ΕΡΓΑΣΙΑ – ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ

ΕΡΓΑΣΙΑ

Ορισμοί.

Εργασία: Καταβολή μόχθου, σωματικού ή πνευματικού, για την παραγωγή έργου σε διάφορους τομείς.

Επάγγελμα: Από το ρήμα επαγγέλλομαι = υπόσχομαι. Είναι η συστηματική ενασχόληση του ανθρώπου μ’ ένα συγκε­κριμένο αντικείμενο με σκοπό την κάλυψη βιοποριστικών αναγκών, την ικανοποίηση εσωτερικών αναζητήσεων, την προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και την καταξίωση μέσα σ’ αυτό.

Αξίες που πραγματώνονται μέσω τις εργασίας.

  1. Υλικός – Οικονομικός Τομέας.
  • Το άτομο αυξάνει την παραγωγικότητα, βελτιώνει την ποιότητα των αγαθών.
  • Δημιουργούνται οι κοινωνίες της αφθονίας με ανέσεις, καθώς και η επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη.
  • Με την είσοδο της μηχανής στην παραγωγή περιορίζεται ο αν­θρώπινος μόχθος και αναπτύσσεται η βιομηχανία, η διαφήμιση, το εμπόριο, οι μεταφορές και οι επικοινωνίες, κάνοντας τη ζωή του ανθρώπου ευκολότερη και επιτυγχάνοντας την όλο και μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη.
  1.    Ηθικός – Πνευματικός – Ψυχολογικός Τομέας.
  • Ο άνθρωπος να εμβαθύνει σε διάφορους τομείς αποκτώ­ντας πνευματική οργάνωση και μέθοδο.
  • Αναπτύσσει την κριτική και τον προ­βληματισμό του, θέτοντας τον διαρκώς μπροστά σε προβλήματα και υποχρεώνοντας τον να χρησιμοποιήσει τη λογική του.
  • Τον οδηγεί σε διαρκή πνευματική εγρήγορση, καθώς ο άνθρωπος πρέπει ν’ ανακαλύπτει συνέχεια νέες μεθόδους.
  • Μαθαίνει να γίνεται δεκτικός σε νέες ιδέες, να χρησι­μοποιεί τη φαντασία του και να διευρύνει την κριτική του ικανότητα. Ασκεί τις δεξιότητες του και αναπτύσσει τις κλίσεις του.
  • Καλλιεργεί την αίσθηση του καθήκοντος, αφού η εργασία αποτελεί μορφή υποχρέωσης στο κοινωνικό σύνολο.
  • Νιώθει ασφάλεια αλλά και ικανοποίηση δίνοντας διέξοδο στη δημιουργικότητα του.
  • Αναπτύσ­σει πρωτοβουλίες, ενισχύει την επιμονή και την υπομονή του, ν’ αναπτύξει τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητας του και τελικά να πραγμα­τοποιήσει ένα σημαντικότατο βήμα προς την ολοκλήρωση του.
  1.   Κοινωνικός Τομέας.
  • Μέσα στον εργασιακό χώρο, άτομα με διαφορετικές συχνά πεποιθήσεις και αντιλήψεις έρχονται σ’ επαφή και συνάπτουν σχέ­σεις φιλίας, συνεργασίας και αλληλεγγύης, που είναι απαραίτητες για την παραγωγή έργου.
  • Εθίζονται έτσι στο πνεύμα της συλλογικότητας και μαθαίνουν να σέβονται τους κανόνες της ομάδας στοιχεία απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας αλλά και στη δρα­στηριοποίηση του, σε συνεργασία πάντα με τους συμπολίτες του, για τη διεκδί­κηση των δικαιωμάτων του.
  • Ο υγιής συνδικαλισμός, βοηθά τον εργαζόμενο ν’ αγωνίζεται ειρηνικά για την εδραίωση των ελευθεριών, της δικαιοσύνης, της ισοτιμίας και της αξιοκρατίας και κατ’ επέκταση για την επίλυση προβλημάτων και την εξάλειψη νοσηρών φαινομένων, όπως η βία, ο ρατσισμός και η περιθωριοποίηση.
  • Το άτο­μο επιδιώκει την αναγνώριση, έτσι αποκτά κοινωνικό κύρος και διάκριση.
  1.   Πολιτικός – Πολιτιστικός Τομέας
  • Μέσω του επαγγέλματος διεκδικεί ως πολίτης πολλά απ’ τα δικαιώματα του και μαθαίνει να εκπληρώνει με σύνεση τις υποχρεώσεις του.
  • Προάγεται ο συνδικαλισμός και η δημοκρατία. Ο εργαζόμενος συνει­δητοποιεί ότι καλή οικονομία δε νοείται χωρίς υγιή πολιτική ζωή και το αντί­στροφο.
  • Από την άλλη πλευρά, οι τέχνες, τα γράμματα και οι επιστήμες προάγονται σαφώς μέσω της εργασίας. Υπηρετείται έτσι ο άνθρωπος και εξευγενίζεται ο ψυχι­κός του κόσμος.

Πώς πρέπει να γίνεται η επιλογή επαγγέλματος.

  •  Σύμφωνα με τις κλίσεις, τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντα του νέου.
  •   Με βάση τις επιθυμίες, τις προτιμήσεις και τις αληθινές επιδιώξεις του ατό­μου.
  •  Με βάση τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του. Απαιτείται αυτογνωσία.
  •   Το άτομο οφείλει να γνωρίζει τα χαρακτηριστικά των διαφόρων επαγγελ­μάτων, καθώς και τις δυνατότητες επαγγελματικής απορρόφησης, ώστε να μην αντιμετωπίσει στο μέλλον το πρόβλημα της ανεργίας.
  •   Να έχει λάβει κατάλληλο επαγγελματικό προ­σανατολισμό κυρίως από το σχολείο, ώστε να «αυτοερευνηθεί».
  •   Να λαμβάνονται υπόψη και οι οικονομικές ανάγκες του ατό­μου, χωρίς να μετατρέπονται βέβαια σε αυτοσκοπό.
  •   Με κριτήριο την έφεση στη γνώση.
  •   Με βάση την κοινωνική προσφορά.
  •   Με κριτήριο τη δημιουργικότητα.

Κριτήρια με τα οποία γίνεται συχνά η επιλογή επαγγέλματος σήμερα.

  •   Σύμφωνα με το κέρδος, δηλαδή τις οικονομικές απολαβές από την άσκηση κάθε επαγγέλματος.
  •   Ανάλογα με το κοινωνικό γόητρο, τις προκαταλήψεις και τα κοινωνικά στε­ρεότυπα για διάφορα επαγγέλματα, π.χ. γιατρός, δικηγόρος κ.λπ.
  •   Σύμφωνα με τις οικογενειακές επιρροές και το επάγγελμα που υπαγορεύει η οικογενειακή παράδοση.
  •   Ανάλογα με το ποιο επάγγελμα απαιτεί το λιγότερο μόχθο (εποχή της ήσ­σονος προσπάθειας).
  •   Ανάλογα με τις γνωριμίες του καθενός, αφού, όπως είναι γνωστό, σήμερα υπάρχει μεγάλη ευνοιοκρατία στον εργασιακό χώρο.

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ

Σημασία του επαγγελματικού προσανατολισμού.

  •   Με την οργανωμένη εικόνα των πραγμάτων και των εξελίξεων που προσφέρει ένας ορθός επαγγελματικός προσανατολισμός, ο νέος ξεφεύγει από την αδράνεια και τον εφησυχασμό, κατανοεί την πραγ­ματική λειτουργία των επαγγελμάτων, θέτει στόχους και αγωνίζεται για την πραγμάτωση τους, αποφασίζει ώριμα για το μέλλον του.
  •  Το άτομο συνειδητοποιεί το μεγάλο ανταγωνι­σμό που εμφανίζεται στην οικονομία και αντιλαμβάνεται πως όποιον κλάδο και αν επιλέξει, χρειάζεται να επιδιώξει την ειδίκευση αλλά και τη διαρκή επιμόρφωση στο αντικείμενο του.
  •   Ο μελλοντικός εργαζόμενος κα­λύπτει τις ανάγκες του αλλά συνεισφέρει και στην όλη οικονομική ανάπτυξη και άνοδο του βιοτικού επιπέδου της κοινω­νίας.
  •   Ενημερώνει για τις συνθήκες ενός επαγγέλματος μέσω επισκέψεων που προγραμμα­τίζονται σε συγκεκριμένους χώρους, επίσης για τις ειδικές απαιτήσεις, τα ωράρια, τις αμοιβές, το περιβάλλον εργασίας.
  •   Ενημερώνει για τα επαγγέλματα που γνωρίζουν κορεσμό ή πρόκειται να γνωρίσουν στο άμεσο μέλλον, σχετικά με τις απαιτήσεις που παρουσιάζονται στην αγορά εργασίας λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.λπ., οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ένας οργανωμένος ΣΕΠ αποτελεί παράγοντα οικονομικής εξέλιξης της χώρας.
  •   Ο νέος προβληματίζεται, αναλύει και αντιλαμβάνεται καλύτερα τα διάφορα επαγγέλματα, ερευνά, πληροφορείται, επιδιώκει ν’ απο­κτήσει ολοκληρωμένη ενημέρωση γύρω από αυτά. Μ’ αυτό τον τρόπο διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες και βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση.
  •  Διαμορφώνει συγκροτημένη προσωπικότητα, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα χα­ρακτηρίζονται από πνευματική ρηχότητα ή μονομέρεια λόγω της υπερειδίκευσης,. Τέ­τοιοι άνθρωποι, δίχως πνευματικά ερείσματα, γίνονται εύκολα θύματα προπα­γάνδας και παραπληροφόρησης, χειραγωγούνται, μετατρέπονται σε μάζα, σε άβουλα όντα που αποπροσανατολίζονται.
  •   Δίνει στο νέο ερεθίσματα για εσωτερική αναζήτηση, ενδοσκόπηση και άσκηση αυτοκριτικής. Ως αποτέλεσμα, γνωρίζει τον εαυτό του, τις ανά­γκες και τις ιδιαιτερότητες του, απαλλάσσεται από προκαταλήψεις για ορισμένα επαγγέλματα, αποκτά ηθική ωριμότητα και ελευθερία.
  •   Το άτομο μυείται στη συλλογικότητα και τις ομαδικές εργασίες, μαθαίνει δηλαδή να εργάζεται με αλληλεγ­γύη, αρετή που θα του χρειαστεί αργότερα και κατά την άσκηση του επαγ­γέλματος του, ενώ εθίζεται και στο πνεύμα του διαλόγου, που αναπτύσσει τόσο με τους άλλους νέους, όσο και με τους ειδικούς.
  •   Γίνεται άν­θρωπος κοινωνικός, καλλιεργεί τις ψυχικές αρετές, (θάρρος, αυτοπεποίθηση), αποκτά σιγουριά, δεν αγωνιά, δεν αισθάνεται ανα­σφάλεια, προκειμένου ν’ αντεπεξέλθει στις νέες απαιτήσεις των σύγχρονων κοινωνιών.
  •   Η όλη αυτή ενδυνάμωση του ψυχικού του κόσμου, ισχυροποιεί το χαρακτήρα του και τον κάνει άνθρωπο υπεύθυνο.
  •   Ο επαγγελματικός προσανατολισμός διδάσκει ότι η εργασία είναι κοινωνική αξία, είναι μεταλαμπαδεύει υγιή πρότυπα, υψηλές αρχές και ηθικές αρετές στους μελλοντικούς επαγγελματίες. Δημιουργεί ευσυνείδητους εργαζομένους, ειλικρινείς, έντιμους και συνεπείς.
  •   Οι νέοι που δέχο­νται έναν υπεύθυνο επαγγελματικό προσανατολισμό, προτάσσουν το κοινό καλό σε σχέση με το στενά εν­νοούμενο προσωπικό συμφέρον, δεν είναι ατομικιστές και γενικά με τη συμπε­ριφορά τους στηλιτεύουν το στείρο ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις, με λίγα λόγια, το ωφελιμιστικό πνεύμα που σήμερα είναι κυρίαρχο. Έτσι καλλιεργούνται οι κοινωνικές αρετές (συνεργασία, άμιλλα. )
  •   Τέτοιοι πολίτες αγωνίζονται για την εδραίωση των κοινωνικών ελευθεριών, σέβονται τους νό­μους και κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους και γενικότερα, συντελώ­ντας στην εδραίωση της κοινωνικής ευρυθμίας.
  •   Κατανοούν ότι η αξιοκρατία στο επάγγελμα είναι απαραίτητη για την οικονομική ανάπτυξη συνειδητοποιούν ότι με παρασιτικά επαγγέλματα και φαινόμενα παροικονομίας η οικονομία δεν ανα­βαθμίζεται, ούτε ο πολίτης προκόβει.
  •   Δημιουργούνται επι­στήμονες που έχουν συναίσθηση του λειτουργήματος τους, χρησι­μοποιούν με μέτρο και ανθρωπιστική συνείδηση τα επιτεύγματα τους, κάνουν επιστήμη για τον άνθρωπο, την ειρήνη, τον πολιτισμό.
  •  Δημιουργούνται και συνεπείς καλλιτέχνες που υπηρετούν το ωραίο και στοχεύουν στον εξευγενισμό του ανθρώπου, χωρίς να στρατεύουν την τέχνη τους στην υπηρεσία κομματικών ή οικονομικών σκοπιμοτήτων.
  •   Αλλά και δημόσιοι υπάλληλοι διαμορφώνο­νται υπεύθυνα, σέβονται το κράτος και τον πολίτη, δεν ενισχύουν με τη στάση τους τη γραφειοκρατία, ούτε προβαίνουν σε διασπάθιση του δημόσιου χρήματος.

 

Τρόποι για τον επαγγελματικό προσανατολισμό.

  1.  Οικογένεια
  • Οφείλει να δείξει απόλυτο σεβασμό στην προσωπικότητα του, παρέχοντας του σε λογικά πλαίσια την ελευθερία, ώστε χωρίς πιέσεις να προβεί σε επιλογή σύμφωνη με τις ανάγκες και τις προσωπικές του επιδιώξεις.
  • Να ανα­πτύσσεται ο διάλογος και η γόνιμη επικοινωνία, μακριά από συγκρούσεις και ανταγωνισμούς, τότε σίγουρα οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να διοχετεύσουν στο νέο υψηλά ιδανικά σχετικά με την εργασία και να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας ισχυρής προ­σωπικότητας.
  • Μακριά από προκαταλήψεις για δήθεν επαγγέλματα κοινωνικού κύρους Με τη νουθεσία και την καθοδή­γηση της οικογένειας ο νέος θα αντιληφθεί καλύτερα τις κλίσεις και τα ενδια­φέροντα του.
  1.  Σχολείο
  • Να ξεπεράσει την κρίση που διέρχεται, σταματώντας τη στείρα αποστήθιση γνώσεων, την τυποποίηση της διδασκαλίας και τον άγονο εγκυκλοπαιδισμό.
  • Αναβάθμιση του μαθήματος του ΣΕΠ με ειδικούς καθηγητές, αλλά και σύμβουλους, ψυχολόγους κ.λπ., που θα βοηθούν το νέο να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και ν’ ανακαλύψει τις πραγματικές του επιθυμίες.
  • Επισκέψεις σε χώρους επαγγελματικούς, οι διαλέξεις από διακεκριμένους επαγγελματίες σε διάφορους τομείς ή οι ομα­δικές εργασίες για την παρουσίαση διαφόρων επαγγελμάτων.
  • Το σχο­λείο πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να συμπορευτεί με τις απαιτήσεις των και­ρών μας, σε καμιά όμως περίπτωση κάτι τέτοιο δεν πρέπει να σημαίνει πως το σχολείο θα υιοθετήσει μόνο ένα τεχνοκρατικό χαρακτήρα.
  • Να προάγονται οι ανθρωπιστικές επιστήμες και ταυτόχρονα ο νέος να προετοιμάζεται για την είσοδο του σε μια τεχνολογικά αναπτυγμένη κοινωνία. Γι’ αυτό, το σχολείο οφείλει να εμπνέει, να οδηγεί στη μάθηση κι όχι στην άγονη εκμάθηση, να μεταδίδει στους νέους υψηλές αρχές και αξίες.
  1.  ΜΜΕ
  • Υγιή πρότυπα ζωής -πνευματικά και όχι μόνο υλιστικά-καταναλωτικά, ανθρώπους που βλέπουν την εργασία ως μέσο προσωπικής ολοκλήρωσης και προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο-, καθώς και εκπομπές με συζητήσεις ειδι­κών, που θα ενημερώνουν τον κόσμο για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διαφόρων επαγγελμάτων.
  1. Κράτος
  • Δημιουργία κρατικών ινστιτούτων, προγράμμα­τα, διαλέξεις ενημέρωσης , παρουσίαση επαγγελμάτων.
  • Αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ώστε ο νέος να μην αναγκάζεται να προβεί σε τόσο σημαντικές για το μέλλον του αποφάσεις στο δέκατο έκτο σχεδόν έτος της ζωής του, όταν ακόμη είναι αδια­μόρφωτος και δε διαθέτει και την απαραίτητη κατάρτιση.
  1.  Πνευματική ηγεσία
  • Οι πνευματικοί ηγέτες, έχουν χρέος να βρίσκονται κοντά στις ανη­συχίες των νέων, κοντά στα ζωτικά τους προβλήματα, να προβαίνουν σε διάλογο μ’ αυτούς, πραγματώνοντας συνάμα το διαφωτιστικό κοινωνικό τους ρόλο.
  1.  Άτομο
  • Να δείξει κατάλληλη διάθεση και δεκτικότη­τα, αλλιώς κάθε προσπάθεια των φορέων αγωγής πέφτει στο κενό.
  • Χρειάζεται να επιδείξει ωριμότητα, κριτική σκέψη και ουσιαστικό προβληματισμό, τη στιγ­μή που η επιλογή επαγγέλματος είναι επιλογή ζωής.

Ειδίκευση

Ορισμός.

«Ειδίκευση» καλείται η ιδιαίτερη και συστηματική ενασχόληση του ανθρώ­που με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο που προ­ϋποθέτει εμβάθυνση σ’ αυτό το αντικείμενο.

Θετικά.

  1. ü  Εκτός από την αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων αγαθών, με την ειδίκευση επιτυγχάνεται βελτίωση των συνθηκών εργασίας, καθώς περιορίζεται ο ανθρώπινος μόχθος, αυξάνεται ο ελεύθερος χρόνος του εργαζομένου, έρχονται στο φως καινούργιες τεχνικές και μέθοδοι.
  2. ü  Ανα­πτύσσονται διάφοροι κλάδοι της οικονομίας, όπως η βιομηχανία, το εμπόριο και η γεωργία ικανοποιούνται σε μεγαλύτερο βαθμό οι ανθρώπινες ανά­γκες και αναβαθμίζεται ταχύτατα το βιοτικό επίπεδο.
  3. ü  Εξελίσσονται ιατρικές μέθοδοι, αντιμετωπίστηκαν επάρατες νόσοι και συνεχώς ανεβαίνει ο μέσος όρος ζωής.
  4. ü  Ανάπτυξη της τεχνολογίας του διαστήματος,  ξεπερνούμε τα όρια του πλανήτη και αναζητάμε  ζωή και αλλού.
  5. ü  Αξιοποιεί καταλληλότερα τους φυσικούς πόρους, μεθοδεύει περισσότερο την εργασία του, αποφεύγει τις προχειρότητες, ενώ με τη βοήθεια της μηχανοργάνωσης και των ηλεκτρο­νικών υπολογιστών ελέγχεται καλύτερα η οικονομία και προσφέρονται ποι­οτικότερες υπηρεσίες σε όλους.
  6. ü  Διευρύνει τη γνώση του στους συγκεκρι­μένους κλάδους, κρίνει και προβληματίζεται πιο ουσιαστικά.
  7. ü  Προϊόν της ειδίκευσης είναι και η εξέλιξη των ΜΜΕ που δίνουν τη δυ­νατότητα για άμεση και έγκυρη πληροφόρηση, με αποτέλεσμα την πνευμα­τική διεύρυνση των ανθρώπων.
  8. ü   «Εθίζει» τον άνθρωπο στην πειθαρχία, νιώθει περισσότερο υπεύθυνος στον ειδικό χώρο εργασίας του. Αλλά και η ηθική ικανοποίηση από την εξέλιξη της επιστήμης οπλίζει με θάρρος και αυτοπεποίθηση για τη συνέχιση του έργου.
  9. ü  Η εμπι­στοσύνη, που απορρέει από την ύπαρξη καταρτισμένων επαγγελμα­τιών, δίνει στα άτομα σιγουριά και ασφάλεια, ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν ευκολότερα άσχημες καταστά­σεις.
  10. ü  Η άμβλυνση των αποστάσεων, ως απόρροια της ειδίκευσης, παρέχει τη δυ­νατότητα επικοινωνίας και την καλλιέργεια κλίματος συνεργασίας και αλλη­λοβοήθειας.
  11. ü  Η ευημερία, η οποία απορρέει από την ειδική γνώση, όταν αφορά στους περισσότερους, συμβάλλει στον περιορισμό των ανισοτήτων και της αδικίας, καθώς και στη συνεργασία των πολι­τών.
  12. ü  Με τα νέα τεχνολογικά δεδομένα, που προκύ­πτουν από την ειδίκευση, προβάλλεται καλύτερα ο πολιτικός λόγος, γίνο­νται γνωστές ιδεολογίες και πολιτικά συστήματα, ενώ με την αμεσότητα που προσφέρει η τηλεόραση, για παράδειγμα, προωθείται η γόνιμη πολιτική αντιπαράθεση που διασφαλίζει τη δημοκρατική ομαλότητα.
  13. ü  Αναπτύσσονται τα γράμματα και οι τέχνες, ολοκληρώνε­ται η επιστημονική έρευνα και γενικότερα αναβαθμίζεται το πολιτιστικό επίπεδο μιας κοινωνίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εξέλιξη μιας χώρας.

Αρνητικά.

ü  Πνευματικός Τομέας

  • Η τυφλή προσκόλληση στην εξειδίκευση οδηγεί στην πνευματική μονομέ­ρεια.
  • Περιορίζεται η κριτική σκέψη, ο προβληματισμός του ατόμου, οι πνευματικοί ορίζοντες του συρρικνώνονται, εφόσον παραιτείται από οποιαδήποτε άλλη πνευματική αναζήτηση πέρα αντι­κείμενο της εργασίας του.
  • Στερείται πολύπλευρης καλλιέργειας και είναι εύκολο να αποπροσανατολιστεί, ειδικά σήμερα που δέχεται πλή­θος μηνυμάτων.
  • Ο άνθρωπος γίνεται μονοδιάστατος, δεν αμφιβάλλει γόνιμα και μετατρέπεται σε θύμα προπαγάνδας και μαζοποίησης.
  • Ο πνευματικός λήθαργος τον κά­νει περισσότερο επιρρεπή στα υλικά και στείρα τεχνοκρατικά πρότυπα της εποχής, με αποτέλεσμα να υπερεργάζεται γεγονός που εκφυλίζει τον ευρύτερο δυναμισμό του και τον υποδουλώνει στην ασύδοτη μανία συσσώρευσης χρημάτων.
  • Αντί η εργασία ν’ αποβλέπει σε μια άνετη ζωή, ο άνθρωπος ζει για να εργάζεται και σε αρκετές περιπτώσεις επαναλαμβάνει διαρκώς τις ίδιες κινήσεις, λειτουργεί μηχανικά και τυποποιείται.

ü  Ηθικός – Ψυχολογικός Τομέας

  • Ο άνθρωπος στερείται αυτοκριτικής, παρα­γκωνίζει τις αληθινές αξίες, χάνοντας το μέτρο και οδηγούμενος στην ηθική αλλοτρίωση.
  • Μέ­σα απ’ τη μονοτονία των δραστηριοτήτων του, το άτομο βιώνει την πλήξη, τον κορεσμό.
  • Χάνει την πρωτοτυπία και τη δημιουργικότητα του και μπορεί να διαπρέπει στον τομέα του, αλλά ευρύτερα μετατρέπεται σε μια επίπεδη προσωπικό­τητα, χωρίς ενδιαφέροντα, ώστε ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο του παύει να ψυχαγωγείται και συνήθως εκτονώνεται.

ü  Κοινωνικοπολιτικός τομέας.

  • Αποποιείται των ευ­θυνών του απέναντι στους άλλους και στην κοινωνία, θεωρώντας ως μοναδι­κό τομέα ευθύνης του την ειδικότητα του.
  • Αδιαφορεί για τις πολιτι­κοκοινωνικές εξελίξεις, δεν μπορεί να διαμορφώσει προσωπική άποψη για τα πράγματα, δεν είναι ώριμος πολίτης και εύκολα μετατρέπε­ται σε υπήκοο ή τυφλό οπαδό. Έτσι δεν έχει τη δυνατότητα, ν’ απο­κτήσει μια οργανωμένη αντίληψη των πραγμάτων, δε συμμετέχει στα κοινά και αδιαφορεί για την επίλυση των κοινωνικών προ­βλημάτων και την πρόοδο της κοινωνίας.
  • Υπάρχει κίνδυνος και για την κοινωνική ευρυθμία και για τη δημοκρατία, αφού ο μονολι­θικός αυτός πολίτης λησμονεί τις κοινωνικές ελευθερίες, τους νόμους και τη λειτουργία των θεσμών, δεν προβαίνει σε έλεγχο της εξουσίας και της πολι­τικής ζωής, ενώ ακολουθεί ατομικιστική πορεία.
  • Αποξενώνει τα άτομα, γιατί δεν υπάρχουν κοινά σημεία επικοινωνίας, εφόσον ο καθένας, διαθέτοντας μια εντυπωσιακή ποσότη­τα και ποιότητα γνώσεων στο συγκεκριμένο αντικείμενο του, αδιαφορεί για τους άλλους γνωστικούς τομείς ή ενασχολήσεις, οπότε το έδαφος δεν είναι πρόσφορο για αληθινή ανθρώπινη επαφή.

ü  Πολιτιστικός – Εθνικός Τομέας

  • Δε συμμετέχει σε πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, αδιαφο­ρεί για σημαντικά ζητήματα, όπως οι τέχνες, η γλώσσα, οι παραδόσεις, και αυτή του η πνευματική κενότητα γίνεται επομένως επικίνδυνη για την αλ­λοίωση της ίδιας της πολιτιστικής του ταυτότητας και της εθνικής του φυ­σιογνωμίας.
  • Ελλοχεύει, ο κίνδυνος της επικράτησης στυγνών τεχνοκρατών, που, χωρίς ευαισθησίες, «θυσιάζουν» τον παράγοντα άνθρωπο στο όνομα της υπερανάπτυξης, του κέρδους και των σκοπιμοτήτων.

Τρόποι-Προϋποθέσεις.

  • ü  Δεν είναι ούτε εφικτό, ούτε επιθυμητό να ανασταλεί ή να περιοριστεί η ειδί­κευση, γιατί συμβαδίζει με την υλικοτεχνική και επιστημονική εξέλιξη.
  • ü  Ο άνθρω­πος πρέπει να ασχοληθεί με την πολύπλευρη καλλιέργεια του, με την αξιοποίη­ση των κλίσεων, με την ενίσχυση των διαπροσωπικών του σχέσεων, αλλά και να έρθει σε επαφή με τη φύση – την τέχνη και να βρει τρό­πους που θα περιορίσουν την αλλοτρίωση του (δημιουργική αξιοποίηση του ελευθέρου χρόνου).
  • ü  Απόκτηση κατάλληλης παιδείας (ανθρωπιστική αγωγή), από τους βασικούς φορείς της κοινωνικοποίησης, την οικογένεια και το σχολείο ώστε το άτομο με κριτικό πνεύμα ν’ αποφύγει τις υπερβολές και να πορευτεί προς τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης προσωπι­κότητας.

ΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Αίτια.

  1. ü  Η αλόγιστη τεχνολογική πρόοδος, που δεν διέπεται, βέβαια, από ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος δεν θεωρήθηκε σκο­πός, αλλά μέσο για την ανάπτυξη της.
  2. ü  Στόχος η αυξανόμε­νη παραγωγή, που έχει εντελώς αποσυνδεθεί από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
  3. ü  Η υπερκατανά­λωση, δηλαδή το ότι ο μέσος άνθρωπος καταναλώνει πολλά προϊό­ντα, ερήμην των πραγματικών του αναγκών.
  4. ü  Η έντονη επιθυμία για κέρδος επιτελεί ρόλο σημαντικό.
  5. ü  Η παθητικοποίηση του ανθρώπου από το σύγχρονο τρόπο ζωής, που τον οδηγεί στην άρνηση ανάληψης ευθυνών στον εργασιακό χώρο. Η μηχανοποίηση δεν δημιουργεί απρόοπτα προβλήματα και ευθύνες.
  6. ü  Ο ατομικισμός κι η έλλειψη επικοινωνίας που απαγορεύουν στο άτομο να συνειδητοποιήσει την κοινωνική του ευθύνη.
  7. ü  Ουσιαστικά, εκδιώκεται η αγωνιστικότητα και η συλλογικότητα, που είναι απαραίτητα στοιχεία για την επίλυση κάθε κοινωνικού προβλήματος. Το άτομο ως μονάδα μπορεί μόνο να συνειδητοποιήσει ένα κοινωνικό πρόβλημα, αδυνατεί να το επίλυση.

Συνέπειες.

  1. ü  Οι νοητικές ιδιότητες δεν  αναπτύσσονται.
  2. ü  Η σκέψη απονεκρώνε­ται.
  3. ü  Η κριτική ικανότητα υποβιβάζεται.
  4. ü  Η «μηχανοποίηση» μας καταντάει α-μήχανους και αν-ίκανους για σκέψη… Ενώ η «μαζοποίηση» μας ενώνει υλικά με άπειρους άλλους αλλά μας νεκρώνει πνευματικά και βουλητικά.
  5. ü  Ο άνθρωπος αδυνατεί να βιώσει τις θετικές ιδιότητες που πηγάζουν από τη συμβίωση με τους άλλους.
  6. ü  Επέρχεται συναισθηματική άμβλυνση.
  7. ü  Ακόμη και οι σωματικές ιδιότητες απενεργοποιούνται από τη συνεχή επανάληψη προκαθορισμέ­νων κινήσεων.
  8. ü  Οι εργαζόμενοι αποξενώνονται από την εργασία τους, επιτελώντας ένα μικρό τμήμα της παραγωγής του. Χάνουν κάθε διάθεση για δημιουργία, πράγμα που συντελεί στην κακή ψυχολογική τους κατάσταση.
  9. ü  Τα στοιχεία της ανίας και του κορεσμού, όπου πηγάζουν από την υπέρμετρη συμβατικότητα της εργασίας, είναι διάχυτα στην κοινωνία.
  10. ü  Επόμενο είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις να φθείρονται. Η αποπροσωποποίηση και η μαζοποίηση στερούν απ’ τον καθένα την ιδιότητα του «προσώπου».
  11. ü  Αδυνατώντας το άτομο να βρει ουσιαστικό έρεισμα στη ζωή του, καταφεύγει σε κάθε είδους «υποκατάστατα» ή ακόμη και σε «τεχνητούς παραδείσους».
  12. ü  Ο ψυχικός φόρτος οδηγεί τον άνθρωπο, κατά τον ελεύθερο χρόνο του, να επιζητεί απλώς το ξέσπασμα και την εκτόνωση, χωρίς να υιοθετεί εποικοδομητικούς τρόπους ψυχαγωγίας.
  13. ü  Πολιτική αδιαφορία. Οι πολίτες, δεν είναι ενεργοί. Συχνά, γίνονται έρμαια κομματικών ιδεών.
  14. ü  Γεννιέται κίνδυνος πολιτισμικής οπισθοδρόμησης, αν αναλογιστούμε ότι και αρκετοί καλλιτέχνες – για εμπορικούς λόγους – «δημιουργούν» με ρυθμούς μηχανοποιημένους.
  15. ü  Η αντικατάσταση, τέλος, ανθρώπων από μηχανές διογκώνει την ανεργία.

Τρόποι αντιμετώπισης.

  1. ü  Ανθρωπιστική διαπαιδαγώγηση, δηλαδή παιδεία και κοινω­νικοποίηση που θα έχουν επίκεντρο τον «άνθρωπο», χωρίς αυτός να θεωρείται μέσο για τη διαιώνιση της υπάρχουσας κοινωνικής κατά­στασης.
  2. ü  Προσπάθεια για ανόρθωση της συλλογικότητας, αλλά και της συνεργασίας, ιδίως στους χώρους δουλειάς.
  3. ü  Αλλαγή των αρνητικών δομών της κοινωνίας.

ΑΝΕΡΓΙΑ

Αίτια ανεργίας στη χώρα μας.

  1. ü  Στη χώρα μας κυριαρχεί ο επαγγελματικός ρατσισμός. Θεωρούμε ότι η κα­τοχή επιστημονικού τίτλου μας καταξιώνει κοινωνικά. Έτσι, αδιαφορούμε για τη χρηστική αξία των επαγγελμάτων -των τε­χνικών κυρίως- και συνωθούμαστε στα πανεπιστήμια, με αποτέλεσμα να ζούμε το φαινόμενο των πτυχιούχων ανέργων.
  2. ü  Η ελλιπής επαγγελματική κατάρτιση των εργαζομένων αλλά και η έλλειψη επαγγελματικής πληροφόρησης.
  3. ü  Εκπαίδευση δεν εντοπίζει τις κλίσεις του νέου, αφού ο ΣΕΠ δυσλειτουργεί.
  4. ü  Η οικογένεια γαλουχεί τη νεολαία με την αντίληψη του πτυχίου, κάτι που συμβάλλει στο διαχωρισμό των επαγγελμάτων σε κατώτερα και ανώτερα.
  5. ü  Το φαινόμενο της πολυθεσίας και της υπερωριακής απασχόλησης επιτείνει το σοβαρό αυτό πρόβλημα.
  6. ü  Η αστικοποίηση.
  7. ü  Η αναξιοκρατία σχετικά με το ζήτημα των προσλήψεων είναι ένας ακόμη λόγος για την έξαρση της ανεργίας.
  8. ü  Η έλλειψη ωριμότητας, οι προσωπικές φιλοδοξίες, ο κομματισμός αποτελούν χαρακτηριστικά του εργατικού συνδικαλιστικού μας κινήματος, καθιστά και την συνδικαλιστική ηγεσία υπεύθυνη για την ανεργία.
  9. ü  Πολλοί διαθέτουν πτυχία που είναι ξεπερασμένα υπό τις σημερινές συνθήκες. Ακόμη δεν είναι λίγοι οι επιχειρηματίες δεν αξιοποιούν παραγωγικά τα κέρδη τους με επενδύσεις.
  10. ü  Στη χώρα μας η αθρόα είσοδος λαθρομεταναστών αποτελεί ενισχυτικό παράγοντα της ανεργίας.
  11. Μέτρα αντιμετώπισης της ανεργίας.
  12. ü  Επιδοτήσεις στους ανέργους. Διεύρυνση χρονικού ορίου επιδότησης στους 12 μήνες.
  13. ü  Καλύτερη περίθαλψη και κοινωνική πρόνοια για τους ανέργους (στέγη, βρε­φονηπιακοί σταθμοί κ.ά.).
  14. ü  Χορήγηση κάρτας ανεργίας βασισμένης σ’ ένα νέο συμβόλαιο, που θα περιορίσει τον κίνδυνο παραμονής των ανέργων σ’ αυτό το καθεστώς.
  15. ü  Πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων, οι οποίες θα συμβάλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.
  16. ü  Αποκέντρωση διοικητική, οικονομική και πολιτιστική σε υποβαθμισμένες περιοχές, ώστε να συγκρατηθεί ο πληθυσμός και να αναπτυχθεί η περιφέ­ρεια.
  17. ü  Μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη – Κρά­τος Δικαίου.
  18. ü  Μόνο πολιτικοί με παι­δεία ανθρωπιστική θα συναινέσουν, χωρίς προστριβές και οπισθοχωρήσεις, ώστε να επι­λυθεί το πρόβλημα.
  19. ü  Καταπολέμηση γραφειοκρατίας, κίνητρα σε ευαίσθητους παραγωγικούς το­μείς (ναυτιλία, γεωργία, τουρισμός).
  20. ü  Εξυγίανση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.
  21. ü  Αντιμετώπιση της ανεργίας ανά κλάδους, διότι η οικονομία διακρίνεται σε πολ­λούς τομείς, οι οποίοι δεν επηρεάζονται στο ίδιο επίπεδο από το φαινόμενο.
  22. ü  Καλύτερη αξιοποίηση των κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  23. ü  Επιμόρφωση εργατικού δυναμικού, επαγγελματι­κή εκπαίδευση των ανειδίκευτων εργατών και επανεκπαίδευση με επιδο­τούμενα σεμινάρια αυτών που έχουν ειδικευτεί, διότι η οικονομία αναδιαρ­θρώνεται.
  24. ü  Από τις πρώτες βαθμίδες του εκ­παιδευτικού συστήματος πρέπει να ενισχύεται η κοινωνική αξία του επαγ­γέλματος, να ανιχνεύονται οι κλίσεις και οι ικανότητες τους (ΣΕΠ) καθώς και να αναβαθμιστεί η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση.
  25. ü  Απομάκρυνση από το μισονεϊσμό και παροχή κινήτρων στη νεολαία για δη­μιουργική εργασία.
  26. ü  Μείωση των ωρών εργασίας (και να διατηρείται ο μισθός στα ίδια επίπεδα) ώστε να προσλαμβάνονται περισσότεροι άνεργοι στις θέσεις που δημιουργούνται.
  27. ü  Ενδεχόμενη μείωση του ορίου συνταξιοδότησης.
  28. ü  Εγκατάλειψη της ωραιοποίησης σχετικά με τα πνευματικά επαγγέλματα και ταυτόχρονα σεβασμός σε κάθε επάγγελμα.
  29. ü  Δυνατότητα στον επιχειρηματία ή το κράτος να μην αναλαμβάνει όλο σχεδόν το κόστος της ασφάλειας.
  30. ü  Ουσιαστική ιεράρχηση των σύγχρονων αναγκών και αντίσταση στην υποτα­γή στην τεχνολογία και στην ύλη.

Ανεργία και αντικοινωνική συμπεριφορά.

  1. ü  Ανεργία σημαίνει έλλειψη ισότιμων ευκαιριών και απουσία δικαιοσύνης και κοινωνικής ευαισθησίας απ’ το κράτος, γι’ αυτό και οι άνεργοι συχνά έχουν το αίσθημα κατωτερότητας, αντιμετωπίζουν συμπλεγ­ματικά τους συμπολίτες τους και οδηγούνται από αντίδραση στη σύγκρουση με το κατεστημένο.
  2. ü  Αισθάνονται πικρία και παράπονο, χάνουν λοιπόν την κοινωνική τους συνείδηση, καθώς θεωρούν την κοινωνία υπεύθυνη για τη δυσάρεστη κατάσταση τους και εύκολα οδηγούνται σε παραβίαση των νόμων.
  3. ü  Ο άνεργος δεν έχει χρόνο, διάθεση και ενδιαφέρον για πνευματική καλλιέρ­γεια, οπότε χωρίς την κατάλληλη παιδεία και δίχως πνευματικές αντιστά­σεις γίνεται ευκολότερα θύμα φανατισμού και μαζοποίησης.
  4. ü  Έχοντας το άγχος της επιβίωσης χάνουν την εσωτερική τους ηρεμία οπότε μπορεί να καταλήξουν στην αντικοινωνικότητα, τη βία, ακόμη και το έγκλημα.
  5. ü  Ο άνθρωπος που αδυνατεί να καλύψει τις βασικές βιοποριστικές του ανά­γκες εκδηλώνει συχνά τον κατώτερο εαυτό του και δε διστάζει και να πατή­σει επί πτωμάτων προκειμένου να επιβιώσει.
  6. ü  Οι άνεργοι εύκολα απεμπολούν την πολιτική τους συνείδηση και την ψήφο τους και μετατρέπονται σε θύματα λαϊκισμού και δημαγωγίας απ’ τους πολιτικούς. Κι όταν ο πολίτης γίνεται φερέφωνο και έρμαιο των ισχυρών ηγετών μπορεί εύκολα να γίνει αντικοινωνικός.
  7. ü  Τέλος, η δημοκρατία, στην οποία υπάρχουν αρκετοί πολίτες άνεργοι, είναι μια μη υγιής δημοκρατία, στην οποία χάνεται ουσιαστικά η ισοτιμία και η ισονομία των πολιτών και προάγονται οι πελατει­ακές σχέσεις πολιτών και κράτους· γεγονός που προκαλεί αντιδράσεις από την πλευρά των πολιτών που βρίσκο­νται σε δυσχερή θέση.
  8. ü  Η ανεργία οδηγεί στην απογοήτευση και την αυτοπεριφρόνηση, αποκαρδιώνεται και οδηγείται σε ψυχικό αδιέξοδο και αυτό αποτελεί προθάλαμο για την εκδήλω­ση πολλών αντικοινωνικών εκδηλώσεων.

