Αρχείο για "Ιανουάριος, 2012"

φύλλα εργασίας :Κ.Βάρναλης «οι μοιραίοι»


«Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή, δίπλα στ’ αυτί, για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω απ’ τα τείχη τη στρογγυλή βουή του Ιστορικού, αναπότρεπτου ήλιου. Αυτόν τον ήλιο μας έδειξες»

Γιάννης Ρίτσος 1956

Συνεχίζοντας την πορεία μας στον κόσμο της λογοτεχνίας, γνωρίζουμε τον ποιητικό λόγο του Βάρναλη, ένα ποιητικό λόγο ξεχωριστό μέσα στην Νέα Αθηναϊκή σχολή. Τα φύλλα εργασίας θα τα βρεἰτε πατώντας εδώ:

ΑΡΧΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Παρατηρώντας και μελετώντας την αρχιτεκτονική των αρχαίων, μας έρχεται στο νου το λατινικό ρητό    «Ars longa, vita brevis» ή αλλιώς    «Η τέχνη μακρά, ο βίος σύντομος»

Η λογοτεχνία εμπνέει…..

«Τα χταποδάκια» του Μ. Καραγάτση μέσα από τα μάτια των μαθητών,

Μαρίας -΄Αντζελας Αργύρη και Καραγιάννη Πέτρου, του Β1 του σχολείου μας


σχέδιο:Μαρία -΄Αντζελα Αργύρη

"Έπεσε αδύναμο το χέρι που κρατούσε τα δυο χταπόδια στο στράτσο το χαρτί, μάταιη προσφορά στην κατανόηση των ανθρώπων. Πήρε αργή στροφή, βγήκε πάλι από το μαγαζί, έπεσε βαρύς στο σκαλοπάτι κι απόμεινε ασάλευτος, με το τσακισμένο του κεφάλι μες στις δυο παλάμες."

κείμενο :Καραγιάννης Πέτρος

η συνέχεια

«………….και μόνος του πια ο Παναγιωτάκης αποφασίζει να φύγει. Περιπλανήθηκε μέσα στη σκοτεινή ερημιά και μονολογεί:

«μια είναι η λύση…. θα πηδήξω στη θάλασσα, θα πεθάνω….. και όλα θα μείνουν μυστικά…»

Έτσι , ενώ το χιόνι σκέπαζε με τη σιωπή του το χώμα , κάθισε στην άκρη του βράχου στο ψηλότερο σημείο. Ήταν έτοιμος να πηδήξει , να πέσει στα παγωμένα νερά της θάλασσας και να δώσει τέλος στη ζωή του. Μα μια γριά γυναίκα, ξάφνου, εμφανίστηκε και τον ρώτησε με αγωνία:

-τι γυρεύεις εσύ εδώ, μεσ στα σκοτάδια και την ερημιά, σαν νάσαι πιωμένος μου φαίνεται

-άσε με ,κυρά μου, της απάντησε και πήγε να ορμήσει στη θάλασσα. Μα η γριά γυναίκα πρόλαβε και τον κράτησε.

-έλα, του λέει, πάμε σπίτι μου, να σε φροντίσω. Στο σπίτι, γύρω από τη σόμπα της διηγήθηκε ο Παναγιωτάκης το συμβάν στην ταβέρνα,

-τι πίνεις τόσο γιέ μου ;  τον ρώτησε

και ο Παναγιωτάκης της διηγήθηκε το μεγάλο του μυστικό: «στο ταξίδι στην Ιταλία, πριν δύο χρόνια, ήτανε , εκεί γνώρισα τη Μαρία, την πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει, παράφορα ερωτευτήκαμε και της ορκίστηκα πως θάμουνα πάντα δίπλα της. όμως η μοίρα είναι σκληρή και μας έπαιξε το δικό της παιχνίδι. δεν πρόλαβαν να περάσουν τέσσερις μήνες και η βαριά η αρρώστια τη χτύπησε. λίγο θα ζούσε, σιμά  δύο μήνες και δεν ήταν ούτε ο πρώτος που έπεσε βαριά και πάει, χάθηκε….»

Η γριά τον αγκάλιασε, κοιμήσου, του είπε, ηρέμησε , τα ξαναλέμε αύριο.

Το πρωί βρήκε τη γριά γυναίκα να ψάχνει τον Παναγιωτάκη. ένα σημείωμα στο τραπέζι έγραφε: «είσαι ο μόνος άνθρωπος που δεν με έκρινε γι’ αυτό που ήμουν, δεν θα το ξεχάσω ποτέ». Έκανε ν α σηκωθεί και απ’ έξω ακούστηκαν φωνές. αστυνομία, κόσμος πολύς ήταν μαζεμένος δίπλα στη θάλασσα. Και το σώμα του Παναγιωτάκη….. νεκρό.

Γύρισε σπίτι, ξαναπήρε το σημείωμα στα τρεμάμενα χέρια της, το γύρισε στην πίσω μεριά και διάβασε :  «σε χαιρετώ καλή μου κυρία, πηγαίνω τώρα στην καλή μου».

Καραγιάννης Πέτρος

φύλλα εργασίας στον Καβάφη

Αφού γνωρίσαμε τα βασικά χαρακτηριστικά της Νέας ΑθηναΪκής Σχολής (κυρίως μέσα από την ποίηση του Παλαμά) θα περάσουμε τώρα σε μια ιδιότυπη ποιητική φωνή, εκείνη του Κ. Καβάφη.

«Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις

Το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» γράφτηκε γύρω στο 1900,και  ο Καβάφης επιχειρεί την πρώτη του έξοδο από τα μικρά δράματα της έγκλειστης ψυχής προς το κοινωνικό επίπεδο. Για να δείτε τα φύλλα εργασίας πατήστε :

και να που οι μαθητές δοκιμάζουν την τέχνη του «ποιεῖν»

με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα

Ο τελευταίος στίχος δεν μένει πάντα τελευταίος.
Κάποτε γίνεται πρώτος στίχος ενός ποιήματος
που γράφει κάποιος αναγνώστης

( Μιχάλης Γκανάς)

Ο Δ.Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» τοποθετεί την Άνοιξη στην υψηλότερη θέση της αναβάθρας των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι πολιορκημένοι Μεσολογγίτες
Ο Φρ. Γκ. Λόρκα (1898-1936) γράφει : «Δύο άνθρωποι σεργιανούν στην ακροποταμιά. Ο ένας είναι πλούσιος, ο άλλος φτωχός. Ο ένας έχει γεμάτη την κοιλιά του. Ο άλλος με τα χνώτα του μολύνει τον αέρα. Κι ο πλούσιος αναφωνεί:  «Ω τι όμορφα κυλά η βάρκα στο νερό! Κοίταξε το κρίνο που άνθησε στην ακροποταμιά!» Κι ο φτωχός μουρμουρίζει  «Πεινάω, δεν βλέπω τίποτα. Πεινάω πεινάω πολύ.»
Με αφορμή τις διαφορετικές οπτικές των δύο ποιητών επιχειρήστε χρησιμοποιώντας τη λέξη πείνα και ΄Ανοιξη να γράψετε στίχους που να απηχούν τη δική σας οπτική:

Απάντηση

μεσ’ στη βάρκα οι δυο τους πλέουν
ο ένας είναι πλούσιος
και ο άλλος πεινασμένος
μαζί σαν σεργιανίζανε
ο ένας πεινάω έλεγε,  ο άλλος μαγεμένος
της φύσης κοίταγε τις ομορφιές
όντας φαγωμένος.
Ο ένας είχε τα καλά
και ο άλλος τα χαμένα
ο ένας ζούσε υπέροχα και ο άλλος πεινασμένα

(Θάνος Καλόγηρος, Αντώνης Κάσσος, Γιώργος Κατσουλίδης, Ζούγκης Βασίλειος * «οι εκλεκτοί»)

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων