Σύνδεσμοι

Αναζήτηση

Κριτήρια Αξιολόγησης (Νεοελληνική Γλώσσα – Λογοτεχνία)

4 Μαΐου 2019 από και με ετικέτα , ,

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ (ΓΛΩΣΣΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ)

Κατηγορία Λογοτεχνία Α, Λογοτεχνία Β, Νεοελληνική Γλώσσα B, Νεοελληνική Γλώσσα Α | 29 Σχόλια »

Δραματοποίηση και οπτικοποίηση του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου «Το καπλάνι της βιτρίνας»

22 Απριλίου 2019 από

Στο πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας και της διδασκαλίας του λογοτεχνικού έργου «Το καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη δραματοποιήσαμε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου «Οι βαρετές Κυριακές, ο Ίκαρος και η προπαίδεια» και το οπτικοποιήσαμε δημιουργώντας τη δική μας ταινία. Οι μαθήτριες του Α2: Δανάη Ι., Ευαγγελία Δ., Μαριάννα Κ.

Κατηγορία Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου "Το καπλάνι της βιτρίνας", Λογοτεχνία Α | 29 Σχόλια »

Οι ζωγραφιές μας

21 Απριλίου 2019 από

«Το καπλάνι της βιτρίνας» – Οι ζωγραφιές μας. 

Κωνσταντίνα Η., Α2 – Νικολέτα Α., Α1 – Γιάννης Δ., Α2 – Ερσίν Β., Α1 – Ελισάβετ Α., Α1 – Χρήστος Α., Α1 – Τριανταφυλλιά Η. & Αριστέα Δ., Α2, Κωνσταντίνα Β. & Μαρία Γ., Α1 –  Βάλια Κ., Α2

 

 

 

Κατηγορία Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου "Το καπλάνι της βιτρίνας", Λογοτεχνία Α | 29 Σχόλια »

Ιστορίες με το καπλάνι

21 Απριλίου 2019 από

Οι δικές μας ιστορίες με πρωταγωνιστή το καπλάνι.

Ο ταξιδιώτης και το καπλάνι

Ο Άγγλος ταξιδιώτης Tomas Swing εδώ και 10 χρόνια ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο. Τα υπέροχα πράσινα μάτια του έχουν δει πολλά πράγματα έως τώρα, από το πιο ερημικό νησί έως και την πιο πυκνοκατοικημένη χώρα. Πριν από λίγο καιρό, λοιπόν, αποφάσισε να πάει στην Ινδία και να επισκεφθεί το Ταζ Μαχάλ. Ήταν το όνειρό του!

Όταν έφτασε η ημέρα και επισκέφθηκε αυτόν τον επιβλητικό ναό, ένιωσε δέος και αμέτρητη χαρά. Συγκινημένος από το θέαμα, άρχισε να τραβάει φωτογραφίες. Καθώς φωτογράφιζε κάθε σπιθαμή του τόπου, αντίκρισε μπροστά του ένα τεράστιο και δυναμικό άγαλμα ενός πανέμορφου, ιερού καπλανιού. Αυτό που του έκανε περισσότερη   εντύπωση ήταν ότι το ένα μάτι  του ήταν μπλε και το άλλο μαύρο. Αργά το μεσημέρι, έφυγε εντυπωσιασμένος από τον ναό και με την κάμερα γεμάτη. Ήθελε όμως πριν φύγει να περιηγηθεί στα μεγάλα δάση της χώρας. Πήρε λοιπόν ένα σχετικά μικρό αυτοκίνητο από την είσοδο του δάσους και ξεκίνησε.

Τι να πρωτοφωτογραφίσει; Τα υπέροχα λουλούδια ή τα πανύψηλα δέντρα; Όμως ξαφνικά, η βενζίνη του αμαξιού τέλειωσε και κόλλησε ο Τomas στη μέση του δάσους. Το κινητό του δεν έπιανε σήμα και κανένας δε βρισκόταν εκεί για να τον βοηθήσει. Ξαφνικά, καθώς περπατούσε σε έναν κακοτράχαλο δρόμο, εμφανίστηκε μπροστά του ένας μαύρος, μοχθηρός και πεινασμένος πάνθηρας. Τα μάτια του ήταν κι αυτά μαύρα και γυάλιζαν από την πείνα. Πλησίαζε όλο και πιο κοντά στον Τomas, ώσπου ο άντρας έκανε το λάθος κι άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένος.

Έτρεχαν για πολλά μέτρα, μέχρι που βρέθηκε σε ένα ξύλινο τείχος που έλεγε: «Απαγορευμένη περιοχή-αδιέξοδο». Ο ταξιδιώτης έβλεπε τον κατάμαυρο πάνθηρα να πλησιάζει όλο και πιο πολύ προς το μέρος του και εκείνη τη στιγμή ευχήθηκε να ήταν εκεί το καπλάνι για να τον σώσει. Ο Tomas πλέον μπορούσε να διακρίνει τα δόντια του πάνθηρα και τότε, σαν από μηχανής θεός, πήδηξε πάνω από το τείχος το καπλάνι! Μπήκε μπροστά από τον ταξιδιώτη και με ένα γενναίο του γρύλισμα έδιωξε τον πάνθηρα και έσωσε τον Τomas. Ο Τomas ήταν τόσο ευτυχισμένος και ανακουφισμένος που αγκάλιασε και φίλησε το καπλάνι τόσες φορές όσες και οι χώρες που είχε πάει! Ύστερα το καπλάνι τον βοήθησε να βγει από το δάσος και ύστερα χάθηκε πάλι μέσα σε αυτό…

Ο Τomas ύστερα από αυτήν την εμπειρία δεν ξαναπήγε στην Ινδία. Μια βδομάδα, όμως, μετά το συμβάν, αγόρασε έναν σκύλο όμορφο και μεγάλο και τον ονόμασε  «Καπλάνι» προς τιμήν του καπλανιού που τον έσωσε!

Δανάη Ι., Α2

Η Λάικα και το καπλάνι στο διάστημα

Στις 3 Νοεμβρίου του 1957  η Λάικα ετοιμαζόταν να γίνει πρωταγωνίστρια στην πρώτη επίσκεψη στο διάστημα. Όταν προετοίμαζαν τη Λάικα, το καπλάνι κατάφερε να τρυπώσει στο διαστημόπλοιο. Ο λόγος που το καπλάνι έκανε κάτι τόσο επικίνδυνο ήταν επειδή η Λάικα ζήτησε τη βοήθειά του. Έφτασαν χωρίς κανένα πρόβλημα στο φεγγάρι και σχεδίαζαν να μείνουν εκεί για δέκα ημέρες. Ενώ όλα κυλούσαν ομαλά, τη δέκατη μέρα λίγο πριν ξεκινήσουν για την επιστροφή τους στη γη, έπαθε βλάβη το διαστημόπλοιο και ήταν σίγουρο πως θα καταστραφεί.

Το καπλάνι ήξερε πως η Λάικα κινδύνευε να πεθάνει από τη βλάβη που θα προκαλούσε υψηλή θερμοκρασία μέσα στο διαστημόπλοιο. Καθώς το καπλάνι βοηθούσε τη Λάικα να επιζήσει, είχε το γαλάζιο του μάτι ανοιχτό. Όμως ενώ και οι δυο τους πάλευαν για τη ζωή τους, το καπλάνι άνοιξε το μαύρο του μάτι και τότε όλα άλλαξαν. Ξαφνικά το καπλάνι αποφάσισε να αφήσει τη Λάικα να καεί.                                          Κωνσταντίνα Η. – Αναστασία Ζ., Α2

 

Μια καινούρια ζωή

Μια φορά κι έναν καιρό στη μακρινή Αφρική ζούσε το καπλάνι με τη μητέρα του. Ζούσανε ευτυχισμένα στο δάσος ώσπου συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Μια ηλιόλουστη μέρα, έτσι όπως έπαιζαν δίπλα στο ποτάμι, ξαφνικά ακούστηκαν ήχοι από ελικόπτερα. Ήταν κυνηγοί! Η μητέρα άρπαξε γρήγορα το παιδί και έτρεξε ακόμη πιο βαθιά στο δάσος. Οι κυνηγοί όμως έπιασαν τη μητέρα και εκείνη φώναξε στο τιγράκι να τρέξει ακόμη πιο γρήγορα, αυτό όμως δεν τα κατάφερε και το πιάσανε. Οι κυνηγοί τότε άφησαν τη μητέρα  και πήραν μαζί τους το τιγράκι, επειδή σκοπός  τους ήταν να το βάλουν σε ζωολογικό κήπο.

Μετά το πέρασμα πέντε χρόνων ο τίγρης, πλέον, αποφάσισε να φύγει από τον ζωολογικό κήπο και να βρει τη μητέρα του, που τόσο πολύ λαχταρούσε. Μαζί με τη βοήθεια των άλλων ζώων κατάφεραν και έσπασαν την κεντρική πόρτα και βγήκαν όλα έξω. Οι κυνηγοί έτρεχαν γρήγορα για να τα φτάσουν, αλλά ήταν τόσο αποφασισμένα, που κανείς δεν τα έφτανε.

Το καπλάνι μετά από πολλά χιλιόμετρα διαδρομής έφτασε σε ένα δάσος. Όλα του φάνηκαν οικεία και κατάλαβε πως αυτό είναι το σπίτι του. Ρωτούσε τους πάντες για τη μητέρα του και εκείνοι του είπαν πως πέθανε από την αγωνία της γι’ αυτόν. Το καπλάνι στεναχωρήθηκε, αλλά αποφάσισε να κάνει μια καινούρια αρχή στη ζωή του.

Λίγες μέρες μετά ζευγάρωσε με μια όμορφη τίγρη και έκαναν τη δικιά τους οικογένεια, δίνοντας όρκο πως τίποτα δε θα τους χωρίσει.

Τριανταφυλλιά Η. – Αριστέα Δ., Α2

 

Το καπλάνι του μουσείου

Στον ζωολογικό κήπο της Βουδαπέστης το 1845 ανάμεσα στα υπόλοιπα ζώα υπήρχε μια τίγρη της Βεγγάλης. Ήταν δώρο του Ινδού βασιλιά στον βασιλιά της Αυστροουγγαρίας, για τα γενέθλιά του.

Μια μέρα, ένας φύλακας πήγε να ταΐσει την τίγρη και για κακή του τύχη ξέχασε την πύλη ανοιχτή, με αποτέλεσμα να δραπετεύσει. Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, ώσπου έφτασε στην όχθη του ποταμού Δούναβη. Μην ξέροντας πού να πάει, άρχισε να ακολουθεί το ρεύμα του ποταμού. Έτσι σιγά σιγά, έφτασε στα περίχωρα της Βιέννης. Εκεί, καθώς είχε ξεκινήσει η κυνηγετική περίοδος, το μέρος ήταν γεμάτο κυνηγούς. Έτσι, για κακή του τύχη, ένας κυνηγός, που βρέθηκε στον δρόμο του, τον πυροβόλησε με αποτέλεσμα να σκοτωθεί.

Ο κυνηγός, που είχε βγει προκειμένου να πιάσει ένα θήραμα για την οικογένειά του, μετέφερε το σκοτωμένο ζώο στην πόλη, για να μπορέσει να πουλήσει τη γούνα του και να πάρει κάποια χρήματα. Στο γουναράδικο που πήγε έτυχε να είναι εκεί μια αριστοκράτισσα που εντυπωσιάστηκε από το θήραμα του κυνηγιού. Ο άντρας της ήταν συλλέκτης ταριχευμένων θηραμάτων. Έτσι πρότεινε στον κυνηγό να το αγοράσει και αφού συμφώνησαν την τιμή και οι δυο έφυγαν ευχαριστημένοι για το σπίτι τους.

Ο άντρας της αριστοκράτισσας ταρίχευσε την τίγρη και την πρόσθεσε στη συλλογή του. Δυστυχώς, αυτός και η γυναίκα του μετά από λίγο καιρό πέθαναν. Επειδή δεν είχαν παιδιά, η συλλογή έμεινε αθέατη μέσα στο έρημο σπίτι για πολλά χρόνια…

Περίπου ενάμιση αιώνα μετά το 1845, το σπίτι αγοράστηκε από έναν πλούσιο έμπορο. Μπαίνοντας στο καινούριο του σπίτι, ο έμπορος ανακάλυψε τη συλλογή με το σπάνιο καπλάνι. Αντιλήφθηκε αμέσως την αξία του και το δώρισε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βιέννης. Από τότε έως σήμερα δεσπόζει στην είσοδο του μουσείου και  το θαυμάζουν κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες.                                                                            Μαριάννα Κ., Α2

Το καπλάνι και το μικρό παιδί

Κυριακή πρωί και ξυπνάω στην αγκαλιά της γιαγιάς μου. Είχα μείνει το βράδυ εκεί, γιατί οι γονείς μου είχαν πάει σε πάρτι, όμως είχαν αργήσει ανησυχητικά  πολύ για να έρθουν. Την ησυχία του σπιτιού διακόπτει απότομα ο επίμονος ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας. Με χαρά τρέχω να αντικρίσω τα αγαπημένα πρόσωπα των γονιών μου. Προς έκπληξή μου όμως βλέπω έναν σοβαρό άντρα με στολή αστυνομικού.

– Πού είναι η γιαγιά σου; με ρωτάει.

Η γιαγιά ακούγοντας και αυτή το κουδούνι είχε έρθει προς την πόρτα αγκαλιάζοντάς με προστατευτικά, σαν να προαισθανόταν το κακό που είχε συμβεί.

-Τι συμβαίνει; ρωτάει η γιαγιά με ανήσυχο βλέμμα.

-Δυστυχώς έχω δυσάρεστα νέα. Έγινε ένα τροχαίο και τα παιδιά σας έχουν εμπλακεί σε αυτό.

Η γιαγιά καταρρέει, αλλά εγώ πρέπει να φανώ δυνατός. Και οι δύο μου γονείς είναι πλέον νεκροί και εγώ είμαι μόνος με μόνο στήριγμά μου την προχωρημένη σε ηλικία γιαγιά μου.

Οι επόμενοι δύο μήνες ήταν οι πιο δύσκολοι της ζωής μου. Τα πάνω κάτω είχαν έρθει. Άλλαξα σχολείο, σπίτι, πόλη και προσπαθούσα να προσαρμοστώ στην καινούρια μου ζωή. Στη γιαγιά μπροστά έδειχνα πάντα ότι έχω συμβιβαστεί με την απώλεια των δικών μου, αλλά από μέσα μου δεν το δεχόμουν. Η διέξοδός μου ήταν ένα συγκεκριμένο μέρος. Κάθε απόγευμα μετά τη δύση του ήλιου το παγκάκι μέσα στον ζωολογικό κήπο ήταν η μόνιμή μου θέση. Ακριβώς δίπλα η βιτρίνα με το καπλάνι.

Τις πρώτες μέρες απλώς καθόμουν δίπλα στο καπλάνι. Μετά όρθιος άρχισα να το παρατηρώ με λεπτομέρεια. Τότε συνειδητοποίησα τη διαφορετικότητα των ματιών του. Το ένα πράσινο και το άλλο μπλε. Τις επόμενες μέρες άρχισα να του μιλώ. Ήταν για μένα πλέον η καθημερινή απογευματινή μου συντροφιά. Αρχικά, του εξιστόρησα όλη μου τη ζωή, αλλά και τα τελευταία γεγονότα που είχαν συμβεί. Ένιωθα ότι το καπλάνι με άκουγε και έδειχνε ενδιαφέρον. Όλο και περισσότερο δενόμουν μαζί του.

Ήδη είχε περάσει ένας χρόνος και κάθε απόγευμα ήμουν εκεί. Πάντα κοιτούσα το καπλάνι κατάματα και του εξιστορούσα τις δυσκολίες μου και τους φόβους μου. Το καπλάνι ακίνητο μπροστά μου, αλλά τα μάτια του όχι και τόσο ή έτσι μου φαίνονταν εμένα. Όταν κάποιες φορές έκλαιγα, τα μάτια του γίνονταν  πιο υγρά.

Έτσι κύλησαν τα χρόνια. Η γιαγιά μου πέθανε και έμεινα εντελώς μόνος στον κόσμο. Αποκούμπι μου όμως εξακολουθούσε να είναι το καπλάνι. Πλέον ήμουν σίγουρος ότι και το καπλάνι είχε δεθεί μαζί μου. Από μακριά μπορούσα να διακρίνω το ανήσυχο βλέμμα του, αν καθυστερούσα στο απογευματινό μας “ραντεβού” και μετά την ηρεμία του, όταν με αντίκριζε. Μέσα από τα μάτια του μου διηγούνταν τη δική του ζωή, τις δυσκολίες του και πώς έγινε καπλάνι στη βιτρίνα. Είχαμε μια σχέση ιδιαίτερη και ο ένας ήταν απαραίτητος στον άλλο.

Στα χρόνια που πέρασαν είχα τελειώσει το σχολείο και το πανεπιστήμιο και, όταν έμαθα ότι υπήρχε κενή θέση φροντιστή στον ζωολογικό κήπο, δεν μπορούσα να κρύψω τη χαρά μου. Τώρα θα ήμουν κοντά στο καπλάνι αρκετές ώρες της ημέρας. Καθημερινά πολλοί ήταν οι επισκέπτες και δεν έχανα την ευκαιρία να εξιστορώ τις περιπέτειες του καπλανιού και τη διαδρομή του. Ολοένα και περισσότεροι ενδιαφέρονταν για το καπλάνι και όσο περνούσε ο καιρός η φήμη του ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Ο ζωολογικός κήπος είχε γίνει διάσημος και οι εισπράξεις κάθε μέρα  όλο και περισσότερες. Μέσω του καπλανιού έγινα και εγώ διάσημος και ο ιδιοκτήτης με έκανε διευθυντή του ζωολογικού κήπου! Το καπλάνι πλέον έχει περίοπτη θέση στον ζωολογικό κήπο και η ικανοποίησή μου είναι απερίγραπτη. Χάρη στο καπλάνι γνώρισα τη σύζυγό μου όταν επισκέφτηκε τον ζωολογικό κήπο και αποκτήσαμε δίδυμα παιδιά.                                                                                                                                                                                          Ευαγγελία Δ., Α2

Αγώνας για ζωή

Ήταν κάποτε ένα άρρωστο παιδάκι το οποίο είχε μια άγνωστη ασθένεια, που δεν είχε ξαναεμφανιστεί σε τέτοια μικρή ηλικία. Η γιαγιά του παιδιού το συντρόφευε κάθε βράδυ με τις ιστορίες ενός καπλανιού που θεράπευε τους αρρώστους και τους τραυματίες, την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το καπλάνι αυτό κυκλοφορούσε τις νύχτες που οι εχθροί δεν είχαν καλή ορατότητα, για να μπορέσουν να το δουν.

Με αυτές τις ιστορίες η γιαγιά έδινε θάρρος στο παιδί, για να μπορέσει να συνεχίσει τον δικό του αγώνα κατά της ασθένειάς του. Την ημέρα που οι γιατροί ανακοίνωσαν στο παιδί ότι δε θα μπορέσει να επιβιώσει, είδε στον ύπνο του το καπλάνι να του λέει: «Μη σταματήσεις ποτέ τον αγώνα σου σε αυτήν τη ζωή, γιατί μόνο εσύ μπορείς να καθορίσεις το πώς θα τη ζήσεις».

Μετά από εκείνη τη νύχτα άλλαξαν τα πάντα. Το παιδάκι συνέχισε να πολεμάει με θάρρος, επιμονή και πίστη στον εαυτό του, για να μπορέσει να βγει νικητής στον αγώνα της ζωής του.                                                                                                          Ελισάβετ Α., Μυρσίνη Γκ., Χάιντι Δ., Έφη Β., Α1

 

Το μετανιωμένο καπλάνι

Μια φορά κι έναν καιρό ένα βράδυ το καπλάνι είχε ανοιχτό το μπλε μάτι και τριγυρνούσε στην πόλη. Τότε είδε τον Κόσκορη να κλέβει το περίπτερο της κυρίας Αγγελικής και πήγε να τον πιάσει. Αλλά εκείνη τη στιγμή άνοιξε το μαύρο του μάτι κι άρχισε να κλέβει μαζί με τον Κόσκορη. Ο Κόσκορης μόλις είδε το καπλάνι, τρόμαξε κι έφυγε τρέχοντας. Το καπλάνι ξανάνοιξε το μπλε μάτι. Τότε κατάλαβε το λάθος του, άφησε τα πράγματα που πήρε και επέστρεψε στο σπίτι, γιατί είχε αρχίσει να ξημερώνει και η θεία Δέσποινα είχε κανονίσει επίσκεψη με τον Αμστραντάμ Πικιπικιράμ και τον δεσπότη.                                                                                                                                                                                                                                                                                                      Στράτος Β.- Νικόλας Γ., Α1

 

Τα μάτια του καπλανιού

Μια μέρα το καπλάνι ζωντάνεψε και βγήκε έξω στην πόλη μαζί με τη Μέλια και τη Μυρτώ. Εκείνη τη μέρα είχε ανοιχτό το μπλε του μάτι. Αμέσως μετά πήγαν μια βόλτα στο πάρκο. Όταν έφτασαν εκεί, άρχισε να φυσάει πολύ δυνατά, τόσο που ένα σκουπίδι τραυμάτισε το μπλε μάτι του και το καπλάνι άνοιξε το μαύρο του μάτι. Όμως όταν το καπλάνι είχε ανοιχτό το μπλε μάτι ήταν ήρεμο και φιλικό, ενώ όταν άνοιγε το μαύρο γινόταν άγριο και κατέστρεφε ό,τι έβρισκε  μπροστά του. Έτσι λοιπόν άρχισε να επιτίθεται στους ανθρώπους και να προκαλεί καταστροφές.  Τα κορίτσια έτρεξαν για να το ηρεμήσουν. Η Μέλια, επειδή είχε μια ιδιαίτερη αγάπη προς το καπλάνι, στάθηκε μπροστά του, έσκυψε και ήρθε στο ύψος του, ενώ η Μυρτώ πήγε από πίσω του και άρχισε να το χαϊδεύει.  Έτσι η Μέλια είχε την ευκαιρία να του περιποιηθεί την πληγή  και να το ηρεμήσει. Το καπλάνι συμπάθησε τα κορίτσια και άρχισε να τις υπακούει. Τα κορίτσια το είχαν σαν κατοικίδιο, το τάιζαν και το φρόντιζαν. Το καπλάνι έμαθε να ελέγχει τη δύναμή του και πλέον, όποιο μάτι και να είχε ανοιχτό, ήταν ήρεμο.

Δήμητρα Β.– Μαρίνα Β. – Αφροδίτη Γκ., Α1

Το καπλάνι και τα τρία γουρουνάκια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία γουρουνάκια, τα οποία ζούσαν όμορφα κι ωραία. Ώσπου μια μέρα άρχισε να βρέχει πολύ και να ρίχνει κεραυνούς. Το σπίτι τους διαλύθηκε και δεν είχαν πού να μείνουν. Για τρεις μέρες που έβρεχε, προσπαθούσαν  να καλυφθούν κάτω από τα δέντρα για να μη βρέχονται. Όταν η βροχή σταμάτησε, άρχισαν να προσπαθούν να φτιάξουν ξανά το σπίτι τους. Τη μέρα το έχτιζαν και τη νύχτα προσπαθούσαν να βρουν στέγη εκεί κοντά, για να κοιμηθούν. Την άλλη μέρα που πήγαν βρήκαν το σπίτι περισσότερο χτισμένο και κάποια υλικά να υπάρχουν εκεί. Δεν έδωσαν πολλή σημασία και συνέχισαν τη δουλειά για το σπίτι τους. Όταν όμως ήρθε το βράδυ, αποφάσισαν να κάτσουν εκεί κοντά και να παρακολουθήσουν εάν πάει κάποιος. Μετά από λίγη ώρα πήγε εκεί το καπλάνι και άρχισε να συνεχίζει το σπίτι. Τα τρία γουρουνάκια πήγαν να του μιλήσουν θυμωμένα. Το ρώτησαν γιατί βρισκόταν εκεί και ασχολείται με το σπίτι τους.  Εκείνο απάντησε ότι τους έβλεπε αρκετό καιρό και ήθελε να τους πλησιάσει, επειδή ζούσε έξω και μόνο. Ήθελε να γνωριστούν και να ζήσουν όλοι μαζί. Τότε τα τρία γουρουνάκια  λυπήθηκαν το καπλάνι και το άφησαν να ζήσει μαζί τους. Όταν τελείωσαν το σπίτι, ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.                                                                                                                            Αριστείδης Β. – Δημήτρης Δ., Α1

 

Μια ιστορία με το καπλάνι

Άλλη μία βαρετή Κυριακή έφτασε, όπως όλες τις άλλες. Αλλά τώρα που είμαστε στο Λαμαγάρι, οι Κυριακές γίνονται όλο και πιο διασκεδαστικές. Το μεσημέρι ήρθε ο Νίκος από τη χώρα. Κατά το απογευματάκι μαζευτήκαμε όλη η παρέα, για να μας πει ο Νίκος ιστορίες για το καπλάνι. Μία από αυτές είναι: «Μια μέρα του φθινοπώρου το καπλάνι πήγε βόλτα στη λαϊκή αγορά. Εφόσον είχε ανοιχτό το μπλε μάτι, ήταν όλα μια χαρά. Εκείνη την ημέρα όμως φυσούσε πολύ. Τότε μπήκε ένα σκουπίδι  στο γαλάζιο του μάτι και έτσι το καπλάνι αναγκάστηκε να ανοίξει το μαύρο του μάτι. Ξαφνικά αγρίεψε και άρχισε να σκορπάει τρόμο στη λαϊκή αγορά και να καταστρέφει ό,τι υπήρχε στους πάγκους. Εκείνη τη στιγμή είδε ένα θηλυκό καπλάνι. Αμέσως θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την ερωτεύτηκε. Τότε άνοιξε το γαλάζιο μάτι και έγινε ήρεμο, όπως πριν. Το καπλάνι μάλιστα σύντομα έφτιαξε την οικογένειά του».

Μέλια                                                                                                          Μαρία Γ. – Κωνσταντίνα Β. Α1–  Νίκος Κ., Α2

 

Το πληγωμένο καπλάνι

Ήταν μια ήσυχη Κυριακή και το καπλάνι αποφάσισε να πάει μια βόλτα. Μου πρότεινε να πάω κι εγώ μαζί του. Περάσαμε πολλές ώρες κάνοντας βόλτες στο δάσος. Γυρνώντας από τον περίπατό μας, το χτύπησε ένα φορτηγό. Δεν ήξερα τι να κάνω. Νόμιζα πως πέθανε. Κάλεσα το ασθενοφόρο και ήλπιζα σε ένα θαύμα. Οι γιατροί μου είπαν πως θα χρειαστεί τεχνητά μέλη.

Μετά από τρεις εβδομάδες, το καπλάνι δεν είχε προσαρμοστεί τελείως, αλλά προσπαθούσε. Εγώ πίστευα πως ίσως δεν αντέξει, όμως σιγά σιγά αρχίζω να αλλάζω γνώμη. Ίσως να ήταν η θέλησή του να μείνει γερό ζωντανό και να μην παρατήσει ποτέ να προσπαθεί για το καλύτερο. Είμαι πολύ περήφανη για το καπλάνι μου. Μέχρι και σήμερα δεν είναι πλήρως καλά, αλλά συνεχίζει να παλεύει.                                                                                  Μαρίνα Κ., Α2

 

Το καπλάνι στον πόλεμο

Μια χειμωνιάτικη μέρα του 1940 το καπλάνι της βιτρίνας φύλαγε τις αποθήκες των Ελλήνων στα βουνά, ενώ πολεμούσαν με τους Ιταλούς. Οι Έλληνες χρειάζονταν έναν καλό φύλακα. Μια μέρα ένας Ιταλός πήγε να σαμποτάρει τα πυρομαχικά των Ελλήνων, αλλά το καπλάνι τα προστάτεψε. Βρυχήθηκε και ορμώντας στον Ιταλό έδιωξε τον Ιταλό σαμποτέρ.                                                                                                                                Γιάννης Δ., Α2

 

Το καπλάνι και ο Νίκος

Ο μεγάλος πόλεμος

Κατά την αρχαία εποχή, γύρω στον 32ο αιώνα π.Χ.  έγινε ο μεγαλύτερος πόλεμος στη γη  ανάμεσα σε μεγάλους πανίσχυρους λαούς. Δυστυχώς δεν έχουμε καθόλου γραπτά στοιχεία για τις λεπτομέρειες των μαχών. Κανείς δεν ξέρει τον λόγο που τελέστηκε αυτός ο πόλεμος. Η μοναδική πηγή  ένα γραπτό κείμενο που αναφέρει τις σπουδαιότερες   μάχες του 60ου-15ου αιώνα π.Χ., που συντάχθηκε από τέσσερα άγνωστα πρόσωπα το 300 π.Χ. Αρκετοί ειδικοί πιστεύουν ότι ο πόλεμος έγινε για τη διεκδίκηση γης. Άλλοι πιστεύουν ότι έγινε για να λύσουν τις διαφορές τους οι δύο λαοί.

1ο Μέρος: Ο Νίκος και το καπλάνι

Τον 20o  αιώνα μ.Χ. πλέον ένα μικρό παιδί, ο Νίκος, πρόκειται να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα αυτό.  Από μωρό τον εγκατέλειψε ο πατέρας του για να ασχοληθεί με αυτόν τον μυστηριώδη πόλεμο. Κανείς δεν τον ξαναείδε από τότε. Τον αγαπούσε όμως ο μικρός Νίκος και ήλπιζε πως κάποια μέρα θα τον ξαναδεί.

Ο πατέρας του τού είχε αφήσει ένα καπλάνι, που η  μητέρα  του το κράταγε στην πίσω αυλή τους. Το καπλάνι έμενε ξύπνιο όλη μέρα χωρίς να κοιμάται και μπορούσε να κάνει απίστευτα πράγματα,  ακόμα και για έναν άνθρωπο. Μια μέρα είχε πηδήξει έναν ολόκληρο φράκτη πέντε μέτρων! Ο Νίκος προσπαθούσε συνεχώς να πείσει τη μητέρα του πως δεν είναι ένα τυχαίο ζώο και ότι ο μπαμπάς του το άφησε για κάποιον λόγο, όμως αυτή δεν το δεχόταν.

2ο Μέρος: Τα μυστηριώδη γράμματα

Τα χρόνια κυλούσαν. Ο Νίκος δεν μπορούσε να βρει τίποτα για τον πατέρα του κι έτσι σταμάτησε να ψάχνει. Όμως στα δέκατα όγδοα γενέθλιά του η μητέρα του  έδωσε γρήγορα την τούρτα του μόλις ξύπνησε και του είπε να ντυθεί, για να του δείξει κάτι. Ο Νίκος δεν έφαγε καν την τούρτα και ντύθηκε αμέσως. Νόμιζε πως θα ήταν κάτι για τον πατέρα του. Ένιωθε ενθουσιασμένος αλλά και πολύ φοβισμένος. Η μητέρα του τον πήγε στην πίσω αυλή και του έδειξε δύο γράμματα από τον πατέρα του, που ήταν κρυμμένα στο σπιτάκι του καπλανιού. Ήταν από τον πατέρα του και έγραφαν:

12 Ιανουαρίου 1922 (14 ημέρες πριν)

Αγαπητέ Νίκο,

Όπως θα γνωρίζεις έχω φύγει στην Ευρώπη για να βρω στοιχεία για τον πόλεμο του 32ου αιώνα π.Χ. Σύντομα θα με δεις!!!

17 Ιανουαρίου 1922 (9 ημέρες πριν)

Αγαπητέ Νίκο,

Δυστυχώς έχω συναντήσει ένα πολύ αλλόκοτο φαινόμενο. Τα κύματα της θάλασσας κινούνται κυκλικά, ενώ ο άνεμος μεταφέρει συνεχώς πολύ ζεστούς υδρατμούς σαν να είναι καλοκαίρι. Βρισκόμαστε σε ένα ακατοίκητο, μη χαρτογραφημένο νησί  06_55_04_Βόρεια_158_11_06 Ανατολικά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου αυτό το φαινόμενο προκαλείται από την έκλειψη του ηλίου και από τα υποβρύχια ρεύματα. Δε μας έχει μείνει σχεδόν καθόλου τροφή. Έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς, για να σώσεις τις θεωρίες μου. Να φέρεις και το καπλάνι σου, είναι πολύ καλά εκπαιδευμένο.

3ο  Μέρος: Η κατασκευή του πλοίου και το ταξίδι στον ωκεανό

Μόλις ρώτησε τη μητέρα του τι γνώριζε η ίδια για τον πατέρα του, έλυσε το καπλάνι και το πήγε στο δωμάτιό του να ελέγξει όλες τις ικανότητές του. Μπορούσε να τρέξει με ταχύτητα 25 χιλιόμετρα την ώρα και να ανιχνεύσει ό,τι υλικό του έδειχνες. Ήταν το ικανότερο ζώο που είχε δει ο Νίκος!

Μετά από όλα αυτά άρχισαν να φτιάχνουν ένα πλοίο που να μπορεί να αντιμετωπίσει τις πιο δύσκολες συνθήκες. Το καπλάνι έβρισκε όλα τα υλικά που χρειαζόντουσαν για την κατασκευή του. Ο Νίκος έμεινε άφωνος όταν είδε πως το καπλάνι έφερε ένα σπάνιο υλικό τελείως άθραυστο αλλά πάρα πολύ ελαφρύ. Άρχισε να καταλαβαίνει πως ίσως το καπλάνι είναι όχι απλώς ένα καλά εκπαιδευμένο ζώο αλλά και πολύ σπάνιο. Δούλευαν μέρα νύχτα για πέντε ημέρες.

Το καράβι κατασκευάστηκε και πλέον ήταν έτοιμοι να το ρίξουν στην θάλασσα. Θα άντεχε τα πάντα. Είχε κατάρτια από γερό πανί από το παλιό καλό του κοστούμι. Επίσης το κατάστρωμά του από ένα άθραυστο και ελαφρύ είδος ξύλου. Τέλος το τιμόνι από μέταλλο και δίπλα του ήταν ένα ακριβό τηλέφωνο.

Το ταξίδι άρχισε. Καθώς έφευγε από τη Νέα Υόρκη, η μητέρα του προσευχόταν να γυρίσει πίσω σύντομα. Μάλιστα του είχε γεμίσει όλη την αποθήκη με τρόφιμα για αυτόν και με τροφή για το καπλάνι. Ο καιρός ήταν καλός και ένας δυτικός άνεμος φυσούσε. Ήταν οι κατάλληλες συνθήκες για αυτό το ταξίδι. Αλλά μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά, κοντά στις Βερμούδες μια μεγάλη θαλασσοταραχή ξέσπασε και κάτι τους τραβούσε προς τα κάτω. Εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκαν και ο Νίκος έτρεξε αμέσως στο τιμόνι για να ξεφύγει από τη θαλασσοταραχή. Το καπλάνι προσπαθούσε να τραβήξει το σχοινί και να ανεβάσει τα κατάρτια. Τελικά κατάφεραν να γλιτώσουν χωρίς να πάθουν κάποια σοβαρή ζημιά.

