη γιορτή που έκαναν στο σχολείο. 

Μην ανησυχείς για μας, είμαστε καλά, η σκέψη μας είναι κοντά σου και ανυπομονούμε να σε δούμε σύντομα κοντά μας. Ελπίζω τις επόμενες γιορτές να τις περάσουμε όλοι μαζί!

Σε φιλώ

Με αγάπη

Η μητέρα σου

 

Από τον μαθητή Α.Μ 

ερωτικά γραμματαΑγαπημένε μου, 

η καρδιά μου σε ζητά. Κάθε στιγμή, η σκέψη μου είναι σε σένα. Η απουσία σου είναι σαν νύχτα σκοτεινή. Χωρίς εσένα η ζωή μου είναι μισή. Τα βράδια περνούν κι ο χρόνος αργεί, μα η αγάπη μας είναι φωτιά που δε σβήνει. Στιγμές που ζήσαμε,  χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μου.

Σε περιμένω, να γεμίσεις τη ζωή μου ξανά. Κάθε σου άγγιγμα, κάθε σου χαμόγελο, μου λείπουν τόσο… Ανυπομονώ να σε δω, να σε κρατήσω σφιχτά. 

Μέχρι τότε, αγαπημένε μου, θα σε αγαπώ!

 

Από τη μαθήτρια Ε.Κ

Αγαπημένε μου γιε, 

Μου λείπεις πολύ! Σε περιμένω κάθε μέρα να γυρίσεις, για να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Περνώ τη μέρα μόνη μου, δεν έχω ν’ ασχοληθώ παρά με τις δουλειές του σπιτιού. Πλέον κοιμάμαι ανήσυχη τα βράδια, από τότε που δεν είσαι εδώ. Η καθημερινότητά μου είναι ίδια, όπως τα ξέρεις από τα προηγούμενα γράμματα που σου έχω στείλει. Δε θέλω όμως να σε στεναχωρώ… θέλω να μάθω αν περνάς καλά κάνοντας αυτό που αγαπάς.. Κι εγώ θα είμαι πάντα στο πλάι σου, να σε στηρίζω και να σ΄ αγαπώ! Να το θυμάσαι! Σε περιμένω να γυρίσεις. 

Με πολλή αγάπη

Η μαμά σου

 

Από τη μαθήτρια Α.Μ

17  Φεβρουαρίου 1955

Αγαπημένε μου γιε, 

σου στέλνω αυτό το γράμμα για να σου πω πως όλα είναι καλά εδώ, όπως τα άφησες.. Λείπεις λίγες εβδομάδες μονάχα, όμως από την πρώτη μέρα ένιωσα την απουσία σου. Ανησυχώ, θέλω, μόλις πάρεις στα χέρια σου αυτό το γράμμα, να μου απαντήσεις. Ξέρω, σου στέλνω πολλά γράμματα κι ίσως κουραστείς ή δεν έχεις χρόνο ν’ απαντήσεις, αλλά κατάλαβέ με, μάνα είμαι, ανησυχώ για το παιδί μου.

Η γυναίκα σου και τα παιδιά σου είναι καλά, τους φροντίζω όλους, δεν τους λείπει τίποτα. Αχ και να ήσουν εδώ να έβλεπες πώς μεγαλώνει η μικρή σου κόρη, να την καμαρώσεις πώς κάνει τα πρώτα της βήματα! 

Να φοράς πάντα τον σταυρό του παππού σου που σου χάρισα, να με νιώθεις κοντά σου. Προσεύχομαι κάθε μέρα να σε προσέχει η Παναγία. Εύχομαι να γυρίσεις όσο πιο σύντομα γίνεται. Να προσέχεις, γιε μου!

Με πολλή αγάπη

Η μητέρα σου

 

από κάτω από: Γ΄2, Οι μαθητές δημιουργούν, Σχολικό έτος 2024-25 | με ετικέτα , ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γι’ αυτούς που μένουνε και περιμένουνε… Με έμπνευση από “τ΄ αγνάντεμα” του Αλ. Παπαδιαμάντη    

Γι’ αυτούς που μένουνε και περιμένουνε… Με έμπνευση από “Τ’ αγνάντεμα” του Αλ. Παπαδιαμάντη

Φεβ 20252

Ο αποχαιρετισμός… Ένας διάλογος ανάμεσα στον καπετάνιο και τη γυναίκα του.

Από τον μαθητή του Γ3 Ν.Π

αγναντεμαΠόσο θα λείψεις αυτή τη φορά;”

Δεν ξέρω… Όπως πάντα, μετράω τις μέρες για να επιστρέψω πίσω κοντά σου. Μα εσύ ξέρεις ότι το ταξίδι δεν είναι πάντα εύκολο.”

“Μα το σκάφος είναι πάντα με σένα. Εγώ, πάλι, μένω εδώ, χωρίς να ξέρω πότε θα επιστρέψεις.”

“Το ξέρω. Κι αυτό με βαραίνει. Αλλά μην ανησυχείς, αγαπημένη μου. Όσο μακριά κι αν πάω, η καρδιά μου θα είναι πάντα εδώ, κοντά σου.”

“Μόνο να προσέχεις. Να φέρεις πίσω τον καπετάνιο που φεύγει, και όχι τον καπετάνιο που χάνεται στη θάλασσα.”

“Αυτό δεν το φοβάμαι. Όσο σκληρές κι αν είναι οι θύελλες, το σπίτι μου είναι πάντα το λιμάνι σου.”

 

 

από κάτω από: Γ΄3, Οι μαθητές δημιουργούν, Σχολικό έτος 2024-25 | με ετικέτα , ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γι’ αυτούς που μένουνε και περιμένουνε… Με έμπνευση από “Τ’ αγνάντεμα” του Αλ. Παπαδιαμάντη    

Οι μαθητές του 12ου Γυμνασίου Αχαρνών διάβασαν το ποίημα του Τ. Λειβαδίτη «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»…και έγραψουν τους δικούς τους στίχους…

Ιαν 202530

 

Από τη μαθήτρια του Β3 Χρυσ. Π.

human

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος,

μην κλείνεις τα μάτια σου στη φωνή του πόνου,
αυτού που γονατίζει μπροστά σου,

γιατί κάθε δάκρυ που δεν βλέπεις είναι μια αλήθεια που χάνεται στο σκοτάδι.

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος,

μην αφήνεις τη φωτιά της αδικίας να καίει,
στάσου εμπρός της με χέρια γυμνά,

και με τη φωνή σου δυνατά να φωνάζεις για κάθε ψυχή που έσβησε νωρίς.

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος,

μην φοβάσαι το βάρος της αλήθειας,
σήκωσέ το ακόμα κι αν σε λυγίζει,

γιατί η τιμή δεν βρίσκεται στην άνεση αλλά στον αγώνα για το φως.

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος,

θυμήσου ότι οι σκιές δεν έχουν όνομα,
όμως οι άνθρωποι δίπλα σου έχουν ψυχή.
Αγκάλιασε τη ζωή που φοβάται,

και χάρισε ελπίδα εκεί που λείπει.

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος λοιπόν,

μην μετράς τα όνειρα με αριθμούς,

γίνε το χέρι που θα κρατήσει τα όνειρα ζωντανά,
και το φως που θα δείξει τον δρόμο σε όσους τον έχασαν.

 

Από τη μαθήτρια του Β3  Χ. Π.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος,
θα νοιάζεσαι για τον συνάνθρωπό σου
και θα προσπαθείς πάντα να συνεισφέρεις στο
κοινό καλό
θα είσαι η βοήθεια όποιου σε χρειάζεται στα
δύσκολα
και θα υποστηρίζεις το δίκαιο.
Θα υπάρξεις στήριγμα όποιου ζητήσεις τη
βοήθειά σου
και δεν θα του γυρίσεις την πλάτη
γιατί μια μέρα αν βρεθείς στη θέση του
κι εκείνος θα σου ανταποδώσει τις θυσίες που
έκανες
για χάρη του.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος,
θα σέβεσαι μεγαλύτερους και μικρότερους
αλλά και τους πιο σοφούς και γνωστικούς.
Θα κατανοείς και θα συγχωρείς αυτούς που
έσφαλαν
και θα προσπαθείς να τους βάλεις στον σωστό
δρόμο.
Θα φέρεσαι στους άλλους με ευγένεια και
καλοσύνη,
ακόμη και στον χειρότερο εχθρό σου
και θα αγαπάς τον συνάνθρωπο σαν να ‘ναι
οικογένεια.
Μπορεί όλα αυτά να είναι δύσκολα
όμως το όφελος που θα σου αποφέρουν
θα είναι ανεκτίμητο.

από κάτω από: 12ο Γυμνάσιο Αχαρνών | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οι μαθητές του 12ου Γυμνασίου Αχαρνών διάβασαν το ποίημα του Τ. Λειβαδίτη «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»…και έγραψουν τους δικούς τους στίχους…    

Το “Γιατί;” του Γ. Μαγκλή εμπνέει τους μαθητές του Β΄3

Ιαν 202522

Screenshot 125

 

 

 

Το πρόσωπο του πολέμου, Σαλβαντόρ Νταλί

 

Να υποθέσεις ότι είσαι ο νέος στρατιώτης. Μήνες μετά, ο πόλεμος έχει τελειώσει και έχεις επιστρέψει στο σπίτι σου, “στη μάνα σου που χρόνια σε καρτερούσε”. Αφηγήσου στη μητέρα σου το περιστατικό με τον οχτρό και τα συναισθήματα που νιώθεις γι’  αυτή την πράξη σου.

Η μαθήτρια Ε. Π. αφηγείται:

Μάνα μου, δεν το χωράει ο νους σου. Οι μέρες στον πόλεμο ήταν τραγικές, κάθε μέρα όλο και πιο δύσκολες. Ένιωθα πολύ άσχημα που γινόταν γύρω μου όλο αυτό· κάθε μέρα πέθαιναν όλο και περισσότεροι άνθρωποι. Παρακαλούσα τον Θεό να γίνει κάτι καλό ώστε να μπορέσω να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου, σ’ εσάς και στα αγαπημένα μου πρόσωπα, να γλιτώσω από τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου.

Γι’ αυτό και μια μέρα, αφού διψούσα, αποφάσισα να πάω σε μια πηγή να πιω νερό για να ξεδιψάσω. Ένιωθα τόσο ήρεμος και χαρούμενος! Έβλεπα τα λουλούδια γύρω μου, μύριζα το βρεγμένο χορτάρι κι απολάμβανα το δροσερό νερό της πηγής.

Ώσπου αντίκρισα έναν άλλο στρατιώτη. Ξαφνιάστηκα και άρχισα να φοβάμαι τι θα ακολουθόυσε. Μου εξομολογήθηκε ότι δεν είχε πάνω του όπλο και ότι είχε έρθει κι αυτός για τον ίδιο λόγο, για να ξεδιψάσει και να ηρεμήσει. Εγώ, όμως, μάνα μου, δεν τον πίστεψα. Φοβήθηκα μη με σκοτώσει. Γι’ αυτό έβγαλα το όπλο μου, μάνα μου. Φοβήθηκα και τον σκότωσα, μάνα μου. Τον πυροβόλησα!

Όταν κατάλαβα ότι ήταν νεκρός, φοβήθηκα περισσότερο. Δάκρυα λύπης κυλούσαν από τα μάτια μου. Μετάνιωσα γι’ αυτό που είχα κάνει. Ο πόλεμος. Ο πόλεμος, μάνα μου, με έκανε άλλον άνθρωπο. Σκότωσα τον συνάνθρωπό μου!

Η αφήγηση της Α. Δ. 

Ήταν σούρουπο, μανούλα μου, και νόμιζα ότι η μέρα θα συνεχιζόταν με ηρεμία. Καθόμουν σε μια πηγή και η ψυχή μου ξεκουραζόταν όπως και ο ήλιος που είχε δύσει. 

Ξάφνου, βήματα ταράζουν την ησυχία μου. Ήταν έναας άλλος στρατιώτης, οχτρός, αλλά αδελφός μου, μάνα. Μακάρι να είχα σκεφτεί έτσι και τότε. Μα αντί γι’ αυτό, έπραξα δίχως να σκεφτώ. 

Μονομιάς βγάζω το πιστόλι και ρίχνω στον οχτρό. Δε σκέφτηκα τίποτα. Μακάρι να το είχα κάνει…

Ο οχτρός έπεσε στο έδαφος. Δε μου πήρε πολλή ώρα να καταλάβω τι είχα κάνει. Δεν μπορούσα να πιστέψω τον εαυτό μου· δεν μπορούσα – και ακόμα δεν μπορώ, μάνα – να πιστέψω τι είχα κάνει. 

Άρχισα να τρέχω όσο γρήγορα μπορούσα, να ξεφύγω από αυτή την άθλια κατάσταση. 

Αυτός, ο “οχτρός”, ήθελε να γυρίσει κι αυτός στην οικογένειά του. Γιατί το είχα κάνει αυτό; Ικέτευα τον Θεό για συγχώρεση.

Γύρισα κατευθείαν πίσω, αλλά ήταν αργά. 

Τον πήρα, τον σήκωσα και τον έβαλα στην αγκαλιά μου. 

Αυτοί, οι υπεύθυνοι των πολέμων, με είχαν κάνει να ξεχάσω ότι είναι και αυτός άνθρωπος, σαν εμένα, αδελφός μου. Δεν είμαι φονιάς, μάνα μου. Το ήξερα ότι δεν ήμουν. Ο φόβος με κυρίευσε. Έχασα τον άνθρωπο μέσα μου.

Μέχρι και σήμερα δεν μπορώ να συγχωρέσω ούτε εμένα ούτε αυτούς που με έκαναν να ξεχάσω πως είμαι άνθρωπος.

Η ΕΛ. Π. γράφει:

“Αγαπημένη μου μάνα, έφτασε η ώρα να σου εξομολογηθώ επιτέλους του τραγικότερο που μου συνέβη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ήταν ένα λάθος της στιγμής, αλήθεια! Δεν ήθελα, αλλά με κυρίευσε το ένστικτο της επιβίωσης!”, είπα βουρκωμένα.

Η μάνα με κοίταξε με βλέμμα γεμάτο φόβο. Σα να με ρώταγε τι είχε συμβεί εκείνο το απόγευμα. 

“Ήταν απόγευμα και ήμουν διψασμένος. Όπως περπατούσα και ο ήλιος έκαιγε, είδα μπροστά μου μια ρεματιά. Καθώς οι ακτίνες του ήλιου στραφτάλιζαν στα νερά, άφησα το κράνος και το τουφέκι μου πάνω σ’ ενα βράχο, εκλεισα για λίγο τα μάτια για να ξεχάσω και άρχισα να κατηφορίζω στην πλαγιά για να δροσιστώ πίνοντας νερό. Ησύχασα για λίγο από τη φρίκη του πολέμου, έγινα ξανά άνθρωπος. 

Πού να ήξερα, όμως;”, είπα κλαίγοντας.

“Ξάφνου ακούω περπατητό δίπλα μου. Κοίταξα γρήγορα να δω. 

Ένας άλλος στρατιώτης, οχτρός, κατέβαινε την πλαγιά. Ένιωσα το κτήνος του πολέμου να με κυριεύει. 

Ο οχτρός σήκωσε το όπλο του τρομαγμένος και είπε κάτι στη γλώσσα του που εγώ δεν κατάλαβα. “Κοίταξέ με, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι”, ήταν σα να μου έλεγε.

Ένιωθα τη ζωή μου να απειλείται, δεν ξέρω πώς το τόλμησα αυτό”. 

Άρχισα να κλαίω. Η μητέρα μου με κοίταξε έντρομη καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί. Κάλυψε το πρόσωπό της με τα γερασμένα της χέρια, ενώ εγώ συνέχιζα να της περιγράφω το περιστατικό.

“Τότε εγώ… άρπαξα το τουφέκι μου και… “.

Δεν μπορούσα να της πω τι ακολούθησε. Οι λέξεις δεν έβγαιναν. 

“Πίεσα τη σκανδάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη. Όλα είχαν τελειώσει για μένα. Τα χέρια μου έτρεμαν. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Η μητέρα σοκαρισμένη κλαίγοντας με πήρε μια παρηγορητική αγκαλιά. Κοιταχτήκαμε, με παρηγόρησε  και με δικαιολόγησε. 

“Μάνα, πάψε να με δικαιολογείς! Η πράξη μου αυτή είναι αδικαιολόγητη! Και δε θα μπορέω ποτέ να ξεχάσω!” 

Η αφήγηση του Κ.Κ.

– Μάνα, δεν είμαι καλά. Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι που μου συνέβη στον πόλεμο. Μόλις είχε τελειώσει η μέρα κι εγώ πήγα διψασμένος να πιω λίγο νερό από την πηγή. Πήγα, ήπια νερό και κάθισα λίγο να ευχαριστήσω τον Θεό που με προστάτεψε κι αυτή τη μέρα.

Όταν τέλειωσα και πήγα να φύγω, κατέβαινε από την πλαγιά ένας οχτρός. Γυρίζω το κεφάλι και τον κοιτάζω. Όταν με είδε κι αυτός, άρχισε να μιλάει στη γλώσσα του και σα να με παρακαλούσε να μην του πάρω τη ζωή. Εγώ κόλλησα. Τράβηξα τ’ όπλο από τη ζώνη και τον πυροβόλησα. 

Πήγα από πάνω του, τον κοίταξα για λίγη ώρα και μετά άρχισα να τρέχω, γιατί πίστευα ότι άμα έφευγα μακριά δε θα με καταδίωκαν οι τύψεις.  Έτσι όπως έτρεχα, στη μέση της πλαγιάς σταμάτησα. Δεν άντεχα άλλο. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να γυρίσω να τον βοηθήσω.

Πλησίασα και τον ακούμπησα να δω αν ήταν ζεστός. Ήταν ακόμη ζωντανός. Του έπλυνα το πρόσωπο στην πηγή και κάθισα μαζί του να τον προσέχω. 

Η ώρα περνούσε και παρακαλούσα τον Θεό να του χαρίσει τη ζωή.

Έκατσα μέχρι που το βράδυ μας σκέπασε το σκοτάδι και τους δυο και πλέον ο οχτρός δεν άκουγε.  

από κάτω από: Β΄3, Οι μαθητές δημιουργούν, Σχολικό έτος 2024-25 | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το “Γιατί;” του Γ. Μαγκλή εμπνέει τους μαθητές του Β΄3    

Η Λογοτεχνία συναντά τη Φυσική

Ιαν 202519

Ο νόμος της βαρύτητας του Ισαάκ Νεύτωνα εμπνέει τον μαθητή Ν. Ζ. του Β΄2 να γράψει ποίημα.

 

Ποίημα Ν. Ζ

 

Μικρό ποίημα για τον Ισαάκ Νεύτωνα

Στης γνώσης την άκρη, σοφός ξεκινά,

Με μήλο που πέφτει τον κόσμο μιλά.

Η βαρύτητα ορίζει του σύμπαντος την πνοή,

Και η κίνηση ακολουθεί πιστή στη γη.

Το φως το απασμένο, χρώματα γεννά,

Με πρίσμα στα χέρια η αλήθεια κυλά.

Στα μαθηματικά η λογική του ανθίζει,

Κι η σκέψη του κόσμου αιώνια θεμελιώνει και φωτίζει.

 

Η “θεωρία της σχετικότητας” του γίνεται ποίημα από τον μαθητή του Β1 Ε.Α

θεωρία της σχετικότητας

Η μάζα και η ενέργεια είναι έννοιες αλληλένδετες

η ταχύτητα του φωτός σταθερή

η ύλη λέει στον χωροχρόνο πώς να καμπυλωθεί

ο χωροχρόνος λέει στην ύλη πώς να κινηθεί

 

Πώς να συσταλεί το μήκος 

πώς ο χρόνος να διασταλεί

όλα αυτά ο Αϊνστάιν 

ήρθε για να μας τα πει

 

 

Όλα εξαρτώνται από τον παρατηρητή

μη τυχόν είναι σε τρένο και σε άλλον χρόνο δει την αστραπή

Μαύρες τρύπες, βαρυτικά κύματα και του σύμπαντος η διαστολή

μόνο αυτή η θεωρία θα μπορούσε να προβλέψει την τροχιά του Ερμή

 

 

Θεωρία της σχετικότητας και κβαντομηχανική

δυο μεγάλες θεωρίες που δεν έχουν ενωθεί

και δυστυχώς τα βαρυτόνια 

δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί

 

 

Στον χωροχρόνο τον καμπυλωμένο της σχετικότητας

μπορεί με βαρυτόνια μπορεί και όχι

η βαρύτητα δρα παντού

στον κόσμο της πραγματικότητας

από κάτω από: Διαθεματικές προσεγγίσεις, Λογοτεχνία και Φυσική | με ετικέτα  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Λογοτεχνία συναντά τη Φυσική    

Διαθεματικές προσεγγίσεις

Ιαν 202519

Η Λογοτεχνία μπορεί να γίνει μέσο έκφρασης και για τις άλλες επιστήμες, ακόμα και … τις θετικές! Οι μαθητές μας το αποδεικνύουν και μας εκπλήσσουν! 

από κάτω από: Διαθεματικές προσεγγίσεις | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διαθεματικές προσεγγίσεις    
« Παλιότερα άρθραΠιο πρόσφατα άρθρα »


Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων