Οι μαθητές του Γ1 φαντάζονται τη συνέχεια της ιστορίας… ή δίνουν ένα διαφορετικό τέλος
Από τον μαθητή του Γ1 Γ.Α

[….]«
Ο Ξανθός Ιππότης» είπε. Το είπε έτσι όπως θα έλεγε το όνομά του για να συστηθεί. Το ψηλότερο αγόρι ρώτησε: «Δε θα ’ρθει;». Ακολούθησαν και τα υπόλοιπα παιδιά με την ίδια απορία. Τότε κατάλαβε ότι είχε πάρει λάθος απόφαση, όμως δεν θα έκανε αυτό που έκανε τόσα χρόνια, δηλαδή να καταστρέφει τα όνειρά του. Καθώς είχε μπει ήδη μέσα, θα ολοκλήρωνε τον σκοπό για τον οποίο είχε πάει και δεν ήταν άλλος πέρα από τη γνωριμία του με τους άλλους μικρούς λογοτέχνες.
Ο «Ξανθός Ιππότης» είχε μείνει ακίνητος και το μόνο που έκανε ήταν να σκέφτεται το δίλημμα που του είχε θέσει η μοίρα. «Τι να κάνει;» αναρωτιέται, αλλά τα παιδιά περίμεναν ξαφνιασμένα μια απάντηση. Έπειτα από πολλή σκέψη και θάρρος, απάντησε με πολύ απλά λόγια: «Ο Ξανθός Ιππότης είναι ήδη εδώ και στέκεται μπροστά σας».
Τα παιδιά κοίταζαν στην αρχή δεξιά κι αριστερά μήπως δεν τον είχε δει κανείς, όμως μετά κατάλαβαν και έμειναν άφωνα. Με το πέρασμα μερικών δευτερολέπτων, τα παιδιά είχαν αντιληφθεί την κατάσταση και αντέδρασαν έντονα. Ο «Ξανθός Ιππότης» τούς εξήγησε την κατάσταση και όλα όσα είχαν συμβεί στη ζωή του από τότε που βρήκε το περιοδικό. Όμως τα παιδιά δεν πίστεψαν τη φλόγα που είχε νιώσει και του ξεκαθάρισαν αυστηρά πως θα ενημερωθεί κάποιος ενήλικας, αν δεν έφευγε εκείνη τη στιγμή.
Τα παιδιά μπορεί να φέρθηκαν αρκετά ώριμα, αλλά δεν κατάλαβαν ότι μόλις είχαν διαλύσει την ευκαιρία ενός απελπισμένου ανθρώπου να ζήσει ξανά. Ο «Ξανθός Ιππότης» το μόνο που ζήτησε πριν φύγει, ήταν να μην εξαφανιστούν τα δημοσιευμένα πεζοτράγουδα που είχε γράψει. Τα παιδιά τον διαβεβαίωσαν για αυτό, κι εκείνος έφυγε με το κεφάλι χαμηλά και με κατεστραμμένη ψυχολογία.
Από την περιπέτεια αυτή, το μόνο που έμεινε ήταν τα δύο πεζοτράγουδα και η παιδική φλόγα που, όμως, κράτησε για λίγο. Αυτά είναι τα μόνα που δεν θα ξεχάσει ποτέ κατά τη διάρκεια της, και πάλι, βαρετής του ζωής!
Από τον μαθητή Ε. Α.
…Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε και είδε μια μεγάλη σκάλα. Την ανέβηκε γρήγορα, μιας και είχε αργήσει. Αφού τα σκαλιά τελείωσαν, αντίκρισε κάτι παιδιά. Αυτά συζητούσαν και ούτε που τον πήραν χαμπάρι.
«Ποιος είστε;» ρώτησαν.
«Ο Ξανθός Ιππότης», απάντησε.
«Μα, εσείς είστε μεγάλος. Δεν μπορεί, κάτι δεν πάει καλά εδώ», είπε ένα αγόρι της παρέας.
«Ναι, δεν εννοούσα αυτό που καταλάβατε. Ήθελα να πω ότι ο Ξανθός Ιππότης δε θα έρθει, γιατί είναι άρρωστος. Ο πατέρας του είμαι», είπε προετοιμασμένος αυτός, καταλαβαίνοντας απόλυτα την απορία των παιδιών.
«Αχ, τι κρίμα. Θέλαμε πολύ να τον δούμε», είπε ένα κορίτσι εκ μέρους όλων των παιδιών.
Ο άντρας, δίχως να πει λέξη, έφυγε τρέχοντας. Τα παιδιά ξαφνιάστηκαν, μα εκείνος ούτε που το ένιωθε. Ένας κόσμος μόλις είχε γκρεμιστεί μέσα του. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως ήταν μεγάλος. Με όλες αυτές τις σκέψεις, έτρεξε, βρήκε ένα ταξί και πήγε στο σπίτι του. Εκεί, μπήκε μέσα χωρίς να χαιρετήσει τη γυναίκα του. Πήγε ευθύς αμέσως και κοιμήθηκε.
Όλα αυτά που είχαν συμβεί ήταν σαν ένα όνειρο, σαν ένα ψέμα. Όταν ξύπνησε, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από τη φαντασία. Είχε μπει σε έναν άλλο κόσμο τώρα. Στον κόσμο της τρέλας.
Από τη μαθήτρια Α.Κ
..Όλοι έψαχναν τον Ξανθό Ιππότη, αλλά τίποτα. Εκείνος καθόταν ακίνητος. Άκουγε τα παιδιά να μιλάνε μεταξύ τους και να τον ψάχνουν. Πολλές σκέψεις και εικόνες έπαιζαν στο κεφάλι του. «Να το πω ή να μην το πω;» ξανά και ξανά. Φοβόταν μήπως και τρομάξει τα παιδιά, αλλά παράλληλα ήθελε τόσο πολύ το παιδί μέσα του να μιλήσει… Δεν ήξερε τι να κάνει. Να άφηνε τα παιδιά με την απορία και να τα ξάφνιαζε ή να ακούσει την παιδική του καρδιά;
Μετά από αυτές τις σκέψεις, το πήρε απόφαση. «Εγώ είμαι ο Ξανθός Ιππότης», είπε. Όλοι τον κοίταζαν περίεργα. Κάποια μικρότερα παιδάκια έβαλαν τα κλάματα γιατί τρόμαξαν!
«Θέλω να ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη από όλους για την αναστάτωση. Δεν το ήθελα. Μη με βλέπετε μεγάλο, ένα μικρό παιδί ζει ακόμα μέσα μου, που μοιάζει πολύ με εσάς! Δεν θα πω πολλά, μόνο ένα μεγάλο ευχαριστώ στη διοργάνωση που κατάφερε, μέσα από τα πεζοτράγουδα, να καλύψει τα κενά που δεν μπόρεσα ποτέ εγώ να εκπληρώσω όσο ήμουν παιδί. Καλό βράδυ».
Όλοι κοίταζαν περίεργα. Κανένας δεν μίλησε. Ο Ξανθός Ιππότης έτρεξε στην έξοδο και έφυγε. Δεν ήξερε πού πήγαινε. Το μόνο που ήξερε όμως, ήταν ότι πλέον ήταν ευτυχισμένος.
Από τον μαθητή Γ.Κ
Κατέβηκε αργά τη σκάλα και βγήκε στη σκοτεινή νύχτα.
Τα λόγια των παιδιών έμεναν ακόμα μέσα του, όμως τώρα ένιωθε περισσότερο απογοήτευση παρά χαρά. Κατάλαβε πως δεν μπορούσε να διαβάσει τόσο εύκολα τον κόσμο των παιδιών ούτε να γίνει «Ξανθός Ιππότης» μόνο με λίγα λουλούδια και όμορφα λόγια.
Από τη μαθήτρια Κ.Κ
Το κορίτσι πήρε διστακτικά τα τριαντάφυλλα. Εκείνος χαμογέλασε και γύρισε να φύγει. Πριν κατεβεί το πρώτο σκαλί, άκουσε πίσω του βήματα.
«Κύριε, περιμένετε!» φώναξε το μικρό αγόρι.
Εκείνος γύρισε αργά δίχως να πει λέξη και κοίταζε τον μικρό.
«Εσύ είσαι στα αλήθεια ο Ξανθός Ιππότης, έτσι δεν είναι;»
Πήγε να αρνηθεί. Τα χείλη του κουνήθηκαν, αλλά δεν βγήκε λέξη. Τα παιδιά τον κοιτούσαν σαν να περίμεναν κάτι φοβερό από εκείνον. Γυάλιζαν τα μάτια τους. Τότε το κορίτσι τού έδωσε πίσω τα κόκκινα τριαντάφυλλα.
«Οι ιππότες δεν πρέπει να φεύγουν στενοχωρημένοι!» του φώναξε.
Εκείνος ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό, καθώς μετά από πολλά χρόνια κάποιος τον κοίταζε σαν να αξίζει πραγματικά κάτι. Πήρε τα λουλούδια με προσοχή και στη συνέχεια κατέβηκε αργά τη γυριστή σκάλα.
Καθώς βγήκε έξω στον δρόμο και περπατούσε, η νύχτα ήταν κρύα, όμως εκείνος ένιωθε ζεστός. Τότε κατάλαβε πως, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν ξανθός, ο «Ξανθός Ιππότης» υπήρχε στα αλήθεια μέσα του.