Το ταξίδι τους συνεχίστηκε ομαλά και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Νίκου βρίσκονταν στη μέση της διαδρομής τους. Μόνο τρεις ημέρες υπομονή έπρεπε να κάνει ο Νίκος για να δει τον πατέρα του.

4ο Μέρος: Η περιπέτεια στο νησί και το τηλεφώνημα από τον πατέρα του Νίκου

Οι υπολογισμοί του Νίκου βγήκαν σωστοί και μετά από τρεις ημέρες έφτασαν στον προορισμό τους. Ο Νίκος έριξε την άγκυρα γρήγορα κάτω και μαζί με το καπλάνι πήγαν να δουν μετά από 18 χρόνια τον πατέρα του Νίκου. Άρχισαν να ψάχνουν με επιμονή το νησί που  ήταν πολύ μικρό κι έτσι σε δύο περίπου ώρες το είδε όλο.

Ήταν ένα πανέμορφο νησί και κρίμα που ήταν ακατοίκητο. Είχε λαμπερά και πεντακάθαρα νερά. Επίσης η γη του ήταν πολύ εύφορη και πολύ πλούσια και το καπλάνι βρήκε  παράξενα φρούτα και πολύ χρυσό, διαμάντια και ασήμι. Ο Νίκος μαζί με το καπλάνι μάζεψαν τα παράξενα φρούτα και τους πολύτιμους λίθους και τα πήγαν στο πλοίο.

Στο πλοίο ακουγόταν το τηλέφωνο. Ο Νίκος άφησε γρήγορα τα σακιά με τα υλικά που μάζεψε και σήκωσε το τηλέφωνο. Ακουγόταν μια ανδρική φωνή που του φαινόταν κάπως γνωστή. Ήταν ο πατέρας του, ο Αλέξανδρος! Το φαινόμενο που τον ταλαιπωρούσε υποχώρησε και έφτασε στη Νέα Υόρκη με πολλά χρήματα. Δυστυχώς όμως έχασε την έρευνά του σε μια θαλασσοταραχή  στις Βερμούδες. Ο πατέρας του τον συμβούλεψε να γυρίσει πίσω, όμως ο Νίκος ήθελε να καταφέρει να βρει την έρευνα του πατέρα του. Ο πατέρας του δεν μπόρεσε να του αλλάξει γνώμη, έτσι  του είπε πως όλα τα στοιχεία θα τα βρει μέσα σε έναν καταρράκτη στο νησί που είχε παγιδευτεί  06_55_04_Βόρεια_158_11_06 Ανατολικά. Σ’ αυτό το νησί βρισκόταν τώρα ο Νίκος.

Χωρίς καθυστέρηση ο Νίκος και το καπλάνι άρχισαν να ψάχνουν τους καταρράκτες. Βρήκαν μόνο έναν τεράστιο καταρράκτη που έμοιαζε σαν ένα πρόσωπο. Ο Νίκος άρχισε να σκέφτεται τι εννοούσε ο πατέρας του, αλλά, μόλις είδε το καπλάνι να μπαίνει μέσα στον καταρράκτη, κατάλαβε πως ήταν μια κρυφή είσοδος.

Ήταν μια σπηλιά που είχε πολλές τοιχογραφίες σχετικά με τον πόλεμο του 36ου αιώνα π.Χ. Τότε ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί και μια πένα και άρχισε να καταγράφει όλα όσα έβλεπε. Το μυστήριο είχε λυθεί. Κανείς δε θα το φανταζόταν πως ο μεγαλύτερος πόλεμος στην ιστορία έγινε απλώς επειδή ένας πολίτης είπε στους δύο βασιλιάδες ότι έπρεπε να συμφιλιωθούν.

5ο Μέρος: Η επιστροφή του Νίκου από την περιπέτεια

Ο Νίκος με το καπλάνι ήταν πλέον οι λύτες του μεγάλου μυστηρίου. Μετά από αυτήν την περιπέτεια γύρισαν ασφαλείς στη Νέα Υόρκη μαζί με τη μεγαλύτερη περιουσία που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, τη δόξα και με πολλά εκατομμύρια χρήματα από τους πολύτιμους λίθους.  Ο Νίκος γνώρισε επιτέλους τον πατέρα του και έζησε όλη η οικογένεια μαζί με το καπλάνι   πλούσιοι, ενωμένοι και ευτυχισμένοι για την υπόλοιπη ζωή τους.

Σταύρος Δ., Α2

Κατηγορία Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου "Το καπλάνι της βιτρίνας", Λογοτεχνία Α | 29 Σχόλια »

Τα αγάλματα ζωντανεύουν…

21 Απριλίου 2019 από

Στο μυθιστόρημα  «Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα» της Αγγελικής Δαρλάση η Αγγελίνα συνομιλεί με τα αγάλματα. Η ίδια η συγγραφέας  αναφέρει σε συνέντευξή της: «Τα αγάλματα είναι ζωντανά ‒ με τον δικό τους τρόπο. Μιλάνε για ζωή, για θάνατο, για έρωτα, για πόλεμο, για ομορφιά, γι’ αγάπη, για πόνο, για μεγαλεία, για τα μικρά και ουσιαστικά. Κι ίσως αυτό να μας λένε: Πόσο εύθραυστη και πόσο αθάνατη είναι η ανθρώπινη φύση μας.»

Στις εργασίες μαθητών και μαθητριών του Β1 και Β2 που ακολουθούν ήρωες του βιβλίου συνομιλούν με αγάλματα που εμφανίζονται σε αυτό. 

 

-Γιατί σε φωνάζουν προσφυγάκι;

Το κορίτσι κοίταξε με απορία το αγόρι με τον σκύλο. Εκείνο χαμογέλασε θλιμμένα και του αποκρίθηκε:

-Γιατί δεν είμαι από εδώ. Είμαι από έναν τόπο πέρα από τη θάλασσα. Έναν πανέμορφο τόπο…

Το κορίτσι είδε ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια του αγοριού. Το βλέμμα του γεμάτο από μελαγχολία και νοσταλγία για το σπίτι του. Έπειτα από λίγο, σκούπισε τα μάτια του και είπε:

-Με έφεραν εδώ πριν από πολλά χρόνια. Μαζί μου ήρθαν και πολλοί άνθρωποι. Ούτε εκείνοι όμως ήθελαν να φύγουν, ούτε κι εγώ. Αναγκάστηκαν να φύγουν εξαιτίας της καταστροφής. Εμένα με πήραν μαζί τους, γιατί δεν ήθελα να με αφήσουν στο έλεος των εχθρών.

Το κορίτσι θυμήθηκε τις ιστορίες που του έλεγε η μητέρα του κάθε βράδυ. Θυμήθηκε τη μητέρα του, που είχε φύγει από το σπίτι της, χωρίς να προλάβει να πάρει τίποτα, χωρίς να προλάβει να αποχαιρετήσει τίποτα.

Εκείνο το βράδυ, δε μίλησε ξανά κανείς∙  όλοι σκέφτονταν την πατρίδα τους.

Θεοδώρα Μ., Β2

 

 

-Γεια σου κοριτσάκι!

-Γεια σου και σένα, άγαλμα! Πώς σε λένε;

-Με λένε Κούρο και είμαι από το Σούνιο. Εσένα πώς σε λένε;

-Αγγελίνα. Σε πειράζει να σε φωνάζω γίγαντα;

-Όχι!

-Λοιπόν, πες μου μια ιστορία, γίγαντα! Πώς έφτασες ως εδώ; Πες μου τις περιπέτειές σου!

-Ωραία, θα σου πω. Άκου! Εγώ είμαι ένας κούρος, από τους πιο μεγαλόπρεπους και εντυπωσιακούς. Με βρήκανε μπροστά στον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Οι φίλοι μου διαλύθηκαν κι έτσι είμαι ο μοναδικός του Σουνίου.

-Ουάου!

-Έτσι έφτασα εδώ!

-Να σε ρωτήσω και κάτι ακόμα;

-Ναι κοριτσάκι, πες μου.

-Γιατί έχεις κλειστό πάντα το χέρι σου; Τι κρύβεις;

-Κρύβω τα αστέρια που πήρα από τον ουρανό.

-Πω πω! Θέλω κι εγώ να πάρω τα δικά μου αστέρια! Θα περιμένω να έρθει το βράδυ. Πρέπει όμως να φύγω τώρα, θα με ψάχνουν οι γονείς μου.

-Κοριτσάκι, θα έρχεσαι να με βλέπεις πού και πού;

-Σου το υπόσχομαι. Καλό βράδυ!

-Καλό βράδυ και όνειρα γλυκά!

Αλεξάνδρα Β., Β1

 

Αγγελίνα: Εεπ! Εσύ εκεί, τι κάνεις; Μόλις έκλεψες από τον ουρανό ή μου φάνηκε;

Κούρος: Όχι, κοριτσάκι, με παρεξήγησες! Εγώ δυο, τρία το πολύ αστέρια πήρα μόνο!

Αγγελίνα: Και γιατί, παρακαλώ;

Κούρος: Να, ήθελα να δω από κοντά την εκθαμβωτική τους λάμψη. Θα τα βάλω πίσω, το υπόσχομαι!

Αγγελίνα: Ξέρεις, μπορούσες απλώς να τα ζητήσεις. Δεν είναι σωστό να κλέβουμε τα πράγματα των άλλων!

Κούρος: Ξέρω, ξέρω κοριτσάκι, αυτός ο ουρανός όμως είναι πολύ άπληστος! Έχει πολλά δικά του αστέρια και δε μ΄ αφήνει ποτέ να τα αγγίξω!

Αγγελίνα: Ε τότε, ξέρεις κάτι;

Κούρος: Για πες!

Αγγελίνα: Κράτα τα, μην του τα δώσεις πίσω και κρύψ’ τα βαθιά μέσα στις χούφτες σου!

Κούρος: Αυτό όμως δεν είναι εγωιστικό;

Αγγελίνα: Ναι, αλλά έχει τόσα μα τόσα πολλά, που ούτε που θα καταλάβει ότι λείπουν.

Κούρος: Λες ε;

Αγγελίνα: Φυσικά! Θα είναι το μικρό μας μυστικό. Μόνο εσύ κι εγώ θα το ξέρουμε. Άντε, το πολύ και η κυρία Σέμνη που την εμπιστεύομαι.

Κούρος: Το υπόσχεσαι, Αγγελίνα;

Αγγελίνα: Το υπόσχομαι!

Κική Κ., Β2

 

Εκείνη την ημέρα το κορίτσι ήταν τόσο θλιμμένο, που, όσο και να προσπάθησαν όλα τα αγάλματα, κανένα δεν κατάφερε να την κάνει να γελάσει.

Η Σειρήνα τραγουδούσε με λυπημένη και θλιμμένη φωνή.

«Ο πόλεμος είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο… Πάντα αυτό ήταν» είπε η μικρή Σειρήνα.

«Δηλαδή και τα αγάλματα έχουν αισθήματα και είναι πληγωμένα;» ρώτησε το κορίτσι όλο απορία.

«Τα αγάλματα είναι σιωπηλά, βουβά και αυτά θρηνούν με τον δικό τους τρόπο» απάντησε σχεδόν ψιθυριστά η μικρή Σειρήνα.

«Γιατί να υπάρχει πόλεμος, γιατί να πολεμούν οι άνθρωποι;» απόρησε το κορίτσι.

Η Σειρήνα δε μίλησε, παρέμεινε ακούνητη, αμίλητη, αγέλαστη.

Εκείνη τη στιγμή το μικρό άγαλμα άρχισε να ξανατραγουδάει με θλιμμένη φωνή.

Εκείνη τη μέρα όλοι τους ήταν στεναχωρημένοι και ήθελαν να κλάψουν.

Ακόμα και τα αγάλματα τις νύχτες κλαίνε σιωπηλά, γιατί ό,τι αγάπησαν το έχασαν. Εκείνη τη νύχτα κανένας τους δε μίλησε.

Κωνσταντίνα Α., Β1

 

Προσφυγάκι:  Ελισσώ, πώς βλέπεις την κατάσταση; Θα ξαναζήσουμε την προσφυγιά;

Ελισσώ: Μικρό μου άγαλμα, αυτήν τη συζήτηση μόνο με σένα θα μπορούσα να την κάνω. Μόνο σε σένα μπορώ να εκφράσω ελεύθερα όλες τις ανησυχίες μου, γιατί είμαι βέβαιη πως εσύ θα ενστερνιστείς την κάθε μου λέξη.

Προσφυγάκι:  Κατανοώ απόλυτα τι θες να πεις. Η καταγωγή μας είναι η ίδια, βιώσαμε, την ίδια χρονολογία, το 1922, τον βίαιο ξεριζωμό και μέσα σε μία ημέρα σβήστηκαν όλα τα όνειρά μας. Έχουν πολλά κοινά οι ζωές μας, οπότε σε αντιλαμβάνομαι πλήρως.

Ελισσώ: Ακριβώς! Ξέρεις, υπάρχουν νύχτες που ξαναζώ αυτόν τον εφιάλτη, ξενυχτάω κλαίγοντας, φωνάζοντας και πονώντας για τη χαμένη μου οικογένεια. Δεν έχω ξεπεράσει τίποτα και τρέμω στην ιδέα του πολέμου, του θανάτου και μιας επικείμενης προσφυγιάς. Προσεύχομαι τα βράδια να μη ζήσει εφάμιλλες καταστάσεις το μοναχοπαίδι μου η Αγγελίνα, ο σύζυγός μου και εσείς. Εσύ, μικρό μου αγόρι, τι φοβάσαι περισσότερο;

Προσφυγάκι: Τη μοναξιά και το κρύο φοβάμαι. Αν και έχω τη συντροφιά του σκύλου μου και τη ζεστασιά της κάπας μου, επιθυμώ να βρίσκομαι μονίμως κοντά στους φίλους μου τα αγάλματα και σε ανθρώπους. Μάλλον οι φόβοι μου αυτοί οφείλονται στην παιδική μου ηλικία και στην ανασφάλεια που νιώθει κάθε παιδί. Πριν έρθω εδώ ήμουν πολύ δυστυχισμένος, γιατί φοβόμουν μη βρεθώ στην αποξένωση, στο σκοτάδι. Όμως τώρα ζω στην ασφάλεια, στην περιποίηση, με συντροφιά και κινδυνεύω πάλι να τα χάσω λόγω της ίδιας αιτίας, ενός πολέμου.

Ελισσώ: Μικρό μου προσφυγάκι, δε γνωρίζω την εξέλιξη της ζωής μας, αλλά θέλω να προσέχεις και να υποσχεθούμε ο ένας στον άλλον πως θα ανταμωθούμε ό,τι και αν γίνει. Όπου και να μας βγάλει η μοίρα, εμείς θα βρούμε τρόπο να βρεθούμε πάλι.

Προσφυγάκι: Ναι Ελισσώ, δε θα επιτρέψουμε σε κανέναν να μας εκδιώξει από την πατρίδα. Να φροντίζεις τον εαυτό σου και την οικογένειά σου. Εις το επανιδείν!

Ελισσώ:  Εις το επανιδείν, αγαπημένο μου αγόρι!

Δημήτρης Κ., Β2

 

Μέσα στην απόλυτη σιωπή του μουσείου η Αγγελίνα περπατούσε χαμένη στις σκέψεις της, όταν άκουσε έναν περίεργο θόρυβο. Βρισκόταν μπροστά από την αίθουσα που φιλοξενούσε τις «Ταναγραίες κόρες». Προχώρησε λίγα βήματα και στάθηκε μπροστά στο άγαλμα της «Γαλάζιας κόρης». Ήταν μια ψηλή γυναίκα που κρατούσε μια μεγάλη βεντάλια που έμοιαζε με φύλλο δέντρου και φορούσε ένα μαντίλι στα μαλλιά. Ξαφνικά, το άγαλμα κουνήθηκε και άρχισε να μιλά:

-Ποια είσαι εσύ κόρη; Τι γυρεύεις τέτοια ώρα εδώ και δεν κοιμάσαι;

-Με λένε Αγγελίνα. Ο πατέρας μου είναι τεχνίτης σ’ αυτό το μουσείο και προσπαθεί να προστατέψει όλα τα αγάλματα, για να μην τα πάρουν οι Γερμανοί. Εσείς ποια είστε;

-Με λένε «Γαλάζια κόρη» και αυτές δίπλα μου είναι οι αδελφές μου. Φτιαχτήκαμε πριν από πάρα πολλά χρόνια από κάποιους κοροπλάστες στα εργαστήρια της Τανάγρας στην αρχαία Βοιωτία.

-Είστε πάρα πολύ εντυπωσιακές όλες σας και ξεχωρίζετε από τα υπόλοιπα αγάλματα. Πόσο ύψος έχετε και από τι υλικό είστε κατασκευασμένες;

-Το ύψος μας κυμαίνεται από 15 μέχρι 35 εκατοστά. Εγώ είμαι η πιο ψηλή. Είμαστε φτιαγμένες από τερακότα και μας συγκαταλέγουν στα περίφημα αρχαία ελληνικά έργα πλαστικής τέχνης.

-Πότε σας βρήκαν και σε ποια περιοχή;

-Μας βρήκε το 1874 ένας αγρότης όταν όργωνε το χωράφι του στην Τανάγρα κι από τότε γίναμε πολύ δημοφιλείς και μας διεκδικούσαν πολλά μουσεία και ιδιώτες συλλέκτες, για να μας βάλουν στη συλλογή τους.

-Είστε πάρα πολύ εντυπωσιακή και καλοντυμένη!

-Οι περισσότερες είμαστε ευγενείς κυρίες που ακολουθούμε τη μόδα της εποχής μας. Η ενδυμασία μας είναι πολυτελής και περίτεχνα διπλωμένη. Όπως βλέπεις, άλλες φοράνε σκουλαρίκια, καπέλα και άλλα αντικείμενα. Εγώ κρατώ μια βεντάλια και φορώ αυτό το κίτρινο μαντίλι.

-Για ποιον λόγο σας φτιάξανε; Διακοσμούσατε τα σπίτια των πλουσίων;

-Αρχικά, Αγγελίνα μου, μας χρησιμοποιούσαν ως νεκρικά παραθέματα στους τάφους νεαρών γυναικών και γι’ αυτό η τέχνη αυτή εκφράζει την ιδανική και τέλεια ομορφιά, τη σοφία και την καλλιτεχνία. Κάποιοι μας προόριζαν για αφιερώματα στη θεά Αφροδίτη που εκπροσωπούσε το ιδανικό της θηλυκής ομορφιάς. Τέλος, άλλοι μας είχαν σαν φυλακτό ή γούρι και γι’ αυτό συνοδεύαμε τις γυναίκες σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους από την παιδική ηλικία ως τον θάνατο.

Και καθώς συζητούσαν οι δυο τους, ακούστηκε ένας ήχος. Βήματα ακούστηκαν στα σκαλιά. Η Αγγελίνα χαιρέτησε γρήγορα τη «Γαλάζια κόρη» και της είπε ότι πρέπει να φύγει για να μην τη βρουν.

Θα τα ξαναπούμε σύντομα. Χάρηκα που σας γνώρισα. Φεύγω για να κρυφτώ!

-Κι εγώ χάρηκα, Αγγελίνα! Να προσέχεις!

Και κάπως έτσι η Γαλάζια Κόρη μαρμάρωσε ξανά και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Η νύχτα ήταν μεγάλη και κρύα. Οι μέρες που θα ακολουθούσαν θα ήταν ακόμη πιο μεγάλες και δύσκολες. Η μοίρα επεφύλασσε άλλα σχέδια για την τύχη τους. Οι Ταναγραίες κόρες σε λίγο θα βρίσκονταν θαμμένες, για να γλιτώσουν από τους κατακτητές.  

Στέργιος Λ., Β2

 

Και το κορίτσι εκείνη την νύχτα συνομίλησε με όλα τα αγάλματα για κάτι που την απασχολούσε καιρό…

Πρώτα απευθύνθηκε στον κούρο. Τον σκούντηξε με το καταραμένο χέρι, μα εκείνος έκανε πως δεν κατάλαβε. Μα το κορίτσι επέμενε και τότε…

-Τι θες κοριτσάκι;

-Να εγώ…

-Μην ανησυχείς, δε σε μαλώνω!

-Τότε έχω μια απορία.

-Και τι ζητάς να μάθεις; Μήπως πάλι πώς είναι να κοιτάς τον κόσμο από εδώ ψηλά ή αν πράγματι ακουμπάω τα αστέρια;

-Τίποτε από αυτά. Θέλω να μάθω για τον πόλεμο.

Ο γίγαντας παραξενεύτηκε. Η ερώτηση του κοριτσιού ήταν ιδιαίτερα αφοπλιστική.

-Πόλεμος, πόλεμος… Μα πού την άκουσες εσύ αυτήν τη λέξη;

-Πλέον όλοι τη λένε και όλοι συζητάνε γι’ αυτήν, αλλά δεν καταλαβαίνω…

-Λογικό, είσαι πολύ μικρή για να την ξέρεις.

-Θέλω όμως να ξέρω.

-Εσείς τα παιδιά είστε όλο ερωτήσεις…

-Θα μου πεις;

-Κοίτα να δεις, ο πόλεμος είναι σίγουρα κάτι κακό και σου συνιστώ να τον αποφεύγεις.

-Γιατί, έχει κάποια αρρώστια που θα κολλήσω και θα πονάω;

-Αρρώστια είναι σίγουρα και πόνο μάλιστα προκαλεί πολύ.

-Μα δε καταλαβαίνω τι λες!

-Θα έρθει η μέρα που θα καταλάβεις.

-Τώρα θα μου πεις τι κάνουν στον πόλεμο;

Ο γίγαντας δεν ήξερε τι να απαντήσει, μα ήξερε ότι το κοριτσάκι περίμενε απεγνωσμένα μια απάντηση.

-Γιατί ρωτάς εσύ όμως τόσα για τον πόλεμο;

-Μα έχουμε κι εμείς τώρα!

Ο γίγαντας αισθάνθηκε την πέτρινη καρδιά του να παίρνει σάρκα και οστά, να γεμίζει συναισθήματα και ξεκίνησε έναν βουβό και επώδυνο θρήνο. Αν δεν ξαναέβλεπε ποτέ το κοριτσάκι που τόσο αγαπά; Αν δεν ταξίδευε ξανά μαζί του στα άστρα; Ούτε που ήθελε να το σκέφτεται, μα όσο η ώρα περνούσε, τόσο  πιο πολύ αυτά τα συναισθήματα τον κατέκλυζαν,  ώσπου…

-Μα τι έχεις γίγαντα και δε μιλάς; Θα μου πεις τι κάνουν στον πόλεμο;

-Αχ κοριτσάκι, πόσο σε αγαπώ! Αν δεν ήσουν εσύ τόσα και τόσα βράδια να ταξιδεύουμε μαζί στα άστρα, δεν ξέρω αν θα επιβίωνα  στη βαρετή ζωή του μουσείου…

-Τι έπαθες και μου λες γι’ αυτά; Αφού και αύριο μαζί θα είμαστε!

-Αλήθεια κοριτσάκι;

-Ναι!

-Μου το υπόσχεσαι;

-Φυσικά, τώρα όμως θα μου απαντήσεις τι κάνουν στον πόλεμο;

-Αφού επιμένεις τόσο… Να… Μμμμ… Παλεύουν.

-Τι εννοείς παλεύουν; Όπως εγώ και ο μπαμπάς κάποιες φορές για πλάκα;

-Περίπου…

-Καλά και είναι τόσο τρομερό αυτό, που το συζητάνε όλοι;

-Μάλλον…

-Πάντως εσύ πρέπει να είσαι πολύ καλός στον πόλεμο!

-Τι σε  κάνει να το πιστεύεις αυτό;

-Γιατί είσαι τόσο μεγάλος και δυνατός!

-Χα χα χα, σε διαβεβαιώ ότι σημασία δεν έχουν τα όπλα, αλλά η ψυχή και το μυαλό!

-Μα πώς γίνεται;

Ο γίγαντας τη σταμάτησε πριν συνεχίσει.

-Κοριτσάκι, κοίτα στον ουρανό. Έχει πανσέληνο απόψε!

Και ήταν σαν να έφερνε ο γίγαντας το φεγγάρι όλο και πιο κοντά, σαν να το τραβούσε προς αυτόν και το κοριτσάκι με αόρατο σχοινί και το κοριτσάκι όσο το φεγγάρι πλησίαζε τόσο ξεχνούσε τον πόλεμο.

-Κοριτσάκι, σου αρέσει το φεγγάρι;

-Πολύ!

-Σου υπόσχομαι ότι σήμερα θα φτάσεις πιο κοντά του από κάθε άλλη φορά!

Και το κορίτσι άπλωσε το καλό του χέρι και ακούμπησε το φεγγάρι και ξέχασε τον πόλεμο, ξεκινώντας άλλο ένα ταξίδι στα αστέρια με τον γίγαντα της καρδιάς του….

Αχιλλέας Δ., Β1

 

-Τι κάνεις εδώ πέρα; Μήπως είσαι κλέφτης και ήρθες να με πάρεις μακριά από το μουσείο; Να πέσει κεραυνός να σε κάψει!

-Ααααα! Εσύ είσαι, άγαλμα του Δία;

-Συγγνώμη, κοριτσάκι, αλλά φοβήθηκα!

-Δεν πειράζει, όποιος κι αν μ΄έβλεπε στο μουσείο νύχτα θα νόμιζε ότι είμαι κλέφτης.

-Σε παρακαλώ, κοριτσάκι, κάνε μου λίγη παρέα. Νιώθω πολύ μόνος απόψε!

-Αφού θέλεις παρέα, θα σου κάνω.

-Ξέρεις, έχω αρχίσει να νοσταλγώ τα χρόνια που ήμουν θεός και κυριαρχούσα στον Όλυμπο!

-Πες μου, άγαλμα του Δία, για τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων. Θέλω να γίνω ακόμη καλύτερη στο σχολείο. Αν και λόγω του πολέμου δεν μπορώ να πάω πια στο σχολείο. Ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμη…

-Αχ, καημένο μου κοριτσάκι, αυτός ο φριχτός πόλεμος καταστρέφει τις ζωές μας!

-Ευτυχώς, πιστέ μου φίλε, έχω κι εσένα! Ελπίζω σύντομα η δική μου και η δική σου ζωή να γαληνεύσει.

Διαμαντής Γ. –  Ιάσων Μπ. –  Ιορδάνης Κ.,  Β2

 

Μετά από λίγη ώρα λέει το κορίτσι στη Σφίγγα:

-Σήμερα δε θα μου πεις κάποιον γρίφο;

Η Σφίγγα δεν απάντησε.

-Γιατί δεν απαντάς; Σκέφτεσαι κάποιον γρίφο σου που δε θα μπορώ να βρω;

-Το έτος 430 π.Χ. οι κάτοικοι της Δήλου υπέφεραν από μεγάλο λοιμό. Για να γλιτώσουν από τον λοιμό απευθύνθηκαν για χρησμό στο μαντείο του Απόλλωνα. Σύμφωνα με τον χρησμό ο λοιμός θα αντιμετωπιζόταν, αν οι πολίτες διπλασίαζαν έναν από τους κυβικούς βωμούς, χωρίς να χαλάσουν την κυβική μορφή τους. Για πες μου, πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο;

Το κορίτσι σκεφτόταν για αρκετή ώρα, χωρίς να μπορέσει να δώσει κάποια λύση. Ο γρίφος της φάνηκε κάτι το ακατόρθωτο. Στη συνέχεια απάντησε:

-Είσαι πολύ έξυπνη, Σφίγγα! Πού βρίσκεις τέτοιους γρίφους; Όμως ποια θα μπορούσε να είναι η λύση;

-Αυτός ο γρίφος είναι άλυτος από την αρχαιότητα ακόμα. Μπορείς να καταλάβεις ποιος είναι ο συμβολισμός του;

-Για πες μου εσύ, Σφίγγα!

-Είναι σαν τον πόλεμο, όπου εκεί που περιμένεις ότι η λύση του είναι εύκολη, μετά από λίγο καταλαβαίνεις ότι είναι αδύνατον να λυθεί ή να σταματήσει ποτέ!

Εκείνο το βράδυ η Σφίγγα δεν ξαναμίλησε. Όσες ερωτήσεις κι αν της έκανε το κορίτσι, η Σφίγγα σιωπούσε.

Χρήστος Κ. – Σταμάτης Κ., Β2

 

Και αφού η Αγγελίνα δεν μπορούσε να βρει τη λύση στο αίνιγμα που της έβαλε η Σφίγγα, πηγαίνει να ρωτήσει τον Κούρο αν ξέρει τη λύση. Τον βλέπει να παίρνει μερικά αστέρια από τον ουρανό και τον ρωτάει:

-Γιατί παίρνεις αστέρια από τον ουρανό, χωρίς να τον ρωτήσεις;

-Γιατί κάθε φορά που τον ρωτάω, αυτός με αγνοεί! Σε παρακαλώ, μην αποκαλύψεις σε κανέναν το μυστικό μου!

-Στο υπόσχομαι! Θα σου πω κι εγώ ένα δικό μου μυστικό: Ο Τίκο κλέβει αγάλματα και ακροκέραμα από τα σπίτια, επειδή θέλει να τα θάψει, για να μην τα βρουν οι Γερμανοί!

-Θα κρατήσω κι εγώ κρυφό το μυστικό σου!

Ακρίτας Κ. – Βασίλης Κ., Β2

 

 

 

«Μπορείς  να μου εξηγήσεις γιατί είναι ανάγκη να σας κρύψουμε θάβοντάς σας στο χώμα;»

Είχαν περάσει δύο μέρες από τότε που έμαθε η Αγγελίνα τα σχέδια των μεγάλων σχετικά με την απόκρυψη- ή μάλλον το θάψιμο- των αγαλμάτων και το κορίτσι ήταν πολύ αγχωμένο.

Η Σφίγγα χαμογέλασε καθησυχαστικά.

«Δεν είναι ανάγκη να ανησυχείς τόσο. Αφού θα ξαναβρεθούμε και θα συζητάμε στα όνειρά σου κάθε βράδυ» απάντησε.

«Το ξέρω, μα… θα μου λείψεις. Πολύ. Όλοι σας» είπε κατσουφιασμένη.

Βυθίστηκαν στη σιωπή για λίγο.

«Ξέρω πως δε θα σας ξαναδώ από κοντά» είπε ψιθυριστά η Αγγελίνα. «Προτού σε ξεθάψουν φαίνεται πως ήσουν χρόνια στο χώμα. Πρέπει να ήταν απαίσια»

Η Σφίγγα της απάντησε γελώντας:

«Μπορεί να σε ξεγελάει το ξεθωριασμένο μου χρώμα, μα δεν είναι τόσο επώδυνα εκεί κάτω. Είναι περισσότερο… ήσυχα. Και ήρεμα»

Δεν έδειχνε καλύτερα και είχε μια θλιμμένη γκριμάτσα κρεμασμένη στο πρόσωπό της, οπότε η Σφίγγα συνέχισε:

«Θα είμαστε όλοι καλά και θα δεις, θα βρεθούμε πολύ σύντομα. Και όπως σου είπα, θα συζητάμε στα όνειρά σου κάθε βράδυ»

Η Αγγελίνα ξεφύσησε παραδεχόμενη την ήττα της.

«Υποθέτω πως θα είμαι καλά για ένα διάστημα» είπε διστακτικά.

Η Σφίγγα της έγνεψε.

«Μπορείς να μου πεις καμιά ιστορία από τα χρόνια που σε έφτιαξαν;» είπε η Αγγελίνα μετά από λίγο.

Η Σφίγγα χαμογέλασε και άρχισε να αφηγείται.

Εκείνη τη νύχτα οι ιστορίες τούς έκαναν να ξεχάσουν αυτά που έρχονταν.

Χρύσα Α., Β1

 

Μόλις έφτασε στο μουσείο η Αγγελίνα, πήγε κατευθείαν στο βάθος της αίθουσας, για να αποχαιρετήσει και το τελευταίο άγαλμα που είχε απομείνει: τον Κούρο του Σουνίου. Κοίταξε ψηλά και του είπε:

-Σε πρόλαβα! Δε σε έχουν κρύψει ακόμη!

Ο Κούρος έσκυψε, την κοίταξε και συγκινημένος της είπε:

-Αγγελίνα, χαίρομαι τόσο πολύ που σε βλέπω! Ήξερα πως ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές εσύ θα ερχόσουν στο μουσείο!

-Το μουσείο είναι ο τόπος που μεγάλωσα. Εδώ έχω τις πιο ωραίες αναμνήσεις. Εδώ έχω ακούσει τις πιο ωραίες ιστορίες.

-Είσαι θαυμάσιο κορίτσι!

-Θα τα πούμε όταν τελειώσουν όλα!

-Αντίο, Αγγελίνα! Να δώσεις πολλά χαιρετίσματα στον Τϊκο. Θα τα πούμε μόλις τελειώσουν όλα!

Σοφία Ζ., Β2

 

Με το καλό μου χέρι έγνεψα με ευγνωμοσύνη «αντίο»! Ήταν η τελευταία φορά που θα τα έβλεπα. Με το καταραμένο μου χέρι τα χαιρέτησα με θαυμασμό. Σαν να τα έβλεπα πρώτη φορά. Τότε  ο μεγαλόσωμος κούρος που έμοιαζε με γίγαντα με πλησίασε και μου είπε:

– Αγγελίνα, θα μας λείψεις!

– Και μένα θα μου λείψετε όλοι πάρα πολύ! Ανησυχώ πολύ για το μέλλον σας και νοιάζομαι για εσάς όσο για κανέναν άλλον!

– Δε θα ξεχάσουμε ποτέ τις καλές και τις κακές στιγμές που περάσαμε μαζί σου.

– Και εγώ, καλέ μου Κούρε, δε θα σας ξεχάσω ποτέ! Από εσένα πάντως θα μου μείνει αξέχαστη η στιγμή που κατέβαζες αστέρια σε εμένα και τον Τίκο. Ήταν τόσο ωραία!

Η Αγγελίνα έβαλε τα κλάματα από τη συγκίνηση. Όλα τα αγάλματα συγκινημένα έσπευσαν πάνω της να την αγκαλιάσουν. Ο Κούρος την πήγε ως την πόρτα του μουσείου και την αποχαιρέτησε:

– Αντίο, Αγγελίνα μου! Να προσέχεις πολύ και να έχεις ένα καλύτερο μέλλον!

– Σου υπόσχομαι ότι θα προσέχω. Ελπίζω πως κάποια μέρα θα ανταμωθούμε. Αντίο!

Παναγιώτης Ευ. – Γιάννης Δ., Β1

 

Μια μέρα η Αγγελίνα αποφάσισε να πάει στο μουσείο να δει τα αγάλματα. Άκουσε τότε φωνές να τραγουδούν.

«Ποιος τραγουδάει;»

«Εμείς!» είπαν τα αγάλματα.

«Ωραία φωνή έχετε!»

«Ευχαριστούμε!»

Τότε η Αγγελίνα τραγούδησε και χόρεψε μαζί με τα αγάλματα.

«Τι ωραία που είναι εδώ! Μακάρι να ήμουν εδώ για πάντα!»

Τα αγάλματα κινδύνευαν. Οι Γερμανοί θα έμπαιναν στην πόλη. Η Αγγελίνα ζήτησε τη συμβουλή του φίλου της του Τίκο. Αποφάσισαν μαζί να κρύψουν όσα αγάλματα μπορούσαν στο χώμα, για να τα προστατέψουν από τους κατακτητές.

«Ευχαριστούμε πολύ που θέλετε να μας προστατέψετε!» είπαν τα αγάλματα στην Αγγελίνα και τον Τίκο.

«Δε θέλουμε να σας πάρουν ξένοι. Ανήκετε εδώ στην Ελλάδα!»

Δυστυχώς όμως οι Γερμανοί σύντομα μπήκαν στην πόλη.

«Θέλω να πάρω ένα ακόμη άγαλμα, Αγγελίνα. Τον γρύπα που είναι πάνω στη στέγη ενός σπιτιού»

«Μην πας, είναι επικίνδυνο, μπορεί να σε πιάσουν οι Γερμανοί!»

Ο  Τίκο όμως δεν άκουσε την Αγγελίνα. Όταν πήγε η Αγγελίνα να δει γιατί άργησε, τον είδε κάτω στο χώμα. Δίπλα του πεταμένα τα γυαλιά του.

«Βοήθεια! Ας με βοηθήσει κάποιος!» φώναξε κλαίγοντας.

«Μην κλαις, δεν πονάω!» της είπε ο Τϊκο.

«Δε θέλω να σε χάσω! Είσαι ο καλύτερός μου φίλος! Τι θα κάνω χωρίς εσένα;»

«Μην κλαις!»

Ο Τίκο έκλεισε τα μάτια του και η Αγγελίνα είπε στα αγάλματα:

«Κάντε μου μια χάρη! Στον Τίκο να λέτε μόνο όμορφα πράγματα, να μη στεναχωριέται. Μην του μιλάτε για πόλεμο, θλίψη και πόνο. Να του λέτε μόνο ευχάριστα, για να είναι χαρούμενος!»

«Μην ανησυχείς» της είπαν τα αγάλματα.

Η Αγγελίνα αποχαιρέτησε κλαίγοντας τους φίλους της. Τον Τίκο και τα αγάλματα.

Μαρία Δ., Β1

 

O Tίκο μιλάει με τον Κούρο λίγο μετά τον θάνατό του…

Τίκο: Και τώρα τι θα γίνει;

Κούρος: Τι εννοείς;

Τίκο: Ποιος θα προσέχει το κοριτσάκι; Εγώ τι θα απογίνω;

Κούρος: Η Αγγελίνα μπορεί να προσέχει τον εαυτό της και το έχει αποδείξει πολλές φορές…

Πήρε μια βαθιά ανάσα και με στενάχωρο τόνο του είπε:

Κούρος: Όσο για σένα σε λίγη ώρα από τώρα θα χάσεις τη μνήμη σου…

Ο Τίκο τότε δεν είπε τίποτα. Δεν ήθελε να χάσει τη μνήμη του. Δεν ήθελε να ξεχάσει όλες τις αναμνήσεις του με την Αγγελίνα…

Κούρος: Η Αγγελίνα μας ζήτησε να σε προσέχουμε. Μας είπε ότι θα θυμάται εκείνη για σένα.

Τίκο: Μα εγώ δε θέλω να ξεχάσω!

Κούρος: Λυπάμαι πολύ, Τίκο…

Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί.

Τίκο: Ξέρεις… είσαι ο αγαπημένος της Αγγελίνας. Συνέχεια μιλούσε για σένα. Σε θαύμαζε πολύ!

Κούρος: Είναι τιμή μου ένα τόσο έξυπνο, θαρραλέο κορίτσι να με θαυμάζει, αφού έκανε τόσο κόπο για να μας σώσει.

Τίκο: Ναι! είπε χαμογελώντας.

Κούρος: Σ΄αγαπούσε πολύ! Κι ακόμα σ’ αγαπάει!

Χαμογέλασε ο Τίκο και του είπε:

Τίκο: Κι εγώ την αγαπάω! Και τι δε θα έδινα να ξαναγυρίσω πίσω μαζί της!

Κούρος: Τίκο, ήρθε η ώρα.

Τίκο: Να μου προσέχετε την Αγγελίνα. Να της πείτε ότι την αγαπώ πολύ!

Εκείνο το βράδυ τ’ αγάλματα δεν ξαναμίλησαν. Πενθούσαν για τον θάνατο του Τίκο.

Κωνσταντίνα Κ., Β2

 

«Τίκο, εσύ είσαι;» ρωτάει ο Γρύπας.

«Ναι, γρύπα μου! Ήρθα να σου κρατήσω συντροφιά για απόψε. Σου υπόσχομαι όμως πως θα σε πάρω από δω, αύριο κιόλας»

«Ούτε σήμερα έφερες το κοριτσάκι. Ντρέπεσαι να μου τη γνωρίσεις;»

«Όχι, όχι! Αύριο θα έρθει κι αυτή να βοηθήσει»

«Πώς την είπαμε;» ρωτάει ο γρύπας.

«Αγγελίνα» απαντάει με περηφάνια ο Τίκο.

 Ένιωθε περήφανος για τη φίλη του, το κοριτσάκι που μιλούσε με τα αγάλματα.

«Ααααα ναι, Αγγελίνα. Τίκο;»

«Ναι;»

«Μου υπόσχεσαι πως δε θα μ’ αφήσεις να με πάρουν οι Γερμανοί; Πως δε θα μείνω εδώ, να ξεχαστώ;»

«Αφού στο είπα ήδη, αύριο βράδυ!»

«Το ξέρω. Απλά θέλω να το ακούσω άλλη μια φορά» είπε αγχωμένος ο γρύπας.

«Στο υπόσχομαι, στο υπόσχομαι, στο υπόσχομαι» συνέχισε να λέει ο Τϊκο.

«Εντάξει» του απάντησε ανακουφισμένος ο γρύπας.

***

«Δεν ήθελα να γίνει αυτό! Γιατί; Γιατί;» έλεγε κλαίγοντας ο γρύπας.

«Σου υποσχέθηκα πως θα σε σώσω και το έκανα! Σε κατέβασα, σε γλίτωσα από τους εχθρούς! Σου έδωσα ζωή! Ελεύθερη ζωή!»

«Μου έδωσες τη δικιά σου ζωή! Σου στέρησα όχι μόνο τα παιδικά σου χρόνια, αλλά και την καλύτερή σου φίλη!»

«Μη ρίχνεις το φταίξιμο σε σένα! Δε φταις εσύ που «κοιμήθηκα». Δε φταις εσύ που δε θα την ξαναδώ! Και την αποχαιρέτησα!»

«Πώς; Πώς της είπες πώς νιώθεις, πως δε θα την ξαναδείς;»

«Αχ, καλέ μου γρύπα. Αν ήσουν άνθρωπος, θα ήξερες πως τα λόγια δεν είναι η μόνη λύση. Θα ήξερες πως με ένα μόνο βλέμμα ή με ένα μόνο άγγιγμα μπορείς να δώσεις στον άλλον τον κόσμο ολόκληρο!»

«Πόσο τυχερός είσαι που γνώρισες την αγάπη! Όταν ζεις χωρίς αγάπη, είσαι σαν…»

«…Νεκρός!»

Εκείνη τη νύχτα κανείς τους δεν ξαναμίλησε…

Κατερίνα Δ. – Ανθή Δ. –  Δήμητρα Γ., Β1

 

Κατηγορία Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου "Όταν έφυγαν τ΄ αγάλματα", Λογοτεχνία Β | 29 Σχόλια »

Ένα διαφορετικό τέλος

21 Απριλίου 2019 από

Δώσαμε ένα διαφορετικό τέλος στο βιβλίο της Άλης Ζέη «Το καπλάνι της βιτρίνας», ξαναγράφοντας το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου.

Την Κυριακή ευτυχώς είχε λιακάδα. Η θάλασσα ήταν λάδι λες κι ήταν καλοκαίρι. Νοικιάσαμε μια βενζινάκατο και ξεκινήσαμε για το Λαμαγάρι. Μαζί μας θα ερχόταν κι ο Αλέξης, για να μπορέσει η μαμά του να πάει να δει τον εξόριστο σύζυγό της στο μακρινό νησί. Ανεβήκαμε στη βάρκα και βάλαμε πλώρη προς το Λαμαγάρι. Πριν καλά καλά κατέβουμε αρχίσαμε να φωνάζουμε τα παιδιά:

-Νόοοοοοληηηηηη! Άρτεμηηηηηηηη! Οδυσέααααααα! Αυγήηηηηη!

-Ποιος είναι αυτός ο ντροπαλός; ρώτησε η Άρτεμη κοιτώντας τον Αλέξη.

-Είναι ο καλύτερος φίλος μας στη χώρα, της απαντάω εγώ.

-Χαίρω πολύ, της λέει ο Αλέξης. Είμαι πολύ χαρούμενος που ήρθα στο αγαπημένο σας μέρος και ανυπομονώ να περάσουμε όμορφα.

Ο Νόλης ανήσυχος ήθελε να μάθει τι έγινε με τον Νίκο.

-Έφυγε από τη χώρα, του λέω σιγανά. Θα σας πούμε μετά όλη την ιστορία, για να την ακούσουν όλα τα παιδιά.

Έτσι ξεκινήσαμε για τα βραχάκια. Μόλις φτάσαμε εκεί, βρήκαμε πάνω στον θρόνο ένα μικρό χαρτάκι! Ο Νόλης το πήρε και αρχίσαμε να το διαβάζουμε όλοι μαζί:

«ΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΑΣ ΝΙΚΗΣΕ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ. ΕΛΑΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΣΤΟ ΜΟΥΡΑΓΙΟ. ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΕΚΕΙ!»

ΤΟ ΚΑΠΛΑΝΙ

Κανείς δεν μπορούσε να πει τίποτε. Μόνο ο Νόλης μίλησε:

-Άντε, τι περιμένετε; Πάμε, είπε.

Ξεκινήσαμε για το μουράγιο και αναρωτιόμουν τι θα βρούμε εκεί. Όταν φτάσαμε, κανείς δεν ήταν εκεί. Ξαφνικά ακούσαμε μια φωνή. Όχι, ήταν ένα τραγούδι! Το τραγούδι της Δημοκρατίας που μας έμαθε ο Νίκος! Τότε εμφανίστηκε μια βάρκα και μέσα της  ήταν  ο Νίκος!

Νίιιικοοο! Αρχίσαμε να φωνάζουμε με μία φωνή.

-Γύρισες; Πότε; Πώς; Τι έγινε;

Κατέβηκε από τη βάρκα και μας αγκάλιασε έναν έναν.

-Θα σας πω σε λίγο τι έγινε. Πάμε τώρα στα βραχάκια μας.

Εκεί ο Νίκος κάθισε στον θρόνο του κι εμείς γύρω του. Άρχισε να εξιστορεί κι εμείς κρεμόμασταν από τα χείλη του. Ακόμα κι ο Αλέξης τον άκουγε με προσοχή, παρόλο που δεν τον ήξερε! Όλοι σκεφτόμαστε ότι τώρα που γύρισε ο Νίκος η ιστορία του καπλανιού της βιτρίνας δε θα τελειώσει ποτέ…

Δήμητρα Β. – Μαρίνα Β. – Αφροδίτη Γκ., Α1

 

[…] Έχει περάσει ήδη ένας μήνας από τότε που έφυγε ο Νίκος και όλα έχουν αλλάξει στο σπίτι μας. Εγώ συνεχίζω να πηγαίνω στο σχολείο και κάθομαι πλέον μαζί με την Πιπίτσα. Ο Αλέξης και η Μυρτώ κάνουν μαθήματα με τον παππού μου στο σπίτι. Ο μπαμπάς μου εξακολουθεί να δουλεύει στην τράπεζα. Κυριαρχεί όμως παντού αυτή η δικτατορία και μας έχουν απαγορεύσει να μιλάμε για το καπλάνι, τον Νίκο και όλα όσα έχουν να κάνουν με αυτά. Γιατί να είναι έτσι πλέον η ζωή μας; Γιατί να μην μπορούμε να ζούμε ευτυχισμένοι χωρίς τη δικτατορία; Δεν τολμάω να ρωτήσω κανέναν. Ούτε τη Μυρτώ. Γιατί η απάντηση που θα πάρω είναι ένα απότομο «δεν ξέρω». Ούτε ΕΥ-ΠΟ ΛΥ-ΠΟ ρωτάμε η καθεμιά το βράδυ, γιατί όλες οι μέρες είναι ΛΥ-ΠΟ.

Σήμερα είναι Κυριακή. Οι Κυριακές μας δεν έχουν αλλάξει. Παραμένουν το ίδιο βαρετές όπως πάντα. Εγώ και η Μυρτώ καθόμαστε στον καναπέ και το βλέμμα μας περιπλανιέται στους δρόμους και τα όμορφα καταστήματα. Αλλά κάτι είναι διαφορετικό. Παντού έχει επιγραφές που γράφουν στο κέντρο με μεγάλα κόκκινα γράμματα «ΤΕΛΟΣ». Ρωτάω τη Μυρτώ τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Η Μυρτώ δεν ξέρει. Ξαφνικά περνάει από μπροστά μας ο παππούς τραγουδώντας. Έχω πολύ καιρό να τον δω να τραγουδά τόσο χαρούμενος. Λέμε να πάμε να δούμε και τη  συμπεριφορά των υπόλοιπων, μήπως και καταλάβουμε. Καθώς προχωράμε στην κουζίνα, η Σταματίνα, η θεία Δέσποινα και η μαμά μαγειρεύουν όλες μαζί χαρούμενες. Ακόμα και ο μπαμπάς μπαίνοντας στο σπίτι φωνάζει: Επιτέλους τελείωσε! Ρωτάω τον παππού τι τελείωσε. Ο παππούς το μόνο που είπε είναι πως θα το καταλάβουμε μόνες μας. Εκεί ήταν που χάσαμε τα λογικά μας. Νομίζαμε πως είναι όνειρο. Ξαφνικά χτυπά το κουδούνι. Ο παππούς μας λέει να ανοίξουμε εμείς. Πίσω από την πόρτα ήταν ο Νίκος!!! Ήμασταν πλέον σίγουρες πως πρόκειται για όνειρο! Ο Νίκος μας καθησυχάζει και μας λέει σχεδόν τραγουδιστά από τη χαρά του:

Τέλειωσε η δικτατορία

επανήλθε η δημοκρατία

ελευθερώθηκαν όλοι οι φυλακισμένοι δημοκράτες

και φυλακίστηκαν οι δικτάτορες!

Όλα θα είναι όπως παλιά

μπορεί και καλύτερα!

Μόλις τον ακούσαμε, αρχίσαμε να τσιρίζουμε από τη χαρά μας. Ο Νίκος πλέον θα ζει μαζί μας και θα μας λέει όλο και περισσότερες ιστορίες με το καπλάνι! Ζήτω η δημοκρατία!

Χάιντι Δ., Α1

 

Κατηγορία Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου "Το καπλάνι της βιτρίνας", Λογοτεχνία Α | 29 Σχόλια »

Συνέντευξη με την ‘Αλκη Ζέη

21 Απριλίου 2019 από

Γίναμε για λίγο δημοσιογράφοι και πήραμε συνέντευξη από τη συγγραφέα του βιβλίου «Το καπλάνι της βιτρίνας» Άλκη Ζέη, ρωτώντας την για το συγκεκριμένο της βιβλίο. Ακολουθούν οι υποθετικές μας συνεντεύξεις:

Δημοσιογράφος: Καλησπέρα σας!

Άλκη Ζέη: Καλησπέρα!

Δημοσιογράφος: Είναι τιμή μου που δεχθήκατε να κάνουμε αυτήν τη συνέντευξη! Θα ήθελα να σας ρωτήσω για ένα από τα βιβλία σας, «Το καπλάνι της βιτρίνας». Πώς προέκυψε το πρώτο σας αυτό βιβλίο;

Άλκη Ζέη: Το πρώτο μου βιβλίο γεννήθηκε μέσα από τα παιδικά μου χρόνια στη Σάμο. Έλεγα ιστορίες στα παιδιά μου γι΄αυτά και διασκέδαζαν πολύ. Το 1963 που έγραψα το βιβλίο ήμουν στη Μόσχα. Τότε ήθελα να μάθουν τα παιδιά μου τι είναι η Ελλάδα. Και λέω, δεν τα  γράφω; Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερο αντί για παραμύθια να τους διηγούμαι τις αναμνήσεις μου.

Δημοσιογράφος: Είναι επομένως ένα αυτοβιογραφικό έργο; Πίσω από τους ήρωες του βιβλίου κρύβονται αληθινά παιδιά;

Άλκη Ζέη: Φυσικά! Έγραψα -όπως σας είπα- αυτό το μυθιστόρημα, γιατί ήθελα να μάθω στα παιδιά τι θα πει Ελλάδα. Έτσι έγραψα για το πώς περνούσαμε εγώ και η αδερφή μου στη Σάμο, στο Μαλαγάρι μαζί με τη θεία μας.

Δημοσιογράφος: Σε πόσες γλώσσες έχει εκδοθεί το βιβλίο;

Άλκη Ζέη: Το καπλάνι της βιτρίνας είναι ένα βιβλίο που αγαπήθηκε από όλον τον κόσμο. Έχει μεταφραστεί  σε 23 διαφορετικές ξένες γλώσσες, σε 37 διαφορετικές εκδόσεις.

Δημοσιογράφος: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!

Άλκη Ζέη: Κι εγώ σας ευχαριστώ!

Μαρίνα Κ., Α2

 

Δημοσιογράφος: Καλησπέρα σας! Μπορώ να σας πάρω συνέντευξη για το βιβλίο «Το καπλάνι της βιτρίνας»;

Άλκη Ζέη: Ναι, ευχαρίστως!

Δημοσιογράφος: Πώς εμπνευστήκατε αυτό το βιβλίο;

Άλκη Ζέη: Μου ήρθε η ιδέα να γράψω ένα βιβλίο που να περιγράφει τα γεγονότα που οι πρόγονοί μας έζησαν, γεγονότα που κι εγώ έχω ζήσει.

Δημοσιογράφος: Ποια είναι η υπόθεσή του;

Άλκη Ζέη: Δύο μικρά κορίτσια, η Μυρτώ και η Μέλια, μεγαλώνουν στη Σάμο, το 1936. Το καπλάνι, μια βαλσαμωμένη τίγρη, που βρίσκεται μέσα στη βιτρίνα του σαλονιού του σπιτιού τους, αποτελεί το αντικείμενο των μαγικών ιστοριών που τους διηγείται ο ξάδερφός τους, ο Νίκος, φοιτητής στην Αθήνα, αλλά και συνωμοτικό μέσο επικοινωνίας μαζί του. Η δικτατορία του Μεταξά όμως θα φέρει τέλος στην παιδική αθωότητα και τα δύο κορίτσια θα έρθουν αντιμέτωπα με προβληματισμούς και καταστάσεις, με τις οποίες θα ωριμάσουν.

Δημοσιογράφος: Τι θέλατε να περάσετε στους νέους με αυτό το βιβλίο;

Άλκη Ζέη: Θέλω να δείξω στους νέους, οι οποίοι αρχίζουν και ξεχνάνε το  παρελθόν μας, την  περιπέτεια που έζησε όλο το έθνος με την επιβολή της δικτατορίας του 1936 και τις ζημιές που προκάλεσε. Όλο αυτό το μεταδίδω στα νέα παιδιά με μια ιστορία η οποία τους κινεί το ενδιαφέρον.

Δημοσιογράφος:  Πόσος καιρός σας χρειάστηκε για να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Άλκη Ζέη: Δε μου πήρε αρκετό καιρό. Δεν έχει όμως σημασία πόσο χρόνο πήρε σε έναν συγγραφέα η συγγραφή ενός βιβλίου, αλλά η ποιότητά του.

Δημοσιογράφος: Για ποιον λόγο πιστεύετε πως έγινε ένα από τα καλύτερα βιβλία στην Ελλάδα και έχει μεταφραστεί σε τόσες ξένες γλώσσες;

Άλκη Ζέη: Το έγραψα με μεράκι και όσο το έγραφα ήμουν συνεχώς στον ρόλο του αναγνώστη, ώστε να αποφύγω τα λάθη.

Δημοσιογράφος:  Ευχαριστώ για την υπομονή σας!

Άλκη Ζέη: Παρακαλώ!

Σταύρος Δ., Α2

 

-Καλημέρα σας! Ονομάζομαι Αναστασία Παπαδοπούλου και είμαι δημοσιογράφος του περιοδικού «Έλληνες συγγραφείς». Θα μπορούσα να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις για το βιβλίο σας «Το καπλάνι της βιτρίνας»;

-Βεβαίως! Ό,τι επιθυμείτε!

-Από πού εμπνευστήκατε το βιβλίο σας και συγκεκριμένα τον τίτλο του βιβλίου σας;

-Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στη Σάμο. Είδα το καπλάνι στο μουσείο Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου στη Σάμο και εντυπωσιάστηκα από την ιστορία του και την ομορφιά του. Δε θα ξεχάσω την εικόνα του υπέροχου αυτού ζώου ποτέ στη ζωή μου.

-Πώς σας ήρθε η ιδέα να γράψετε;

-Συνήθιζα να λέω ιστορίες στα παιδιά μου για τα παιδικά μου χρόνια στη Σάμο. Μια μέρα που ήμουν στην κουζίνα και μαγείρευα ξαφνικά μου ήρθε η ιδέα να γράψω όλες αυτές τις ιστορίες.

-Οι χαρακτήρες ενός βιβλίου συνήθως είναι εμπνευσμένοι από ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφονται οι συγγραφείς. Εσείς από ποια πρόσωπα εμπνευστήκατε;

-Οι άνθρωποι από τους οποίους εμπνεύστηκα ήταν ο άντρας μου και τα παιδιά μου. Ήξερα πώς σκέφτονται και οι μεγάλοι και οι μικροί. Προσπαθούσα να καταλάβω τις απόψεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα ενός παιδιού, να μπω στη θέση του, αλλά ταυτόχρονα και στη θέση ενός μεγάλου. Στο βιβλίο μπορείτε να παρατηρήσετε ότι όπως υπάρχουν πολλοί χαρακτήρες έτσι υπάρχουν και πολλές διαφορετικές συμπεριφορές.

-Σκεφτήκατε ποτέ να σταματήσετε να γράφετε το πρώτο σας αυτό βιβλίο ή να γράψετε ένα καινούριο;

-Αρκετές φορές. Ξέρετε, φοβόμουν την αποτυχία και γι’ αυτό δίσταζα. Σκέφτηκα όμως πως, εάν δεν το κάνω, θα το μετανιώσω για πάντα στη ζωή μου. Ευτυχώς που ήταν ο άντρας μου και τα παιδιά μου που μου έδωσαν δύναμη και θάρρος να συνεχίσω.

-Ποια είναι η γνώμη σας για την τηλεοπτική μεταφορά του έργου σας που προβλήθηκε από την ΕΡΤ το 1990; Την παρακολουθήσατε ποτέ;

-Η σειρά αυτή της ΕΡΤ είναι μια πολύ ωραία παραγωγή. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι απευθύνεται σε θεατές και όχι σε αναγνώστες. Γι’ αυτόν τον λόγο έχουν γίνει κάποιες αλλαγές στην πλοκή του έργου. Κατά βάση όμως είναι μια διασκεδαστική σειρά στην οποία ταυτόχρονα μπορείς να νιώσεις τα προβλήματα και τις δυσκολίες που περνούσαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή. Ακόμη βοήθησε και το βιβλίο μου, γιατί το έκανε πιο αγαπητό και γνωστό στον κόσμο και το διάβασαν άνθρωποι που δεν το είχαν διαβάσει πριν. Φυσικά, λοιπόν, είδα τη σειρά στην τηλεόραση.

-Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας. Να έχετε μια υπέροχη ημέρα!

-Εγώ σας ευχαριστώ!

Αναστασία Ζ., Α2

 

Εγώ: Καλημέρα σας! Θα ήθελα να σας κάνω μερικές ερωτήσεις σχετικά με το καταπληκτικό σας βιβλίο «Το καπλάνι της βιτρίνας».

Άλκη Ζέη: Καλημέρα! Φυσικά μπορείτε να μου κάνετε ό,τι ερώτηση θέλετε!

Εγώ: Πώς σκεφτήκατε να γράψετε ένα βιβλίο με «κρυφό» πρωταγωνιστή μια τίγρη;

Άλκη Ζέη: Το εμπνεύστηκα από μια βαλσαμωμένη τίγρη που είχα δει στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Σάμου και μου κίνησε το ενδιαφέρον.

Εγώ:  Γι’ αυτόν τον λόγο η ιστορία του βιβλίου αναφέρεται στο νησί της Σάμου;

Άλκη Ζέη: Ναι. Στη Σάμο έχω ζήσει τα παιδικά μου χρόνια.

Εγώ: Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας!

Άλκη Ζέη: Εγώ σας ευχαριστώ που επιλέξατε εμένα!

Μυρσίνη Γκ., Α1

 

 

Κατηγορία Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου "Το καπλάνι της βιτρίνας", Λογοτεχνία Α | 29 Σχόλια »

Θεματική Εβδομάδα: Τα Δικαιώματα των Παιδιών – Δικαίωμα στην Ισότητα

20 Απριλίου 2019 από

Δραστηριότητες:

  • Διαβάστε το Άρθρο 2 από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Τι ορίζει το συγκεκριμένο άρθρο για τα δικαιώματα των παιδιών;

Άρθρο 2
Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα, που αναφέρονται στην παρούσα Σύμβαση και να τα εγγυώνται σε κάθε παιδί που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, χωρίς καμία διάκριση φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων του παιδιού ή των γονέων του ή των νόμιμων εκπροσώπων του ή της εθνικής, εθνικιστικής ή κοινωνικής καταγωγής τους, της περιουσιακής τους κατάστασης, της ανικανότητάς τους, της γέννησής τους ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης.         Από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού

  • Κατά τη γνώμη σας, οι συνθήκες ζωής είναι ίδιες για όλα τα παιδιά; Έχουν τα παιδιά ίσες ευκαιρίες στη ζωή, την εκπαίδευση, την υγεία, την ψυχαγωγία;
  •  Στο βιβλίο «Το καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη τα παιδιά των μη προνομιούχων οικογενειών αντιμετωπίζουν σκληρές κοινωνικές καταστάσεις. Μπαίνοντας στη θέση ενός από τα παιδιά αυτά να γράψετε στο ημερολόγιό σας τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας.

 

Χώρα, Οκτώβρης του 1936

Αγαπητό ημερολόγιο,

Σήμερα έγινε κάτι που με στεναχώρησε πολύ. Στο σχολείο ο κύριος Καρανάσης, ο διευθυντής του σχολείου, μπήκε μέσα στην τάξη και με φώναξε για να καθαρίσω τις τουαλέτες. Όταν τα παιδιά το άκουσαν αυτό, άρχισαν να γελάνε. Ήθελα ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί! Ο κύριος Καρανάσης με κατηγορεί για ό,τι συμβαίνει στο σχολείο και με υποχρεώνει να φτιάχνω ό,τι χαλάνε τα άλλα παιδιά. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Εδώ και καιρό καθόμουν στο ίδιο θρανίο με την κόρη του Πικιπικιράμ, την οποία συμπαθώ πολύ. Ο διευθυντής, όταν είδε ότι καθόμασταν μαζί, θύμωσε και είπε πως παιδιά πλούσιων οικογενειών δεν επιτρέπεται να κάθονται με παιδιά φτωχών οικογενειών και φυσικά εννοούσε εμένα. Αυτό το περιστατικό με πλήγωσε πολύ, αφού για άλλη μία φορά τόνισε πόσο φτωχή είναι η οικογένειά μου.

Όλα αυτά δε θα γίνονταν, αν η μαμά μου δε δούλευε στο σπίτι του κ. Καρανάση ως παραδουλεύτρα, για να πηγαίνω εγώ δωρεάν σχολείο και να πληρώνω για ό,τι κάνουν τα υπόλοιπα παιδιά. Θα προτιμούσα να μη δούλευε η μαμά και να μη γίνονταν όλα αυτά. Νιώθω πολύ μόνη και είμαι πολύ στεναχωρημένη. Ελπίζω όλα αυτά τα βάσανα να τελειώσουν σύντομα.

                                                      Με αγάπη, Αντιγόνη                          Τριανταφυλλιά Η. – Αριστέα Δ., Α2

 

Αγαπητό ημερολόγιο,

Γιατί να έχω τέτοια ζωή; Αντιμετωπίζω πολλές δυσκολίες καθημερινά. Ο πατέρας μου δεν έχει χρήματα κι έτσι αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε σκληρά, για να τα βγάλουμε πέρα. Εγώ δεν έχω τη δυνατότητα να μορφωθώ, γιατί πρέπει να κάνω τις δουλειές του σπιτιού και να μαθαίνω ράψιμο. Δεν μπορώ να βλέπω τον πατέρα μου καθημερινά, γιατί είναι ναυτικός. Έχω στερηθεί την παιδική μου ζωή. Ζηλεύω πολύ τη Μυρτώ και τη Μέλια που έχουν τόσες ανέσεις κι ένα όμορφο σπίτι. Εγώ δεν έχω ούτε έπιπλα στο σπίτι μου. Μακάρι να είχα μια ζωή όπως της Μυρτώς και της Μέλισσας.

Άρτεμη                 Σταύρος Δ. – Νίκος Κ. – Κώστας Ζ., Α2

 

 

 

Χώρα, χειμώνας του 1936

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα ο κ. Καρανάσης μ΄ έδιωξε από το σχολείο, γιατί όπως είπε: «Παιδιά προδοτών δεν μπορούν να σπουδάζουν με τα παιδιά των καλών οικογενειών». Τότε εγώ μάζεψα τα πράγματά μου κι έφυγα. Πήγα στο σπίτι μου και το είπα στους γονείς μου. Μου είπαν να μη στεναχωριέμαι, γιατί κάποτε θα γινόταν έτσι κι αλλιώς. Το καλό είναι ότι όταν πήγαινα στο σχολείο γνώρισα παιδιά όπως η Μέλια, που πιστεύω ότι η φιλία αυτή θα διατηρηθεί για πολύ καιρό. Το πρόβλημά μου όμως είναι ότι δεν έχω ακόμα παπούτσια και πρέπει να επιστρέψω τα «βασανάκια» της Μυρτώς και ότι ο πατέρας μου δεν έχει δουλειά.         Αλέξης     Αριστείδης Β. –  Δημήτρης Δ. – Χρήστος Α., Α1

 

Σάμος, 20/10/1936

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα, όπως συνήθως. Πάλι ο απαίσιος διευθυντής μας ο κ. Καρανάσης με κατηγόρησε ότι ζωγράφισα τους τοίχους του σχολείου, ενώ το έκανε ο Κόσκορης. Έτσι αναγκάστηκα για μία ακόμη φορά να τους καθαρίσω.

Ένιωσα τόση ντροπή και θυμό, που δεν άντεξα και άρχισα να κλαίω. Γιατί πάντα να με κατηγορούν για πράγματα που δεν έκανα; Γιατί να είναι τόσο σκληρός ο κόσμος;

Παρόλο που ήταν μια τόσο θλιβερή μέρα, ταυτόχρονα ήταν και η πιο σημαντική της ζωής μου. Η Μέλια και η κόρη του Αμστραντάμ Πικιπικιράμ, για να με υπερασπιστούν, αντισταθήκανε στο κήρυγμα του κ. Καρανάση. Όμως αυτό ήταν πολύ αρνητικό για τη Μέλια, καθώς της είπε πως θα υπάρξουν συνέπειες.

Είμαι τόσο λυπημένη! Δε θέλω να ξαναπάω σε αυτό το φρικτό σχολείο. Ούτε να υπακούσω ξανά στις εντολές αυτού του άθλιου Καρανάση. Ελπίζω κάποια μέρα να δικαιωθώ και να νιώθω ελεύθερη όπως όλα τα παιδιά. Σε καληνυχτίζω!

Πολλά φιλάκια, Αντιγόνη               Μαριάννα Κ. – Δανάη Ι. – Ιωάννα Κ., Α2 

 

Αγαπητό ημερολόγιο,

Ο τελευταίος χρόνος σίγουρα είναι ο πιο σκληρός χρόνος της ζωής μου. Ο λόγος που σου το γράφω είναι ότι για τα πάντα που συνέβαιναν στο σχολείο ο διευθυντής μας, ο κ. Καρανάσης, με κατηγορούσε και με τιμωρούσε, διότι τα δίδακτρά μου είναι δωρεάν.

Η μητέρα μου έψαχνε απεγνωσμένα για δουλειά, για να μπορούμε να ζούμε χωρίς να χρωστάμε σε κανέναν. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να δουλέψει στο σπίτι του κ. Καρανάση. Αυτός την εκμεταλλεύεται αναγκάζοντάς την να δουλεύει χωρίς κανένα κέρδος, παρά μόνο να πηγαίνω δωρεάν στο σχολείο. Από τότε ξεκίνησε ο εφιάλτης μου! Δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορέσω να ανταπεξέλθω. Ο διευθυντής  με θεωρεί κατώτερη και μου  συμπεριφέρεται  σαν να είμαι δούλα, λέγοντάς μου: «Αντιγόνη, κάνε το ένα, κάνε το άλλο». Φτάνει πια, κουράστηκα!

Με αγάπη, Αντιγόνη               Κωνσταντίνα Η. – Αναστασία Ζ., Α2

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Κάθε μέρα γίνονται ολοένα και περισσότερα τα προβλήματα στο σχολείο. Σήμερα μπήκε στην τάξη μας ο κ. Καρανάσης και, επειδή η δασκάλα μας με είχε βάλει να καθίσω με ένα κοριτσάκι που πληρώνει κανονικά δίδακτρα, με έβαλε να καθίσω μόνη μου σε ένα απομονωμένο θρανίο στη γωνιά της τάξης. Στην καινούρια μου θέση ένιωθα μεγάλη αμηχανία, διότι όλα τα παιδιά είχαν γυρίσει προς το μέρος μου και με κοιτούσαν με ένα παράξενο βλέμμα. Μετά το σχόλασμα, καθώς περνούσα έξω από το γραφείο του κ. Καρανάση, παρατήρησα να με κοιτάει θυμωμένα και άρχισα να τρέχω κλαίγοντας προς το σπίτι.

Ήταν μια από τις χειρότερες μέρες στο σχολείο. Αλλά τώρα πρέπει να σε κλείσω, αγαπητό μου ημερολόγιο, γιατί με φωνάζει η μητέρα μου να πάω να καθαρίσω μαζί της.

                                               Αντιγόνη           Ελισάβετ Α. – Ευθυμία Β. – Μυρσίνη Γκ. – Χάιντι Δ., Α1

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα ο κύριος Καρανάσης με έδιωξε από το σχολείο, επειδή κατηγορούν τον πατέρα μου ότι είναι προδότης. Είναι πολύ δύσκολο να ζεις φτωχός με έναν πατέρα στην εξορία. Τις προηγούμενες μέρες με είχε διώξει, γιατί είχα τρύπια παπούτσια. Ευτυχώς η Μέλια μου είχε δώσει τα παπούτσια της Μυρτώς που τα ονόμαζε βασανάκια.

Αλέξης               Στράτος Β. – Νικόλας Γ., Α1

 

 

29/11/1936

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα συνέβη κάτι στο σχολείο που με στεναχώρησε πολύ. Ο κύριος Καρανάσης είδε ότι τα παπούτσια μου ήταν σχισμένα και μου είπε ότι, αν δεν αγοράσω καινούρια, δεν μπορώ να συνεχίσω στο σχολείο του. Ξέρω ότι δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα για να αγοράσουμε καινούρια και ανησυχώ πολύ. Αφού να φανταστείς ζούμε σε ένα υπόγειο σπίτι με παλιά ξέθωρα έπιπλα, που είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Ελπίζω να βρεθεί γρήγορα μια λύση, για να μπορέσω να ξαναπάω σχολείο.

         Αλέξης     Μαρίνα Β. – Δήμητρα Β. –  Αφροδίτη Γκ., Α1

 

 

 

Αγαπητό ημερολόγιο, 

Σήμερα τσακώθηκα με τον πατέρα μου κι έχω μετανιώσει γι’ αυτό. Το γεγονός ότι δεν πηγαίνω στο σχολείο και είμαι όλη την ημέρα στην αποθήκη με κάνει να νιώθω διαφορετική από τα άλλα παιδιά. Δεν αντέχω άλλο να ζω σε αποθήκη. Η έλλειψη της μητέρας μου είναι ένας παραπάνω λόγος που δεν είμαι καλά ψυχολογικά. Η μόνη μου παρηγοριά είναι η θεία Δέσποινα που πηγαίνω και μου μαθαίνει ράψιμο και βλέπω τη Μέλια και τη Μυρτώ.

Άρτεμη                     Μαρίνα Κ. – Τζένη, Α2

 

 

Αγαπητό ημερολόγιο,

Εχτές στο σχολείο την ώρα του μαθήματος ο κ. Καρανάσης με απέβαλε από το σχολείο, επειδή δεν είχα καλά παπούτσια. Σήμερα δεν πήγα στο σχολείο και με επισκέφτηκε η Μέλια. Μου πρότεινε να μου δώσει τα «βασανάκια» της Μυρτώς. Συμφώνησα, γιατί δεν είχα άλλη επιλογή. Κι έτσι από αύριο θα ξαναπάω σχολείο.

Αλέξης                Αλέξανδρος Γ. – Αντώνης Α., Α1

 

 

 

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Είμαι πολύ κουρασμένη, γιατί βαρέθηκα να κάθομαι μόνη μου και δεν αντέχω άλλο να κάνω βρόμικες δουλειές και να καθαρίζω τις τουαλέτες του σχολείου και να με κατηγορούν για κάθε πράγμα που γίνεται στο σχολείο. Θα ήθελα να είχαμε χρήματα για να πάρω καινούρια ρούχα και παπούτσια. Θα επιθυμούσα να κάνω παρέα στην τάξη με άλλα παιδιά και να είμαι ένα κανονικό παιδί όπως όλα τα άλλα.

Αντιγόνη           Μιχάλης Η. – Παναγιώτης Κ., Α2

 

 

Ημερολόγιό μου,

Σήμερα έγινε κάτι που δε περίμενα. Ο κύριος Καρανάσης με έδιωξε, γιατί είδε ότι τα παπούτσια μου είναι χάλια! Όταν βγήκα από το σχολείο, άρχισα να τρέχω προς το σπίτι μου. Μόλις μου άνοιξε η μαμά, δεν της έδωσα σημασία. Έτρεξα κλαίγοντας στον καναπέ, κουκουλώθηκα και συνέχισα να κλαίω. Η μαμά με ρώτησε τι έγινε. Της είπα όλη την ιστορία και μου είπε πως δε θα ξαναπάω στο σχολείο μέχρι να βρούμε καινούρια παπούτσια. Το ίδιο απόγευμα ήρθε η Μέλια και μου υποσχέθηκε ότι θα μου φέρει κάτι παπούτσια της αδερφής της που δεν τα χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου. Έτσι θα μπορέσω να ξαναπάω σχολείο!

Αλέξης            Αλέξης Κ. – Γεράσιμος Ζ. – Χάρης Κ., Α2

 

Κατηγορία Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου "Το καπλάνι της βιτρίνας", Θεματική Εβδομάδα, Λογοτεχνία Α | 29 Σχόλια »

Θεματική Εβδομάδα: Τα Δικαιώματα των Παιδιών – Δικαίωμα στην Ισότητα

14 Απριλίου 2019 από

 

Δραστηριότητες

Διαβάστε το Άρθρο 2 από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Τι ορίζει το συγκεκριμένο άρθρο για τα δικαιώματα των παιδιών;

Άρθρο 2
Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα, που αναφέρονται στην παρούσα Σύμβαση και να τα εγγυώνται σε κάθε παιδί που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, χωρίς καμία διάκριση φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων του παιδιού ή των γονέων του ή των νόμιμων εκπροσώπων του ή της εθνικής, εθνικιστικής ή κοινωνικής καταγωγής τους, της περιουσιακής τους κατάστασης, της ανικανότητάς τους, της γέννησής τους ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης.           Από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Παρατηρήστε τις εικόνες που ακολουθούν και απαντήστε στις ερωτήσεις:

α) Οι συνθήκες ζωής των παιδιών είναι ίδιες στις διάφορες χώρες του κόσμου; Έχουν τα παιδιά ίσες ευκαιρίες στη ζωή, την εκπαίδευση, την υγεία, την ψυχαγωγία;

β) Μπείτε στη θέση δύο παιδιών που ζουν σε διαφορετικές συνθήκες, ενός προνομιούχου και ενός μη προνομιούχου παιδιού. Στη συνέχεια γράψτε τις σκέψεις και τα συναισθήματα του κάθε παιδιού στο ημερολόγιό του.

Νιγηρία, Τρίτη 1 Μαρτίου 2019

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Οι μέρες περνούν δύσκολα… Κάθε μέρα είναι μια πρόκληση, μια δοκιμασία για το αν θα τα καταφέρω. Δεν ξέρω, όσο περνάει ο καιρός τόσο καταλαβαίνω ότι οι συνθήκες δε θα αλλάξουν, αλλά ίσως γίνουν και χειρότερες. Σήμερα δεν κοιμήθηκα καλά, πονούσα σε όλο μου το σώμα. Το χειρότερο όμως ήταν ότι αντί να μείνω στο σπίτι και να ξεκουραστώ, έπρεπε να μεταφέρω νερό, από το σπίτι ως τον ποταμό και το αντίστροφο. Πάλι καλά ήταν μαζί μου η φίλη μου, η Huma και μου έκανε παρέα, αφού και αυτή είχε τα ίδια καθήκοντα με εμένα. Εγώ θα ήθελα να πηγαίνω στο σχολείο όπως ένα παιδί της γειτονιάς μου, αλλά δεν προλαβαίνω, έχω να κάνω πολλές δουλειές. Αφού τα αδέρφια μου είναι πολύ μικρά για να συνεισφέρουν και αυτά στο σπίτι, όλα τα καθήκοντα πέφτουν πάνω μου. Μακάρι να αλλάξουν τα πράγματα!

Σε φιλώ, Hind

 

Ελλάδα, 1 Τρίτη  Μαρτίου 2019

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Όλα είναι υπέροχα! Ειδικά σήμερα, διότι ήταν τα γενέθλιά μου. Μαζί με τους συμμαθητές μου τα γιορτάσαμε στο σπίτι μου. Είχε πραγματικά πολλή πλάκα. Στο τέλος παίξαμε μπουγέλο και γεμίσαμε όλη την αυλή με νερό. Η τούρτα ήταν αυτή ακριβώς που ήθελα, ενώ τα δώρα και η ατμόσφαιρα ολοκλήρωναν μια τέλεια μέρα. Το καλύτερο ήταν ότι το πρωί που πήγα στο σχολείο τα παιδιά μου κάναν έκπληξη και ο δάσκαλος μας άφησε να κάνουμε ελεύθερη ώρα.

Ελπίζω κάθε μέρα να περνάει έτσι χαρούμενα, χωρίς έγνοιες και σκοτούρες!

Σε φιλώ, Στέλλα

Νίκη Κ., Α4

 

 

Aγαπητό μου ημερολόγιο,

Η σημερινή μέρα ήταν τραγική, καθώς έχασα τους γονείς μου από τους βομβαρδισμούς. Τα σπίτια ερειπωμένα, άνθρωποι να χάνουν τις ζωές τους, μωρά στους δρόμους να κλαίνε, βομβαρδισμένο τοπίο παντού, θλίψη και πόνος διάσπαρτα. Αυτή η μέρα θα μείνει χαραγμένη μέσα μου για πάντα. Τις προάλλες έχασα και το μικρότερο αδερφάκι μου. Δε θα το αντέξω άλλο αυτό. Αν μείνω ακόμη λίγο μόνη μου, δε θα το αντέξω. Φοβάμαι πολύ! Ας βρεθεί έστω και τελευταία στιγμή κάποιος συγγενής μου να με πάρει! Ας είναι θεέ μου ένα φριχτό όνειρο αυτό που ζω και αύριο να ξυπνήσω και να μην υπάρχει ΠΟΛΕΜΟΣ! Alda

Aγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα, Σάββατο, μια δραστήρια και ευχάριστη μέρα. Το πρωί ξύπνησα στις 7:00 και πήγαμε με τους γονείς μου στο κολυμβητήριο. Ευτυχώς τώρα πλέον ξέρω και κολυμπάω και ο προπονητής μας αφήνει να πηγαίνουμε στη μεγάλη, τη βαθιά πισίνα. Όταν γύρισα στο σπίτι, έφαγα κάτι νόστιμο και υγιεινό και πήγα να ξεκουραστώ. Μετά, αφού σηκώθηκα, διάβασα για τη Δευτέρα. Τέλος πάντων, να μην σου τα πολυλογώ, η ώρα είναι δέκα το βράδυ, βρίσκομαι στο κρεβάτι μου και θα σε αφήσω για να κοιμηθώ, έτσι ώστε να μπορέσω να ξυπνήσω εύκολα και να απολαύσω και την αυριανή μου μέρα. Καληνύχτα, τα λέμε αύριο πάλι.

Φιλιά, Χρύσπα                         Χρύσπα Χ., Α4

 

 

 

Αφρική,  1 Μαρτίου 2018

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα με τα αδέλφια μου παίξαμε ποδόσφαιρο, αλλά με μια μικρή διαφορά. Αντί για μια απρόμαυρη μπάλα, με ένα μεγάλο χαρτόκουτο. Ήταν πολύ δύσκολο να παίξουμε, πρώτον γιατί δεν μπορούσαμε να το κλοτσήσουμε εύκολα και δεύτερον γιατί δε φορούσα παπούτσια. Οι γονείς μου δεν έχουν την οικονομική άνεση να μου τα αγοράσουν, επειδή έχω άλλα επτά αδέλφια.

Εύχομαι οι επόμενες μέρες να μην είναι τόσο δύσκολες όσο και βαρετές, γιατί όταν είσαι παιδί θέλεις όπως και τα άλλα παιδιά να ευχαριστηθείς το παιχνίδι και να ζεις σε συνθήκες φυσιολογικές και όχι εξαθλιωτικές. Φιλιά, Hassan

Ελλάδα, 1 Μαρτίου 2018

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα πήγα με τη μητέρα μου στην παιδίατρο, καθώς είχα να κάνω ένα εμβόλιο. Η γιατρός μου μόλις με είδε χάρηκε και ευδιάθετη, αφού με εξέτασε στο ιατρείο της, μου έκανε το εμβόλιο. Στεναχωριέμαι όταν σκέφτομαι τα παιδιά που δεν έχουν αυτήν τη δυνατότητα. Σε φιλώ, Ιωάννα

Γιάννης Δ., Α4

 

 

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα ήταν δύσκολη μέρα. Το πρωί πήγα στο σχολείο, όπου είμαστε πολύ στριμωγμένοι λόγω του ότι δεν έχουμε λεφτά για να πάρουμε κανονικά θρανία και να φτιάξουμε αίθουσα. Καθόμαστε κάτω. Μετά το σχολείο πήγα σπίτι μου, έφαγα το φαγητό μου και πήγα να βοηθήσω τον πατέρα μου στη δουλειά. Μετά από τρεις ώρες δουλειάς μου είπε ότι μπορώ να φύγω και μου έδωσε λίγα τρόφιμα για να δώσω στη μαμά μου. Φώναξα τους φίλους μου να παίξουμε ποδόσφαιρο με ένα κουτί. Ελπίζω μια μέρα να μπορώ να παίζω ποδόσφαιρο με κανονική μπάλα. Θα ήταν τέλειο! Καληνύχτα!

 

Αγαπητό μου ημερολόγιο!

Σήμερα είχα μια πολύ χαρούμενη μέρα, καθώς πήγα στο πάρτι του φίλου μου, του Στέλιου. Πήγαμε σε έναν παιδότοπο και παίζαμε όλη την ώρα ποδόσφαιρο, κυνηγητό και με κάποια μεγάλα φουσκωτά. Περάσαμε καταπληκτικά. Ξεκουραστήκαμε και κόψαμε την τούρτα που ήταν πεντανόστιμη. Ανυπομονώ να έρθουν και τα δικά μου γενέθλια για να κάνω ένα μεγάλο πάρτι σε ένα φανταστικό λούνα παρκ! Καληνύχτα!

                                                                                                                   Ραφαήλ Μ., Α3

 

 

Χαλέπι, 26/11/2015

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Πριν από τρεις μήνες ένα πρωί με ξύπνησαν οι γονείς μου πολύ νωρίς. Μου είπαν να ετοιμαστώ γρήγορα για να φύγουμε. Δεν είχα καταλάβει τι συμβαίνει ώσπου βγήκα έξω με τη μητέρα μου και τον μεγάλο αδελφό μου. Ο μπαμπάς μου φορούσε στρατιωτική στολή και η μητέρα μου έκλαιγε.  Προσπαθούσε να μην τη δούμε, για να μην αρχίσουμε κι εμείς να κλαίμε. Το μόνο πράγμα που κρατούσα στα χέρια μου ήταν ένα αρκουδάκι που μου είχε πάρει ο μπαμπάς μου. Μετά από λίγο ήρθε ένας κύριος και μας πήρε. Η μαμά μου μού έλεγε πως θα πάνε όλα καλά. Εκείνος ο κύριος μας  έβαλε σε μια βάρκα εμένα και τον αδελφό μου. Δε μιλούσαμε,  απλώς ακούγαμε τι μας έλεγε. Φτάσαμε στην Ελλάδα. Μας άφησε και έφυγε. Μας είχε πει μόνο πως είμαστε στη Λέσβο. Ο αδερφός μου πήγε να βρει δουλειά. Βρήκαμε ένα καταφύγιο να μείνουμε. Ήμασταν ολομόναχοι. Ο αδερφός μου έμπλεξε με κακές παρέες και χρωστούσε λεφτά, δεν ξέρω τι είχε κάνει. Μια μέρα είχα πάει μια βόλτα έξω. Γυρνάω στο καταφύγιο και βλέπω πως ο αδερφός μου δεν ήταν εκεί. Ψάχνω καλύτερα και βλέπω ένα σημείωμα. Τον είχανε σκοτώσει αυτοί που τους χρωστούσε λεφτά. Έτσι έμεινα ολομόναχη χωρίς φαγητό, χωρίς λεφτά, να κλαίω τη μοίρα μου.                          Ρουάν

 

Λάρισα, 26/11/2015

Καλημέρα αγαπητό μου ημερολόγιο!

Σήμερα σου γράφω γιατί είμαι πολύ χαρούμενος. Μάντεψε! Μόλις γύρισε η μαμά μου από το μαιευτήριο. Ξέρεις γιατί; Γέννησε το μικρό μου αδελφάκι. Επιτέλους απέκτησα έναν αδελφό. Πάντα ήθελα έναν. Να παίζουμε μαζί, να τον πηγαίνω σχολείο και πολλά άλλα πράγματα. Όλοι οι γνωστοί  και οι συγγενείς μας ήταν εκεί και του έφεραν πολλά δώρα. Εγώ ήμουν ο πρώτος που είδε το μωρό. Είμαι πολύ χαρούμενος.

Νίκος                 Μαρία Χ., Α4

 

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Η σημερινή μέρα ήταν συναρπαστική, αλλά παρόμοια με τις υπόλοιπες. Σηκώθηκα το πρωί με λίγο πόνο στην πλάτη, αλλά τώρα είμαι καλά. Πήγα με τα παιδιά για να φάμε από το συσσίτιο και μετά καθίσαμε στη μεγάλη αλάνα. Ξέρεις, αυτή που είναι κοντά στον οικισμό. Ευτυχώς βρήκαμε ένα χαρτόκουτο και παίξαμε με αυτό. Είχε πολλή πλάκα! Βέβαια πονούσαν λίγο τα πόδια μου, αλλά είμαστε συνηθισμένοι σε αυτό, οπότε δε δώσαμε πολλή σημασία. Κατά το βραδάκι βοήθησα τη μαμά να βρει πεταμένα πράγματα και χαίρομαι όταν τη βοηθάω. Ξέρεις, η ζωή μου είναι λίγο δύσκολη αλλά είμαι ευγνώμων που δεν είναι χειρότερη. Τέλος πάντων. Είμαι πολύ κουρασμένος, γι’ αυτό σε αφήνω. Καλό βράδυ!

Hulline

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα ήταν μια υπέροχη μέρα! Γιόρτασα τα γενέθλιά μου! Ναι! Το πρωί που σηκώθηκα η μαμά και ο μπαμπάς μού ευχήθηκαν χρόνια πολλά. Αφού έφαγα το πρωινό μου, πήγαμε με τη μαμά στην αγορά για να πάρουμε τα στολίδια και ό,τι χρειαζόταν για το πάρτι  μου. Αγοράσαμε πάρα πολλά παιχνίδια και περισσότερο μου άρεσε η τούρτα μου. Το απόγευμα ήρθαν όλοι οι φίλοι μου, που μου έφεραν πολλά δώρα. Παίξαμε, χορέψαμε, γελάσαμε.  Ήταν φανταστικά! Χαίρομαι που μπορώ να κάνω τόσα όμορφα πράγματα. Ανυπομονώ να έρθουν ξανά τα γενέθλιά μου. Πρέπει να κλείσω όμως, γιατί η μαμά μου λέει να πάω για ύπνο. Καληνύχτα! Τα λέμε αύριο! Ελένη

 

Ελένη Π., Α4

 

 

 

Κατηγορία Θεματική Εβδομάδα | 29 Σχόλια »

Θεματική εβδομάδα: Τα Δικαιώματα των Παιδιών – Δικαίωμα στην Ισότητα

14 Απριλίου 2019 από

Δραστηριότητες

Διαβάστε το Άρθρο 2 από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Τι ορίζει το συγκεκριμένο άρθρο για τα δικαιώματα των παιδιών;

Άρθρο 2
Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα, που αναφέρονται στην παρούσα Σύμβαση και να τα εγγυώνται σε κάθε παιδί που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, χωρίς καμία διάκριση φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων του παιδιού ή των γονέων του ή των νόμιμων εκπροσώπων του ή της εθνικής, εθνικιστικής ή κοινωνικής καταγωγής τους, της περιουσιακής τους κατάστασης, της ανικανότητάς τους, της γέννησής τους ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης.           Από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Παρατηρήστε τις εικόνες που ακολουθούν και απαντήστε στις ερωτήσεις:

α) Οι συνθήκες ζωής των παιδιών είναι ίδιες στις διάφορες χώρες του κόσμου; Έχουν τα παιδιά ίσες ευκαιρίες στη ζωή, την εκπαίδευση, την υγεία, την ψυχαγωγία;

β) Μπείτε στη θέση δύο παιδιών που ζουν σε διαφορετικές συνθήκες, ενός προνομιούχου και ενός μη προνομιούχου παιδιού. Στη συνέχεια γράψτε τις σκέψεις και τα συναισθήματα του κάθε παιδιού στο ημερολόγιό του.

Αθήνα, 7 Απριλίου 2019

Αγαπητό μου ημερολόγιο!

Σήμερα ήταν μια ακόμη απαίσια μέρα της ζωής μου! Και που νόμιζα πως εάν μετακόμιζα στην Αθήνα θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα! Λοιπόν, δεν είναι! Κάθε μέρα τριγυρίζω στους δρόμους ζητώντας λίγα χρήματα για να έχω κάτι να φάω! Έχω μάθει όλους τους δρόμους απ’ έξω! Οι περαστικοί όμως μου λένε να φύγω, συνήθως με αγενή τρόπο ή απλώς με αγνοούν όταν τους μιλάω! Το έχω συνηθίσει όμως. Πραγματικά, δε μου αρέσει καθόλου η ζωή μου. Αυτό όμως που με στεναχωρεί περισσότερο είναι όταν βλέπω παιδιά μαζί με τους γονείς τους να ζουν σε ένα ωραίο σπίτι και να είναι χαρούμενα. Ζηλεύω πάρα πολύ! Γιατί δεν μπορώ να είμαι κι εγώ έτσι; Θέλω μια κανονική ζωή! Να με λυπηθεί κάποιος και να μου δώσει λίγο φαγητό ή χρήματα. Θα ήμουν πολύ ευγνώμων! Τόσα πολλά ζητάω; Καληνύχτα, ημερολόγιο!                                                                                                                                       Abu

 

Αθήνα, 7 Απριλίου 2019

Αγαπητό μου ημερολόγιο!

Σήμερα οι γονείς μου με πήγαν στον γιατρό για να κάνω μια γενική εξέταση, αφού είχα να κάνω πολύ καιρό… Στην αρχή ήμουν αγχωμένη, γιατί όπως ξέρεις εγώ απεχθάνομαι τους γιατρούς! Είναι πολύ τρομακτικοί! Με τις ενέσεις, τα ακουστικά τους και τα μεγάλα σοβαρά τους μάτια. Όμως αυτός ο γιατρός ήταν πολύ διαφορετικός! Ήταν ευγενικός, καθόλου τρομακτικός και μου έκανε μια γρήγορη εξέταση χωρίς να με πονέσει. Στο τέλος της εξέτασης μου έδωσε ένα γλειφιτζούρι, γιατί ήμουν καλό παιδί! Εδώ που τα λέμε, είμαι τυχερή που έχω ανθρώπους που νοιάζονται για μένα και την υγεία μου… Γιατί, όπως   μας είπε και η κυρία Λίτσα στο σχολείο, υπάρχουν πολλά παιδιά στον κόσμο που ζουν σε πολύ άσχημες συνθήκες. Είναι άστεγα, ορφανά, φτωχά, πεινασμένα και συνεχώς περιπλανιούνται στους δρόμους. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς να είναι η ζωή αυτών των παιδιών. Δε θα  ήθελα να βρίσκομαι στη θέση   τους. Καληνύχτα, ημερολόγιο!                                                      Αναστασία                     Μαριάνθη Μπ., Α4

 

 

Ζιμπάμπουε, 7/4/19

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα ήταν ακόμη μια πολύ κουραστική μέρα. Ξύπνησα στις έξι το πρωί και πήγα να πάρω νερό από τις πηγές του ποταμού. Περπάτησα με την αδερφή μου επτά χιλιόμετρα κουβαλώντας δυο δοχεία η κάθε μία. Ο καιρός ήταν πολύ ζεστός και ξηρός, με αποτέλεσμα να κουραστούμε ακόμη περισσότερο. Πήγαμε και ήρθαμε δυο φορές, γιατί δεν ήρθε μαζί μας ο αδερφός  μας που ήταν άρρωστος. Έτσι χάσαμε τις λίγες ώρες που είχαμε σχολείο. Όταν γυρίσαμε φάγαμε, πλύναμε τα πιάτα και ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε. Καμιά ωρίτσα. Αργότερα μάθαμε ότι ήρθαν κάποιοι εθελοντές από την ActionAid και πήγαμε στο κέντρο του χωριού. Εκεί μας έδωσαν τρόφιμα, νερό, φάρμακα και μας είπαν πως θα βοηθήσουν τον αδερφό μου να αναρρώσει. Μας έδωσαν και βιβλία. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσω να διαβάσω και να μάθω καινούρια πράγματα, κάτι που μου αρέσει πολύ να κάνω. Ωωωχ! Η ώρα πέρασε. Είναι πια βράδυ και πρέπει να κοιμηθώ, γιατί αύριο αρχίζει μια νέα μέρα. Καληνύχτα!                             Αμάρα

 

Ελλάδα, 7/4/19

Χθες που ήταν Κυριακή είχαμε αγώνες στο κολυμβητήριο. Ξύπνησα στις 10 το πρωί, έφαγα πρωινό και άρχισα να ετοιμάζομαι για τους αγώνες. Όταν έφτασε η ώρα για να αγωνιστούμε, ήμουν λίγο αγχωμένη, όμως όταν μπήκα μέσα στην πισίνα το απόλαυσα, με αποτέλεσμα να βγω πρώτη. Όταν τέλειωσε η μεγάλη εκδήλωση, πήγα στο σπίτι, έκανα ένα καυτό μπάνιο γα να χαλαρώσω, έφαγα βραδινό και πήγα για ύπνο. Ήταν μια πολύ ωραία μέρα. Από αύριο θα συνεχίσω τη σκληρή προπόνηση για τους επόμενους αγώνες.

Σε φιλώ, Κατερίνα                                                                    Δέσποινα Ζ., Α4

 

 

Συρία

Σήμερα πέρασα μια πολύ δύσκολη μέρα. Έπρεπε να αφήσουμε το σπίτι μας στη Συρία. Φύγαμε όλοι κλαίγοντας. Φορέσαμε ένα σωσίβιο και ανεβήκαμε σε μια βάρκα. Το ταξίδι ήταν μακρύ και δύσκολο. Ευτυχώς έφτασα υγιής στον προορισμό μας, την Ελλάδα, αλλά πονάει όλο μου το σώμα. Εύχομαι κανείς να μην τύχει να βρεθεί στη θέση μου.

Tito

 

Ελλάδα

Σήμερα είχα μια πανέμορφη μέρα. Ξύπνησα νωρίς το πρωί για να ετοιμάσω τα πράγματά μου. Θα φεύγαμε στο κτήμα του θείου μου στη Δαδιά με την οικογένειά μου. Μόλις φτάσαμε, πήγα κατευθείαν να χαιρετήσω τον θείο και τη θεία μου. Μετά βγήκα έξω στο κτήμα, όπου το κλίμα ήταν αναζωογονητικό λόγω των πολλών φυτών. Τέλος,  μετά από πολλές ώρες παιχνιδιού με την αδερφή μου γυρίσαμε σπίτι. Πάω για ύπνο τώρα.

Σε χαιρετώ, Γιώργος

Ανέστης Π., Α4

 

 

 

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Με λένε Γκιουλ. Είμαι 10 χρονών και ζω με τους γονείς μου σε μια απομονωμένη περιοχή της Αφρικής, στην Κένυα. Η ζωή μου είναι δύσκολη και κουραστική. Κάθε μέρα, ξυπνάω νωρίς το πρωί για να πάω να φέρω νερό από μακριά, να μαγειρέψω και να φροντίσω τα μικρότερα αδέλφια μου. Τρώμε μία φορά την ημέρα και πάλι οι ποσότητες φαγητού είναι λίγες. Οι γονείς μου φεύγουν πρωί πρωί για να πάνε στα χωράφια, να μαζέψουν τρόφιμα για να ζήσουμε και γυρνάνε πολύ αργά το βράδυ. Δεν ξέρω τι σημαίνει διασκέδαση, χαρά και ψυχαγωγία. Δυστυχώς δεν πηγαίνω στο σχολείο, καθώς δεν προλαβαίνω. Πόσο θα ήθελα να είχα μια καλύτερη ζωή!

 

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Με λένε Τζένυ και είμαι 11 χρονών. Ζω μαζί με την οικογένειά μου στην Αγγλία. Έχω μια πολύ καλή ζωή, καθώς πηγαίνω στο σχολείο, έχω φίλους και ανθρώπους που με αγαπάνε πολύ. Κάθε μήνα η μητέρα μου με πηγαίνει στον γιατρό για μια γενική εξέταση, να ξέρουμε αν όλα κυλούν ομαλά. Όταν αρρωσταίνω, παίρνω φάρμακα που με βοηθάνε να γίνω καλά. Στη ζωή μου λοιπόν έχω ιατρική περίθαλψη και άλλες ανέσεις. Αυτό το εκτιμώ, γιατί ξέρω πως υπάρχουν παιδιά που βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση. Είμαι πολύ τυχερή που έχω μια καλή ζωή.                                               Εύα Π., Α4

 

 

 

Ελλάδα, Δευτέρα 8 Μαΐου 2019

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα ήταν μια κουραστική μέρα. Ξύπνησα γύρω στις 7 από τη φασαρία των αμαξιών, βλέπεις κοιμάμαι στον δρόμο τελευταία… Τέλος πάντων, κατέβηκα στο κέντρο της πόλης κοντά σε ένα μανάβικο. Εκεί υπάρχουν δύο μεγάλοι πράσινοι κάδοι, όπου πετάνε τα σάπια και τα χαλασμένα φρούτα, τα οποία τρώω εγώ. Έπειτα από το πρωινό μου, άρχισα να ζητιανεύω για να φάω αργότερα το μεσημεριανό μου. Πάλι καλά σήμερα, έβγαλα 5 ευρώ για το μεσημεριανό μου. Καθώς μπήκα στο μαγαζί για να παραγγείλω, μια κυρία δίπλα μου με κοίταζε με ένα ύφος, λες και ήμουν σκουπίδι. Ένιωσα πολύ άσχημα εκείνη τη στιγμή. Το απόγευμα το πέρασα περπατώντας στον δρόμο, αφού δεν είχα κάτι να κάνω και τώρα που είναι βράδυ  γύρισα στο χαρτόκουτό μου, εκεί που κοιμάμαι, και άρχισα να σου γράφω. Πρέπει να κλείσω τώρα, γιατί πρέπει να κοιμηθώ.

Φιλιά, Selda

Ελλάδα, Δευτέρα 8 Μαΐου 2019

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα σου γράφω από το καινούριο τάμπλετ που πήρα για τα γενέθλιά μου. Η μέρα μου ήταν συνηθισμένη. Μόλις ξύπνησα, το πρωινό με περίμενε στην κουζίνα και ήταν πεντανόστιμο! Μετά πήγα σχολείο, όπου μαθαίνουμε πολλά και ωραία πράγματα. Ύστερα το μεσημέρι φάγαμε όλη η οικογένεια μαζί. Είχαμε κοτόπουλο με πατάτες -το αγαπημένο μου- και με συνοδεία μια σαλάτα του σεφ. Το απόγευμα έκανα τα μαθήματά μου και βγήκα βόλτα με τους φίλους μου. Το βράδυ, μόλις γύρισα, φάγαμε και άρχισα να σου γράφω. Πρέπει να κλείσω τώρα, γιατί πρέπει να κοιμηθώ.

Καληνύχτα, Γιώργος                            Μαρία Ντ. Α4

 

 

 

Χολμς, Χειμώνας του 2015

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα με ξύπνησαν ήχοι πυροβολισμών, κανονιών, η φριχτή μυρωδιά του καπνού και οι τρομαγμένες φωνές των ανθρώπων. Το έχω συνηθίσει αυτό. Κάθε μέρα γίνεται όλο και χειρότερη. Βέβαια, έχω αποδεχθεί το γεγονός ότι ο πόλεμος αυτός δε θα σταματήσει, τουλάχιστον όχι όσο ζω. Δεν έχω πουθενά να πάω. Για ώρα κάθομαι με τους γονείς μου στα ερείπια ενός γκρεμισμένου σπιτιού. Το δικό μας καταστράφηκε από τις βόμβες. Το μόνο πράγμα που   μου έμεινε είναι μια κούκλα που την κουβαλάω συνέχεια μαζί μου. Φοβάμαι πολύ. Θέλω αυτός ο εφιάλτης να τελειώσει. Πρέπει να κλείσω τώρα. Η μαμά λέει ότι είναι πολύ αργά για να είμαι ξύπνια. Τα λέμε αύριο, υποθέτω.

Φιλιά, Αζίρα

 

Αλεξανδρούπολη, Χειμώνας του 2015

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα το πρωί ξύπνησα με πολύ κέφι. Ένιωθα ότι όλα θα πάνε υπέροχα. Δεν είχα άδικο. Στο σχολείο μου φάνηκε ότι οι ώρες περνούσαν πολύ γρήγορα. Για πρώτη φορά ήθελα να μείνω λίγο ακόμη! Το μεσημέρι η μαμά με άφησε να δω τηλεόραση, πριν ξεκινήσω το διάβασμα. Όχι ότι είχαμε και πολλά… Κατά τις έξι όταν έφτασα στο κολυμβητήριο, η προπόνηση είχε ήδη ξεκινήσει, αλλά η προπονήτρια δε με μάλωσε. Η προπόνηση είχε πολλή πλάκα. Ευτυχώς ήρθε σήμερα και η φίλη μου η Μαρία. Το βράδυ γύρισα σπίτι κουρασμένη. Η μαμά είπε ότι θα ήταν καλύτερα να ξαπλώσω νωρίς, αν δε θέλω να αργήσω στο σχολείο.  Πρέπει να σ’ αφήσω τώρα. Νυστάζω. Τα λέμε αύριο!

Φιλιά, Ευαγγελία                Βασιλική Μπ., Α4

 

 

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

σήμερα είχα πολλή δουλειά στο κουβάλημα δοχείων νερού, αλλά τελείωσα και έχω χρόνο να γράψω σε σένα. Αυτές τις μέρες κουράζομαι πολύ περισσότερο, δεν έχω πολύ νερό και φαγητό. Επίσης δεν μπορώ να παίξω με τη μοναδική μου φίλη, εξαιτίας της δουλειάς. Οι γονείς μου μαλώνουν συνέχεια λόγω της έλλειψης νερού και φαγητού και αυτό με κάνει να νιώθω άσχημα. Ελπίζω τα πράγματα να καλυτερέψουν.

 

 

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

σήμερα είχα τα γενέθλιά μου και ήρθαν όλοι οι φίλοι μου. Περάσαμε τέλεια, παίξαμε, φάγαμε τούρτα, λέγαμε αστεία. Επίσης πήρα και πολλά δώρα και οι γονείς μου είναι ευτυχισμένοι που έκλεισα τα 12. Σήμερα ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής μου!

 

Δημήτρης Μ., Α3

Κατηγορία Θεματική Εβδομάδα | 29 Σχόλια »

« Παλιότερα άρθρα