Θρησκεία και Περιβάλλον

 

Θρησκεία και Περιβάλλον, Β Λυκείου 2011

Στα πλαίσια της Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, κρίθηκε σκόπιμο να ευαισθητοποιήσουμε τους μαθητές της Β Λυκείου για τα ζητήματα του Περιβάλλοντος απο τη σκοπιά της Εκκλησίας και κυρίως της Ορθόδοξης Εκκλησίας.  Ετσι λοιπόν, προτρέψαμε τους μαθητές να αναζητήσουν στα κείμενα της ορθόδοξης παράδοσης, στοιχεία που ενδιαφέρουν το ζήτημα του περιβάλλοντος.  Τετοιους είδους κείμενα είναι η Αγ. Γραφή, υμνολογία της Εκκλησίας, βίοι Αγίων , τα πατερικά κείμενα και κείμενα θεολόγων και ιεραρχών της Εκκλησίας. Οι ομάδας του προγράμματος αποτελεί τους παρακάτω: Συντονιστής: Σταυρόπουλος Ν., Θεολόγος καθηγητής: Γιαγκούλης Ν, Πληροφορικός Οι μαθητές της Β’ Λυκείου: Σιδηροπούλου Ειρήνη, Γιαννάκη Μιχαέλα, Ηλιάδης Στέλιος, Μαυροπούλου Ιωάννα, Αποστολίδης Μηνά,Καρανάτσιου Μαρία, Βασιλοπούλου Ελπινίκη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σύμφωνα με την χριστιανική κοσμολογία ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο «εξ ουκ όντων» δηλαδή «από το μηδέν». Ο Θεός είναι ο ΩΝ, αυτοΰπαρκτος  ενώ η κτίση είναι ετεροΰπαρκτη και παίρνει την ύπαρξή της και την προκοπή της επειδή μετέχει στη Χάρη του Θεού. Μακκαβαίων Ζ’ , 28: Διότι εξ ουκ όντων δημιούργησε τα πάντα ο Θεός και το γένος των ανθρώπων έτσι δημιουργήθηκε.

Η ΦΥΣΗ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Στην Αγία  Γραφή, στο βιβλίο της Γένεσης, ο άνθρωπος καλείται να μεταφέρει στην σχέση του με την κτίση, την ποιότητα της σχέσης του με τον Θεό, μια σχέση που περιέχει ως κίνητρά της την αγάπη και την ελευθερία. Ο Θεός δίνει στον άνθρωπο την εξουσία να κυριαρχήσει στην κτίση: Γένεσις Α’ , 26-28: 26. Μετά είπε ο Θεός : «Ας φτιάξουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα την δική μας και την ομοίωση, και ας εξουσιάζει στης θάλασσας τα ψάρια, στου ουρανού τα πτηνά, στα ζώα και γενικά σ’ όλη τη γη και στα ερπετά που σέρνονται πάνω σ’  αυτήν». Η εξουσία όμως αυτή είναι σύμφωνη με την εικόνα της Αγίας Τριάδος που είναι κοινωνία αγάπης και συνεπώς δεν υπάρχει καταδυνάστευση και κυριαρχικότητα αλλά είναι εξουσία φροντίδας και διακονίας. Αυτό φαίνεται και από τον στίχο Β , 15 : Γένεσις Β’ , 15: Πήρε, λοιπόν, ο Κύριος ο Θεός τον άνθρωπο και τον έβαλε μέσα στον κήπο της Εδέμ για να τον καλλιεργεί και να τον προσέχει. Όπως επίσης και από την κλήση του Αδάμ να ονοματοδοτήσει τα ζωντανά : Γένεσις Β’ , 19-21: 19. Ο Κύριος έπλασε από το έδαφος όλα τα ζώα του αγρού και τα πτηνά του ουρανού και τα έφερε μπροστά στον άνθρωπο, για να δει πώς θα τα ονομάσει. Και ό,τι όνομα έδινε ο άνθρωπος σε κάθε ζωντανή ύπαρξη, αυτό ήταν και το όνομά της. 20. Έδωσε ονόματα σε όλα τα ζώα, στα πτηνά του ουρανού και στα άγρια θηρία. Η ονοματοδοσία σημαίνει νοηματοδοσία στα αρχαία χρόνια. Αυτός που έδινε το όνομα σε κάποιον ή κάτι, ήταν και υπεύθυνος γι αυτό. Με την ονοματοδοσία ο Αδάμ γίνεται, εκτός από αρχηγός, και ο φροντιστής τους. Και επειδή αγαπά τα όντα, τελικά τα γνωρίζει αληθινά μέσω αυτής της αγάπης. (Δεν τα γνωρίζει και μετά τα αγαπά. Αλλά επειδή τα αγαπά γι αυτό και γνωρίζει το βάθος της ουσίας τους.) Η κτίση ούτος ή άλλως είναι αξιαγάπητη από την κατασκευή της. Επανειλημμένα ο Θεός χαρακτηρίζει τα δημιουργήματά του «καλά» Γεν 1,9-31 και τέλος «πάρα πολύ καλά» Γεν 1,31: Γένεσις Α’ , 31: Ο Θεός είδε τα δημιουργήματά του και ήταν όλα πάρα πολύ καλά.

Η ΚΤΙΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Η πτώση (προπατορικό αμάρτημα) διασαλεύει τις σχέσεις Θεού-ανθρώπου-κτίσης. Ο πειρασμός της ισοθείας οδηγεί τον άνθρωπο σε μια σχέση εκμεταλλευτική και κατεξουσιαστική με τη φύση: Γένεσις Γ΄17-19: Μετά είπε στον Αδάμ: «Επειδή άκουσες τη γυναίκα σου κι έφαγες από το δέντρο, απ’ το οποίο σε είχα διατάξει να μην φας, καταραμένη θα είναι η γη εξαιτίας σου. Με μόχθο θα την καλλιεργείς σ’ όλη σου την ζωή.  Αγκάθια και τριβόλια θα σου βλασταίνει και θα τρως το χορτάρι του αγρού. Με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί σου, ώσπου να ξαναγυρίσεις στη γη από την οποία προήλθες, γιατί χώμα είσαι, και στο χώμα θα επιστρέψεις». Η φύση επαναστατεί κατά του επαναστάτη ανθρώπου. ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγοςτο εκφράζει με συγκινητικούς ανθρωπομορφισμούς: Όταν λοιπόν έφυγε απ’ τον παράδεισο (ο Αδάμ), όλη η φύση που δημιουργήθηκε απ’ το μηδέν απ’ τον Θεό δεν ήθελε να υποταγεί στον παραβάτη. Ο ήλιος δεν ήθελε να λάμψει, η σελήνη δεν ήθελε να δώσει το φως της, τα άστρα δεν ήθελαν να τα κοιτάει, οι πηγές δεν ήθελαν να του δώσουν το νερό τους. Οι ποταμοί δεν ήθελαν να ρέουν για χάρη του και ο αέρας επιθυμούσε να συσταλεί στον εαυτό του και να μην  δώσει στον παραβάτη αναπνοή. Τα θηρία και όλα τα ζώα της γης, βλέποντας τον γυμνό από την προηγούμενη δόξα του, τον καταφρόνησαν και αγρίεψαν όλα εναντίον του. Ο ουρανός φαινόταν σαν να θέλει, δικαίως, να πέσει πάνω του και η γη δεν άντεχε να τον κουβαλάει στην πλάτη της.

ΠΑΡΟΛΑ ΑΥΤΑ Η ΚΤΙΣΗ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΤΗΝ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ. ( Ψαλμός ΙΘ’, 2-7): Τα ουράνια φανερώνουνε το μεγαλείο του Θεού και δείχνει το στερέωμα τα έργα που έχει φτιάξει. Η μια στην άλλη μέρα μεταδίδει αυτό το μήνυμα κι η μια στην άλλη νύχτα μεταφέρει αυτή τη γνώση. Χωρίς να’ χουν μιλιά και δίχως λόγια, η φωνή τους δεν ακούγεται Κι όμως σ’ όλη τη γη απλώθηκε η λαλιά τους, οι λέξεις τους στα πέρατα της οικουμένης. Στον ουρανό τον ήλιο εγκατέστησε. Κι αυτός σαν νιόγαμπρος που βγαίνει απ’ τον κοιτώνα του, χαίρεται σαν τον αθλητή το δρόμο του που τρέχει. Απ’ την μια άκρη τ’ ουρανού η ανατολή του κι η τροχιά του ως την άλλη άκρη του, τίποτ’ από τη θέρμη του δεν μπορεί να κρυφτεί. Ο νόμος του Κυρίου είναι τέλειος, ανανεώνει τη ζωή, η μαρτυρία του αληθινή. Ο ψαλμός ΡΓ παρουσιάζει την κτίση να αντλεί την ζωή από την χάρη του Θεού: (Ψαλμός ΡΓ’. (ΡΔ’.) 103): Ψυχή μου, ευλόγησε τον Κύριο! Κύριε, Θεέ μου, πόσο είσαι μεγάλος! Ντύθηκες λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια. Φόρεσες για μανδύα σου το φως, καθώς σκηνή τον ουρανό απλώνεις. Τα δώματά σου είναι μες στα ουράνια ύδατα, τα σύννεφα τα κάνεις άρμα σου, πορεύεσαι πάνω στου ανέμου τα φτερά. Κάνεις ωσάν ανέμους τους αγγέλους σου, κι αυτούς που σε υπηρετούν, σαν της φωτιάς τη φλόγα. Θεμέλιωσες τη γη πάνω στις βάσεις της, δεν πρόκειται ποτέ να κλονιστεί. Με τον ωκεανό σαν μ’ ένδυμα την κάλυψες, πάνω απ’ τα βουνά στέκονταν τα νερά. Θα φύγουνε κάτω απ’ την απειλή σου κάτω απ’ τον ήχο της βροντής σου θα διασκορπιστούν. Ανέβηκαν στα όρη και κατέβηκαν στις πεδιάδες , στον τόπο που καθόρισες γι’ αυτά. Έβαλες σύνορα που δε θα τα  διαβούνε κι ούτε πια θα ξανάρθουν για να σκεπάσουνε τη γη. Κάνεις πηγές να τρέχουν στα φαράγγια , ανάμεσα από τα βουνά περνούν τα νερά. Σ’ αυτά ποτίζονται όλα τα ζώα του αγρού , τ’ άγρια γαϊδούρια σβήνουν τη δίψα τους. Στις όχθες τους τα πουλιά χτίζουν φωλιές , ανάμεσα στους θάμνους κελαηδούνε. Ποτίζεις τα βουνά απ’ τα ψηλά σου δώματα , απ’ τους καρπούς των έργων σου χορταίνει η γη. Κάνεις χορτάρι να βλασταίνει για τα ζώα κι άλλα φυτά για να καλλιεργεί ο άνθρωπος , για να βγάζει από τη γη τροφή Κρασί για να του δίνει ευθυμία , το λάδι , ώστε το πρόσωπό του να λαμποκοπά και το ψωμί για να τον δυναμώνει. Θα χορτάσουνε τα μεγάλα δέντρα του Κυρίου, οι κέδροι του Λιβάνου , που εκείνος φύτεψε. Εκεί τα πουλιά χτίζουν φωλιές , του πελαργού η κατοικία στις κορφές τους. Βουνά ψηλά για τ’ αγριοκάτσικα , βράχοι για καταφύγιο των ασβών. Έκανες  το φεγγάρι για το μέτρημα του χρόνου , ο ήλιος ξέρει πότε πάει στη δύση του. Φέρνεις σκοτάδι και γίνεται νύχτα , ώρα όπου όλα τριγυρνούν τα ζωντανά του δάσους. Βρυχιούνται λιονταρόπουλα να βρουν κάτι ν’ αρπάξουν, από σένα γυρεύουνε τροφή. Με την ανατολή του ήλιου αποτραβιούνται , μες στις σπηλιές τους παν’ ν’ αναπαυτούν. Βγαίνει ο άνθρωπος να πάει στη δουλειά του και με τα έργα του ως το βράδυ να ασχοληθεί. Πόσο πολλά τα έργα σου είναι , Κύριε! Τα  ‘κανες όλα με σοφία, με όσα έφτιαξες εσύ , γέμισε η γη! Να, η μεγάλη κι η πλατιά η θάλασσα εκεί μέσα κινούνται αναρίθμητα ζώα, μικρά όπως και μεγάλα. Εκεί καράβια ταξιδεύουν, κι ετούτος ο Λεβιάθαν, που τον έφτιαξες  για να παίζει σ’ αυτήν Αυτά  όλα από σένα περιμένουν , για να τους δώσεις την τροφή τους στην κατάλληλη στιγμή. Τους την παρέχεις και αυτά συνάζουν, τη χούφτα σου ανοίγεις και αυτά χορταίνουν αγαθά. Κρύβεις το πρόσωπό σου, τρέμουνε, παίρνεις πίσω το Πνεύμα σου, πεθαίνουν και χώμα ξαναγίνονται. Στέλνεις και πάλι το Πνεύμα σου και δημιουργούνται κι ανακαινίζεις το πρόσωπο της γης . Ας είναι αιώνια η δόξα του Κυρίου, ας χαίρεται  ο Κύριος για τα έργα του! Ρίχνει το βλέμμα του στη γη κι εκείνη τρέμει, αγγίζει τα βουνά και βγάζουνε καπνό. Όσο θα ζω στον Κύριο θα ψάλλω, όσο θα υπάρχω το Θεό θα υμνολογώ. Ας του είναι το τραγούδι μου ευχάριστο, εγώ στον Κύριο θα βρίσκω την χαρά μου. Ας εξαφανιστούν από τη γη οι αμαρτωλοί και πια οι ασεβείς να μην υπάρχουν. Τον Κύριο ευλόγησε, ψυχή μου! Αινείτε τον Κύριο!

ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΜΕΛΛΟΝΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Οι προφήτες της Π.Δ προφητεύουν ότι η αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με την κτίση θα έρθει ως συνέπεια της αποκατάστασης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό θα είναι το έργο του Ιησού Χριστού ο οποίος θα είναι η «ράβδος εκ της ρίζης Ιεσαί» : (Ησαΐας 11,1 ) : «Ένα κλωνάρι θα φυτρώσει από τον κορμό του Ιεσσαί κι ένα κλαδί θα ξεπροβάλει (θα καρποφορήσει ) από τις ρίζες του». (Ησαΐας 11,5-10 ) : « Η δικαιοσύνη κι η πιστότητα θα ΄ναι  γι’ αυτόν  σαν το ζωνάρι που τυλίγει τη μέση του. Τότε θα κάθεται ο λύκος παρέα με το αρνί και θα κοιμάται ο πάνθηρας με το κατσίκι  αντάμα. Το μοσχαράκι και το λιονταρόπουλο θα βόσκουνε μαζί και ένα μικρό παιδί θα τα οδηγάει . Η αγελάδα κι η αρκούδα την ίδια θα ΄χουνε βοσκή και τα μικρά τους το ίδιο λημέρι, το λιοντάρι θα τρέφεται καθώς και το βόδι με άχυρο. Το βρέφος άφοβα θα παίζει στη φωλιά της έχιδνας, το νήπιο που μόλις αποκόπηκε από της μάνας του το γάλα θα απλώνει το χεράκι του στης κόμπρας την σπηλιά. Κανένας δε θα προξενεί στον άλλον βλάβη ούτε κακό πουθενά στο όρος το άγιο του Θεού, γιατί η γνώση του Κυρίου τη χώρα θα σκεπάζει όπως σκεπάζουν τα νερά τη θάλασσα. Σαν έρθει εκείνη η μέρα, το βλαστάρι από τη ρίζα του Ιεσσαί εκεί θα στέκεται για τους λαούς σημαία. Τα έθνη θα ΄ρχονται να του ζητάνε συμβουλή και κατοικία του θα είν’ η δόξα του Κυρίου». Το εσχατολογικό αυτό όραμα του προφήτη Ησαΐα δεν ερμηνεύτηκε από τους πατέρες της Εκκλησίας απλώς ως αποκάλυψη της μελλοντικής, στα έσχατα, αποκατάστασης των σχέσεων  Θεού-ανθρώπου-κτίσης με τον άνθρωπο να συμμετέχει παθητικά στα γεγονότα. Αλλά ερμηνεύτηκε και ως πηγή έμπνευσης για τους πιστούς που οφείλουν  να εργαστούν από τώρα για να μεταμορφώσουν, με την χάρη του Θεού, τον κόσμο κατά το πρότυπο του ερχόμενου κόσμου που περιγράφει ο  προφήτης Ησαΐας. Ως τέτοια υποδείγματα πιστών η Εκκλησία έχει να παρουσιάσει τους Αγίους της:

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΣΩΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΝ ΚΤΙΣΗ:

1. Αρχιμ. Σωφρονίου: «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Σκέψεις του Γέροντα για τα φυτά και τα ζώα, για το κάλλος του κόσμου, σελ 99: Ο μακαριστός Γέροντας ήταν για μας θείο δώρο κι εξαιρετικό φαινόμενο. Ήταν ο τύπος του γνήσιου χριστιανού, που μας κατέπληξε με την τελειότητά του. Στο πρόσωπό του βλέπαμε την αρμονική σύνθεση δύο, θα έλεγε κανείς, ασυμβίβαστων άκρων. Έτσι βλέπαμε την ασυνήθιστη για τέτοιου είδους ανδρείους ανθρώπους συμπόνια για κάθε τι ζωντανό, για κάθε κτίσμα. Κι η ευσπλαχνία αυτή έφτανε σε τέτοια όρια, που δημιουργούσε φυσικά τη σκέψη πως πρόκειται για παθολογική συναισθηματικότητα. Συγχρόνως, όμως, συναντούσαμε και την άλλη πλευρά του πνεύματος, που έκανε φανερό πως και το προηγούμενο δεν ήταν παθολογικό φαινόμενο, αλλά αληθινά υπερφυσικό μεγαλείο και ευσπλαχνία κατά χάριν. Ο Γέροντας φρόντιζε ακόμα και για τα φυτά. Πίστευε πως κάθε κακομεταχείριση που τα βλάπτει είναι αντίθετη με τη διδαχή της χάρης. Θυμάμαι μια φορά που βάδιζα μαζί του το μονοπάτι που οδηγούσε από τη Μονή στο καλύβι, όπου πέρασα ένα έτος. Αυτή η καλύβα απέχει περίπου ένα χιλιόμετρο από το Μοναστήρι. Ο Γέροντας ερχόταν να δει την κατοικία μου. Κρατούσα ραβδιά, όπως συνηθίζεται στις ορεινές περιοχές. Και στις δυο πλευρές από το μονοπάτι φύτρωναν αραιά ψηλά αγριόχορτα. Με τη σκέψη να μην αφήσω τα χόρτα να κλείσουν το μονοπάτι, χτύπησα με το ραβδί ένα βλαστό στην κορφή του, ώστε να εμποδίσω την ωρίμανση των σπόρων. Η χειρονομία μου φάνηκε βάναυση στο Γέροντα και κούνησε ελαφρά με αμηχανία το κεφάλι του. Κατάλαβα τι σήμαινε αυτό και ντράπηκα.     . O Γέροντας έλεγε πως το Πνεύμα του Θεού διδάσκει τη συμπόνια για όλη την κτίση, ώστε να μην κόβουμε ούτε τα φύλλα του δέντρου «χωρίς ανάγκη»: –          «Να, ένα πράσινο φύλλο πάνω στο δέντρο, και εσύ το έκοψες χωρίς ανάγκη. Αν και δεν είναι αμαρτία, πώς να το πω, προκαλεί οίκτο. Η καρδιά μου έμαθε ν’ αγαπά, λυπάται όλη την κτίση». Αυτή όμως η συμπόνια για το πράσινο φύλλο του δέντρου ή για το αγριολούλουδο που πατούμε, συνδυάζονταν μέσα του με την πιο ρεαλιστική αντιμετώπιση όλων των πραγμάτων του κόσμου. Ως χριστιανός ήξερε πως όλη η κτίση δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τον άνθρωπο. Γι αυτό όταν «είναι ανάγκη», ο άνθρωπος μπορεί να επωφεληθεί απ’ όλα. Ο ίδιος θέριζε το σανό, έκοβε ξύλα στο δάσος, αποθήκευε ξύλα για τον χειμώνα, έτρωγε ψάρια. Eίναι αξιοσημείωτες στα γραπτά του Γέροντα οι σκέψεις και τα αισθήματά του για τα ζώα. Ήταν πραγματικά εκπληκτική η συμπόνια του για κάθε κτίσμα, όπως συμπεραίνουμε απ’ όσα διηγείται:  πόσο πολύ έκλαψε για την   «τραχύτητά του προς την κτίση», όταν «χωρίς ανάγκη» σκότωσε μια μύγα ή έριξε ζεστό νερό σε μια νυχτερίδα που κατοίκησε στο μπαλκόνι του καταστήματός του ή πως «λυπήθηκε την κτίση και κάθε δημιούργημα που πάσχει», όταν αντίκρισε στο δρόμο ένα κατακομμένο φίδι. Το ίδιο εκπληκτική όμως ήταν και η απομάκρυνσή του από κάθε δημιούργημα, όταν κυριαρχούσε μέσα του η φλογερή ορμή του για το Θεό. Για τα ζώα και τα τετράποδα έλεγε πως είναι «γη» και δεν πρέπει να προσκολλάται σ’ αυτήν ο νους του ανθρώπου. Γιατί ο άνθρωπος οφείλει ν’ αγαπά το Θεό μ’ όλη τη διάνοια  και μ’ όλη την καρδιά και μ’ όλη τη δύναμή του, δηλαδή μ’ όλο το είναι του, λησμονώντας τη γη. Την προσκόλληση των ανθρώπων στα ζώα, που παρατηρούμε πολλές φορές και που φτάνει καμιά φορά ως τη «φιλία», ο Γέροντας την θεωρούσε διαστροφή της τάξεως που έθεσε ο Θεός  και αντίθετη προς τη φυσική κατάσταση του πρωτοπλάστου (Γεν. β’ 20). Να χαϊδεύεις τη γάτα μουρμουρίζοντας «γατούλα, γατούλα» ή να παίζεις και να μιλάς με το σκύλο παύοντας να σκέφτεσαι το Θεό, ή φροντίζοντας για τα ζώα να λησμονείς τον πλησίον σου ή και να μαλώνεις εξαιτίας τους με τους ανθρώπους, όλα αυτά αποτελούσαν για τον Γέροντα παράβαση των εντολών του Θεού, η πιστή τήρηση των οποίων αναδεικνύει τέλειο τον άνθρωπο. Σ’ ολόκληρη την Καινή Διαθήκη δεν βρίσκουμε ούτε ένα χωρίο που να διηγείται πως ο Κύριος προσήλωσε την προσοχή του στα ζώα κι όμως αυτός αγαπούσε πραγματικά όλη την κτίση Του. Η πραγμάτωση αυτής της τέλειας ανθρωπότητας κατ’ εικόνα του ανθρώπου – Χριστού είναι ο προορισμός μας, που ανταποκρίνεται στα φύση μας, στο κατ’ εικόνα Θεού. Γι’ αυτό θεωρούσε ο Γέροντας την ψυχική προσκόλληση και το πάθος για τα ζώα σαν υποτίμηση της ανθρώπινης υπάρξεως. Να, τι γράφει σχετικά: «Μερικοί προσκολλώνται στα ζώα, έτσι όμως προσβάλλουν τον Δημιουργό γιατί ο άνθρωπος κλήθηκε να ζει αιώνια μαζί με τον Κύριο, να βασιλεύει μαζί Του και ν’ αγαπά το Ένα Θεό. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να έχει πάθος για τα ζώα, αλλά μόνο να έχει καρδιά συμπονετική για κάθε δημιούργημα». Έλεγε πως τα πάντα δημιουργήθηκαν για να τα χρησιμοποιεί ο άνθρωπος και γι’ αυτό, όταν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να επωφελείται από όλα όσα υπάρχουν στην κτίση. Αλλά ταυτόχρονα  οφείλει να φροντίζει όλη τη δημιουργία. Γι’ αυτό  κάθε βλάβη που προξενείται στα ζώα, ακόμα και στα φυτά, είναι αντίθετη προς το νόμο της χάρης, όπως και κάθε  προσκόλληση προς τα ζώα είναι αντίθετη προς τις εντολές του Θεού. Όποιος αγαπά αληθινά τον άνθρωπο και πενθεί στις προσευχές του για όλο τον κόσμο, αυτός ποτέ δεν προσκολλάται στα ζώα. Το κάλλος του ορατού κόσμου ενθουσίαζε την ψυχή του Γέροντα. Αυτόν τον ενθουσιασμό του δεν τον εκδήλωνε όμως με χειρονομίες ούτε με στάσεις του σώματος. Μπορούσες να τον αντιληφθείς μόνον από την έκφραση του προσώπου και από τον τόνο της φωνής του. Μ’ αυτό το συγκρατημένο και καθόλου επιδεικτικό ύφος  γινόταν ακόμα πιο αισθητό το βάρος του βιώματος του. Συγκεντρωμένος στον εσωτερικό άνθρωπο, επρόσεχε λίγο τον εξωτερικό κόσμο. Όταν όμως έστρεφε το βλέμμα του στην ομορφιά του κόσμου, έβρισκε μια νέα αφορμή να θεωρήσει τη δόξα του Θεού και να ξαναστρέψει την καρδιά στο Θεό. Στο σημείο αυτό έμοιαζε με τα παιδιά,  όλα του προκαλούσαν έκπληξη. Σωστά παρατηρεί στις σημειώσεις του πως όποιος έχασε τη χάρη δεν αισθάνεται όπως  πρέπει  την ομορφιά του κόσμου και τίποτε δεν του κάνει εντύπωση. Όλη η ανείπωτα θαυμάσια δημιουργία του  Θεού δεν τον συγκινεί. Αντίθετα, όταν η χάρη του Θεού είναι με τον άνθρωπο, τότε όλα τα πράγματα του κόσμου είναι μια έκπληξη για την καρδιά, εξαιτίας της ασύλληπτης ομορφιάς του. Κι η ψυχή διαβαίνει από την θεωρία του ορατού κάλλους στην κατάσταση που αισθάνεται την παρουσία του ζωντανού Θεού αισθητή σ’ όλα τα κτίσματα. Έβλεπε ο Γέροντας τα σύννεφα, τη θάλασσα, τα βουνά, τα δάση, τα λιβάδια, τα δέντρα και θαύμαζε την ομορφιά τους. Έλεγε πως είναι ακόμα και σ’ αυτό τον ορατό κόσμο μεγαλόπρεπη η δόξα του Δημιουργού,  το να δεις όμως με το άγιο Πνεύμα τη δόξα του ίδιου του Κυρίου, αυτό είναι ασύγκριτο θέαμα που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη φαντασία.

  1. Άγιος Ισαάκ ο Σύρος Τι είναι ‘’ καρδιά συμπονετική’’.

Όταν ρώτησαν τον αββά Ισαάκ, «τι εστί καρδία ελεήμων;» εκείνος απάντησε με τα εξής συγκλονιστικά: Είναι μια καρδιά που καίγεται για ολόκληρη την κτίση, για τους ανθρώπους, για τα όρνια, για τα ζώα, για τους δαίμονες και για όλα τα κτίσματα. Με την ανάμνηση και τη θέα τους τρέχουν από τα μάτια του ανθρώπου τα δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή αγάπη που συνέχει την καρδιά του δεν μπορεί να ανεχθεί ή να ακούσει ή να δει κάποια καταστροφή ή κάποια μικρή λύπη να γίνεται μέσα στην κτίση. Γι’ αυτό και για τα άλογα ζώα και για τους εχθρούς της αλήθειας και γι΄ αυτούς που τον βλάπτουν και για τα ερπετά κάθε στιγμή  προσφέρει  προσευχή με τα δάκρυα, για να τους διαφυλάξει και να τους ελεήσει ο Θεός.

  • Το ευχολόγιο της εκκλησίας… Το ευχολόγιο είναι το λειτουργικό βιβλίο της Εκκλησίας που περιέχει τις ακολουθίες του Νυχθημέρου και τις υπόλοιπες ιεροτελεστίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται ευχές που επικαλούνται το έλεος (αγάπη) του θεού για χάρη των φυτών, χώρων,  του κα

ιρού, οικιακών σκευών, μηχανημάτων και γενικά όλων των αναγκαίων για τη ζωή του ανθρώπου. Παραθέτουμε μεταφρασμένα αποσπάσματα από το Μικρό ευχολόγιο, έκδοση Αποστολικής Διακονίας της      Εκκλησίας της Ελλάδας

1.Ευχή Αγίου Μόδεστου για άρρωστα ζώα ,  σελ 366 : … Άκουσε με προσοχή αυτήν την δέησή μου και διώξε κάθε θανατηφόρα ασθένεια και βλάβη από τα ζώα ( βόδια , αγελάδες , άλογα , γαϊδούρια, μουλάρια , πρόβατα, κατσίκες, μέλισσες) , και από τα υπόλοιπα ζώα , που υπηρετούν την ζωή των δούλων σου, που επικαλούνται Εσένα τον δοτήρα όλων των αγαθών … Και δώσε ειρήνη σταθερή, αύξηση των ζώων , αφθονία σιταριού , κρασιού, και λαδιού, άφεση αμαρτιών σε όλους, σωματική υγεία και την αιώνια σωτηρία των ψυχών. Ναί Κύριε Ιησού Χριστέ, σκύψε πάνω στα ίδια σου τα σπλάχνα, λυπήσου τα άρρωστα ζώα που τα θερίζει μαζικά το δρεπάνι του θανάτου,  που επειδή δεν μπορούν να μιλήσουν, μόνο με το μούγκρισμά τους και τις λυπητερές, άναρθρες, κραυγές τους φανερώνουν θλιβερά την ασθένεια και τον πόνο τους , για να προκαλέσουν την συμπάθεια των λογικών . Εάν ο δίκαιος άνθρωπος συμπονά τις ψυχές των ζώων του, πώς δεν θα τα συμπονέσεις και Συ ο δημιουργός τους και προπονητής; … 2.

Εξορκισμός σε κήπους, αμπελώνες και χωράφια του Αγίου Μάρτυρα Τρύφωνα , σελ 353: … Βλέποντας λοιπόν εγώ ο ελάχιστος Τρύφων να σαπίζουν οι καρποί και εξαιτίας αυτού να εξολοθρεύονται και οι άνθρωποι , αφού καταστρέφονταν εντελώς οι καρποί της γης, των χωραφιών, των αμπελιών των κήπων, των λαχανικών και όλων των δένδρων, ταράχτηκα, και προσευχήθηκα στον Κύριο και Θεό μου να αφανιστούν όλα τα θηρία που καταστρέφουν τους κήπους και τα χωράφια, τα αμπέλια και τα παρόμοια φυτά και λαχανικά… Και γονατίζοντας να προσευχηθώ σήκωσα τα χέρια μου προς τον Θεό… αλλά και εγώ ο ίδιος τα δέσμευσα (τα θηρία) με όρκο…να μην βλάψετε το αμπέλι, ούτε  τον τόπο ούτε τον κήπο των δένδρων και των λαχανικών του δούλου του θεού (του τάδε), αλλά φύγετε στα άγρια βουνά, στα άκαρπα δένδρα τα οποία σας χάρισε ο Θεός για να τρέφεστε καθημερινά…

3. Ευχή για το μετάξι, σελ. 373 : …Ναι, Κύριε Θεέ μας, σε παρακαλούμε, στρέψε το βλέμμα σου πάνω σε αυτόν τον μεταξοσκώληκα, που κάνει τέτοια θαυμαστή εργασία, και ευλόγησέ τον, και φύλαξέ τον από κάθε δηλητηρίαση και μαγεία, και από κάθε κακό μάτι και βλέμμα βλαπτικό. Χάρισε σε αυτούς που τον επεξεργάζονται να μην κοπιάζουν μάταια αλλά αξίωσέ τους να γεμίσουν πλουσίως από αυτήν την δωρεά και ευλογία σου…

4. Ευχή για αρρώστια βοοειδών, σελ. 364 : …Απομάκρυνε από αυτά (τα ζώα), πολυεύσπλαχνε Κύριε, κάθε ασθένεια, και τον κίνδυνο του θανάτου, που εξαιτίας των αμαρτιών μας επέβαλες και σ’ αυτά, και κάνε τα υγιή και εύρωστα και γλίτωσέ τα από κάθε ασθένεια και την τυραννία του διαβόλου και από κάθε παγίδα και βλάβη των εχθρών, και θανατική πνοή και μολυσματική νόσο και περιφρούρησέ τα, Κύριε, με τους αγίους σου Αγγέλους…

5. Ευχή για την κακοκαιρία και τρικυμία θάλασσας, σελ 378: … Εσύ που έδωσες σ’ αυτήν την ορατή και αισθητή κτίση τα μέτρα και τους κανόνες και τα όρια, τις αρμονίες και την τάξη, τις αλλαγές των καιρών και την πορεία του ήλιου, αρμονικά ενώνοντας τα στοιχεία την συγκρατείς με το νεύμα σου ακατανόητα, και την οδηγείς στην σταθερότητα και την συνοχή… Επανάφερε την κτίση σου στην φυσική αρμονία και τάξη η οποία ξεστράτισε θλιβερά προς το παρά φύσιν (αταξία) εξ αιτίας της παρά φύσιν αταξίας και απείθειας της παράνομης και κακής συμπεριφοράς μας…

6. Ευχή για το άνοιγμα πηγαδιού, σελ 350: ….Κύριε Θεέ μας… και χάρισε μας σε αυτόν τον τόπο νερό πόσιμο διαυγές και άφθονο για τις ανάγκες μας, αβλαβές για την απόλαυση…. Στις παραπάνω ευχές, και σε όσες παραλείψαμε, φαίνεται καθαρά το ενδιαφέρον -μέχρι στοργής- της Εκκλησίας για την υλική δημιουργία -άψυχη και έμψυχη- αφού είναι δώρο του θεού στον άνθρωπο. Φαίνεται όμως και η ευθύνη του ανθρώπου για την κακοπάθεια της κτίσης (ευχή 4,5). Έτσι ο σκοπός των ευχών αυτών, αλλά και όλης της προσευχής και των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας, είναι να επανεντάξει τον άνθρωπο και την κτίση στην θεραπευτική επενέργεια της χάρης του θεού (θείας ενέργειας) για την οποία μίλησε ο Παναγιώτατος Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος στην ομιλία που αποσπάσμά  της παραθέσαμε.

  • Απόσπασμα από την ομιλία της Α.Θ.Π του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ Βαρθολομαίου Α΄, κατά την τελετή της ανακηρύξεώς του σε Επίτιμο Διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. (27-10-1994) (Εκκλησιαστική αλήθεια 16-12-1994 σελ 3).Κάθε σύνδεση των σημερινών οικολογικών αιτημάτων προστασίας του περιβάλλοντος με θεολογικές προϋποθέσεις, μοιάζει με προσπάθεια παράδοξη και εκκεντρική. Η οικολογία αντιπροσωπεύει στις συνειδήσεις, επιδιώξεις πρακτικής και χρηστικής στρατηγικής. Αντιθέτως η θεολογία και η θεολογική κοσμολογία, και μόνον ως λεκτικοί όροι συνδέονται αυτονόητα για τους πολλούς με αφηρημένες θεωρητικές αναζητήσεις. Παραπέμπουν σε συνειρμούς δογμάτων και ιδεολογημάτων, ασχέτων με την πρακτική της ζωής και με τα προβλήματά της.Η σύγχρονη οικολογία, ως θεματική επιστημονικής έρευνας αλλά και με την μορφή κινημάτων σταυροφορίας για την σωτηρία του γήινου οικοσυστήματος, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις επικεντρώσεως του ανθρώπινου ενδιαφέροντος στην πρακτική χρησιμότητα. Η λογική της προστασίας του περιβάλλοντος προβάλλεται ως καθαρά χρηστική ωφελιμοθηρική λογική: Εάν δεν προστατεύσουμε το φυσικό περιβάλλον, η δική μας επιβίωση γίνεται ολοένα δυσχερέστερη και προβληματική, ενώ πολύ σύντομα θα απειληθεί και η ίδια η παρουσία του ανθρώπινου είδους πάνω στον πλανήτη μας.  Ο κίνδυνος εκφυλισμού ή και αφανισμού του ανθρώπινου γένους διαγράφεται από μέρα σε μέρα απειλητικός.Μέσα στο πλαίσιο της προφανέστατης αυτής λογικής, το φυσικό περιβάλλον εννοείται ως αναγκαία και ικανή συνθήκη της ανθρώπινης επιβίωσης, αλλά συνθήκη ή πλαίσιο χρηστικώς νοούμενο. Ο προβληματισμός περιορίζεται στον τρόπο της χρήσης. Δεν ενδιαφέρει η καταγωγή και η αιτία της φυσικής πραγματικότητας, ούτε αναζητείται «νόημα» που να ερμηνεύει την κοσμική ευταξία και αρμονία, την σοφία και το κάλλος της φύσης. Πιθανόν τα φυσικά όντα να δημιουργήθηκαν από άγνωστη «ανώτερη δύναμη», πιθανόν να είναι προϊόντα ανεξήγητης «τυχαιότητας» ή αυτοματικής δυναμικής – επίσης ανεξήγητης – που υπάρχει σύμφυτη στη συγκρότηση της ύλης. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι η ερμηνεία της αιτίας και του σκοπού που δίνει νόημα στα υπαρκτά. Η σημασία των υπαρκτών περιορίζεται μόνο στην χρησιμότητα και ωφελιμότητά τους για τον άνθρωπο. Τα οικολογικά κινήματα σήμερα, ξεκινώντας από την χρηστική αυτή λογική, απαιτούν τον καθορισμό κανόνων χρήσης της φύσης από τον άνθρωπο. Η οικολογία φιλοδοξεί να είναι μια πρακτική ηθική της ανθρώπινης συμπεριφοράς απέναντι στο φυσικό περιβάλλον. Αλλά όπως και κάθε άλλη ηθική, προκαλεί και η οικολογία το ερώτημα : Ποιος και με ποια αυθεντία καθορίζει τους κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ποια λογική καθιστά υποχρεωτικούς τους κανόνες αυτούς, από ποια πηγή αντλούν την εγκυρότητά τους; Ο ορθολογισμός της χρηστικής σκοπιμότητας και ωφελιμοθηρίας είναι μάλλον η μόνη απάντηση των οικολόγων στο ερώτημα αυτό. Η ορθότητα της οικολογικής ηθικής συμπεραίνεται από την προφανή χρηστικότητά της. Είναι λογικά αδιαμφισβήτητο ότι για να επιβιώσει στην γη το ανθρώπινο είδος, απαιτούνται συνθήκες φυσικού περιβάλλοντος που επιτρέπουν την ανθρώπινη επιβίωση. Ο ορθολογισμός, όμως, της χρηστικής σκοπιμότητας και ωφελιμοθηρίας οδήγησε και στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Δεν καταστρέφει ο άνθρωπος το περιβάλλον κινούμενος από ανόητο μαζοχισμό. Το καταστρέφει  στην προσπάθειά του να εκμεταλλευθεί την φύση, προκειμένου να εξασφαλίσει περισσότερες ευκολίες και ανέσεις για την καθημερινή ζωή. Η λογική της καταστροφής του περιβάλλοντος είναι ακριβώς η ίδια με την λογική της προστασίας του περιβάλλοντος. Και οι δύο «λογικές» αντιμετωπίζουν την φύση αποκλειστικά ως χρηστικό δεδομένο. Δεν αποδίδουν σ’ αυτήν κάποιο διαφορετικό νόημα. Κινούνται στο ίδιο επίπεδο οντολογικής ερμηνείας της φυσικής πραγματικότητας – ή ορθότερα, στο κενό της εκούσιας παράκαμψης κάθε οντολογικής ερμηνείας. Συνεπώς, η διαφορά την οποία εμφανίζουν οι δύο «λογικές» ( της καταστροφής και της προστασίας του οικοσυστήματος) είναι μόνο ποσοτική: Οι οικολόγοι απαιτούν περιορισμένη και ελεγχόμενη εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος, ποσοτική μείωση, η οποία θα επιτρέψει την πλέον μακροπρόθεσμη εκμετάλλευση του. Ζητούν ορθολογικό περιορισμό της αλόγιστης χρήσης, δηλαδή, ένα είδος χρησιμοθηρικού ορθολογισμού «ορθότερου» από χρησιμοθηρικό ορθολογισμό της σημερινής εκμετάλλευσης της φύσης. Ζητούν χρησιμοθηρική «εγκράτεια» στην χρησιμοθηρία. Ποιος όμως και με ποια μέτρα θα ορίσει αυτήν την πληρέστερη ποσοτική ορθότητα μέσα στο πλαίσιο της ίδιας και μονότροπης χρηστικής λογικής;  Το αίτημα, μολονότι εμφανίζεται ως άκρως ορθολογικό, είναι εξ ορισμού, αλλά και στην πράξη ανορθόλογο. Είναι εξ ορισμού αντιφατικό, διότι δεν είναι δυνατόν η χρησιμοθηρία να αντιμάχεται την χρησιμοθηρία. Και είναι στην πράξη ανορθόλογο, διότι η πλειοψηφία του πληθυσμού της γης δεν δέχεται να στερηθεί τις ευκολίες και ανέσεις, τις οποίες εξασφάλισε η καταστροφή του περιβάλλοντος σε μια ελάχιστη μειονότητα «προηγμένων» κοινωνιών. Για να διασωθεί το αίτημα των οικολόγων, απαιτείται λογική άλλη, ικανή να υποκαταστήσει την λογική της χρησιμοθηρίας. Να θεμελιωθεί το αίτημα σε εντελώς διαφορετική σκοπιμότητα. Στον αλτρουισμό λόγου χάριν του ενδιαφέροντος για την τύχη των επομένων γενεών, ή στην απαίτηση «ποιότητας» της ζωής που δεν κρίνεται από την καταναλωτική ευχέρεια και πλησμονή. Απαιτούνται, δηλαδή, καθολικά αποδεκτές σκοπιμόμητες μη-χρηστικές. Και στον καθορισμό μη-χρηστικών σκοπιμοτήτων είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να συμφωνήσουν όλοι οι άνθρωποι με κριτήρια μόνον  ορθολογικά. Πρέπει να γεννηθούν στον άνθρωπο διαφορετικές ανάγκες και άλλη ιεράρχηση  αναγκών. Και διαφορετικές ανάγκες προκύπτουν μόνον, όταν στην συνείδηση του ανθρώπου η φύση , ο κόσμος, αποκτήσουν άλλο νόημα , όχι αποκλειστικά χρηστικό. Οι μονοθεϊστικές θρησκευτικές παραδόσεις διασώζουν άποψη της φυσικής πραγματικότητας όχι αποκλειστικά χρηστική. Ο κόσμος σ’ αυτές τις παραδόσεις είναι δημιούργημα του  Θεού. Η χρήση του κόσμου από τον άνθρωπο συνιστά έμπρακτη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό , εφόσον ο Θεός παρέχει και ο άνθρωπος δέχεται τα φυσικά αγαθά ως προσφορά της θεϊκής αγάπης. Δύο βασικές συνέπειες προκύπτουν από αυτήν την εκδοχή : Πρώτη συνέπεια , ότι η χρήση του κόσμου δεν είναι αυτοσκοπός για τον άνθρωπο, άλλα είναι ο τρόπος της σχέσεις του με τον Θεό.  Εάν ο άνθρωπος μετατρέψει την χρήση του κόσμου σε εγωκεντρική απληστία εκμετάλλευσης σε καταδυνάστευση και καταστροφή φύσεως, τότε αρνείται και αναιρεί την δική του ζωτική σχέση με τον Θεό , σχέση προορισμένη να συνεχισθεί στην αιωνιότητα Δεύτερη συνέπεια : ο κόσμος , ως δημιούργημα του Θεού , παύει να είναι για τον άνθρωπο ουδέτερο αντι-κείμενο χρήσης. Ενσαρκώνει τον λόγο του Δημιουργού τους, όπως και κάθε καλλιτέχνημα ενσαρκώνει τον λόγο του καλλιτέχνη . Τα αντικείμενα της φυσικής πραγματικότητας φέρνουν την σφραγίδα της σοφίας, και της αγάπης του Δημιουργού τους, είναι λόγοι του Θεού που καλούν τον άνθρωπο σε διάλογο με τον Θεό. Ωστόσο , είναι δεδομένο ιστορικό γεγονός ότι η σημερινή άποψη  του κόσμου ως ουδέτερου αντικειμένου χρήσης, το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να κατεξουσιάσει για την εγωκεντρική του απόλαυση, αποτελεί άποψη που γεννήθηκε και διαμορφώθηκε στους κόλπους της Χριστιανικής Ευρώπης. Θα απαιτούσε ειδική διατριβή η ανάλυση των ιστορικών συνθηκών και των θεωρητικών προϋποθέσεων, οι οποίες οδήγησαν την Χριστιανική Ευρώπη στην υποκατάσταση της σχέσης ανθρώπου και κόσμου με την αντίληψη της απεριόριστης κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στο κόσμο. Οι λόγοι της διαφοροποίησης αυτής δεν είναι άσχετοι με τους λόγους που προκάλεσαν το οδυνηρό Σχίσμα του 11ου αιώνα : την αποκοπή της Δυτικής Χριστιανοσύνης από το ενιαίο σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Γεγονός παραμένει ότι η ζητούμενη σήμερα αλλαγή στάσης του ανθρώπου απέναντι στο φυσικό περιβάλλον προϋποθέτει αλλαγή του νοήματος, το οποίο αποδίδει ο άνθρωπος στην ύλη και στον κόσμο. Η οικολογία δεν θα εμπνεύσει σεβασμό της φύσης, εάν δεν εκφράσει διαφορετική κοσμολογία από αυτήν που επικρατεί σήμερα στον πολιτισμό μας, απαλλαγμένη από τον αφελή υλισμό όσο και από τον εξίσου αφελή ιδεαλισμό. Θα επιχειρήσουμε επιγραμματικά να επισημάνουμε την δυνατότητα της ορθόδοξης εκκλησιαστικής κοσμολογίας να συμβάλλει στην άκρως επίκαιρη αυτή αναζήτηση. Οι ακροθιγείς μας επισημάνσεις στηρίζονται στα έργα κυρίως του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού και του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς που συμβάλλουν ουσιαστικά στο πρόβλημα. Επίκεντρο της πατερικής συμβολής αποτελεί η εισαγωγή μιας τρίτης οντολογικής κατηγορίας για την ερμηνεία του υπαρκτικού γεγονότος και της αιτιώδους αρχής του:  Είναι η κατηγορία των Ενεργειών, η οποία προστίθεται στο ζεύγος Ουσίας και Υπόστασης, κυρίαρχο στις οντολογικές αναλύσεις της φιλοσοφίας.

    Παρόλο που η αφετηρία προβληματισμού της εκκλησιαστικής σκέψης ήταν κυρίως θεολογική, θα αντλήσουμε αναλογίες από την ανθρωπολογική εμπειρία ικανές να μας διασαφηνίσουν σήμερα καθαρότερα τις οντολογικές αυτές κατηγορίες : Μιλάμε για την ουσία του ανθρώπου , αναφερόμενοι στον κοινό τρόπο μετοχής κάθε ανθρώπου στην ύπαρξη, στο είναι. Λέμε ότι ο άνθρωπος είναι ύπαρξη ορθοβαδιστική , γελαστική , λογική , ποιητική-δημιουργική, έχει φαντασία , κρίση , θέληση,  αγαπητική ικανότητα , κλπ. Όλα αυτά είναι γνωρίσματα της κοινής ουσίας ( ή φύσεως ) του ανθρώπου. Αλλά τα κοινά γνωρίσματα της ουσίας , τα οποία η ατομική ύπαρξη υποστασιάζει , είναι πραγματικές υπαρκτικές δυνατότητες , γνωρίσματα του τρόπου με τον οποίο ενεργείται κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Μιλάμε έτσι για τις ενέργειες της ουσίας ( ή φύσεως ), αναφερόμενοι στο γεγονός των υπαρκτικών δυνατοτήτων της ουσίας ( ή φύσεως ). Κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ενεργείται δυναμικά , είναι ενεργούμενο γεγονός σωματικών και ψυχικών λειτουργιών, δυνατοτήτων λόγου , θελήσεως, φαντασίας , κρίσεως κλπ. Κάθε ανθρώπινη ατομικότητα υποστασιάζει τις κοινές ενέργειες της ανθρώπινης φύσης κατά  τρόπο μοναδικό , ανόμοιο και ανεπανάληπτο. Κάθε άνθρωπος έχει λόγο , θέληση , φαντασία , κρίση, κλπ., όμως καθένας επί μέρους άνθρωπος λέει, νοεί, θέλει, φαντάζεται, κρίνει κατά τρόπο μοναδικό , ανόμοιο και ανεπανάληπτο. Οι ενέργειες επομένως της ανθρώπινης φύσης συνιστούν οντολογικό γεγονός,  όχι μόνο επειδή   χαρακτηρίζουν τον κοινό τρόπο υπάρξεως των ανθρώπων , αλλά και επειδή καθιστούν υποστατικό τον τρόπο αυτό . Οι ενέργειες , υποστασιαζόμενες στο πρόσωπο, συγκροτούν και αποκαλύπτουν την απόλυτη υπαρκτική ετερότητα του υποκειμένου. Γνωρίζουμε το ανθρώπινο υποκείμενο , την ετερότητα της ύπαρξής του, χάρη στις ενέργειες δια των οποίων πραγματοποιείται και εκδηλώνεται η  υποκειμενικότητα του. Γνωρίζουμε τον μουσουργό Johan Sebastian Bach ακούγοντας τι μουσικές   του συνθέσεις , γνωρίζουμε τον ζωγράφο Rembrand μέσω των πινάκων ζωγραφικής του. Οι ήχοι της μουσικής του Bach ή τα υλικά και τα χρώματα των πινάκων του Rembrand είναι διαφορετικής ουσίας από την ανθρώπινη ουσία των δύο καλλιτεχνών. Όμως η ποιητική (δημιουργική) ενέργεια του καλλιτέχνη, που αποκαλύπτει την υποστατική του ετερότητα, ενεργείται και μέσω ετερογενών ουσιών. Η μουσική, τα χρώματα, η γραφή, το μάρμαρο, ο πηλός, ενεργούν τον λόγο του μουσικού, του ζωγράφου, του συγγραφέα, του γλύπτη. Αποκαλύπτουν το πρόσωπο του καλλιτέχνη, την υπαρκτή του ταυτότητα και ετερότητα. Το οντολογικό περιεχόμενο της κατηγορίας των υποστατικών ενεργειών επιτρέπει να αποδώσουμε την οντολογική «αρχή» της ύλης και του κόσμου σε προσωπικό Θεό. Όχι στην Ουσία του  Θεού, (γεγονός που θα οδηγούσε σε πανθεϊσμό), αλλά στις υποστατικές Ενέργειες του Θεού. Οι θείες Ενέργειες αποκαλύπτουν τον λόγο της προσωπικής ετερότητας του Θεού, λόγο που ενεργείται μέσω την ύλης, ουσίας τελείως διαφορετικής του Θεού. Δεκαπέντε περίπου αιώνες πριν την θεωρεία των Quanta στη σύγχρονη Φυσική, η ελληνική εκκλησιαστική σκέψη διαβεβαίωνε ότι η ύλη είναι ενέργεια «συνδρομή λογικών ποιοτήτων», κτιστό αποτέλεσμα της άκτιστης θείας Ενέργειας. Η κατά την ουσία διαφορά κτιστού και άκτιστου δεν αποκλείει και δεν εμποδίζει το κτιστό να ενεργείται  και την υποστατική ετερότητα του προσωπικού Θεού-Λόγου. Ακριβώς όπως οι ήχοι και τα χρώματα, μολονότι ουσίες ετερογενείς του ανθρώπου, ενεργούν τον λόγο της δημιουργικής ενέργειας και της υποστατικής ετερότητας του Bach ή του Rembrand. Μόνο όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίσουν την ύλη και όλη την φύση ως δημιούργημα προσωπικού Δημιουργού, μόνον τότε η χρήση της ύλης και όλης της φύσης συνιστά όντως σχέση και όχι μονότροπη κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στην φυσική πραγματικότητα. Τότε μόνο θα καταστεί δυνατόν να μιλάμε για «οικολογική ηθική», η οποία δεν αντλεί τον κανονιστικό της χαρακτήρα από συμβατικούς ορθολογικούς κώδικες, αλλά απ’ την ανάγκη του ανθρώπου να αγαπά και να αγαπιέται μέσα σε πλαίσιο προσωπικής σχέσης. Ο λόγος του κάλλους των κτισμάτων είναι κλήση την οποία απευθύνει ο Θεός στον άνθρωπο, κλήση σε σχέση προσωπική και κοινωνία ζωής με Αυτόν. Σχέση ζωτική και ζωοποιός. Η σύγχρονη οικολογία θα μπορούσε τότε να είναι η έμπρακτη απάντηση του ανθρώπου στην κλήση του Θεού, η έμπρακτη μετοχή στην σχέση με Αυτόν. Αρκεί όμως η οντολογική αποσαφήνιση του νοήματος της ύλης και του κόσμου για να προκληθεί διαφορετική σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την ύλη και τον κόσμο; Ασφαλώς όχι. Για να φτάσει ο άνθρωπος να αντιμετωπίζει την φύση με τον σεβασμό και το δέος , με το οποίο αντιμετωπίζει μια προσωπική καλλιτεχνική δημιουργία, η θεωρητική αποσαφήνιση πρέπει να γίνει βιωματική επίγνωση και κοινωνική στάση. Και στο σημείο αυτό ο ρόλος της κοινωνικής δυναμικής που κυοφορείται στην εκκλησιαστική παράδοση και κοινότητα μπορεί να είναι αποφασιστικός Αρκεί  να καθαρθεί η εκκλησιαστική συνείδηση από την αλλοτρίωση της σε ιδεολογικό εποικοδόμημα και από τον αδρανή εφησυχασμό της στην συντήρηση θεσμικών τύπων.

         Η μεγάλη πρόκληση, την οποία καλείται να αξιοποιήσει η ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση σήμερα, είναι τα εκπληκτικά δεδομένα της σύγχρονης φυσικής επιστήμης, η νέα συναρπαστική κοσμολογία, που προκύπτει απ’ την μελέτη της κβαντομηχανικής : Η ενεργειακή εκδοχή της ύλης, η σχετικότητα χώρου και χρόνου ως συναρτήσεως της παρουσίας της ύλης, η ολοένα σαφέστερη ανθρωποκεντρική σκοπιμότητα του σύμπαντος. Η γλώσσα της φυσικής επιστήμης σήμερα μας εμφανίζει την συμπαντική πραγματικότητα ως λόγο ενεργούμενο που δεν εντοπίζεται υποστατικά παρά μόνο στην συνάντησή του με τον ανθρώπινο προσωπικό λόγο.

         Εάν υπάρχει μέλλον για τα οικολογικά αιτήματα των σύγχρονων καιρών, το μέλλον αυτό στηρίζεται, πιστεύουμε, στην ελεύθερη συνάντηση της ιστορικής εμπειρίας του ζώντος Θεού μέσα στην Εκκλησία με την εμπειρική πιστοποίηση του λόγου Αυτού που ενεργείται μέσα στην φύση.

    Σας ευχαριστούμε θερμώς.

     

    Σημείωση: 

    γελαστική: ύπαρξη που μπορεί να γελά

    Ετερότητα: διαφορετικότητα, το να είναι κάποιος ανεπανάληπτος, μοναδικός.

    Ορθοβαδιστική: ύπαρξη που μπορεί να βαδίζει όρθια

    Υποστασιάζω:  δίνω υπόσταση, ενσαρκώνω, κάνω κάτι πραγματικό.

    Ωφελιμισμός (ή χρησιμοθηρία): Φιλοσοφική άποψη που υποστηρίζει ότι οι πράξεις των ανθρώπων πρέπει να στοχεύουν στο ωφέλιμο, στο πρακτικά χρήσιμο, στο ευχάριστο και στην αποφυγή όλων των δυσάρεστων καταστάσεων, του πόνου κλπ.  Ο ωφελιμισμός απορρίπτει την ανιδιοτέλεια ή τα πνευματικά ιδανικά. Χωρίζεται σε ατομικό ωφελιμισμό που ζητάει το συμφέρον του ατόμου και απορρίπτει τις αλτρουιστικές πράξεις και σε κοινωνικό ωφελιμισμό ο οποίος τοποθετεί το συμφέρον της κοινωνίας και του συνόλου πιο μπροστά από το ατομικό. Επειδή όμως, στην πράξη, ο πολιτισμός μας είναι ατομοκρατικός, ο ατομικός ωφελιμισμός καταντά κυρίαρχος.

     

    .

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Τα σχόλια είναι κλειστά.