Ορισμός της Τηλεργασίας

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει έναν ευρύτερο ορισμό για την τηλεργασία, ως «μέθοδος οργάνωσης και εκτέλεσης της εργασίας, σύμφωνα με την οποία σημαντικό μέρος του χρόνου εργασίας πραγματοποιείται εκτός των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και των χώρων όπου παραδίδονται τα αποτελέσματα της εργασίας, ενώ η ίδια η εργασία εκτελείται με τη χρήση πληροφορικής τεχνολογίας και της τεχνολογίας μεταφοράς δεδομένων (Internet)».

Η τηλεργασία έχει εμφανιστεί δυναμικά τόσο στη ευρωπαϊκή όσο και στην παγκόσμια αγορά εργασίας, αλλάζοντας εξ’ ολοκλήρου τις παραδοσιακές μορφές εργασίας. Οι απασχολούμενοι στην τηλεργασία έχουν μεγαλύτερη ευελιξία στα εργασιακά τους καθήκοντα καθώς δεν είναι πάντα απαραίτητη η φυσική παρουσία τους στο χώρο εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του ωραρίου.

Ως τηλεργασία θα μπορούσαμε να ορίσουμε την εργασία που βασίζεται αποκλειστικά στη χρήση Τεχνολογίας Πληροφοριών και Επικοινωνιών. Η αλλαγή γενικότερα στη φύση εργασίας υποχρεώνει τον απασχολούμενο να αναπτύξει δεξιότητες που να είναι συνδεδεμένες με τις Τεχνολογίες, ώστε να μπορεί να επικοινωνεί με τον ευρύτερο εργασιακό χώρο. Η εκπαίδευση τόσο των υποψήφιων τηλεργαζομένων όσο και των εργοδοτών τους είναι απαραίτητη για την πληροφόρηση και υιοθέτηση αποτελεσματικότερων μεθόδων μάθησης.

H τηλεργασία θεωρείται μια ιδιαίτερα ευέλικτη μορφή απασχόλησης που τελείται σε τακτική βάση εκτός των χώρων της επιχείρησης. Ο τηλεργαζόμενος εργάζεται στο σπίτι του, στα κέντρα τηλεργασίας ή στα τηλεχωριά και παύει πλέον να είναι υπάλληλος γραφείου. Αυτό σημαίνει ότι ο απασχολούμενος εργάζεται σε ένα πιο ατομικό πλαίσιο εργασίας, αλλά οφείλει να επιδείξει και τις εργασιακές και τις κοινωνικές του δεξιότητες, προκειμένου να συνεργαστεί αποτελεσματικά με τους συναδέλφους και τους εργοδότες του.

(eWORK 2002 – Status Report on New Ways to Work in the Knowledge Economy, September 2002)

Πλεονεκτήματα της Τηλεργασίας

Μελετώντας, λοιπον, κανείς προσεκτικά τα χαρακτηριστικά της τηλεργασίας μπορει να κάνει λόγο για τα πολλαπλασιαστικά της οφέλη σε περισσότερους από έναν τομείς. Ακολούθως η τηλεργασία είναι απαραίτητη γιατί:

Καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό

Διαφυλάσσει την προστασία του περιβάλλοντος

Ενδυναμώνει την οικονομία

Αντιστέκεται στο φαινόμενο της αστυφιλίας και προάγει την αποκέντρωση

Βοηθά τον εργαζόμενο να διαλέξει τον τόπο και το χρόνο εργασίας του

Προάγει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του ανθρώπου (όχι μόνο ως επαγγελματία, αλλά και ως γονέα, ως μέλους της κοινωνίας κ.λ.π)

Εξοικονομεί χώρο στην εταιρεία

Εξοικειώνει τον σύγχρονο άνθρωπο με τις απαιτήσεις του μέλλοντος

Μειώνει τις λειτουργικές δαπάνες των επιχειρήσεων που απασχολούν τηλεργαζόμενους

Αυξάνει την παραγωγικότητα με τη βελτίωση της ψυχολογίας των εργαζόμενων

 

Μειονεκτήματα της Τηλεργασίας

Μειωμένη ικανότητα της κοινωνικής έκφρασης και της συλλογικής αντιπροσώπευσης που μπορούν να οδηγήσουν σε πόλωση στην εργασία.

Μια τάση προς την απομόνωση.

Αντίκτυπος στην οικογενειακή ζωή εάν η οικογένεια και η εργασία δεν συμφιλιώνονται.

Παραμέληση των ζητημάτων υγείας και ασφάλειας.

Κίνδυνος εργασιομανίας.

Η ευθύνη της οργάνωσης της εργασίας μετατίθεται στον εργαζόμενο.

 

 

Επαγγελματικός προσανατολισμός είναι η επιστημονική καθοδήγηση του ατόμου για τη σωστή επιλογή του επαγγέλματός του, ανάλογα με τον χαρακτήρα του, τα ενδιαφέροντά του, τις κλίσεις του, αλλά και την αγορά εργασίας.

Συνάμα, ωστόσο, στο πλαίσιο του επαγγελματικού προσανατολισμού θα πρέπει να τίθεται κι η έγκαιρη ανάπτυξη και στήριξη εκείνων των δεξιοτήτων αυτοδιαχείρισης, που θα βοηθήσουν τον έφηβο να τραπεί σ’ έναν ενήλικα με αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, ικανό να λαμβάνει καίριες αποφάσεις.

 

  1. Οι στόχοι του σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού

 

– Ένα πρώτο ζητούμενο του σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού είναι η σωστή καθοδήγηση του νέου ανθρώπου στην απαιτητική διαδικασία της αυτογνωσίας. Ο νέος χρειάζεται να διερευνήσει, όσο γίνεται πληρέστερα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, τα ενδιαφέροντα, τις δεξιότητές του, καθώς και τις αξίες εκείνες που συνθέτουν το δικό του τρόπο θέασης της ζωής.

 

– Η παροχή με οργανωμένο τρόπο πληροφοριών για τα υπάρχοντα επαγγέλματα, και ιδίως για εκείνα που πιθανώς ανταποκρίνονται στις ικανότητες και τις κλίσεις του νέου. Ειδικότερα, πληροφορίες σχετικά με τα αναγκαία προσόντα, και άρα την κατάρτιση που θα πρέπει να επιδιώξει∙ τα πλεονεκτήματα, αλλά και τα μειονεκτήματά τους∙ την πραγματική ζήτηση και ανάπτυξη που παρουσιάζουν στις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες.

 

– Ενημέρωση για τις νέες τάσεις στην αγορά εργασίας, ώστε το επιλεχθέν επάγγελμα να διασφαλίζει τις επιδιωκόμενες προοπτικές εξέλιξης, και να μην αποτελεί μια παρωχημένη επιλογή που ενδεχομένως θα οδηγήσει σε μια αδιέξοδη κατάσταση στασιμότητας.

 

– Μέριμνα για την επαφή του νέου με διάφορα επαγγέλματα σε πραγματικές συνθήκες, και όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Ζητούμενο που μπορεί να επιτευχθεί με επισκέψεις σε επαγγελματικούς χώρους ή έμμεσα μέσα από τη γνωριμία και τη συζήτηση με επαγγελματίες που θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τα γνωρίσματα, τις απαιτήσεις και τις δυσκολίες του επαγγέλματός τους.

 

– Ενημέρωση για όλες τις υπάρχουσες δυνατότητες σπουδών και επαγγελματικής κατάρτισης.

 

– Συμβουλευτική καθοδήγηση του νέου, ώστε να καταστεί ικανός να αναζητά, να επεξεργάζεται και να αξιολογεί τις πληροφορίες σχετικά με τις σπουδές και τη δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης.

 

– Ευαισθητοποίηση σχετικά με την αξία της ορθής επαγγελματικής επιλογής. Με την αναγκαία επισήμανση πως η επιλογή αυτή, αν και συχνά καθοριστικής σημασίας, ενδεχομένως να αναθεωρηθεί στο μέλλον, καθώς οι ανάγκες στην αγορά εργασίας μεταβάλλονται συνεχώς.

Έχει ιδιαίτερη αξία, επομένως, η αναφορά στις ανατρεπτικές συνέπειες που πιθανώς να έχουν οι εκάστοτε οικονομικές συνθήκες σε μελλοντικούς σχεδιασμούς. Έτσι, ώστε ο νέος να έχει λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο ενός μελλοντικού επαναπροσδιορισμού των επιδιώξεών του, και να έχει αναπτύξει έναν ευέλικτο τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων, προκειμένου να είναι σε θέση να διερευνήσει εναλλακτικές διεξόδους τόσο σε σχέση με την κατάρτισή του όσο και σε σχέση με την επαγγελματική του αποκατάσταση.

 

–  Προετοιμασία του νέου για τις απαιτήσεις της ένταξης στο χώρο της επαγγελματικής εργασίας, με ιδιαίτερη έμφαση τόσο στις απορρέουσες υποχρεώσεις υπευθυνότητας και συνέπειας, όσο και στα κατοχυρωμένα δικαιώματα των εργαζομένων.

 

  1. Η σημασία του επαγγελματικού προσανατολισμού

 

– Ο έγκαιρος και άρτιος επαγγελματικός προσανατολισμός των νέων είναι εξαιρετικά σημαντικός, καθώς η ύπαρξη πολλών επαγγελμάτων, αλλά και ο κορεσμός αρκετών -για καιρό δημοφιλών- εργασιακών επιλογών, καθιστούν δύσκολη για τους εφήβους τη διερεύνηση της ιδανικότερης για εκείνους επαγγελματικής αποκατάστασης, χωρίς την ύπαρξη μιας ουσιαστικής καθοδήγησης.

 

– Παρατηρείται, άλλωστε, το παράδοξο φαινόμενο να υπάρχουν πολλοί άνεργοι νέοι, ενώ την ίδια στιγμή αρκετοί οικονομικοί κλάδοι να αντιμετωπίζουν έλλειψη κατάλληλα εξειδικευμένου προσωπικού. Γεγονός που υποδεικνύει πως παρά την ύπαρξη ικανού πληροφοριακού υλικού για την αγορά εργασίας, το υλικό αυτό δεν τρέπεται σ’ ένα αξιοποιήσιμο εργαλείο στη συμβουλευτική διαδικασία.

 

– Μέσω ενός ορθά τελούμενου επαγγελματικού προσανατολισμού οι νέοι μπορούν να έρθουν σ’ επαφή με πλήθος επαγγελματικών επιλογών, να γνωρίσουν τις προοπτικές που τους διασφαλίζει κάθε μία από αυτές, αλλά και να αντιληφθούν έγκαιρα το πόσο ανταγωνιστική είναι η αγορά εργασίας.

 

– Ο νέος κατανοεί την αξία της σωστής επιλογής σπουδών και κατάρτισης, προκειμένου να διεκδικήσει με αξιώσεις το επάγγελμα που επιθυμεί. Συνειδητοποιεί, επίσης, την ανάγκη της διαρκούς επιμόρφωσης στο επιλεχθέν αντικείμενο για κάθε επαγγελματία, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τη συνεχώς εξελισσόμενη τεχνογνωσία και να υιοθετεί εγκαίρως τις νέες μεθόδους, που θα του διασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή επαφή με την επαγγελματική του επιλογή και θα τον καταστήσουν αποτελεσματικότερο και πιο παραγωγικό.

 

– Στο πλαίσιο του επαγγελματικού προσανατολισμού ο νέος προχωρά σε μια διττή εμβάθυνση, καθώς αφενός επιχειρεί να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και τις κλίσεις του, ενώ αφετέρου επιδιώκει να γνωρίσει όσο γίνεται πληρέστερα τα επαγγέλματα που κινούν το ενδιαφέρον του. Ο μόνος τρόπος, άλλωστε, για να επιτευχθεί η ιδανική επιλογή επαγγελματικής σταδιοδρομίας είναι να βρεθεί η κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα στα ενδιαφέροντα, τις δεξιότητες και τις επιδιώξεις του νέου, και στο επάγγελμα εκείνο που θα του δώσει την ευκαιρία να αξιοποιήσει και να αναδείξει καλύτερα τις δυνατότητές του.

 

– Η επιλογή του σωστού για το κάθε άτομο επαγγέλματος λειτουργεί επωφελώς και για το κοινωνικό σύνολο, καθώς ο επαγγελματίας που ασχολείται με το αντικείμενο που του ταιριάζει είναι σαφώς πιο αποδοτικός και πιο υπεύθυνος κατά την τέλεση της εργασίας του.

 

– Ο επαγγελματικός προσανατολισμός δίνει στον νέο την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα το εύρος των επιλογών που είναι διαθέσιμες, ώστε να μη βασίσει την επιλογή του αποκλειστικά σε υποδείξεις του άμεσου οικογενειακού του περιβάλλοντος∙ υποδείξεις που συχνά δεν ανταποκρίνονται ούτε στις πραγματικές επιθυμίες του νέου, αλλά ούτε και στις πραγματικές δεξιότητες και ικανότητές του.

 

– Ο νέος συνειδητοποιώντας τον ανταγωνισμό που διέπει την αγορά εργασίας, αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη υπευθυνότητα τη διαδικασία επαγγελματικής επιλογής. Αποκτά πιο ενεργό ενδιαφέρον, αναζητά πληροφορίες, επιδιώκει τη διασταύρωση και τεκμηρίωσή τους, και οδηγείται σταδιακά σε μια ουσιαστικότερη γνώση όσων σχετίζονται με τις δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης.

 

– Με την επιλογή του σωστού επαγγέλματος ο νέος θα έχει την ευκαιρία να εξελιχθεί στο μέλλον σ’ έναν ενήλικα που θα αντλεί ικανοποίηση από την εργασία του και θα αισθάνεται εσωτερική πληρότητα. Συναισθήματα που θα αντανακλώνται τόσο στην ποιότητα της δουλειάς του, όσο και στις διαπροσωπικές και κοινωνικές του σχέσεις. Διότι, παρόλο που το επάγγελμα δεν αποτελεί το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής ενός ανθρώπου, κατέχει ωστόσο εξαιρετικά σημαντική θέση, και μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη στάση και τη συμπεριφορά του ατόμου. Ένας άνθρωπος, άλλωστε, που δεν είναι ικανοποιημένος με την επαγγελματική του επιλογή, αδυνατεί αφενός να αποδώσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του, κι έχει αφετέρου μια αρνητική στάση απέναντι στους ανθρώπους με τους οποίους τυχόν συνεργάζεται ή έρχεται σ’ επαφή.

 

  1. Παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή επαγγέλματος

 

– Σε προσωπικό επίπεδο, ο νέος προσανατολίζεται προς ορισμένες επαγγελματικές επιλογές ανάλογα με τα ενδιαφέροντα και τις επιθυμίες του, καθώς και τις δεξιότητές του. Ενώ, συχνά λαμβάνει υπόψη του τις  γενικότερες επιδόσεις του στο σχολείο ή τις επιδόσεις του σε συγκεκριμένα σχολικά μαθήματα.

Η προσωπικότητα, βέβαια, του νέου, και οι ειδικότερες επιδιώξεις του, βαρύνουν ιδιαίτερα στην επαγγελματική επιλογή, καθώς ανάλογα με το πώς επιθυμεί να χτίσει το μέλλον του και το πώς αντιμετωπίζει τον κόσμο γύρω του, προχωρά και στις ανάλογες επιλογές.

 

– Σημαντική επίδραση, ωστόσο, ασκούν τόσο οι γονείς όσο και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, καθώς από νωρίς παρατηρούν και αντιλαμβάνονται στοιχεία της προσωπικότητας του νέου, τα οποία τους παρέχουν ενδείξεις για τις πιθανές αρέσκειες και απαρέσκειές του, αλλά και για τις γενικότερες κλίσεις του. Βέβαια, συχνά παρατηρείται η τάση των γονιών είτε να ωθούν τον έφηβο προς κάποιο επάγγελμα που οι ίδιοι θεωρούν «αξιόλογο» ή «προσοδοφόρο», είτε να θέτουν ως βασικό κριτήριο επιλογής πρωτίστως την οικονομική διασφάλιση, αφήνοντας κατά μέρος τις προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντα του νέου.

 

– Συνάμα, οι επαγγελματικές επιλογές των γονιών ή άλλων μελών της ευρύτερης οικογένειας, λειτουργούν συχνά ως οδηγοί για την επαγγελματική πορεία του νέου, ιδίως αν υπάρχει κάποιος έτοιμος εργασιακός χώρος. Ενώ, παράλληλα, η γενικότερη οικονομική κατάσταση, αλλά και το μορφωτικό υπόβαθρο των γονιών διαδραματίζουν καθοριστικό -πολλές φορές- ρόλο στις επιλογές του νέου, είτε θετικά, με πλήθος πνευματικών ερεθισμάτων και παροχή σημαντικών ευκαιριών εκπαίδευσης, είτε αρνητικά, με σαφή περιορισμό της επαφής του νέου με το χώρο της παιδείας και κατ’ επέκταση της πολυετούς εκπαίδευσης.

 

– Το σχολείο έχει, επίσης, σημαντική επίδραση στην επιλογή του νέου διότι μέσα από την ενασχόληση με τα διάφορα μαθήματα και τις επιμέρους σχολικές δραστηριότητες, του παρέχει την ευκαιρία να διερευνήσει τις δυνατότητες, τα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις του. Επιπλέον, στο πλαίσιο του σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού, του προσφέρει -ή θα πρέπει να του προσφέρει- μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση σε αυτή την εξαιρετικής σημασίας επιλογή.

 

– Οι εκάστοτε οικονομικές συνθήκες και οι τάσεις της αγοράς, κατευθύνουν συχνά την επιλογή του νέου, καθώς αίφνης παραγκωνίζονται επαγγέλματα που παλαιότερα θεωρούνταν ιδιαιτέρως αποδοτικά, και αναδύονται νέες επαγγελματικές ευκαιρίες. Άρα, επιλογές που κάποτε θα έμοιαζαν λογικές και αναμενόμενες, σταδιακά καθίστανται παρωχημένες και δεν ενδείκνυνται για τις νεότερες γενιές. Καίρια, ως προς αυτό, μπορεί να σταθεί η συμβουλευτική στο πλαίσιο του επαγγελματικού προσανατολισμού, ώστε να διαγιγνώσκονται έγκαιρα οι αλλαγές που επέρχονται στην αγορά εργασίας.

 

– Ο τρόπος που ο νέος αντιλαμβάνεται τα πράγματα, και άρα το ζήτημα της επαγγελματικής αποκατάστασης, διαμορφώνεται μέσα από το πλέγμα των κοινωνικών του συναναστροφών (γονείς, συγγενείς, φίλοι), αλλά και μέσα από τις παραστάσεις που δέχεται από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Είναι, επομένως, εύλογο πως ανάλογα με τα εκάστοτε πρότυπα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ επηρεάζονται κι οι επιδιώξεις των νέων ανθρώπων.

 

 

Η ΦΤΩΧΕΙΑ

Η ΦΤΩΧΕΙΑ

Η Φτώχεια ως κοινωνικό πρόβλημα. Στον πλανήτη μας ζουν σήμερα 5,66 δισεκατομμύρια άνθρωποι από τους οποίους 1 δις περίπου σε κατάσταση φτώχειας, με την έννοια ότι αγωνίζονται καθημερινά για να εξασφαλίσουν την απλή επιβίωση τους.

Ορισμός της φτώχειας. Όμως πώς ορίζεται τελικά η φτώχεια; Επειδή δεν είναι εύκολο να αποτιμηθούν κοινά στοιχεία για τον ορισμό της φτώχειας, οι κοινωνικοί επιστήμονες επέλεξαν ως κριτήριο ένα κρίνο χαρακτηριστικό, το εισόδημα και με βάση αυτό μετρούν τη φτώχεια σε απόλυτη και σχετική. Συνήθως μιλούν για απόλυτη φτώχεια όταν το επίπεδο του εισοδήματος δεν φτάνει να καλύψει ούτε καν τις βασικές ανάγκες (τροφή, στέγη, ενδυμασία, υγεία). Ας σκεφτούμε εδώ μερικά τέτοια παραδείγματα. Έχουν όλοι οι κάτοικοι στον πλανήτη ή στη χώρα μας εξασφαλισμένη στέγη, ή τροφή ή περίθαλψη κλπ;

Αντίθετα μιλούν για σχετική φτώχεια όταν το επίπεδο εισοδήματος, αν και φτάνει να καλύψει τις βασικές ανάγκες, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση συνηθισμένων αναγκών, όπως αυτές προσδιορίζονται από την κάθε κοινωνία σε δεδομένη στιγμή και σύμφωνα με το καταναλωτικό της πρότυπο. Για παράδειγμα μια οικογένεια που ενώ καλύπτει τις βασικές της ανάγκες δεν μπορεί να διαθέσει χρήματα για σπουδές των παιδιών της, θεωρείται ότι είναι σχετικά φτωχή σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, όπου συνήθως όλες οι οικογένειες μπορούν να διαθέσουν χρήματα για σπουδές.

Συνήθως αυτός ο προσδιορισμός της σχετικής φτώχειας, έχει να κάνει με το πώς ορίζονται κάθε φορά «οι βασικές ανάγκες» και τα «όρια» της φτώχειας. Το τι είναι όμως «βασικές ανάγκες» για τους ανθρώπους είναι κάτι που ποικίλει ιστορικά και κοινωνικά. Αντανακλά το τεχνολογικό και πολιτισμικό επίπεδο μιας κοινωνίας. Πολλοί κάτοικοι ορισμένων περιοχών του τρίτου κόσμου δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι η ύπαρξη κεντρικής θέρμανσης και λουτρού μέσα στο σπίτι ή η οδοντιατρική περίθαλψη αποτελούν «βασικές ανάγκες» τους.

Η φτώχεια είναι ένα οικουμενικό φαινόμενο και έχει να κάνει κυρίως με την παγκόσμια διαστρωμάτωση, την παγκόσμια οικονομία και τις κοινωνικές ανισότητες, καθώς σχετική κυρίως φτώχεια συναντάμε σε όλα τα κράτη, ακόμα και στα οικονομικά ισχυρά.

Αίτια της φτώχειας. Ποιες είναι όμως οι αιτίες της φτώχειας;
Μια από τις βασικότερες αιτίες της φτώχειας είναι η κοινωνική διαστρωμάτωση, η οποία είναι χαρακτηριστικό της κοινωνίας και δεν υποδηλώνει μόνο διαφορές μεταξύ των ατόμων. Η άνιση κατανομή των πλουτοπαραγωγικών πηγών (γης, υπεδάφους, υδάτων κλπ), του εισοδήματος και των περιουσιακών στοιχείων μεταξύ των ατόμων και των

Άλλες αιτίες είναι η προκατάληψη, οι διακρίσεις και ο ρατσισμός απέναντι σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες (π.χ των τσιγγάνων, των οικονομικών προσφυγών, των φορέων του AIDS, των ατόμων με ειδικές ανάγκες κτλ.). Ακόμα αιτίες φτώχειας είναι ο πόλεμος, οι φυσικές καταστροφές και οι αλλαγές στην τεχνολογία, που προ¬καλούν ευρύ φάσμα ανεργίας, καθώς οι μηχανές αντικαθιστούν όλο και περισσότερα εργατικά χέρια.

Επιδείνωση της φτώχειας στο επίπεδο του κοινωνικού συνόλου προκαλούν και τα φαινόμενα της φοροδιαφυγής (μη καταβολής στο κράτος χρηματικών ποσών που προέρχονται από οικονομικές δραστηριότητες) και της παραοικονομίας (η μη επίσημη καταγραφή από το κράτος των οικονομικών δραστηριοτήτων).
Τα δυο αυτά φαινόμενα από τη μια αυξάνουν το ατομικό εισόδημα αυτών που εμπλέκονται, αλλά από την άλλη, συμβάλλουν στην απώλεια σημαντικών εσόδων του κράτους, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την καταπολέμηση της ανεργίας κτλ.

Η φτώχεια εκτός από τα γεωγραφικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των κρατών σχετίζεται και με:

Α) Την ηλικία (κυρίως πλήττονται οι νέοι και οι ηλικιωμένοι).

Β) Τη φυλή και την εθνικότητα που προσδιορίζουν ως μειονότητες τα άτομα ή τις ομάδες όταν βρίσκονται εκτός της χώρας τους (π.χ. Αλβανοί, Αιθίοπες, Φιλλιππινέζοι κ.ά. στην Ελλάδα ή Έλληνες σε άλλες χώρες).

Γ) Το φύλο (οι γυναίκες π.χ πλήττονται περισσότερο και συνήθως αποκλείονται από

υψηλόβαθμες θέσεις εργασίας).

Δ) Τη μορφή της οικογένειας (κυρίως οι μονογονεϊκές οικογένειες οποιασδήποτε μορφής ή οι πολυπληθείς πυρηνικές είναι πιο ευάλωτες).

Ε) Το επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης (οι αναλφάβητοι για παράδειγμα ή όσοι έχουν ελλιπή κατάρτιση σε κάποιο τομέα δυσκολεύονται περισσότερο να βρουν εργασία, ή αμείβονται πολύ χαμηλά κτλ.).

Για τα φτωχά κυρίως κράτη τα αίτια της φτώχειας συνδέονται με:

α)Την απουσία της τεχνολογίας και κυρίως της βιομηχανικής και γεωργικής τεχνολογίας και της εξειδίκευσης.

β)Την αύξηση του πληθυσμού, τον ο¬ποίο η οικονομία δεν μπορεί να συντηρήσει.

γ) Τα πολιτισμικά πρότυπα (π.χ θρησκευτικά πιστεύω, ήθη και έθιμα, θεσμοί δικαίου, οργάνωση ζωής, ανεπάρκεια εκπαιδευτικού συστήματος κ.τλ.).

δ) Την κοινωνική διαστρωμάτωση (στις φτωχές χώρες είναι εξαιρετικά άνιση)

ε) Την ανισότητα ως προς τα φύλα (η κοινωνική θέση της γυναίκας είναι πολύ χαμηλή, σε ορισμένες χώρες πολλές γυναίκες αποκλείονται από πολλά δικαιώματα και αρκετές θανατώνονται γιατί δεν έχουν προίκα).

στ) Τις διεθνείς / παγκόσμιες σχέσεις εξουσίας. Δηλαδή τις σχέσεις μεταξύ των κρατών. (Συνήθως τα ισχυρά οικονομικά κράτη εκμεταλλεύονται τους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους των φτωχών και σε πολλές περιπτώσεις δημιουργούν ένα καθεστώς αποικιοκρατίας).
Επειδή ένα χαρακτηριστικό της φτώχειας είναι η αναπαραγωγή της από γενιά σε γενιά μέσω των περιουσιακών στοιχείων, με τα οποία κληρονομούνται συνήθως τα κοινωνικά χαρακτηριστικά, η φτώχεια διαιωνίζει τις κοινωνικές ανισότητες. Η φτώχεια δεν εξαρτάται μόνο από το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, αλλά και από τα ατομικά χαρακτηριστικά του καθενός (τη θέληση, τις προσδοκίες, την επιμονή κλπ) ή ακόμα και από διάφορα απρόοπτα συμβάντα της ζωής π.χ μια ασθένεια, ή μια αναπηρία από τροχαίο ατύχημα κ.τλ.
Συνέπειες της φτώχειας.

Με βάση τα όσα αναφέραμε παραπάνω γίνεται φανερό ότι η φτώχεια επιφέρει άμεσες συνέπειες τόσο στα άτομα, όσο και στην κοινωνία ολόκληρη και γίνεται αιτία δημιουργίας μιας σειράς άλλων προβλημάτων (πείνας, πολέμων, ασθενειών, μεταναστεύσεων, θανάτων, βίας, ρατσισμού, ξενοφοβίας κλπ). Ένα φτωχό άτομο έχει πολλές πιθανότητες να αποκλεισθεί από πολλά κοινωνικά αγαθά και σημαντικούς τομείς και δραστηριότητες της κοινωνίας όπως π.χ η εκπαίδευση, η περίθαλψη, η εργασία, η ψυχαγωγία κ.τλ. Και αν οι συνέπειες της φτώχειας που περιγράψαμε πριν είναι τόσο σημαντικές για το άτομο, μπορούμε να φαντασθούμε ποιες είναι για την κοινωνία. Τι προβλήματα δηλαδή αντιμετωπίζει μια φτωχή κοινωνία ή ένα φτωχό κράτος, όταν δεν μπορεί να παράγει αγαθά και υπηρεσίες που είναι απαραίτητα για την διαβίωση του πληθυσμού του!

Έτσι η πείνα, οι ασθένειες, ο αναλφαβητισμός, οι επιδημίες, η ανεργία και τόσα άλλα προβλήματα γίνονται αιτία καθυστέρησης της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης στις φτωχές χώρες. Παράλληλα τα προ-βλήματα αυτά με τη σειρά τους δημιουργούν προβλήματα άλλα όπως η βία, η πορνεία, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμα και η διάλυση των δημοκρατικών θεσμών και η επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων, είναι συνήθη φαινόμενα στις φτωχές χώρες. Όμως δεν θα πρέπει να λησμονούμε, αυτό που και σε άλλο σημείο αναφέραμε, ότι μεγάλα προβλήματα εξαιτίας της φτώχειας αντιμετωπίζουν και οι οικονομικά και κοινωνικά αναπτυγμένες χώρες, στις οποίες ολόκληρες κοινωνικές ομάδες είναι άνεργες, άστεγες, αναλφάβητες κτλ.

Αντιμετώπιση της φτώχειας.

Στο ερώτημα πώς μπορεί να αντιμετωπισθεί η φτώχεια, η απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι:
• Η φτώχεια μπορεί να αντιμετωπισθεί κυρίως με την καταπολέμηση των αιτίων που την προκαλούν και ειδικότερα με την αναδιανομή του πλούτου και του εισοδήματος, ώστε να μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες.
• Η πολιτεία από την πλευρά της αλλά και το ίδιο το άτομο από τη δική του θα πρέπει να φροντίζουν ώστε να υιοθετούνται θεσμοί και τρόποι συμπεριφοράς που θα διευκολύνουν την καταπολέμηση της φτώχειας. Από την πλευρά της πολιτείας λοιπόν τίθεται ένα πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα, να αποφασίσει κατά πόσον και σε ποια έκταση θα δημιουργήσει θεσμούς, οι οποίοι θα εξασφαλίζουν τους πολίτες της από την φτώχεια και την εξαθλίωση. Τέτοιοι θεσμοί μπορούν να δημιουργηθούν και να λειτουργήσουν με την κοινωνική πολιτική που ασκεί το κράτος (Κράτος Πρόνοιας), λαμβάνοντας μέριμνα για τους οικονομικά ασθενέστερους, τους ηλικιωμένους, τους ανάπηρους, τα παιδιά και τις μητέρες.
• Το άτομο τώρα από την πλευρά του θα πρέπει κι εκείνο να έρχεται αρωγός της πολιτείας και παράλληλα με τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του να φροντίζει να ασκεί τα καθήκοντα του και τις υποχρεώσεις του. Η ενέργεια όμως που θα βοηθήσει ιδιαίτερα το άτομο για την αποφυγή της φτώχειας, είναι η ολοκλήρωση των βασικών σπουδών, ώστε να μην είναι αναλφάβητοι. Η επαρκής γενική μόρφωση καθώς και η εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση, συνδυασμένες με θετική στάση απέναντι στη ζωή και την εργασία, δίνουν και τα εχέγγυα για επαγγελματική καριέρα. Σε αντίθετη περίπτωση το άτομο μπορεί να αποκλεισθεί από μια σειρά κοινωνικών διαδικασιών (πολιτισμού, υγείας κλπ).
• Από όσα αναφέραμε γίνεται φανερό πλέον ότι το πρόβλημα της φτώχειας δεν α¬φορά ένα κακό που το έστειλε η μοίρα, αλλά συνδέεται με τους τρόπους που διάφορες κοινωνικές ομάδες ερμηνεύουν την πραγματικότητα σύμφωνα με τα συμφέροντα τους. Επομένως η ύπαρξη της φτώχειας συνδέεται με το γεγονός ότι οι άνθρωποι και οι κυβερνήσεις δεν κάνουν αρκετά για να την εξαλείψουν.
(«ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ» , Γ’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ,ΟΕΔΒ)

Ενημερωτικοί Οδηγοί Επαγγελματικού Προσανατολισμού

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ,ΕΡΕΥΝΑΣ
ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Α/ΘΜΙΑΣ & Β/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠ/ΣΗΣ
ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΠΙΕΡΙΑΣ
ΚΕΣΥΠ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Πληροφορίες: Φωτίου Νικόλαος

Διεύθυνση: Ειρήνης 34
60100 Κατερίνη
Τηλ.: 23510 79264
699 5906211 (κιν)
Email: mysep.gr@gmail.com

Κατερίνη, 16 / 02 / 2016
Αρ. Πρωτ. 2078

Προς :

Σχολικές Μονάδες (Γυμνάσια, Γενικά Λύκεια, Επαγγελματικά Λύκεια) της χώρας
ΚΕ.ΣΥ.Π.
Γραφεία Σχολικών Συμβούλων

Θέμα: « Ενημερωτικοί Οδηγοί Επαγγελματικού Προσανατολισμού »

Σας αποστέλλουμε 4 βιβλία (e-book) Θεματολογίας Επαγγελματικού Προσανατολισμού ως εξής:
1. Οδηγός Σπουδών Γενικού Λυκείου. Περιέχει στοιχεία για τη δομή και τη λειτουργία των Γενικών Λυκείων, 41 σελίδων, ΙSBN: 978-618-81648-4-0

http://myfiles.sch.gr/server/get/d3e21236b71f3451fb54bf35602bfd2f7

2. Οδηγός Σπουδών Δευτεροβάθμιας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Περιέχει στοιχεία για τη δομή και τη λειτουργία των ημερήσιων Επαγγελματικών Λυκείων, αναλυτική παρουσίαση τομέων & ειδικοτήτων, επαγγελματικά δικαιώματα, κ.α. 114 σελίδων, ΙSBN: 978-618-81648-5-7

http://myfiles.sch.gr/server/get/de1e9e70738244cec89929a6683268ed3

3. Οδηγό Σπουδών για την Ανώτατη Εκπαίδευση, για τους μαθητές των Γενικών Λυκείων. Περιέχει στοιχεία για το νέο σύστημα εισαγωγής, χρήσιμες συμβουλές για την συμπλήρωση του Μηχανογραφικού, συνοπτική παρουσίαση σχολών και τμημάτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης ανά Επιστημονικό Πεδίο, κ.α. για τους μαθητές των Γενικών Λυκείων, 432 σελίδων, ISBN: 978-960-93-7863-5

http://myfiles.sch.gr/server/get/daa742fd52a8d487abc8ce866762c4eed

4. Οδηγό Σπουδών για την Ανώτατη Εκπαίδευση, για τους μαθητές των Επαγγελματικών Λυκείων. Περιέχει στοιχεία για το νέο σύστημα εισαγωγής, χρήσιμες συμβουλές για την συμπλήρωση του Μηχανογραφικού και συνοπτική παρουσίαση σχολών και τμημάτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης ανά Σχολή, κ.α. για τους μαθητές των Επαγγελματικών Λυκείων, 172 σελίδων , ISBN: 978-960-93-7855-0

http://myfiles.sch.gr/server/get/d56fe2dca5b2b4792ae1d930231861110
Τα ανωτέρω βιβλία είναι διαθέσιμα και από το http://www.mysep.gr/?page_id=10668. Η χρήση τους είναι ελεύθερη για τους μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς της δημόσιας εκπαίδευσης.

Ο υπεύθυνος ΣΕΠ – ΚΕ.ΣΥ.Π. Πιερίας

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΩΤΙΟΥ Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Β/θμιας Εκπαίδευσης Πιερίας

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΖΤΑΡΙΔΗΣ

ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ Α, Β ,Γ ΤΑΞΕΩΝ (Ανακοινοποίηση στο ορθό)

Πράξη 3η εκδρομή Γ

Πράξη 4η εκδρομή Β Ανακοινοποίηση στο Ορθό

Πράξη 5η εκδρομή Α

 

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ

Ανάλυση ποιήματος

Ο Κώστας Καρυωτάκης ανήκει σε μια γενιά που έχει βιώσει εξαιρετικά δύσκολες κι επίπονες εμπειρίες (Βαλκανικούς πολέμους, Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, Καταστροφή της Σμύρνης, δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου). Εμπειρίες που δημιούργησαν ένα αίσθημα ανασφάλειας απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα και οδήγησαν τους νέους ανθρώπους εκείνης της εποχής σε μια δυσπιστία απέναντι στην κοινωνία και στην ικανότητά της να διαμορφώσει ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον.

Το κυρίαρχα συναισθήματα της γενιάς του Καρυωτάκη είναι η ανασφάλεια, ο ψυχικός κάματος, η δυσκολία προσαρμογής στην πραγματικότητα της ζωής, το αίσθημα του ανικανοποίητου και φυσικά της παρακμής, όπως αυτή εκδηλώνεται σε κάθε έκφανση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Έτσι, στο σονέτο του ο Καρυωτάκης, επιχειρεί με μια σειρά εικόνων να αποδώσει την αίσθηση διάλυσης που χαρακτηρίζει τον ίδιο, αλλά και συνολικότερα τη γενιά του. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε πως οι τρεις πρώτες στροφές ξεκινούν με το α πληθυντικού ρήμα «είμαστε», που υποδηλώνει πως ο ποιητής εκφράζει με τα λόγια του ένα ευρύτερο πλήθος ανθρώπων. «Είμαστε κάτι», σχολιάζει ο ποιητής, αφήνοντας την αόριστη αντωνυμία «κάτι» να υπονομεύσει την υπόστασή τους και να αποδώσει το αίσθημα παρακμής και παραίτησης που έχει κυριεύσει το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς του. Είναι εμφανής η πικρία του ποιητή και η διάθεση σαρκασμού απέναντι στον εαυτό του και στους ομηλίκους του, όταν τους περικλείει όλους στην υποτιμητική απροσδιοριστία της λέξης «κάτι».

1η στροφή

Στην πρώτη στροφή του ποιήματός του ο Καρυωτάκης παρουσιάζει τους ανθρώπους της γενιάς του ως ξεχαρβαλωμένες κιθάρες, θέλοντας να τονίσει την αδυναμία τους να λειτουργήσουν αρμονικά στο εχθρικό ιστορικό περιβάλλον της εποχής τους. Κιθάρες, που όταν τις διαπερνά ο άνεμος, αντί να παράγουν μελωδικούς ήχους, δημιουργούν παράφωνους ήχους και στίχους, μιας και οι χορδές τους κρέμονται σαν καδένες (αλυσίδες). Η παραφωνία που προκύπτει από τις διαλυμένες αυτές κιθάρες, βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την εσωτερική διάθεση τόσο του ίδιου του ποιητή όσο και των ομοτέχνων του (η αναφορά στους παράφωνους «στίχους» μας παραπέμπει ειδικότερα στους ποιητές της εποχής).

Όπως μια διαλυμένη κιθάρα δεν μπορεί να δημιουργήσει μελωδικούς και αρμονικούς ήχους, έτσι και οι ποιητές της εποχής του Καρυωτάκη αδυνατούν να λειτουργήσουν ανεπηρέαστοι από το κλίμα παρακμής και διάλυσης που χαρακτηρίζει την πολιτεία στην οποία ζουν. Όταν περνάει ο άνεμος, όταν λαμβάνουν δηλαδή τα ποιητικά τους ερεθίσματα, καταλήγουν σε «παραφωνίες», σε κακής ποιότητας ποιήματα, καθώς τους είναι αδύνατο να δώσουν έργο αρμονικό και άρτιο, τη στιγμή που το είναι τους δονείται από τόσο αρνητικά συναισθήματα.

Η εικόνα επομένως με τις διαλυμένες κιθάρες, που οι χορδές τους έχουν φύγει από τη θέση τους και κρέμονται σαν καδένες (παρομοίωση), αποδίδει την εσωτερική κατάσταση των ποιητών της εποχής του Καρυωτάκη. Αίσθηση διάλυσης, αδυναμία ανταπόκρισης στο ρόλο τους, δυσαρμονία στην ποιητική τους παραγωγή, είναι μερικές από τις αναλογίες που προκύπτουν από τη σύγκριση μιας ξεχαρβαλωμένης κιθάρας με μια γενιά ποιητών που αδυνατεί πια να ανταποκριθεί στο ποιητικό της καθήκον.

2η στροφή

Στα πλαίσια της δεύτερης στροφής ο ποιητής δίνει μια ακόμη εικόνα με την οποία επιχειρεί να αποδώσει την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι ποιητές της εποχής του. Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες (κεραίες), δηλώνει ο ποιητής, αποδίδοντας έτσι τον κυρίαρχο ρόλο των ποιητών κάθε εποχής, οι οποίοι καλούνται να γίνουν αποδέκτες των μηνυμάτων του καιρού τους.

Οι ποιητές ως ευαίσθητοι δέκτες αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα, τις διαθέσεις και τις επιθυμίες των ανθρώπων της εποχής τους, και μπορούν κατόπιν να τα εκφράσουν όλα αυτά στην ποίησή τους.

Οι απίστευτες αυτές αντένες, υψώνονται σα δάχτυλα στο χάος και στην κορυφή τους αντηχεί το άπειρο. Όπως γίνεται αντιληπτό από την αναφορά στο «χάος» και το «άπειρο», τα μηνύματα που λαμβάνουν οι ποιητές είναι καταιγιστικά, χωρίς ειρμό, αρνητικής διάθεσης και με την έντασή τους ξεπερνούν τις ψυχικές αντοχές τους. Η κατάληξη επομένως «μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες» δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς οι ποιητές αδυνατούν να διαχειριστούν όλον αυτόν το συναισθηματικό κυκεώνα που τους κατακλύζει και καταρρέουν.

Η εικόνα αυτή με τις κεραίες που πέφτουν σπασμένες υπό το βάρος και την ένταση των μηνυμάτων που λαμβάνουν, αποδίδει εξαιρετικά την κατάσταση που επικρατούσε στα χρόνια του ποιητή. Μια κοινωνία με πολλαπλά προβλήματα, ένας λαός βασανισμένος και παγιδευμένος σε μια αδιέξοδη κατάσταση, φέρνουν τους ποιητές σε απόγνωση. Η απελπισία των ανθρώπων, η απαισιοδοξία τους απέναντι στις δυσκολίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν, η απουσία οποιασδήποτε ελπίδας για το μέλλον, αντηχούν και πολλαπλασιάζονται στην ψυχή των ποιητών, οδηγώντας του σε πλήρη αδυναμία να αποδώσουν το τραγικό κλίμα της εποχής τους.

Ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για μια εποχή που οι ποιητές απογοητευμένοι από την κοινωνία κι από την αποτυχία της να διασφαλίσει θετικές προοπτικές για τους πολίτες της, αποποιούνται την κοινωνική διάσταση της ποίησής τους και στρέφονται προς τον εαυτό τους. Η γενιά του μεσοπολέμου μας δίνει ποίηση εσωτερική, ατομική και με έντονη την αίσθηση της απαισιοδοξίας.

3η στροφή

Οι σπασμένες αντένες, που αποδίδουν τον ψυχικό τραυματισμό και θρυμματισμό των ποιητών, ακολουθούνται από μια ευρύτερη εικόνα σ’ αυτή τη στροφή. Οι ποιητές πλέον παρουσιάζονται ως διάχυτες αισθήσεις, που δεν έχουν καμία ελπίδα να συγκεντρωθούν. Έτσι, από τη συγκεκριμένη εικόνα με τις αντένες, περνάμε σε μια πιο αφηρημένη σύλληψη, που έρχεται να αποδώσει τον κατακερματισμό και τη διάλυση της υπόστασης των ποιητών. Οι αισθήσεις τους δεν αποτελούν πια μια ολότητα, δε λειτουργούν ως συντονισμένα μέσα για την πρόσληψη και κατανόηση του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος, έχουν διαχυθεί, μη μπορώντας πια να επανέλθουν στην πρότερη αρμονική τους λειτουργία.

Ο Καρυωτάκης εδώ αποδομεί την υπόσταση των ποιητών παρουσιάζοντας τις αισθήσεις (τα μέσα αντίληψης) και τα νεύρα τους (δίοδοι μεταφοράς των μηνυμάτων που λαμβάνονται με τις αισθήσεις), σε μια κατάσταση αποσυντονισμού και διάλυσης. Στα νεύρα των ποιητών είναι μπλεγμένη όλη η φύση, υπό την έννοια πως οι ποιητές δεν γίνονται αποδέκτες μόνο των κοινωνικών μηνυμάτων, αλλά υπόκεινται και στα ποικίλα κελεύσματα της φύσης. Το κάλεσμα της φύσης για ζωή, για ευδαιμονία, για έρωτα και αγάπη, εντείνει την εσωτερική σύγχυση των ποιητών που αδυνατούν να συμβιβάσουν την ατομική τους ύπαρξη με τα συγκεχυμένα μηνύματα του κοινωνικού τους περιβάλλοντος και τον ιδιαίτερο ρόλο που έχουν να επιτελέσουν ως εκφραστές της εποχής τους.

4η στροφή

Η καταληκτική στροφή μας φέρνει στα αποτελέσματα όλη αυτής της σύγχυσης και της διάλυσης που βιώνουν οι ποιητές. Η θύμηση του παρελθόντος τους προκαλεί τέτοιας έντασης πόνο, ώστε ο ποιητής τον παρουσιάζει ως σωματικό (στο σώμα), για να δείξει εναργέστερα την οξύτητά του. Είναι σαφής η ωραιοποίηση του παρελθόντος που γίνεται εδώ, καθώς -όπως συμβαίνει συχνά- οι άνθρωποι έχουν την τάση να θεωρούν τις περασμένες εποχές καλύτερες, λησμονώντας τα προβλήματα και τις δυσκολίες που πάντοτε υπάρχουν. Η αλήθεια είναι βέβαια πως στα χρόνια του Καρυωτάκη η Ελλάδα δοκιμαζόταν σκληρά, μιας και πάσχιζε να επουλώσει τις πληγές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

«Μας διώχνουνε τα πράγματα», σχολιάζει ο ποιητής, αναφερόμενος φυσικά στην πραγματικότητα, η οποία πληγώνει τους ποιητές με τη σκληρότητά της και τους απωθεί. Μπροστά στην οικονομική κατάρρευση, τη διάψευση κάθε ελπίδας για το μέλλον και της παρακμής που διατρέχει κάθε κοινωνική έκφανση, η μόνη διαφυγή που υπάρχει είναι η ποίηση. Κι όμως ο ποιητής καθιστά σαφές πως η ποίηση δεν είναι γι’ αυτούς παρά το καταφύγιο που αποζητούν, αλλά παραμένει απρόσιτο και καταλήγουν να το φθονούν.

Ο φθόνος απέναντι στην Ποίηση, έρχεται να αποκαλύψει την πλήρη αδυναμία τους να εισέλθουν στον κόσμο της αρμονίας, της ουσιαστικής έκφρασης και απόδοσης των συναισθημάτων. Οι θετικές όψεις της ποίησης που μπορούν να προσεγγιστούν μόνο από εκείνους που διαθέτουν την αναγκαία ψυχική γαλήνη και συγκρότηση, διαφεύγουν επίμονα από τους ποιητές αυτής της εποχής, που βιώνουν μια τραγική αίσθηση εσωτερικής διάλυσης. Πώς θα μπορούσαν οι ποιητές αυτοί, που ζουν σε μια καταρρέουσα κοινωνία, να φτάσουν στο επίπεδο της αρμονικής έκφρασης και άρτιας δόμησης, που εκπροσωπείται από την ποίηση;

Για τον Καρυωτάκη είναι σαφές πλέον πως η εξωτερική παρακμή έχει καθρεφτιστεί στον εσωτερικό τους κόσμο, στερώντας τους τη δυνατότητα να επανέλθουν στην κατάσταση πνευματικής και ψυχικής συγκρότησης, που χαρακτήριζε τους δημιουργούς των περασμένων εποχών. Η Ποίηση, η δημιουργία, η τέχνη, είναι απρόσιτες και ανέφικτες για ανθρώπους που βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση παρακμής, παραίτησης και απελπισίας.

Η Ποίηση παραμένει, όχι μόνο απρόσιτη, αλλά και ως διαρκής υπενθύμιση πως κάποτε οι τεχνίτες του λόγου, είχαν πετύχει μια ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική και την ατομική τους υπόσταση.

Είναι εμφανής βέβαια η ειρωνική διάθεση του ποιητή, όταν παρουσιάζει την εσωτερική κατάρρευση των ποιητών, συνθέτοντας ένα άρτιο σονέτο, σύμφωνο με όλους τους κανόνες της παραδοσιακής ποίησης. Γιατί ακόμη κι αν ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά η ποίησή του παραπέμπει στις περασμένες εποχές, η πικρία και η αποσύνθεση του περιεχομένου, αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία πως η ποίηση του παρελθόντος στέκει πια ως ένα ανέφικτο ιδανικό.

Με τη χρήση συμβόλων ο Καρυωτάκης κατορθώνει να αποδώσει άριστα τη συναισθηματική κατάσταση των ποιητών και τον τρόπο που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, αλλά και την ποιητική τους παραγωγή. Τα σύμβολα που αποδίδουν την κατάσταση των ποιητών είναι κατά σειρά «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες», «απίστευτες αντένες», «διάχυτες αισθήσεις». Ενώ το ποιητικό τους έργο παρουσιάζεται με τους «παράφωνους στίχους και ήχους», της ξεχαρβαλωμένης κιθάρας.

 

Το μοιρολόι της φώκιας

Α. Γραμματολογικά στοιχεία

Το διήγημα αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πατρίς στις 13 Μαρτίου 1908, τρία σχεδόν χρόνια πριν από το θάνατο του συγγραφέα (3 Ιανουαρίου 1911). Οι περισσότεροι από τους μελετητές του Παπαδιαμάντη θεωρούν «Το μοιρολόγι της φώκιας» ως το αρτιότερο και το καλύτερο από τα διηγήματά του, ενώ πολλοί φτάνουν να το χαρακτηρίσουν ως «το αριστούργημα της παγκό-σμιας φιλολογίας». Οι δύο τελευταίοι στίχοι του ποιήματος με το οποίο ο συγ-γραφέας τελειώνει το διήγημα: «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου» είναι χαραγμένοι στην προτομή του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο.

Β. Ο τίτλος

  • προκαλεί αναγνωστικό ξάφνιασμα, καθώς δεν αναφέρεται στο βασικό γεγονός, αλλά σε κάτι «δευτερεύον» και εξωλογικό (πέρασμα από τη συμβατική λογική σε μιαν άλλη «λογική», καθαρά ποιητική),
  • προσελκύει το ενδιαφέρον με την παράδοξη φράση,
  • διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον έως το τέλος,
  • προβάλλει όχι το ρεαλιστικό στοιχείο (επιβεβαίωση του πνιγμού) αλλά το λυρικό του μοιρολογιού.

Γ. Δομή – Ενότητες

Ενότητες Πλαγιότιτλοι
α’ ενότητα: «Κάτω από το κρημνόν … εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού». Το μοιρολόγι της γρια-Λούκαινας και το τραγούδι της φλογέρας.
β’ ενότητα: «Μια γολέτα… την παρουσία της». Η περιγραφή της γολέτας και της φώκιας – η εμφάνιση και το μοιραίο ατύχημα της Ακριβούλας.
γ’ ενότητα: «Καθώς είχε… μέχρι το τέλος». Η επιστροφή της γριάς Λούκαινας στο σπίτι – το μοιρολόγι της φώκιας για το άτυχο κοριτσάκι.

Δ. Η ιστορία (ο μύθος)

Το διήγημα εξελίσσεται σε μια παραλία της Σκιάθου, το Κοχύλι, στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκεί κατευθύνεται μια μαυροφορεμένη γριά, η Λούκαινα (lugeo= θρηνώ). είναι μια χαροκαμένη μάνα, που έχει χάσει πέντε παιδιά και τον άντρα της. Έχει και δυο γιους ξενιτεμένους, που σπάνια τη θυμούνται. Ζει στο νησί  μαζί με την οικογένεια της μοναδικής κόρης που της έχει απομείνει. Ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει τη γριά-Λούκαινα σε μια στιγμή της καθημερινής της ζωής. Καθώς ο ήλιος δύει, αυτή φορτωμένη μ’ έναν μπόγο από μάλλινα σεντόνια κατηφορίζει το μονοπάτι για να πάει να τα πλύνει στη θάλασσα. Όσο η γριά Λούκαινα πλένει τα χράμια της, ένας βοσκός από την άλλη μεριά, κοντά στο κοιμητήρι, τραγουδάει με τη φλογέρα του ένα τραγούδι συνοδεύοντας το κοπάδι του.

Παράλληλα, μια γολέτα (ιστιοφόρο σκάφος) κάνει βόλτες μέσα στο λιμάνι, χωρίς να μπορεί να βγει από τον κάβο και μια φώκια, μαγεμένη από το τραγούδι του βοσκού, βγαίνει στα ρηχά και παίζει με τα κύματα. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η Ακριβούλα, η εννιάχρονη εγγονή της γριάς Λούκαινας, που έρχεται να βρει τη γιαγιά της και να της κάνει παρέα. Μαγεμένη και αυτή από τη μουσική του βοσκού αναζητά τη γιαγιά της, χάνεται όμως μέσα στα βράχια και παίρνει ένα απόκρημνο μονοπάτι. Η νύχτα έχει πέσει. Η Ακριβούλα γλιστράει, πέφτει στη θάλασσα και πνίγεται. Κανείς δεν την ακούει εξαιτίας της μουσικής. Ακούγεται μόνο ένα πλατάγισμα στο οποίο κανείς δε δίνει σημασία.

Η γρια-Λούκαινα έχει στο μεταξύ τελειώσει το πλύσιμο και ανηφορίζει για να επιστρέψει στο σπίτι της.  Ακούει το πλατάγισμα αλλά το παρερμηνεύει. Η φώκια όμως βρίσκει το κοριτσάκι πνιγμένο και αρχίζει να το μοιρολογεί, μ’ ένα μοιρολόγι που ένας ψαράς του νησιού, γνώστης της γλώσσας της φώκιας, το έκανε τραγούδι.

Ε. Η συγγραφική σκηνογραφία της αφήγησης

  1. O χώρος – η περιγραφή

Στην αρχή της πρώτης ενότητας καθορίζεται με ακρίβεια και με ιδιαίτερα λεπτομερή τρόπο ο συγκεκριμένος χώρος στον οποίον εξελίσσεται η αφηγηματική δράση. Πρόκειται για αναλυτική περιγραφή (περιγραφή-θέαμα) ανοιχτού χώρου, παραθαλάσσιου και απόκρημνου. Ο χώρος, όπως συμβαίνει πάντα στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, είναι κι αυτός συγκεκριμένος: όχι κάποια ακρογιαλιά, κάτω από κάποιο γκρεμό, αλλά «κάτω από τον κρημνόν… όπου κατέρχεται το μονοπάτι. Το αρχίζον από το νερόμυλο του Μαμογιάννη, όπου αντικρίζει τα Μνημούρια… «το Κοχύλι».

Αυτή η σκηνογραφική επιλογή του συγγραφέα, καθώς μάλιστα οι λεπτομέρειές της περιγράφονται αναλυτικά, δε λειτουργεί ουδέτερα και ανεξάρτητα ως προς τα πρόσωπα. Αντίθετα, προ-ρυθμίζει όχι μόνο τη θέση του καθενός αλλά και την έλλειψη ή, καλύτερα, την ολική απουσία κάθε άμεσης επαφής και επικοινωνίας ανάμεσα στα πρόσωπα. Παράλληλα, προ-ρυθμίζει τη στάση, τις συμπεριφορές, τις αντιδράσεις αλλά και τη μοίρα των προσώπων και πιο πολύ της Ακριβούλας. Τελικά, ο χώρος εισβάλλει στη λογική της ορατής δράσης, συλλειτουργεί με αυτήν και με τα πρόσωπα και παράγει νοήματα.

Η περιγραφή αυτού του χώρου, αναλυτική μέχρι την άκρα λεπτομέρεια, δε συνιστά ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο ή ένα αφηγηματικό παραγέμισμα. Γίνεται, τελικά, μια δρώσα «παρουσία», που φθέγγεται με τη σιωπή της, με άρρητους και μη λεκτικούς τρόπους, το δικό της λόγο και τη δική της λογική. Από την άποψη αυτή, ο χώρος, ως συνολικό σκηνικό, εμπλέκεται άμεσα, δραστικά και με κρίσιμο τρόπο στη ροή και τη λογική της αφηγηματικής ύληςž συσσωματώνεται, δηλαδή και συλλειτουργεί μέσα στη συνολική οικονομία και οργάνωση της αφήγησης.

Η αφηγημένη δράση συντελείται, λοιπόν, σ’ έναν ελάχιστο και περιορισμένο χώρο που γειτνιάζει με ένα νεκροταφείο (τα «μνημούρια») του μικρού νησιού. Εντούτοις, όλα τα πρόσωπα που κινούνται σ’ αυτόν τον ελάχιστο χώρο, δεν έχουν όχι μόνο καμιά λεκτική επικοινωνία αλλά ούτε καν και οπτική επαφή. Η «επικοινωνία» τους είναι αποκλειστικά ηχητική-ακουστική. Το κάθε πρόσωπο μοιάζει να λειτουργεί και να κινείται ερήμην του άλλου, γεγονός που ίσως υποδηλώνει πως άνθρωποι και πράγματα, ενώ πορεύονται μοναχικά, τελικά εντάσσονται μέσα σ’ έναν αέναο και νομοτελειακό ρυθμό, που δείχνει τη ζωή, ακόμη και ως αμέριμνη παιδικότητα, να λειτουργεί παγιδευτικά και σύμφυτη με το θάνατο.

  1. Ο χρόνος

Ο χρόνος της ιστορίας είναι προγενέστερος από το χρόνο της αφήγησης, διανθίζεται από αναδρομικές διηγήσεις και είναι συγκεκριμένος: το ηλιοβασίλεμα, «το θάμβος του ήλιου». Αυτήν την ώρα διάλεξε η γριά Λούκαινα, ένα από τα πρόσωπα του διηγήματος, να κατέβει στην παραλία να πλύνει τα ρούχα της και ουσιαστικά ο χρόνος του διηγήματος ξεκινά με την παρουσίασή της στο σκηνικό, το οποίο δεν αλλάζει. Επιλέγεται δηλαδή η πιο γλυκιά στιγμή της μέρας, που όμως, στο ξαφνικό της γύρισμα από το φως στο σκοτάδι και μέσα στη μουσική μαγεία του αυλού, παγιδεύει τη ζωή και την οδηγεί κι αυτή από το φως στο σκότος του θανάτου.

Ο χρόνος κινείται με αργότατους ρυθμούς πένθιμου εμβατηρίου. Ο βοσκός «είχε καθίσει» σε μια πλαγιά και παίζει τη φλογέρα του και μια γολέτα πλέει με δυσκολία μέσα στο λιμάνι αφού «δεν έπαιρναν τα πανιά της και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβο τον δυτικό». Η κίνηση είναι αργή και η αίσθηση των πραγμάτων βαριά.

Το αφήγημα καθώς εξελίσσεται στον ίδιο χώρο και μέσα σε ελάχιστο χρόνο, παρουσιάζει το χαρακτηριστικό της ενότητας του χώρου και του χρόνου.

ΣΤ. Τα πρόσωπα

Σ’ αυτόν τον περίγυρο κινούνται τα δρώντα πρόσωπα του διηγήματος (τα τρία πρώτα ως φυσικά πρόσωπα και τα δύο τελευταία ως συμβατικά):

  1. Η γρια-Λούκαινα (lugeo = πενθώ): γριά φτωχή, χαροκαμένη, συγκατοικεί με τη μια της κόρη. Έχει δυο γιους ξενιτεμένους. Μετέχει στην πλοκή στο κατέβασμά της για το πλύσιμο και στο ανέβασμά της προς το σπίτι.
  2. Η Ακριβούλα: η εννιάχρονη εγγονή της  γριάς, θέλει να παίξει στα κύματα, γι’ αυτό κατεβαίνει να συναντήσει τη γιαγιά της.
  3. Ο βοσκός: υπάρχει στο σκηνικό αλλά δε φαίνεται. Ακούγεται κυρίως η μουσική της φλογέρας του, η οποία, άθελά του, λειτουργεί σαν παγίδα.
  4. Η φώκια, που αν και δεν είναι πρόσωπο, συμπεριφέρεται σαν «πρόσωπο»:  θέλγεται από τον ήχο της φλογέρας και μετά τον πνιγμό της Ακριβούλας τη μοιρολογεί.
  5. Η γολέτα, που κι αυτή, αν και δεν είναι πρόσωπο, λειτουργεί σαν «πρόσωπο» παγιδευμένο στα δικά του αδιέξοδα.

Εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, στο αφήγημα γίνεται λόγος και για άλλα, μη δρώντα πρόσωπα:

  • τα πέντε χαμένα παιδιά της γριας-Λούκαινας
  • ο άντρας της
  • τα δύο ξενιτεμένα παιδιά της
  • η κόρη της
  • τα έξι εγγόνια
    • οι περαστικοί ξωμάχοι που επιστρέφουν από τα χωράφια τους (σκιώδης παρουσία)
    • ο ψαράς που «μετέφρασε» το μοιρολόγι.

Ζ. Η λειτουργία των ήχων

Αν, προς το παρόν, παραβλέψουµε τις λεπτοµέρειες που συνθέτουν την αφηγηµατική ύλη, ο συνολικός µύ-

θος, ως γενική σύλληψη, δίνει την εντύπωση ότι εξελίσ­σεται ως µια έκφραση ή, καλύτερα, ως µια λειτουργία ήχων. Συγκεκριµένα, ο πρώτος ήχος, ως θλιβερό και πονεµένο µέλος, είναι το µοιρολόγι της γριας-Λούκαι­νας. Είναι ήχος και µέλος για πολλούς θανάτους που συνθέτουν την προσωπική ιστορία της βασανισµένης και βασανιζόµενης γερόντισσας.

Ο δεύτερος ήχος, ως µουσική µαγεία αυτός µέσα στην όµορφη δειλινή ώρα, είναι το αµέριµνο µέλος από το σουραύλι του βοσκού. Ανταµώνουν έτσι ο δραµατι­κός ήχος του θανάτου και ο ανάλαφρος και γλυκός ήχος της ζωής. Ευρηµατική ηχητική συλλειτουργία που µε τον πιο απλοϊκό τρόπο θυµίζει πόσο εύκολα από την αµεριµνησία, µε τη δίσηµη έννοια της λέξης, περνάει κανείς από τη µια κατάσταση στην άλλη, από τη ζωή στο θάνατο. Έτσι, ίσως, µε έναν έστω και κάπως αόριστο τρόπο, προοικονοµείται και ο πνιγµόςτης Ακρι­βούλας.

Ο τρίτος ήχος δεν είναι µέλος. Είναι προάγγελος και γεγονός θανάτου: µια κραυγή, ένα απλό «µπλούµ», που άφησε το σώµα της Ακριβούλας, καθώς έπεφτε στη θά­λασσα. Και αυτός ο ήχος του θανάτου που προκαλεί­ται, ενώ ακούγεται ο άλλος ο αµέριµνος ήχος του βο­σκού, δείχνει και πάλι πόσο εύκολα περνάµε από τη µαγεία της ζωής στο έρεβος του θανάτου.

Ο τέταρτος στη σειρά ήχος είναι και πάλι θλιβερό επιθανάτιο µέλος, µοιρολόγι. Η θρηνούσα τώρα δεν εί­ναι ανθρώπινη ύπαρξηž είναι µια φώκια. Η παρουσία της στο µύθο, για να µην προκληθεί αναγνωστικό και αφηγηµατικό ξάφνιασµα, έχει προοικονοµηθεί πριν από το γεγονός του πνιγµού της Ακριβούλας. Αυτή, βέβαια, η ένθετη αλλά έντεχνα συσσωµατωµένη παρουσία της φώκιας στη ροή της αφήγησης, συνιστά και το κορυ­φαίο αφηγηµατικό εύρηµα.

Ο πνιγµός όµως της Ακριβούλας δεν έγινε αντιλη­πτός από τη γρια-Λούκαινα. Αυτό τον ήχο του θανά­του, αυτό το «µπλούµ» ενός µικρού σώµατος που πέφτει στη θάλασσα, τον παρερµηνεύει: ο βοσκός, σκέφτηκε, «κείνος ο Σουραυλης … ρίχνει βράχια στο γιαλό…». Έτσι, σχεδόν φυσικά και αβίαστα, µέσα απ’ την άγνοια της Λούκαι­νας, το µοιρολόγι για το χαµό της Ακριβούλας περνάει σε µια µη ανθρώπινη ύπαρξη. Η φώκια θα θρηνήσει κι αυτޞ θα πει το πικρό τραγούδι για την ανθρώπινη ζωή.

Ας συµµαζέψουµε κάπως αυτή την τετράπτυχη και τετραπλή συµφωνία των ήχων που απαρτίζει το διήγη­µα. Η αφήγηση αρχίζει µε µοιρολόγι και µε κύκλιο τρό­πο καταλήγει σε µοιρολόγι. Ανάµεσα σ’ αυτά τα δύο ακραία νήµατα του µύθου, το εναρκτήριο και το κατα­ληκτικό, ακούγεται το µέλος του βοσκού και ο ήχος του θανάτου της Ακριβούλας. Η γρια-Λούκαινα, γεµάτη η ίδια από θανάτους, δεν κατανοεί τον ήχο και την κραυ­γή ενός άλλου θανάτου. Από την άλλη µεριά, ο βοσκός, παίζοντας µε το σουραύλι του, γίνεται ακούσιος πρό­ξενος θανάτου. Και η εγγονή της γριας-Λούκαινας, η Ακριβούλα, αυτή που δεν υποψιάζεται το θάνατο ως διαρκή παρουσία στη ζωή, τον γεύεται αναίτια και τρα­γικά. Αυτό είναι συνολικά το ευρηµατικά οργανωµένο «παιχνίδι» της αφήγησης ή, καλύτερα, το «παιχνίδι» που µας στήνει η ίδια η ζωή.

Από τα τέσσερα πρόσωπα (ως «πρόσωπο», έστω και συµβατικά, λαµβάνεται και η φώκια) που εµπλέκονται στη ροή της αφήγησης, η γρια-Λούκαινα είναι µόνο πα­ρελθόν-παρελθόν θανάτων και πικρών ξενιτεµών. Ο βοσκός είναι µια έκφραση και µια στιγµιαία παροντική λειτουργία. «Σκιαγραφείται» µόνο ως µουσικός ήχος ή, έστω, ως «σηµαδιακός κι αταίριαστος», αλλά χωρίς καµιά διάσταση παρελθόντος. Είναι µόνο «παρόν», δηλαδή παρουσία που λειτουργεί αποκλειστικά µέσα στο «τώ­ρα» της αφήγησης. Ο µελωδικός όµως ήχος από το σου­ραύλι του, ως έκφραση µουσικής µαγείας, συντελεί στην προώθηση του µύθουž ρυθµίζει δηλαδή τη συνολι­κή οικονοµία και τη ροή της αφηγηµατικής ύλης. Από την άποψη αυτή, η µουσική µαγεία από το σουραύλι του βοσκού λειτουργεί ως στοιχείο πλοκής του µύθου. Φυσικοποιεί  και προβάλλει το γεγονός του πνιγµού ως στοιχείο που ο αναγνώστης το προσλαµβάνει και το προσδέχεται ως κάτι που συµβαίνει «κατά το εικός», δηλαδή ως ένα στoιχείο που η λογική νοµοτέλεια της αφήγησης το προβάλλει µε τρόπο φυσικό και αβίαστο.

Το τρίτο πρόσωπο, η Ακριβούλα, είναι µια δεύτερη στιγµιαία παρουσία ζωής. Δεν έχει, βέβαια, παρελθόν. Μαγεύεται µόνο και θέλγεται από το “τώρα”, από το στιγµιαίο παρόν της ζωής και έτσι, παγιδευόµενη µέσα σε µια στιγµή µουσικής µαγείας, χάνει οριστικά και την ίδια τη µαγεία της ζωής. Η φώκια, το τέταρτο «πρό­σωπο» του µύθοu, µοιρολογεί αυτή την ξαφνική και απρόσµενη απώλεια ζωής.

Έτσι, τελικά, τα τέσσερα πρόσωπα της αφηγηµένης ιστορίας µοιράζονται, ανά δύο, σε οµόλογα ζεύγη: η γρια-Λούκαινα, ως λειτουρ­γία µοιρολογιού, αντιστοιχεί στη φώκιហη Ακριβούλα, ως αµέριμνη παιδικότητα και αφέλεια, αντιστοιχεί στο βοσκό. Παράλληλα, όταν διασπαστούν τα οµόλογα ζεύ­γη, δηµιουργούνται άλλα, αντίρροπα τώρα και αντιθε­τικά: η γρια-Λούκαινα αντιρροπεί µε το βοσκό, το µοι­ρολόγι δηλαδή µε το αµέριµνο τραγούδι της ζωήςž η ίδια πάλι, ως πολύπαθη εµπειρία και γνώση του θανά­του, αντιρροπεί µε την Ακριβούλα, που ενσαρκώνει την πλήρη άγνοια του θανάτου.

Πάντως, από όλα τα στοιχεία της αφήγησης το µό­νο που δεν παράγει ήχο, ούτε χαρίεντα, όπως ο βοσκός, ούτε θλιβερό, όπως τα δύο µοιρολόγια ή το «µπλούµ» του θανάτου, είναι φυσικά η γολέτα. Μέσα στην ολική άπνοια, που δε φουσκώνει τα πανιά της, µοιάζει να πα­ραπέµπει σε ανθρώπινη ύπαρξη. Καθώς η γολέτα «βολ­ταντζάρει» σε αµήχανους και αδιέξοδους κύκλους µέσα στο λιµάνι, θυµίζει άνθρωπο παγιδευµένo στα δικά του αδιέξοδα. Από την άποψη αυτή, η γολέτα οµορροπεί κάπως με την Ακριβούλα, γιατί και η τευελυταία, χάνοντας το δρόμο της ζωής, εμπλέκεται στα αδιέξοδα του απότομου βράχου.

Η. Τα δύο μοιρολόγια

Στο διήγηµα ακούγονται δύο µοιρολόγια. Το ένα εί­ναι στην αρχή (πρώτη παράγραφος) και το άλλο προς το τέλος. Έτσι, φαίνεται καθαρά ότι το αφήγηµα αρ­χίζει µε µοιρολόγι και κλείνει επίσης µε µοιρολόγι. Η υποτυπώδης δηλαδή αφηγηµατική δράση διαγράφει την πλήρη τροχιά της ανάµεσα σε δύο µοιρολόγια.

Όµως τα δύο µοιρολόγια, συγκρινόµενα µεταξύ τους, παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές. Το πρώτο λέ­γεται από τη γρια-Λούκαινα και είναι θρήνος για τα πέντε της παιδιά, που τα έχασε πριν από πολλά χρό­νια, όταν η ίδια ήταν ακόµη νέα. Το µοιρολόγι αυτό µάς ανάγει σε ένα µακρινό «τότε». Η αναγωγή σ’ αυ­τό το «τότε» λειτουργεί µέσα στο αφήγηµα ως µια σύ­ντοµη αναδροµή στο παρελθόν, καθώς η γρια-Λού­καινα αναθυµάται τα παιδιά που της θέρισε «ο χάρος ο αχόρταστος». Το µοιρολόγι, βέβαια, για τα πέντε παιδιά δε µοιάζει αυθαίρετο και δεν είναι «ξένο σώµα» µέσα στη συνολική οικονοµία του αφηγήµατος. Η γρια­Λούκαινα, καθώς κατέβαινε το µονοπάτι για τη θάλασ­σα, αντίκρισε τα «Μνηµούρια», «το αλώνι του Χάρου», τον «κήπο της φθοράς», δηλαδή το νεκροταφείο. Ή­ταν, λοιπόν, πολύ φυσικό, αντικρίζοντας τα «µνηµού­ρια» να ξυπνήσουν µέσα της η µνήµη και ο πόνος για τα χαµένα παιδιά. Εξάλλου, αυτός ο βαθύς πόνος α­πό τους αλλεπάλληλους θανάτους (έχει χάσει και τον άντρα της), από τον ξενιτεµό των αγοριών και από το γεγονός ότι έχει αποµείνει σχεδόν µόνη στη ζωή να υπηρετεί την κόρη της, είναι το πρωταρχικό στοιχείο που εκφράζει τη σκληρή δοκιµασία της γρια-Λούκαι­νας και το βασανισµό της τη ζωή.

Το δεύτερο µοιρολόγι δε λέγεται από ανθρώπινη ύπαρξηž λέγεται από µια φώκια. Η Ακριβούλα χάθηκε στη θάλασσα χωρίς να γίνει αντιληπτή από κανέναν. Μόνο η φώκια βρήκε «το µικρόν πνιγµένον σώµα της πτωχής Ακριβούλας και ήρχισε να το περιτριγυρίζει και να το µοιρολογά». Αυτός ο θρήνος της φώκιας δε µας ανάγει, όπως το πρώτο µοιρολόγι, σ’ ένα µακρινό «τότε». Μας κρα­τάει, αντίθετα, στο δραµατικό «τώρα» της αφήγησης. Δε λέγεται µε ανθρώπινη λαλιܞ θα έµενε ακατανόη­το, αν δε βρισκόταν ο γέροντας ψαράς να το µεταφέ­ρει στη γλώσσα των ανθρώπων. Ο Παπαδιαµάντης, µ’ αυτή τη «μεταφορά» του µοι­ρολογιού από την άφωνη γλώσσα της φώκιας στη φω­νούµενη ανθρώπινη λαλιά, καταργεί την τυπική λογι­κή της αφήγησης (εύλογα ερωτήµατα: πού άκουσε ο ψαράς το µοιρολόγι; Πώς γνωρίζει τη «γλώσσα» της φώκιας; Ερωτήµατα που θέτει µια συµβατική-τυπική λο­γική). Καταργώντας ο Παπαδιαµάντης αυτή την τρέ­χουσα «λογική», ανάγεται σε ένα µετα-λογικό και ποιη­τικό επίπεδο, στο οποίο πλέον λειτουργεί µια ποιητι­κή σύλληψη των γεγονότων. Και είναι γνωστό ότι η ποιητική σύλληψη και θεώρηση του κόσµου δεν προ­σεγγίζεται και δεν κατανοείται µε τους κανόνες της τρέχουσας συµβατικής λογικής.

Το µη λογικό, ενδεχοµένως και το παράλογο, δηλαδή αυτό που δεν υπακούει στην τρέχουσα και τη συµβα­τική λογική, αλλά στο λόγο και τη «λογική αταξία» της ποίησης, είναι το καταληκτικό µέρος του µύθου: η «µε­τάφραση» του µοιρολογιού της φώκιας, η µεταφορά του από την άφωνη γλώσσα της φώκιας ρε ανθρώπινα λόγια από έναν ψαρά. Το γεγονός δηλαδή του θανάτου, ο ίδιος ο θάνατος, ως σκληρή άρνηση και ακύρωση της ζωής, σκοτεινός και ανεξήγητος, δε βιώνεται ούτε και εξηγείται µε τα µέτρα της κοινής λογικής. Ο θάνατος, τελικά, ως αταξία της ζωής, βιώνεται µέσα από τη λο­γική και την «αταξία» της ποίησης. Γιατί, βέβαια, η ποί­ηση ως έκφραση και λόγος είναι µια αταξία. Μόνο που αυτή η αταξία καθιερώνεται µε τη σειρά της ως µια καινούρια και πρωτοφανέρωτη τάξη, που έχει όµως τη δική της λογική.

Θ. Οι πολλαπλές αντιθέσεις (η λογική των αντιφάσεων)

Με τη φράση «λογική των αντιφάσεων» εννοούμε δύο τουλάχιστον στοιχεία που η κειμενική τους σύζευξη δημιουργεί ισχυρή αντιθετική κλίμακα. Κανονικά, στο επίπεδο της τυπικής λογικής, τα δύο αυτά στοιχεία αλληλοαναιρούνταιž η θέση του ενός προκαλεί αυτόματα την άρση του άλλου. Στο επίπεδο όμως της κειμενικής λειτουργίας, όπως αυτή αναπτύσσεται στο διήγημα, τα δύο αντιτιθέμενα στοιχεία, κατά το σχήμα της «λογικής των αντιφάσεων», δεν αλληλοαναιρούνται. Αντίθετα, συνυπάρχουν και δημιουργούν μια συλλειτουργούσα συζυγία των αντιθέτων, συνθέτοντας ένα άρρηκτο ζεύγος, που μέσα του συνυπάρχει το «συν» μιας θέσης και το «πλην» μιας άρσης. Η περίπτωσή του θυμίζει το ανάλογης λογικής σεφερικό σχήμα: «αγγελικό και μαύρο φως».

Στο κείµενο συνυπάρχουν και συλλειτουργούν πολ­λά αντιθετικά στοιχεία. Όλα µαζί συνεκφράζουν τη ζωή στην ολότητά της: στη χαρούµενη αλλά και στην πένθιµη διάσταση. Οι βασικότερες από αυτές τις α­ντιθετικές κλίµακες, που δηµιουργούν και τις χρωµα­τικές εναλλαγές αλλά και την ποιητική ποικιλία στην αφήγηση, είναι οι ακόλουθες:

α) Ο χώρος που περιγράφεται αναλυτικά στο αφήγη­µα, είναι τα «Μνηµούρια». Είναι το «αλώνι του Χά­ρου», µια διαρκής παρουσία θανάτου µέσα στο δειλινό τοπίο. Όµως αυτός ο τόπος θωπεύεται α­πό τις στερνές ακτίνες του ήλιου που βασιλεύει. Τα µνήµατα των νεκρών γίνονται «λάμπovτα»: το σκότος του θανάτου και το φως της ζωής που συ­νυφαίνονται. Η πικρή αίσθηση του θανάτου τυλιγ­µένη σ’ ένα ειδυλλιακό δειλινό φως.

β) Μέσα στο πένθιµο τοπίο, όπου κυριαρχούν ως µακάβριο θέαµα τα ποικίλα «του θανάτου λάφυρα», ακούγεται ο χαρούµενος ήχος από τη φλογέρα του βοσκού: το πένθος του θανάτου συνυπάρχει αντιθετικά µε το πρόσχαρο τραγούδι της ζωής.

γ) Εξάλλου, το µοιρολόγι της Λούκαινας, που µέσα του ακούγεται ο βαθύς πόνος για τους πολλούς θανάτους, συνυπάρχει, έστω και για λίγο, µε το τραγούδι της φλογέρας. Δύο διαφορετικοί ήχοι, ο ένας του θανάτου (= µοιρολόγι) και ο άλλος της ζωής (= η µουσική της φλογέρας), δηµιουργούν έ­να τρίτο αντιθετικό ζεύγος.

δ) Η κραυγή του θανάτου της µικρής Ακριβούλας πνί­γεται και αυτή µέσα στον ήχο του αυλού. Η τελευ­ταία απελπισµένη φωνή της ζωής που χάνεται, δεν ακούγεται, γιατί σβήνει µέσα στο χαρούµενο τρα­γούδι του βοσκού: η ζωή που χάνεται και η ζωή που συνεχίζεται.

ε) Η αθώα παιδική ύπαρξη της Ακριβούλας, ψάχνο­ντας να βρει το µονοπάτι της σωτηρίας και της ζω­ής, χάνεται τελικά µέσα σ’ ένα αιχµηρό τοπίο. Το µονοπάτι, που νόµισε ότι είναι ο δρόµος της ζωής, έγινε τελικά ο δρόµος του θανάτου.

στ) Η φώκια θρηνεί το πνιγµένο σώµα της Ακριβούλας. Το µοιρολόγι µιας µη ανθρώπινης ύπαρξης για έ­ναν άδικο θάνατο. Την ίδια, όµως, σχεδόν στιγµή αυ­τό το ίδιο πνιγµένο σώµα θα αποτελέσει την ευω­χία της φώκιας στο εσπερινό της δείπνο.

ΙΕ. Το είδος και η τεχνική της αφήγησης

þ Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη. Ο αφηγητής είναι έξω από τη δράση (ετεροδιηγητικός). Πρό­κειται για αφηγητή-παντογνώστη, που γνωρίζει και πα­ρακολουθεί απ’ έξω τα πράγματα και μας τα αφηγεί­ται.

Τ. Τα εκφραστικά μέσα του διηγήματος

  1. Το ύφοςείναι άλλοτε πένθιμο, σοβαρό, μελαγχολικό και άλλοτε ανάλαφρο. Κι ενώ όλα όσα υπάρχουν μέσα στην αφήγηση είναι απλά, καθημερινά και ρεαλιστικά, χωρίς πρωτοτυπία ή μεγαλοπρέπεια, ένας αιθέρας αγιοσύνης, ποίησης και μαγείας περιβάλλει τα θέματα μ’ ένα μοναδικό τρόπο. Οι λέξεις, η σύνδεση των προτάσεων, η θέση των εικόνων, η αλληλουχία των γεγονότων και ίσως και κάτι άλλο απροσδιόριστο που συνέχει όλ’ αυτά, αυτό είναι η μαγεία του Παπαδιαμάντη. Μυστηριώδης και μαγευτική είναι η ατμόσφαιρα του διηγήματος που διαπνέεται από έντονη ποιητικότητα και λυρισμό ένα ποίημα σε πεζό λόγο.
  2. Η γλώσσατου διηγήματος είναι η γνωστή «Παπαδιαμάντεια» γλώσσα, πολύ προσωπική και αναγνωρίσιμη από τη μίξη στοιχείων καθαρεύουσας, δημοτικής και τη χρήση αρχαϊσμών. Ο λόγος είναι μακροπερίοδος και αρκετά πυκνός αλλά προσεγμένος στην επιλογή των λέξεων και στην απόδοση των περιγραφομένων προσώπων και τοπίων. Πολλές καταστάσεις και ενέργειες αισθητοποιούνται με βασικό στοιχείο έκφρασης τις εικόνες και τη χρήση πολλών επιθέτων.

 

Μοσκώβ Σελήμ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Γεννήθηκε  στη  Βιζύη  της  ανατολικής  Θράκης   το  1849.  Στις  πρώτες  του  σπουδές  γνώρισε  τον  τυφλό  Φαναριώτη  ποιητή,  Ηλία  Τανταλίδη,  που  έδωσε  ώθηση  στην  ποιητική  του  εξέλιξη  και  αργότερα    τον  πάμπλουτο  Έλληνα  Γεώργιο  Ζαρίφη,  που  του  παρείχε  τα  οικονομικά  μέσα  για  να  σπουδάσει  στην  Αθήνα ( Φιλοσοφική  σχολή ),  στο  Γκέτιγκεν  της  Γερμανίας ( Φιλοσοφία ),  στη  Λιψία ( Ιστορία  της  Φιλοσοφίας,  Αισθητική,  Ψυχολογία ),  στο  Παρίσι  και  στο  Λονδίνο,  όπου   άρχισε  να  γράφει  τα  διηγήματά  του.                                                                                                                                                    Όμως,  οι  φιλολογικοί  κύκλοι   της  Αθήνας  τον  περιφρονούσαν ( ίσως  και  λόγω  του  παράξενου  παρουσιαστικού  του ).  Το  1890  άρχισαν  τα  συμπτώματα  μιας  ασθένειας  των  νεύρων,  που  σε  συνδυασμό  με  τον  σφοδρό  έρωτά  του  με  ένα  δεκατετράχρονο  κορίτσι,  τον  οδήγησε  στο  Δρομοκαίτειο  Ψυχιατρείο.  Πέθανε  το  1896  από  «προϊούσα  γενική  παράλυση».                                                                                                                                                                   Έχει  πλούσιο  ποιητικό ( λυρικά  και  επικολυρικά  ποιήματα – βαλλίσματα ή  μπαλάντες –  με  πρότυπο  τις  μπαλάντες  των  Γερμανών  ποιητών  Σίλλερ  και  Γκαίτε )  και  πεζογραφικό έργο.  Καταξιώθηκε,  βέβαια,  από  τα  διηγήματά  του,  που  έχουν  αυτοβιογραφικό  υπόβαθρο.  Η  πλοκή  των  διηγημάτων  του  είναι  αινιγματική ( έχει  τη  μορφή  της  αναζήτησης  της  λύσης  ενός  «μυστηρίου»  που  προεξαγγέλλεται  ήδη  σ τον  τίτλο ).  Η  αφήγηση,  που  συχνά  δίνεται  από  την  οπτική  γωνία  ενός  παιδιού,  ωριμάζει  σταδιακά,  αφού  ο  αφηγητής  περνά  από  την  παιδικότητα  στην  ώριμη  ηλικία. Γι’ αυτό  τα  διηγήματα  του  Βιζυηνού  μοιάζουν  με  μυθιστορήματα.  Τα  θέματα  των  διηγημάτων  του  σχετίζονται  με  τις  αναμνήσεις  του  συγγραφέα  από  τα  παιδικά  του  χρόνια  στη  Θράκη,  όπου  συνυπάρχει  το  ελληνικό  και  το  τουρκικό  στοιχείο.  Η  γλώσσα  τους  είναι  η  απλή  καθαρεύουσα,  αλλά  στους  διαλόγους  είναι  η  δημοτική  και  το  θρακιώτικο  ιδίωμα.  Με  αφηγηματική  χάρη,  χαριτολόγα  διάθεση  και  ύφος  αλλού  πυκνό  αλλού  λιτό  διεισδύει  βαθιά  στην  ψυχή  των  ηρώων  και  διαμορφώνει  ζωντανούς  χαρακτήρες.  Οι  ήρωές  του  κινούνται  ανάμεσα  σε  δύο  πραγματικότητες,  αυτήν  που  ζουν  και  αυτήν  που  δεν  αντιλαμβάνονται,  ενώ  συχνά  διολισθαίνουν  στην  ψευδαίσθηση.                                                                       Η  προσφορά  του  Βιζυηνού  στο  νεοελληνικό  διήγημα  είναι  ότι  έδωσε  στην  ηθογραφία  του  19ου αιώνα  ψυχογραφική  διάσταση.  Αξιοποιώντας  τον πλούτο  των  φιλοσοφικών,  ψυχολογικών  και  παιδαγωγικών  του  γνώσεων  περιγράφει  με  εξαιρετική  ψυχογραφική  ικανότητα  τον  ψυχικό  κόσμο  των  ηρώων  του,  τις  εσωτερικές  τους  συγκρούσεις,  τις  δοκιμασίες  και  τους  προβληματισμούς  τους.

«ΜΟΣΚΩΒ – ΣΕΛΗΜ»                                                                                                                                Το  διήγημα  «Ο  Μοσκώβ – Σελήμ»  θεωρείται  το  αριστούργημα  του  Βιζυηνού.  Γράφτηκε  μετά  το  1886  και  δημοσιεύτηκε  στην  εφημερίδα  Εστία,  όταν  ο  ίδιος  νοσηλευόταν  στο  ψυχιατρείο.  Ο  συγγραφέας  απέφυγε  να  δημοσιεύσει  το  διήγημα  ίσως  επειδή  είχε  επιφυλάξεις  για  την  υποδοχή  του  από  το  ελληνικό  αναγνωστικό  κοινό,  αφού  ο  κεντρικός  ήρωας –  προς  τον  οποίο  ο  Βιζυηνός   εκφράζει  συμπάθεια –  είναι  ένας  Τούρκος.

ΘΕΜΑ : Ο    Μοσκώβ – Σελήμ  και  οι  σημαντικότερες  πτυχές  της  ζωής  του  ( παιδική  ηλικία,  στρατιωτική  δράση,  θάνατος )  :  συμβολίζουν   το  τραγικό  στοιχείο  στην  καθημερινή  ζωή  του  ανθρώπου.

ΤΙΤΛΟΣ :  Συνδέει  δύο  διαφορετικές  εθνικότητες,  τη  ρωσική  και  την  τουρκική.

ΧΩΡΟΣ :  Ανατολική  Θράκη ( κοντά  στην  πηγή  Καινάρτζα ),  όπου  βρίσκεται  το  σπίτι  του  Μοσκώβ – Σελήμ,  αλλά  και  το  πατρικό  σπίτι  του  Μοσκώβ – Σελήμ,  το  χαρέμι  ενός  μπέη,  και  τα  μέτωπα  της  στρατιωτικής  δράσης  του  βασικού  ήρωα.

ΧΡΟΝΟΣ : Ο  χρόνος  της  ιστορίας – μύθου  εκτείνεται  σε  όλη  τη  διάρκεια  της  ζωής  του  Μοσκώβ – Σελήμ.  Ο  χρόνος  της  αφήγησης  καλύπτει  λίγες  μέρες : τη  μέρα  γνωριμίας  του  αφηγητή  με  τον  ήρωα,  το  επόμενο  πρωινό  και  τη  μέρα  του  θανάτου  του  Μοσκώβ – Σελήμ,  που  συντελείται  αργότερα.

ΠΡΟΣΩΠΑ  :  Κύρια ( ο αφηγητής,  ο  Μοσκώβ – Σελήμ,  η  μητέρα  και  ο  πατέρας  του  Μοσκώβ – Σελήμ )  και  δευτερεύοντα ( ο  ντόπιος  συνοδός  του  αφηγητή,  ο  Χασάν, αδελφός  του  Μοσκώβ – Σελήμ,  ο  λιποτάκτης,  ο  Φράγκος  γιατρός,  ο  γιατρός  του  Μοσκώβ – Σελήμ ).

ΔΟΜΗ : α’ ενότητα : ( 1ο  κεφάλαιο, « Έχει  μανία  με  τους  Ρούσους» ) =                                                   η  γνωριμία  του  αφηγητή  με  το  Μοσκώβ – Σελήμ.                                                                       β’ ενότητα :  (2ο κεφάλαιο, «Να  τον  αγαπήσει  ο  πατέρας») =  α)   Ο  Μοσκώβ – Σελήμ  περιγράφει  τη  σχέση  του  με  τη  μητέρα  και  με  τον  πατέρα  του   και  β)  Ο  ήρωας  παρουσιάζει  τη  στρατιωτική  δράση  και  τον  τραυματισμό  του.                                                                               γ’ ενότητα  : (3ο κεφάλαιο, «Και  ο  Τούρκος  έμεινε  Τούρκος») = Ο  αφηγητής  περιγράφει  τις  τελευταίες  στιγμές  του  Μοσκώβ – Σελήμ.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ :  α) Ο  Μοσκώβ – Σελήμ  είναι  μελαγχολικός,  με  εύθραυστη  διανοητική  και  ψυχική  ισορροπία.  Η  συναισθηματική  του  διαταραχή  και  οι  εμμονές  που  έχει  σχετικά  με  τους  Ρώσους  οφείλονται  στην  κακή   σχέση  που  ανέπτυξε  με  τον  πατέρα  του ( λατρεία  προς  αυτόν  αλλά   σκληρή  απόρριψή  του  από  αυτόν )  και  στην  για  πολλά  χρόνια  «ταύτιση»  με  την  μητέρα  του ( υπερβολική  αγάπη  και  εξάρτηση  από  τα  συναισθήματά  της ).  Ο  διχασμός  της  προσωπικότητάς  του  εκφράζεται  με  το  διχασμό  στην  εθνική  του  ταυτότητα  και  αυτό  που  επιζητά  είναι  ανθρωπιά,  δικαιοσύνη  και  τρυφερότητα.  Γενικά , είναι  συμπαθής,  απλοϊκός,  αγαθός  και  αφελής,  γενναίος,  ανιδιοτελής,  καλοσυνάτος,  με  αυταπάρνηση  και  καρτερία.  β)  Ο  αφηγητής  διακρίνεται  για  την  οξύτητα  του  πνεύματός  του,  την  παρατηρητικότητα,  το  χιούμορ  και  την  ευστροφία  του.  Συμπεριφέρεται,  επίσης,  με  ευγένεια,  καλοσύνη  και  συμπάθεια  στον  παράξενο  αλλόθρησκο.

ΤΕΧΝΙΚΗ : Ηθογραφία  με  έντονα  κοινωνικά  και  ψυχογραφικά  στοιχεία.  Η  αναφορά  στο  βασικό  ήρωα  γίνεται  με  νατουραλιστικό  τρόπο ( παρατήρηση  και  καταγραφή ),  αληθοφάνεια,  λυρισμό  και  δραματικότητα.  Άλλο  στοιχείο  τεχνικής  είναι  η  ιστορική  και  ιδεολογική  πλάνη  του  συμπαθή  Τούρκου,  που  τον  συνοδεύει  μέχρι  τη  στιγμή  του  θανάτου  του.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΕΣ  ΤΕΧΝΙΚΕΣ : Ο  αφηγητής  είναι  δραματοποιημένος ( συμμετέχει  στην  ιστορία )  ως  αυτόπτης  μάρτυρας  και  ακροατής  της  ιστορίας  του  βασικού  ήρωα..  Είναι,  δηλαδή, αφηγητής – παρατηρητής. Αφηγείται  σε  α’ πρόσωπο (πρωτοπρόσωπη αφήγηση ).                          Η  εστίαση  είναι  εσωτερική ( ο  αφηγητής  γνωρίζει  μόνο  όσα  υποπίπτουν  στην  αντίληψή  του ).  Χρησιμοποιείται  ως  προλογιστής  και  επιλογιστής,  ενώ  παραχωρεί  το  λόγο  στο  βασικό  ήρωα,  που  αφηγείται  σε  α’ πρόσωπο  τα  βιώματά  του ( εγκιβωτισμένη  αφήγηση,  εναλλαγή  αφηγητών ).  Η  εστίαση  παραμένει  εσωτερική  ενώ  ο  αφηγητής  είναι  ομοδιηγητικός – αυτοδιηγητικός.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ  ΤΡΟΠΟΙ : Αφήγηση  με  παρεμβολή  της  περιγραφής ( του  κεντρικού  ήρωα )  και  σύντομοι  διάλογοι.

ΧΡΟΝΟΣ  ΑΦΗΓΗΣΗΣ : Ο  πρώτος  αφηγητής  αφηγείται  τα  γεγονότα  με  τη  φυσική  χρονική  σειρά,  ενώ  ο  δεύτερος  χρησιμοποιεί  την  αναδρομική  αφήγηση ( αναφέρεται  σε  γεγονότα  προγενέστερου  χρονικού  σημείου ).  Κυρίαρχος  χρόνος  είναι  ο  αόριστος.

ΒΙΩΜΑΤΙΚΑ  ΣΤΟΙΧΕΙΑ : Παρατηρούνται  κοινά  βιώματα  του  ήρωα  και  του  συγγραφέα ( στέρηση  του  πατέρα  και  της  αγάπης  του,  έλλειψη  κοριτσιού  στην  οικογένεια,  ξενιτιά,  συμβίωση  με  τους  Τούρκους  στην  Ανατολική  Θράκη ).

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ  ΠΛΑΙΣΙΟ : Οθωμανικός  τρόπος  ζωής,  ήθη,  έθιμα ( πατριαρχική  δομή  οικογένειας,  χαρέμι,  υποβαθμισμένη  ζωή  των  γυναικών  στο  χαρέμι,  πολυγαμία  των  μπέηδων,  διαφορετικοί  ρόλοι  ανδρών  και  γυναικών ),  παρακμιακό  κοινωνικό  πλαίσιο ( αναξιοκρατία,  τυφλή  υπακοή  στο  Σουλτάνο,  ρουσφέτια ).

ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ  ΜΕΣΑ : Λιγοστές  μεταφορές  και  παρομοιώσεις

ΓΛΩΣΣΑ : Όταν  αφηγητής  είναι  ο  Μοσκώβ – Σελήμ  η  γλώσσα  είναι  απλή  δημοτική  με  στοιχεία  προφορικού  λόγου,  ενώ  όταν  αφηγητής  είναι  ο  αρχικός  (αφηγητής)  η  γλώσσα  είναι  λόγια  και  επιτηδευμένη.

ΥΦΟΣ : Άμεσο,  ζωντανό,  φυσικό  και  ευχάριστο.

 

Μοσκώβ – Σελήμ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Γεννήθηκε  στη  Βιζύη  της  ανατολικής  Θράκης   το  1849.  Στις  πρώτες  του  σπουδές  γνώρισε  τον  τυφλό  Φαναριώτη  ποιητή,  Ηλία  Τανταλίδη,  που  έδωσε  ώθηση  στην  ποιητική  του  εξέλιξη  και  αργότερα    τον  πάμπλουτο  Έλληνα  Γεώργιο  Ζαρίφη,  που  του  παρείχε  τα  οικονομικά  μέσα  για  να  σπουδάσει  στην  Αθήνα ( Φιλοσοφική  σχολή ),  στο  Γκέτιγκεν  της  Γερμανίας ( Φιλοσοφία ),  στη  Λιψία ( Ιστορία  της  Φιλοσοφίας,  Αισθητική,  Ψυχολογία ),  στο  Παρίσι  και  στο  Λονδίνο,  όπου   άρχισε  να  γράφει  τα  διηγήματά  του.                                                                                                                                                    Όμως,  οι  φιλολογικοί  κύκλοι   της  Αθήνας  τον  περιφρονούσαν ( ίσως  και  λόγω  του  παράξενου  παρουσιαστικού  του ).  Το  1890  άρχισαν  τα  συμπτώματα  μιας  ασθένειας  των  νεύρων,  που  σε  συνδυασμό  με  τον  σφοδρό  έρωτά  του  με  ένα  δεκατετράχρονο  κορίτσι,  τον  οδήγησε  στο  Δρομοκαίτειο  Ψυχιατρείο.  Πέθανε  το  1896  από  «προϊούσα  γενική  παράλυση».                                                                                                                                                                   Έχει  πλούσιο  ποιητικό ( λυρικά  και  επικολυρικά  ποιήματα – βαλλίσματα ή  μπαλάντες –  με  πρότυπο  τις  μπαλάντες  των  Γερμανών  ποιητών  Σίλλερ  και  Γκαίτε )  και  πεζογραφικό έργο.  Καταξιώθηκε,  βέβαια,  από  τα  διηγήματά  του,  που  έχουν  αυτοβιογραφικό  υπόβαθρο.  Η  πλοκή  των  διηγημάτων  του  είναι  αινιγματική ( έχει  τη  μορφή  της  αναζήτησης  της  λύσης  ενός  «μυστηρίου»  που  προεξαγγέλλεται  ήδη  σ τον  τίτλο ).  Η  αφήγηση,  που  συχνά  δίνεται  από  την  οπτική  γωνία  ενός  παιδιού,  ωριμάζει  σταδιακά,  αφού  ο  αφηγητής  περνά  από  την  παιδικότητα  στην  ώριμη  ηλικία. Γι’ αυτό  τα  διηγήματα  του  Βιζυηνού  μοιάζουν  με  μυθιστορήματα.  Τα  θέματα  των  διηγημάτων  του  σχετίζονται  με  τις  αναμνήσεις  του  συγγραφέα  από  τα  παιδικά  του  χρόνια  στη  Θράκη,  όπου  συνυπάρχει  το  ελληνικό  και  το  τουρκικό  στοιχείο.  Η  γλώσσα  τους  είναι  η  απλή  καθαρεύουσα,  αλλά  στους  διαλόγους  είναι  η  δημοτική  και  το  θρακιώτικο  ιδίωμα.  Με  αφηγηματική  χάρη,  χαριτολόγα  διάθεση  και  ύφος  αλλού  πυκνό  αλλού  λιτό  διεισδύει  βαθιά  στην  ψυχή  των  ηρώων  και  διαμορφώνει  ζωντανούς  χαρακτήρες.  Οι  ήρωές  του  κινούνται  ανάμεσα  σε  δύο  πραγματικότητες,  αυτήν  που  ζουν  και  αυτήν  που  δεν  αντιλαμβάνονται,  ενώ  συχνά  διολισθαίνουν  στην  ψευδαίσθηση.                                                                       Η  προσφορά  του  Βιζυηνού  στο  νεοελληνικό  διήγημα  είναι  ότι  έδωσε  στην  ηθογραφία  του  19ου αιώνα  ψυχογραφική  διάσταση.  Αξιοποιώντας  τον πλούτο  των  φιλοσοφικών,  ψυχολογικών  και  παιδαγωγικών  του  γνώσεων  περιγράφει  με  εξαιρετική  ψυχογραφική  ικανότητα  τον  ψυχικό  κόσμο  των  ηρώων  του,  τις  εσωτερικές  τους  συγκρούσεις,  τις  δοκιμασίες  και  τους  προβληματισμούς  τους.

«ΜΟΣΚΩΒ – ΣΕΛΗΜ»                                                                                                                                Το  διήγημα  «Ο  Μοσκώβ – Σελήμ»  θεωρείται  το  αριστούργημα  του  Βιζυηνού.  Γράφτηκε  μετά  το  1886  και  δημοσιεύτηκε  στην  εφημερίδα  Εστία,  όταν  ο  ίδιος  νοσηλευόταν  στο  ψυχιατρείο.  Ο  συγγραφέας  απέφυγε  να  δημοσιεύσει  το  διήγημα  ίσως  επειδή  είχε  επιφυλάξεις  για  την  υποδοχή  του  από  το  ελληνικό  αναγνωστικό  κοινό,  αφού  ο  κεντρικός  ήρωας –  προς  τον  οποίο  ο  Βιζυηνός   εκφράζει  συμπάθεια –  είναι  ένας  Τούρκος.

ΘΕΜΑ : Ο    Μοσκώβ – Σελήμ  και  οι  σημαντικότερες  πτυχές  της  ζωής  του  ( παιδική  ηλικία,  στρατιωτική  δράση,  θάνατος )  :  συμβολίζουν   το  τραγικό  στοιχείο  στην  καθημερινή  ζωή  του  ανθρώπου.

ΤΙΤΛΟΣ :  Συνδέει  δύο  διαφορετικές  εθνικότητες,  τη  ρωσική  και  την  τουρκική.

ΧΩΡΟΣ :  Ανατολική  Θράκη ( κοντά  στην  πηγή  Καινάρτζα ),  όπου  βρίσκεται  το  σπίτι  του  Μοσκώβ – Σελήμ,  αλλά  και  το  πατρικό  σπίτι  του  Μοσκώβ – Σελήμ,  το  χαρέμι  ενός  μπέη,  και  τα  μέτωπα  της  στρατιωτικής  δράσης  του  βασικού  ήρωα.

ΧΡΟΝΟΣ : Ο  χρόνος  της  ιστορίας – μύθου  εκτείνεται  σε  όλη  τη  διάρκεια  της  ζωής  του  Μοσκώβ – Σελήμ.  Ο  χρόνος  της  αφήγησης  καλύπτει  λίγες  μέρες : τη  μέρα  γνωριμίας  του  αφηγητή  με  τον  ήρωα,  το  επόμενο  πρωινό  και  τη  μέρα  του  θανάτου  του  Μοσκώβ – Σελήμ,  που  συντελείται  αργότερα.

ΠΡΟΣΩΠΑ  :  Κύρια ( ο αφηγητής,  ο  Μοσκώβ – Σελήμ,  η  μητέρα  και  ο  πατέρας  του  Μοσκώβ – Σελήμ )  και  δευτερεύοντα ( ο  ντόπιος  συνοδός  του  αφηγητή,  ο  Χασάν, αδελφός  του  Μοσκώβ – Σελήμ,  ο  λιποτάκτης,  ο  Φράγκος  γιατρός,  ο  γιατρός  του  Μοσκώβ – Σελήμ ).

ΔΟΜΗ : α’ ενότητα : ( 1ο  κεφάλαιο, « Έχει  μανία  με  τους  Ρούσους» ) =                                                   η  γνωριμία  του  αφηγητή  με  το  Μοσκώβ – Σελήμ.                                                                       β’ ενότητα :  (2ο κεφάλαιο, «Να  τον  αγαπήσει  ο  πατέρας») =  α)   Ο  Μοσκώβ – Σελήμ  περιγράφει  τη  σχέση  του  με  τη  μητέρα  και  με  τον  πατέρα  του   και  β)  Ο  ήρωας  παρουσιάζει  τη  στρατιωτική  δράση  και  τον  τραυματισμό  του.                                                                               γ’ ενότητα  : (3ο κεφάλαιο, «Και  ο  Τούρκος  έμεινε  Τούρκος») = Ο  αφηγητής  περιγράφει  τις  τελευταίες  στιγμές  του  Μοσκώβ – Σελήμ.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ :  α) Ο  Μοσκώβ – Σελήμ  είναι  μελαγχολικός,  με  εύθραυστη  διανοητική  και  ψυχική  ισορροπία.  Η  συναισθηματική  του  διαταραχή  και  οι  εμμονές  που  έχει  σχετικά  με  τους  Ρώσους  οφείλονται  στην  κακή   σχέση  που  ανέπτυξε  με  τον  πατέρα  του ( λατρεία  προς  αυτόν  αλλά   σκληρή  απόρριψή  του  από  αυτόν )  και  στην  για  πολλά  χρόνια  «ταύτιση»  με  την  μητέρα  του ( υπερβολική  αγάπη  και  εξάρτηση  από  τα  συναισθήματά  της ).  Ο  διχασμός  της  προσωπικότητάς  του  εκφράζεται  με  το  διχασμό  στην  εθνική  του  ταυτότητα  και  αυτό  που  επιζητά  είναι  ανθρωπιά,  δικαιοσύνη  και  τρυφερότητα.  Γενικά , είναι  συμπαθής,  απλοϊκός,  αγαθός  και  αφελής,  γενναίος,  ανιδιοτελής,  καλοσυνάτος,  με  αυταπάρνηση  και  καρτερία.  β)  Ο  αφηγητής  διακρίνεται  για  την  οξύτητα  του  πνεύματός  του,  την  παρατηρητικότητα,  το  χιούμορ  και  την  ευστροφία  του.  Συμπεριφέρεται,  επίσης,  με  ευγένεια,  καλοσύνη  και  συμπάθεια  στον  παράξενο  αλλόθρησκο.

ΤΕΧΝΙΚΗ : Ηθογραφία  με  έντονα  κοινωνικά  και  ψυχογραφικά  στοιχεία.  Η  αναφορά  στο  βασικό  ήρωα  γίνεται  με  νατουραλιστικό  τρόπο ( παρατήρηση  και  καταγραφή ),  αληθοφάνεια,  λυρισμό  και  δραματικότητα.  Άλλο  στοιχείο  τεχνικής  είναι  η  ιστορική  και  ιδεολογική  πλάνη  του  συμπαθή  Τούρκου,  που  τον  συνοδεύει  μέχρι  τη  στιγμή  του  θανάτου  του.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΕΣ  ΤΕΧΝΙΚΕΣ : Ο  αφηγητής  είναι  δραματοποιημένος ( συμμετέχει  στην  ιστορία )  ως  αυτόπτης  μάρτυρας  και  ακροατής  της  ιστορίας  του  βασικού  ήρωα..  Είναι,  δηλαδή, αφηγητής – παρατηρητής. Αφηγείται  σε  α’ πρόσωπο (πρωτοπρόσωπη αφήγηση ).                          Η  εστίαση  είναι  εσωτερική ( ο  αφηγητής  γνωρίζει  μόνο  όσα  υποπίπτουν  στην  αντίληψή  του ).  Χρησιμοποιείται  ως  προλογιστής  και  επιλογιστής,  ενώ  παραχωρεί  το  λόγο  στο  βασικό  ήρωα,  που  αφηγείται  σε  α’ πρόσωπο  τα  βιώματά  του ( εγκιβωτισμένη  αφήγηση,  εναλλαγή  αφηγητών ).  Η  εστίαση  παραμένει  εσωτερική  ενώ  ο  αφηγητής  είναι  ομοδιηγητικός – αυτοδιηγητικός.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ  ΤΡΟΠΟΙ : Αφήγηση  με  παρεμβολή  της  περιγραφής ( του  κεντρικού  ήρωα )  και  σύντομοι  διάλογοι.

ΧΡΟΝΟΣ  ΑΦΗΓΗΣΗΣ : Ο  πρώτος  αφηγητής  αφηγείται  τα  γεγονότα  με  τη  φυσική  χρονική  σειρά,  ενώ  ο  δεύτερος  χρησιμοποιεί  την  αναδρομική  αφήγηση ( αναφέρεται  σε  γεγονότα  προγενέστερου  χρονικού  σημείου ).  Κυρίαρχος  χρόνος  είναι  ο  αόριστος.

ΒΙΩΜΑΤΙΚΑ  ΣΤΟΙΧΕΙΑ : Παρατηρούνται  κοινά  βιώματα  του  ήρωα  και  του  συγγραφέα ( στέρηση  του  πατέρα  και  της  αγάπης  του,  έλλειψη  κοριτσιού  στην  οικογένεια,  ξενιτιά,  συμβίωση  με  τους  Τούρκους  στην  Ανατολική  Θράκη ).

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ  ΠΛΑΙΣΙΟ : Οθωμανικός  τρόπος  ζωής,  ήθη,  έθιμα ( πατριαρχική  δομή  οικογένειας,  χαρέμι,  υποβαθμισμένη  ζωή  των  γυναικών  στο  χαρέμι,  πολυγαμία  των  μπέηδων,  διαφορετικοί  ρόλοι  ανδρών  και  γυναικών ),  παρακμιακό  κοινωνικό  πλαίσιο ( αναξιοκρατία,  τυφλή  υπακοή  στο  Σουλτάνο,  ρουσφέτια ).

ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ  ΜΕΣΑ : Λιγοστές  μεταφορές  και  παρομοιώσεις

ΓΛΩΣΣΑ : Όταν  αφηγητής  είναι  ο  Μοσκώβ – Σελήμ  η  γλώσσα  είναι  απλή  δημοτική  με  στοιχεία  προφορικού  λόγου,  ενώ  όταν  αφηγητής  είναι  ο  αρχικός  (αφηγητής)  η  γλώσσα  είναι  λόγια  και  επιτηδευμένη.

ΥΦΟΣ : Άμεσο,  ζωντανό,  φυσικό  και  ευχάριστο.

 

ΑΣΚΗΣΕΙΣ Α ΛΥΚΕΙΟΥ ΑΠΟΛΥΤΑ – ΡΙΖΕΣ

ΑΣΚΗΣΕΙΣ-Α-ΛΥΚΕΙΟΥ-ΑΠΟΛΥΤΑ 

 

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ

ΠΑΤΗΣΤΕ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ…

ΚΑΛΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ…

ΣΑΝΤΟΡΙΝΑΙΟΣ ΝΙΚΟΣ ΠΕ 03

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Ορισμός:

Ελεύθερος χρόνος είναι ο χρόνος που διαθέτει ο άνθρωπος εκτός της υποχρεωτικής απασχόλησης του στον τομέα της καθημερινής του δραστη¬ριότητας, και μπορεί να τον αξιοποιήσει σύμφωνα με τις προσωπικές του επιλογές.

Παράγοντες που συντελούν στην αύξηση του ελεύθερου χρόνου στην εποχή μας:
α. η μηχανοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας.
β. οι εργασιακές κατακτήσεις μέσω των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων (ελάττωση εργάσιμου χρόνου: μείωση ωραρίου, καθιέρωση πενθήμε¬ρης απασχόλησης, αύξηση αργιών κ.α.)
γ. η αξιοποίηση των τεχνολογικών μέσων (στις συγκοινωνίες, στις μετα-φορές και στο χώρο της επικοινωνίας).
δ. η εξειδίκευση, εξαιτίας της υψηλής κατάρτισης, μειώνει τα όρια του πα¬ραγωγικού χρόνου.
ε. η μερικοποίηση της απασχόλησης.

Παρατήρηση: Παρά την ύπαρξη παραγόντων που συμβάλλουν στην αύξηση του ελεύθερου χρόνου, πολλοί άνθρωποι από τις ισχυρές κοινωνικοοικονομικές τάξεις και τα μεσοαστικά στρώματα εξαιτίας του τεχνητού πολλαπλασιασμού των αναγκών στις καταναλωτικές κοινωνίες, του επιχειρηματικού ανταγωνι¬σμού, της κοινωνικής και επαγγελματικής αναρρίχησης διαθέτουν υπέρμετρο χρόνο για την εργασίας τους σε βάρος του ελεύθερου χρόνου. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια πολλοί από τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις ασκούν και μια δεύτερη εργασία – στον ελεύθερο χρόνο τους – εξαιτίας της αδυναμίας να επι¬τύχουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης με τις αμοιβές από την κύρια απα¬σχόληση τους.

Μορφές δημιουργικής – ορθής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου (γνήσιας ψυχαγωγίας):
1. Η ανάγνωση βιβλίων εξωεπαγγελματικού ενδιαφέροντος
› ικανοποιεί την έμφυτη τάση για μάθηση
› διευρύνει τους γνωστικούς ορίζοντες και τα πνευματικά ενδιαφέροντα.
2. Η ενασχόληση με τον αθλητισμό:
› ασκεί το σώμα και συντελεί στη σωματική ευεξία
› εκτονώνει θετικά το περίσσιο φορτίο ενέργειας
› καλλιεργεί την άμιλλα μέσω των ομαδικών αθλημάτων.
3. Το ποιοτικό καλλιτεχνικό Θέαμα ή ακρόαμα (θέατρο, μουσική, επισκέ-ψεις σε μουσεία, πινακοθήκες κλπ.)
› αναπτύσσει καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα
› εκλεπτύνει τον ψυχικό κόσμο και εξευγενίζει τα συναισθήματα
› αναβαθμίζει την αισθητική.
4. Η επικοινωνία με φιλικά πρόσωπα
› καλλιεργεί την κοινωνικότητα και αναπτύσσει τις κοινωνικές αρετές
› ευνοεί τη γόνιμη ανταλλαγή απόψεων, το διάλογο
› παρέχει συναισθηματική κάλυψη.
5. Η συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες και εκδηλώσεις
› συμβάλλει στην επικοινωνία των ανθρώπων, ισχυροποιεί τους συνε-κτικούς τους δεσμούς.
› ευνοεί την επαφή με το περιεχόμενο της παράδοσης.
6. Τα ταξίδια
› εμπλουτίζουν τις παραστάσεις και τις εμπειρίες
› φέρνουν σε επαφή με άλλους λαούς και πολιτισμούς
› αναπτύσσουν πνεύμα οικουμενικής συνείδησης.
7. Η επαφή με τη φύση
› αναζωογονεί το πνεύμα
› απαλλάσσει από το άγχος της καθημερινότητας, την πλήξη και την ανία
› παρέχει την δυνατότητα ενδοσκόπησης/περισυλλογής και αποτελεί πηγή έμπνευσης και στοχασμού.
8. Ο ερασιτεχνισμός
› αναδεικνύει τις ιδιαίτερες κλίσεις και την ατομική έκφραση
› προωθεί την αυτενέργεια και την πρωτοβουλιακή διάθεση
› απαλλάσσει από την παθητικότητα, την ανία της καθημερινής μονότροπης απασχόλησης.

Μορφές μη δημιουργικής – ορθής αξιοποίησης του ελευθέρου χρόνου (νόθης ψυχαγωγίας):
1. Παρακολούθηση χαμηλής ποιότητας πολιτιστικών έργων (εμπορικό θέ-αμα ή ακρόαμα, προγράμματα ευτελούς αισθητικής -τηλεοπτικές σειρές προϊόντα της παγκόσμιας ποτιστικής βιομηχανίας κ.ά.) τα οποία: προ βάλλουν αρνητικά πρότυπα (ευδαιμονιστικά, ανταγωνιστικά, βίας κ.ά.)
2. Ηλεκτρονικά παιχνίδια:
› συνιστούν ανώφελη απώλεια χρόνου.
› παθητικοποιούν και μηχανοποιούν τη σκέψη.
› αμβλύνουν την κρίση, περιστέλλουν τη φαντασία
› καλλιεργούν την εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό, εμποδίζουν την επικοινωνία κ.ά.
3. Η εκτόνωση στο γήπεδο μέσω εκδηλώσεων χουλιγκανισμού
› ο άνθρωπος: απλός καταναλωτής θεάματος, χωρίς ο ίδιος να αθλείται.
› ως οπαδός μιας αθλητικής ομάδας ενεργεί, συχνά, κάτω από μια μα¬ζική ψυχολογία κα, προβαίνει σε βίαιες ή αντικοινωνικές εκδηλώσεις
› ως θεατής δεν εκτονώνει θετικά το περίσσειο φορτίο ενέργειας.
4. Τα νυκτερινά κέντρα στα οποία:
› προβάλλονται προγράμματα που ευτελίζουν την έννοια της ψυχαγωγίας
› γίνεται επίδειξη νεοπλουτισμού μέσω της δαπανηρής πολυποσίας κ.ά.
› φθείρουν τη σωματική υγεία, προκαλούν φθορά και απορρύθμιση.
› δεν ευνοούν την επικοινωνία με την εκκωφαντική μουσική κ.ά.
5. Τα τυχερά παιχνίδια, όπως τα χαρτοπαίγνια κ.ά.:
› προκαλούν εθισμό, με σοβαρές παρενέργειες στη συμπεριφορά του ατόμου.
› επιβαρύνουν οικονομικά, συχνά μάλιστα οδηγούν στην άσκοπη κα-τασπατάληση του εισοδήματος.
› καλλιεργούν μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η βελτίωση της κοινωνικό – οικονομικής κατάστασης του ατόμου εναποτίθεται στην τύχη. Αποφεύγει, έτσι, τη συμμετοχή σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, για να επιλύσει τα προβλήματα του.
› διαμορφώνουν μια χρησιμοθηρική αντίληψη για κάθε δραστηριότη¬τα. Κάθε ενασχόληση πρέπει να αποφέρει υλικό κέρδος.
6. Η χρήση των μηχανών και η μανία της ταχύτητας:
› αποτελεί ακραία μορφή εκτόνωσης που εγκυμονεί κινδύνους για τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία.
› καλλιεργεί την έφεση για επιδεικτική συμπεριφορά.
› οδηγεί κυρίως τους νέους να ταυτίζουν την αξία τους με τα αντικεί¬μενα χρήσης, όπως οι μηχανές μεγάλου κυβισμού.
7. Σε ακραίες περιπτώσεις η καταφυγή σε τεχνητούς παραδείσους με την αναζήτηση εναλλασσόμενων και απαγορευμένων εμπειριών (διάφορα είδη ναρκωτικών ουσιών):
› φθείρει τη σωματική υγεία.
› οδηγεί σε φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας.
› προκαλεί ψυχικές διαταραχές (μελαγχολία, τάση παραίτησης, αυτο-κτονίας κ.ά.) έχει ως αποτέλεσμα την κοινωνική απομόνωση και περιθωριοποίηση.
› καθιστά τα άτομα, μέσω του εθισμού, έρμαια του πάθους τους.

Η συμβολή της πολιτείας στην ορθή αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των νέων:
Η πολιτεία μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην ορθή αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των νέων με:
1. την αισθητική αγωγή μέσω του περιεχομένου και του ανθρωπιστικού προσανατολισμού του εκπαιδευτικού θεσμού, που στοχεύει στην πνευματική καλλιέργεια του μαθητή.
2. την ενίσχυση των πολιτιστικών συλλόγων που ευνοούν
› την ενασχόληση με μορφές τέχνης – γνήσιας ψυχαγωγίας (θέατρο, μουσική κ.λπ.)
› τη γόνιμη επαφή με στοιχεία του παραδοσιακού πολιτισμού
› τη δημιουργική συνάντηση και επικοινωνία των νέων
3. την αναβάθμιση – τόνωση της καλλιτεχνικής και της ευρύτερης πνευματικής δραστηριότητας σε περιοχές που μειονεκτούν εξαιτίας των γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων και των οικονομικών ανισοτήτων
› στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μεγάλων αστικών κέντρων
› στα ημιαστικά και κυρίως αγροτικά κέντρα.
4. τη δημιουργία αθλητικών και πολιτιστικών χώρων
› σταδίων και γυμναστηρίων με ελεύθερη είσοδο
› θεάτρων, σχολών χορού, ωδείων, βιβλιοθηκών κ.λπ.
5. την ενεργοποίηση του ραδιοτηλεοπτικού συμβουλίου για έλεγχο του περιεχομένου και της αισθητικής του προγράμματος των Μ.Μ.Ε. που θεσμικά εποπτεύουν
6. τον έλεγχο των εμπορευματοποιών του ελεύθερου χρόνου, κυρίως όσων ενέχονται
› σε κυκλώματα διακίνησης και εμπορίας ναρκωτικών και παράνομων ηλεκτρονικών παιχνιδιών.
› σε δραστηριότητες εμπορευματικής αξιοποίησης του διαδικτύου με στοιχεία που ευτελίζουν την έννοια της ψυχαγωγίας.

Copyright © Γενικό Λύκειο Μυκόνου          Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση