https://youtu.be/p_V78h36mBQ?feature=shared
Από την μαθήτρια του Β3 Χ.Π
………………………………………………………………………………………………………………………………..
………………..- Τρεις γιορτές… μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα… Ο Κόλλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα… Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες… Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό… Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν… Χμ! σαράντα ένα ρούβλια… Σωστά;
Η Ιουλία είχε αρχίσει να θυμώνει, μα δε μίλησε. Δεν τη συνέφερε. Έτσι και τολμούσε να πει έστω και τη παραμικρή λέξη για να υπερασπιστεί τον εαυτό της, το αφεντικό θα θύμωνε και θα την απέλυε.
– Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε!
Το κορίτσι πλέον με το ζόρι συγκρατιόταν. Ήταν έτοιμη να ξεσπάσει, μα προσπάθησε να κατευνάσει το θυμό της και να κάνει υπομονή.
-Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να ‘χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…
– Μα αυτό δεν έγινε ποτέ! Αντιμίλησε η Ιουλία.
-Το ‘χω σημειώσει!
-Μάλιστα.
Η Ιουλία είχε πλέον κοκκινίσει και η άκρη του φουστανιού της έμοιαζε ασιδέρωτη από την πολλή τσαλάκα. Δε μπορούσε να μην αντιδράσει!
– Ε, αυτό πια με ξεπερνάει! Δε φτάνει που όλη μέρα φροντίζω και διδάσκω τα παιδιά, τα οποία παρεμπίπτοντως κάνουν ό,τι περνάει απ’ το χέρι τους για να δημιουργήσουν μπελά και φασαρία, πρέπει να υποστώ κι αυτό!
-Τολμάς να μου αντιμιλάς;!
Προσπάθησα να δείξω θιγμένος και θυμωμένος, αλλά μάλλον δε τα κατάφερα.
– Βεβαίως και τολμώ! Έχω κάθε δικαίωμα να υποστηρίξω το δίκιο μου! Απαιτώ να λάβω το ακριβές ποσό του μισθού μου, κι αν δε μου το δώσετε εσείς, θα το απαιτήσω και από τη κυρία!
Το κορίτσι είχε φτάσει στο αμήν. Ίσως και να το είχα παρακάνει και λίγο. Αλλά όπως και να ‘χει, υπήρξε το επιθυμητό αποτέλεσμα: η τόσο ντροπαλή και λιγομίλητη Ιουλία, είχε δείξει επιτέλους και μία άλλη πλευρά του εαυτού της, μια πιο τολμηρή πλευρά.
Παρ’ ότι δεν το περίμενα, η θυμωμένη κοπέλα συνέχισε:
– Κι αν θέλετε να ξέρετε το φλιτζάνι του τσαγιού το ‘ριξε κάτω η Βαρβάρα και ο Κόλλιας ανέβηκε στο δέντρο για να χαλάσει τα παπούτσια του και να του πάρετε καινούρια. Κι εννοείται τα φόρτωσαν όλα σ’ εμένα επειδή τους έβαλα περισσότερες ασκήσεις!
Ήμουν έτοιμος να τη σταματήσω, αλλά ήθελα να δω τι είχε να πει.
– Και τα μποτάκια της μικρής τα έκλεψε η υπηρέτρια επειδή δεν έχει ρούβλια να πάρει δικά της στη κόρη της.
– Τελείωσες; Τη ρώτησα.
– Ναι. Μου απάντησε, σαν μικρό παιδί που σου κρατούσε μούτρα.
-Ωραία, γιατί μπορείς να έχεις αυτά.
Της έδωσα τον φάκελο που είχα ετοιμάσει. Τον πήρε και τον άνοιξε δειλά δειλά και μπόρεσα να δω τη δικαίωση στα μάτια της.
– Μα γιατί; Με ρώτησε. Εγώ που σας μίλησα έτσι και τόλμησα να κατηγορήσω τα παιδιά με τέτοιο τρόπο;
– Γιατί τα αξίζεις για αυτόν ακριβώς το λόγο. Γιατί κατάφερες να υπερασπιστείς τον εαυτό σου και να μην υποκύψεις στην επιθετικότητά μου. Και θα ήθελα να συνεχίσεις έτσι και να μην αφήνεις τους άλλους να σε εκμεταλλεύονται.
Ντράπηκε. Κοκκίνησε, και αφού ψιθύρισε μερικά ευχαριστώ και συγγνώμη, βγήκε από το γραφείο μου.
Στον φάκελο είχα βάλει αρχικά ογδόντα ρούβλια, όσα της αναλογούσαν δηλαδή, όμως καθώς είδα πως είχα πετύχει τον σκοπό μου, πρόσθεσα άλλα πενήντα μέσα. Εν τέλει, ήμουν ευχαριστημένος με τον εαυτό μου που η κοπέλα κατάφερε να ξεπεράσει τα όριά της.






