Άρθρα: synaxari9

Το Ευαγγέλιο της Εορτής της Γεννήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου

 
Λουκ. 10,38 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.
Λουκ. 10,38 Καθώς δε ο Κυριος με τους μαθητάς του επήγαιναν προς την Ιερουσαλήμ, εμπήκε ο Ιησούς εις ένα χωριό. Καποια δε γυναίκα, ονόματι Μαρθα, τον υπεδέχθη στο σπίτι της.
Λουκ. 10,39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ.
Λουκ. 10,39 Είχε δε αυτή και αδελφήν, ονόματι Μαρίαν, η οποία εκάθισε κοντά εις τα πόδια του Ιησού και ήκουε την διδασκαλίαν του.
Λουκ. 10,40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται.
Λουκ. 10,40 Η δε Μαρθα, από την μεγάλην της επιθυμίαν και προθυμίαν να περιποιηθή αξίως τον διδάσκαλον, απερροφάτο από τας πολλάς ασχολίας. Εις κάποιαν στιγμήν εστάθη κοντά στον Ιησούν και είπε· “Κυριε, δεν σε μέλει που η αδελφή μου με αφήκε μονήν να ετοιμάσω τα του φαγητού δια σε και τους μαθητάς σου; Πες της λοιπόν να με βοηθήση”.
Λουκ. 10,41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά·
Λουκ. 10,41 Απήντησε δε ο Ιησούς και είπε· “Μαρθα, Μαρθα, εφορτώθηκες πολλές φροντίδες, ταλαιπωρείσαι και κουράζεσαι δια να ετοιμάσης πολλά.
Λουκ. 10,42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς.
Λουκ. 10,42 Ενα όμως είναι το χρησιμώτερον και απαραίτητον, η πνευματική τροφή, την οποίαν προσφέρω εγώ. Η δε Μαρία εδιάλεξε την καλήν μερίδα, την πνευματικήν, η οποία και δεν θα της αφαιρεθή ποτέ από κανένα. Διότι αι ωφέλειαι από την πνευματικήν τροφήν είναι αιώνιαι και αναφαίρετοι”.
Λουκ. 11,27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.
Λουκ. 11,27 Ενώ δε έλεγε αυτά, κάποια γυναίκα από το πλήθος ενθουσιασμένη από την διδασκαλίαν του, έβγαλε φωνήν μεγάλην και είπε· “μακαρία η κοιλία που σε εβάσταξε και οι μαστοί, τους οποίους εθήλασες. Μακαρία η μητέρα, που σε εγέννησε και σε έθρεψε”.
Λουκ. 11,28 αὐτὸς δὲ εἶπε· μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.
Λουκ. 11,28 Και αυτός είπε· “βεβαίως μακαρία είναι η μητέρα μου, αλλά επίσης μακάριοι είναι όλοι όσοι ακούουν τον λόγον του Θεού και τον φυλάσσουν”.

«Ἡ εὐλάβεια ποὺ δείχνει ἡ Ἐκκλησία στὴν Παναγία ριζώνει στὴν ὑπακοή της στὸν Θεό, στὴν ἑκούσια ἐπιλογή της νὰ δεχθεῖ μιὰ πρόσκληση ἀδύνατη στὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνέκαθεν τόνιζε τὴ σύνδεση τῆς Παναγίας μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ χαίρεται γι’ αὐτὴν καὶ τὴ θεωρεῖ ὡς τὸν καλύτερο, καθαρότερο καὶ πιὸ ὑπέροχο καρπὸ τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας καὶ τῆς ἀναζητήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, τῆς ἀναζητήσεως τοῦ ἔσχατου νοήματος, τοῦ ἔσχατου περιεχομένου τῆς ζωῆς τοῦ ἄνθρωπου.

Ἂν στὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία περιστράφηκε γύρω ἀπὸ τὴν ἀειπαρθενία της, ἡ καρδιὰ τῆς εὐλάβειας, τῆς σκέψεως καὶ τῆς ἀγάπης τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς πρὸς τὴν Παναγία, ὑπῆρξε πάντοτε ἡ Μητρότητά της, ἡ σχέση σαρκὸς καὶ αἵματος ποὺ εἶχε μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ Ἀνατολὴ χαίρεται ποὺ ὁ ρόλος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βασικὸς στὸ θεῖο σχέδιο. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στὴ γῆ, ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται γιὰ νὰ λυτρώσει τὸν κόσμο, γίνεται ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἐνσωματώσει τὸν ἄνθρωπο στὴ θεϊκή του κλήση, καὶ σ’ αὐτὸ συμμετέχει ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα.

Ἂν ἀντιληφθοῦμε πὼς ἡ κοινὴ φύση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ δική μας εἶναι ἡ μεγαλύτερη χαρὰ καὶ τὸ μεγαλύτερο βάθος τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι γνήσιος ἄνθρωπος κι ὄχι κάποιο φάντασμα ἢ κάποιο ἀσώματο φαινόμενο, ὅτι εἶναι κάποιος ἀπό μᾶς καὶ παραμένει αἰωνίως ἑνωμένος μαζί μας μέσω τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς Του, τότε ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία γίνεται κατανοητὴ, ἐπειδὴ αὐτὴ τοῦ προσέφερε τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴ σάρκα καὶ τὸ αἷμα Του. Αὐτὴ δίνει τὴ δυνατότητα στὸν Χριστὸ νὰ ὀνομάζεται πάντοτε «Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου».

Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου… ὁ Θεὸς ποὺ κατῆλθε κι ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐξαγιαστεῖ, νὰ μπορέσει νὰ γίνει κοινωνὸς «θείας φύσεως» (Β’ Πέτρου 1, 4), ἤ, σύμφωνα μὲ τὴν ἔκφραση τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, νὰ «θεωθεῖ».

Ἀκριβῶς ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τὴν ἐξαιρετικὴ ἀποκάλυψη τῆς αὐθεντικῆς φύσεως καὶ κλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, βρίσκεται ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τρυφεράδας ποὺ περιβάλλει τὴ Θεοτόκο, ὡς σύνδεσμό μας μὲ τὸν Χριστό, καὶ μέσῳ Αὐτοῦ μὲ τὸν Θεό. Πουθενὰ δὲ ἄλλου δὲν ἀντικατοπτρίζεται αὐτὸ καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι στὴ γέννηση τῆς Θεοτόκου.

Σὲ κανένα ὅμως σημεῖο τῆς ἁγίας Γραφῆς δὲν ἀναφέρεται τίποτε γι’ αὐτὸ τὸ γεγονός. Γιατί ὅμως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφέρεται; Ὑπάρχει κάτι τὸ ἀξιόλογο, κάτι τὸ ἰδιαίτερα μοναδικὸ στὴ συνηθισμένη γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ, σὲ μία γέννα ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες; Ἂν ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἄρχισε νὰ μνημονεύει τὸ γεγονὸς μὲ μιὰ ἰδιαίτερη ἑορτή, αὐτὸ δὲν ἔγινε ἐπειδὴ ἡ γέννα καθαυτὴ ἦταν κάτι τὸ μοναδικὸ ἢ θαυματουργικὸ ἢ ἀσυνήθιστο γεγονός. Τὸ ἀντίθετο, μάλιστα.

Τὸ ὅτι εἶναι τόσο συνηθισμένο γεγονὸς ἀποκαλύπτει μιὰ φρεσκάδα καὶ μιὰ λάμψη ὅσον ἀφορᾶ τὸ καθετὶ ποὺ ἀποκαλοῦμε «ρουτίνα» καὶ συνηθισμένο, καὶ δίνει νέο βάθος στὶς «ἀσήμαντες» λεπτομέρειες τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Τί παρατηροῦμε στὴν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς, ὅταν τὴν ἀντικρίζουμε μὲ τὰ πνευματικά μας μάτια; Πάνω σ’ ἕνα κρεβάτι εἶναι ξαπλωμένη μιὰ γυναίκα, ἡ Ἄννα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ποὺ μόλις ἔχει γεννήσει μία κόρη. Δίπλα της εἶναι ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ, ὁ Ἰωακείμ, σύμφωνα πάλι μὲ τὴν ἴδια παράδοση. Λίγες γυναῖκες στέκονται ἐκεῖ κοντά, ποὺ πλένουν τὸ νεογέννητο γιὰ πρώτη φορά. Τὸ πιὸ συνηθισμένο, δηλαδή, καὶ ἀπαρατήρητο γεγονός.

Ἢ δὲν εἶναι ἔτσι; Μήπως ἡ Ἐκκλησία θέλει, μέσα ἀπ’ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, νὰ μᾶς πεῖ πὼς ἡ κάθε γέννα, ἡ εἴσοδος κάθε νέου ἀνθρώπου στὸν κόσμο καὶ στὴ ζωή, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα μέγιστο θαῦμα, ἕνα θαῦμα ποὺ διαρρηγνύει κάθε ρουτίνα, ἐπειδὴ σημαδεύει τὴν ἀρχὴ κάποιου γεγονότος δίχως τέλος, τὴν ἀρχὴ μιᾶς μοναδικῆς καὶ ἀνεπανάληπτης ζωῆς, τὴν ἀρχὴ ἑνὸς νέου προσώπου;

Μὲ κάθε γέννα ὁ κόσμος δημιουργεῖται, κατὰ μία ἔννοια, ἐξ ἀρχῆς, καὶ προσφέρεται ὡς δῶρο σ’ αὐτὸν τὸ νέο ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι ἡ ζωή του, ὁ δρόμος του, ἡ δημιουργία του.

Κατ’ ἀρχάς, αὐτὴ ἡ γιορτὴ δὲν εἶναι παρὰ ἕνας γενικὸς ἑορτασμὸς τῆς γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, καί, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν θυμόμαστε πλέον τὴν ἀγωνία «διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰωαν. 16,21).

Δεύτερον, τώρα γνωρίζουμε αὐτὸν τοῦ ὁποίου τὴν ἰδιαίτερη γέννηση καὶ τὸν ἐρχομὸ ἑορτάζουμε: τὴν Παναγία. Γνωρίζουμε τὴ μοναδικότητα, τὴν ὀμορφιά, τὴ χάρη ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, τὸν προορισμό του, τὴ σημασία του γιά μᾶς καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.

Καὶ τρίτον, γιορτάζουμε ὅλους ὅσοι προετοίμασαν τὸν δρόμο τῆς Παναγίας, ποὺ συνέβαλαν στὸ νὰ κληρονομήσει τὴ χάρη καὶ τὴν ὀμορφιά. Σήμερα πολλοὶ ἄνθρωποι μιλοῦν γιὰ κληρονομικότητα, ἄλλα μόνο μὲ μία ἀρνητική, ὑποδουλωτικὴ καὶ αἰτιοκρατικὴ ἔννοια. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει σὲ μία θετικὴ καὶ πνευματικὴ κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλωσύνη, πόσες γενιὲς ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίστηκαν νὰ ζήσουν τὴν ἁγιότητα, δὲν χρειάστηκαν πρὶν τὸ δένδρο τῆς ἱστορίας μπορέσει νὰ βγάλει ἕνα τέτοιο ὑπέροχο καὶ εὐωδιαστὸ λουλούδι -τὴν Παρθένο Παναγία! Γι’ αὐτὸ ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεώς της εἶναι ἕνας ἑορτασμὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἑορτασμὸς τῆς πίστεως στὸν ἄνθρωπο, ἕνας ἑορτασμὸς τοῦ ἄνθρωπου.

Δυστυχῶς ὅμως, ἡ κληρονομιὰ τοῦ κακοῦ εἶναι πολὺ πιὸ ὁρατὴ καὶ γνωστὴ σήμερα. Ὑπάρχει τόσο κακὸ γύρω μας, ὥστε αὐτὴ ἡ πίστη στὸν ἄνθρωπο, στὴν ἐλευθερία του, στὴ δυνατότητά του νὰ παραδίδει στὶς μελλοντικὲς γενιὲς μία φωτεινὴ κληρονομιὰ καλοσύνης ἔχει σχεδὸν ἐξατμιστεῖ κι ἔχει ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸν κυνισμὸ καὶ τὴν ὑποψία…

Αὐτὸς ὁ ἐχθρικὸς κυνισμὸς καὶ ἡ ἀποθαρρυντικὴ ὑποψία εἶναι ἀκριβῶς ὅ,τι μᾶς κάνει ν’ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὴ γιορτάζει, μὲ τέτοια χαρὰ καὶ πίστη, τὴ γέννηση ἑνὸς κοριτσιοῦ, στὸ ὁποῖο συγκεντρώνεται ὅλη ἡ καλοσύνη, ἡ πνευματικὴ ὀμορφιά, ἡ ἁρμονία καὶ ἡ τελειότητα, ποὺ εἶναι στοιχεῖα τῆς γνήσιας ἀνθρώπινης φύσεως.

Μέσα ἀπ’ αὐτὸ τὸ νεογέννητο κορίτσι, ὁ Χριστὸς -τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἡ συνάντηση μαζί Του – ἔρχεται ν’ ἀγκαλιάσει τὸν κόσμο. Ἑορτάζοντας ἔτσι τὴ γέννηση τῆς Παναγίας, βρισκόμαστε ἤδη στὸν δρόμο πρὸς τὴ Βηθλεέμ, κινούμενοι πρὸς τὸ χαρμόσυνο μυστήριο τῆς Παναγίας ὡς Θεοτόκου.»

Αλ. Σμέμαν

Μέγας Φώτιος  :

Στη Γέννηση της Υπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου.

«Σήμερα η Παρθένος μητέρα γεννιέται από στείρα μητέρα και ευτρεπίζεται το παλάτι του ερχομού του Δεσπότου Χριστού. Σήμερα σπάζουν τα δεσμά της στειρότητας και σφραγίζονται τα κλείθρα της Παρθένου. Γιατί εκείνα με τα οποία η άγονη μήτρα και τα νεκρά σπλάχνα για παιδοποιΐα έδωσαν παρ’ ελπίδα ωραίο καρπό, με αυτά μνηστεύεται και το αδιάφθορο της παρθενίας και με ολοφάνερα έργα προαγγέλλεται το θαύμα της κυοφορίας. Γιατί είναι υπερφυσικό θαύμα γέννηση χωρίς μεσολάβηση άνδρα και διατήρηση της παρθενίας μετά τη γέννηση. Επίσης νικά τους νόμους της φύσης και η στείρα που συλλαμβάνει μετά τα γηρατειά της και γεννά και με όσα θαυμαστά έργα γίνονται προοιμιάζεται η γέννηση της Παρθένου.
Σήμερα η Άννα θερί­ζει τον καρπό που προήλθε από τον ονειδισμό της ατεκνίας και η οικουμένη απολαμβάνει τα καρποφόρα στάχυα της χαράς. Ο Ιωακείμ ονομάζεται πατέρας του παιδιού, και εμείς παίρνουμε ως αρραβώνα την τιμή της υιοθεσίας. Σήμερα η Παρθένος προβάλ­λει από άγονα σπλάχνα, και η στειρότητα διαδέχεται τις πηγές της αμαρτίας, και το σύνολο της συναγωγής των Ιουδαίων χη­ρεύει, και τα παιδιά προβάλλουν από τους κόλπους της Εκκλησίας, τα οποία αυξάνουν και πληθαίνουν κατά τρόπο θεϊκό για τον νυμφίο Χριστό. Η Παρθένος προέρχεται από άγονη μήτρα, που και όταν ακόμα είναι γόνιμη η γέννηση είναι παράδο­ξη. Ω πόσο μεγάλο θαύμα! Όταν εξέλειπε ο χρόνος της σποράς, τότε έφτασε ο καιρός της καρποφορίας, όταν σβήσθηκε η φλόγα της επιθυμίας, τότε άναψε η λαμπάδα της τεκνοποιΐας. Η νεότη­τα δεν έδωσε άνθος, και προβάλλουν βλαστό τα γηρατειά· δεν φάνηκε εξόγκωση της κοιλιάς όταν ήταν η φύση στην ακμή της, και προβάλλει αειπάρθενο βρέφος ως γέννημα υπερήλικης μήτρας.
 Αλλ’ απορείς, άνθρωπε, αν γέννησε η στείρα, και πολυερευνάς αυτά που έπρεπε να θαυμάζεις, που πρέπει να μας προκαλούν θαυμασμό, παρά να θεωρούμε μηδαμινό αυτό που θαυμάζεται, και λογομαχείς, πώς μπορεί να γεννήσει στείρα; Αν είναι στείρα δεν γεννά, κι αν γεννά δεν είναι στείρα. Και πώς στήθη που στέγνωσαν γίνονται πάλι πηγή γάλακτος; Αν το γήρας δεν είναι στη φύση του να θησαυρίζει αίμα, πώς αυτό που δεν έλαβαν οι θηλές το λευκαίνουν σε γάλα; Και πώς μήτρα που αδρανοποιήθηκε λειτουργεί και ζωογονεί και συγκροτεί και τρέ­φει το έμβρυο; Αυτά εσύ μηχανορραφείς κατά του εαυτού σου και της σωτηρίας σου. Και ποιός είσαι; Γιατί δεν θα ήταν δυνατό να είσαι από τους πιστούς και άξιους του θαύματος· ούτε βέβαια, ούτε θα παρασυρθεί να απιστήσει ο πιστός με εκείνα που συντελούν στην πίστη, αλλά ο Ιουδαίος.
Η Σάρα δηλαδή πώς ή πού σε παρακαλώ εξέπεσε στις ελπίδες της; Άραγε δεν είδε τον Ισαάκ υιό των γηρατειών και της στειρότητάς της; Αν η Άννα σου προκαλεί σύγχυση και ταράζει τους λογισμούς σου, πιο πολύ πρέπει η Σάρα, γιατί για πρώτη φορά συνέβη σ’ αυτήν. Αν αυτό σε κάνει να αμφιβάλλεις, δεν αντιλαμβάνεσαι ότι παρα­γράφεις το άλλο από τη συγγένειά σου και κόβεις τις ρίζες από τις οποίες είναι δυνατό να έχεις κλάδο, και δεν ελέγχεσαι ότι έχεις καταπέσει από τους Ιουδαϊκούς νόμους;
Από παλαιά λοιπόν, αν και η ανθρώπινη φύση ήταν υποδουλωμένη στη δύναμη των προγονικών αμαρτημάτων, η γέννη­ση της απογόνου παρέχει λαμπρά τα συνθήματα, υποσαλπίζοντας ότι ο καθαιρέτης τους θα τη βγάλει από την τυραννίδα και θα την απαλλάξει από την δουλεία. Γι’ αυτό και ο Αδάμ μαζί με την Εύα, αφού καθάρθηκαν από εκείνους τους παλαιούς ρύπους της παράβασης και απέρριψαν την κατήφεια και τη σκυθρωπότητα, με ελεύθερη φωνή και βλέμμα χοροστατούν χαρούμενοι στην πανήγυρη της Παρθένου και μάλλον έχουν γίνει οι κο­ρυφαίοι του χορού. Γιατί αυτοί από τους οποίους έγινε η σπορά της αμαρτίας που φύτρωσε σαν παράσιτο στο γένος και το νό­θευσε, αυτοί μάλλον είναι δίκαιο τώρα που ξεριζώνεται, αυτοί να είναι αρχηγοί της χαράς και της χοροστασίας και να πλησιάζουν και να συγκαλούν τους απογόνους εκείνων.
Επειδή δη­λαδή από τους πρώτους παραβάτες μεταδόθηκε το αρρώστημα της παράβασης σε όλους και όλοι έχουν ανάγκη της όμοιας θε­ραπείας, κι αφού η παγκόσμια σωτηρία θεμελιώνεται σήμερα με τη γέννηση της Παρθένου, έπρεπε να οργανώσουμε κοινή και πάνδημη την πανήγυρη, και να ανακρούσουμε δημόσιες και υπερ­κόσμιες τις ευχαριστήριες ωδές· γιατί η παγκοσμιότητα της σωτηρίας απαιτεί υπερκόσμια την ευχαριστία.
Ας αναπέμψουμε λοιπόν ευχαριστήριες ωδές, επειδή ο Αδάμ αναδημιουργείται και η Εύα ανακαινίζεται, μαζί με αυτόν και η κατάρα διαλύεται και η ανθρώπινη φύση μας, αποβάλλοντας το νεκρό και δερμάτινο πρόσωπο της αμαρτίας, αναμορφώνεται στην αρχαία τιμή της δεσποτικής εικόνας. Ας αναπέμψουμε ευχαριστήριες ωδές και ας συγκροτήσουμε πάνδημους χορούς, επειδή προερχόμενη η Παρθένος από άγονα σπλάχνα, αγιάζει την άγονη μήτρα της φύσης, εμβολιάζοντας την ακαρπία της με την πλούσια καρποφορία αρετών. Γιατί για όσα χρειάστηκαν στον Κύριο όλων και γεωργό τα ρείθρα των αχράντων αιμάτων της για την άρδευση όλης της καταξηραμένης ζύμης, με αυτά αναδέχεται εύλογα και την ευλογία της καρποφορίας.
Η κλίμα­κα που ανεβάζει στους ουρανούς κατασκευάζεται και η γήινη φύση, υπερπηδώντας τα όριά της, εγκαθίσταται στις ουράνιες κατοικίες. Ο δεσποτικός θρόνος ετοιμάζεται επάνω στη γη, τα επίγεια αγιάζονται, τα τάγματα των ουρανών συναναστρέφο­νται μαζί με μας, και ο πονηρός, που στην αρχή μας απάτησε κι έγινε ο αρχιτέκτονας της εναντίον μας επιβουλής, δέχεται τη συντριβή των δόλων και των τεχνασμάτων του που έχουν αποσαθρωθεί χάνοντας την ισχύ τους.
Ποιος μπορεί να διηγηθεί τα θαυμαστά έργα του Θεού; Ποιος λόγος θα εκφράσει τη δύναμη των πέρα από το λόγο πραγμάτων; Και πώς κάθε νους δεν θα παραλύσει προσπαθώ­ντας να κατανοήσει το μέγεθος των έργων; Κατ’ αρχάς έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο κινούμενος από άφατο πλούτο φιλανθρωπίας, δίνοντας στο πλάσμα τη χάρη να φέρει τη δύναμη και την εικόνα του πλάστη του, από τα οποία το ένα δήλωνε την ευγένεια της σάρκας, ενώ το άλλο του πνεύματος. Ο παράδεισος, πράγμα ευχάριστο κι αγαπητό, φυτευόταν στ’ ανατολικά, μοσχοβολώ­ντας από άνθη λειβαδιών και όντας κατάμεστος από ωραίους και ποικίλους καρπούς δένδρων· ποτάμια επίσης κυλώντας ενδιάμε­σα και ποτίζοντας με καθαρά νερά την έκταση, προσέδιδαν απί­θανη ομορφιά στον τόπο.
Σ’ αυτόν ο πλάστης εγκαθιστά  το φιλοτέχνημα της δεσποτικής παλάμης, κάνοντάς το κύριο όλων και παρουσιάζοντάς το να περιβάλλεται από άφθονα αγαθά. Έπειτα του έδωσε σύζυγο αφού την απέσπασε από την πλευρά του με γέννα ανέκφραστη, ώστε, αυτόν από τον οποίο είχε ληφθεί, αυτόν να αναγνωρίζει, τον δανειστή της, ως κεφαλή και να είναι προσηλωμένη, έχοντας στη σκέψη της την υποχρέωσή της και με το σύνδεσμο της φύσης να δημιουργηθεί σ’ αυτούς ο σύν­δεσμος της ομόνοιας.
Αλλ’ αφού χάρισε την απόλαυση και την κυριαρχία σε όλα τα αγαθά του παραδείσου, επειδή έπρεπε αυτός στον οποίον είχε εμπιστευθεί το μέγεθος μιας τέτοιας και τόσο μεγάλης εξου­σίας να παιδαγωγηθεί και να ασκηθεί και με κάποια εντολή, του δίνει ένα νόμο, σύμφωνα με τον οποίο ούτε δύσκολο ήταν να ζήσει, ούτε ευκολότατο να τον φυλάξει στο σύνολό του, και με βάση αυτόν θα κέρδιζε την αμοιβή ή την καταδίκη του. Χω­ρίζοντας, δηλαδή με το λόγο του, κάποιο φυτό από τα άλλα από όσα ανθούσαν ωραιότητα, του δίνει την εντολή που απαγόρευε να φάει από αυτό μόνο.
Θηρίο όμως πονηρό και αρχή του κακού, το οποίο η πράξη ονόμασε διάβολο, βάζοντας στο μάτι τον άνθρωπο αμέσως από τη δημιουργία του, χρησιμοποιώντας σαν όργανό του άλλο θηρίο από τα ερπετά και απευθύνοντας στη γυναίκα λόγο απατηλό και θελκτικό και ρίχνοντας στο νομοθέτη πολλή βλασφημία, πείθει τη γυναίκα και μέσω αυτής το σύζυγό της, να αδιαφορήσουν για την εντολή και να φάνε από αυτό που είχε θεσπιστεί να μη φάνε. Κι αυτοί, την ίδια στιγμή, και την προσταγή παρέβαιναν και έχαναν όλα τα χαρίσματα, πράγ­μα που ήταν ο σκοπός του επίβουλου. Γιατί γι’ αυτό το σκοπό είχε γίνει όλη αυτή η μηχανορραφία. Κι από τότε, μεταφερόμενο το παράπτωμα από τους προγόνους στους απογόνους, είχε ο επιβουλευτής μας υποδουλωμένο στην εξουσία του όλο το γένος.»
Σεπ 12
23
Κάτω από (synaxari9) από στις 23-09-2012

Γράφει ο π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

α) Ο Ιωάννης Θεολόγος, που τιμάται από την Εκκλησία στις 26 Σεπτεμβρίου, ως αγαπημένος μαθητής του Χριστού, βίωσε πολλά θαυμαστά γεγονότα κοντά του. Πολλά από αυτά διέσωσε στο Ευαγγέλιο και τις επιστολές του, ενώ παρέλειψε άλλα.Στην Αποκάλυψη, επίσης, περιγράφει τα έσχατα ως παρόντα, την ανηφορική πορεία της Εκκλησίας, τη διαρκή πάλη των χριστιανών με τον αρχέκακο όφι, τον διάβολο, και τον θρίαμβο με την έλευση της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. β) Όπως έχει γραφεί, «σε κανένα άλλο κείμενο της παγκόσμιας φιλολογίας δεν καταδικάζεται με δριμύτητα και πειστικότητα, όση στην Αποκάλυψη, η θεοποίηση και εκπόρνευση της εξουσίας: πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής. Οι βασιλείς της γης, και οι έμποροι της γης, που τελικά αυτοί είναι οι μεγιστάνες, κλαίνε και μύρονται· οι πρώτοι χάνουν (με την πτώση της Βαβυλώνας, που είναι σύμβολο κυριαρχίας) την εγωκεντρική και πλεονεκτική κυριαρχία, και οι δεύτεροι βλέπουν να εξανεμίζονται τα πολύτιμα φορτία των αγορών τους. Και όλα αυτά τα δεινά οδηγούν στην συγκλονιστική κάθαρση της απολύτρωσης» (Ν. Ματσούκας). γ) Αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη: «Υπάρχουν κι άλλα πολλά που έκανε ο Ιησούς, που, αν γραφτούν ένα προς ένα, ούτε ο κόσμος ολόκληρος δε θα χωρούσε τα βιβλία που θα ’πρεπε να γραφτούν» (Ιωάν. 21,25). Εδώ σαφώς υπάρχει κάποια υπερβολή, που φανερώνει το πλήθος των πεπραγμένων από τον Κύριο, όπως σημειώνει ο ερμηνευτής Ζιγαβινός. Κι από την άλλη επισημαίνει ότι «ου χωρεί αυτά ο κόσμος… ου διά πλήθος συγγραμμάτων, αλλά διά μέγεθος πραγμάτων»! δ) Και πράγματι, πώς να κατανοήσει κάποιος την πνευματική δύναμη της χριστιανικής αγάπης, την οποία περιγράφει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο και τις επιστολές του, όταν καθημερινά δηλητηριάζει τη ζωή του με φθόνο, αδικία και μίσος; Πώς να αντιληφθεί το νόημα της φοβερής, σαγηνευτικής και επίκαιρης Αποκάλυψης, όταν βλέπει τη ζωή του μόνο εγκοσμιοκρατικά και οικονομοκεντρικά; ε) Ο Κλήμης Αλεξανδρεύς διηγείται ότι σε κάποια πόλη ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είχε βαπτίσει έναν νέο και τον εμπιστεύθηκε στον επίσκοπό της. Σε επόμενη επίσκεψή του πληροφορήθηκε ότι ο νέος έγινε αρχηγός ληστών. Τότε, για να τον συναντήσει, παραδόθηκε στους ληστές. Ο αρχηγός τους, δηλαδή ο νέος, μόλις τον αντίκρισε τράπηκε από ντροπή σε φυγή. Εκείνος τον ακολουθούσε λέγοντας: «Γιατί φεύγεις παιδί μου; Έχεις ακόμα ελπίδα ζωής. Αν χρειαστεί θα πεθάνω για σένα. Ο Κύριος με έστειλε, πίστεψέ με». στ) Συντετριμμένος ο νέος πέταξε τα όπλα και με δάκρυα στα μάτια έπεσε στα πόδια του Ιωάννη ζητώντας συγχώρηση. Ταυτόχρονα έκρυβε το δεξί του χέρι, με το οποίο είχε διαπράξει πλήθος αμαρτιών. Τότε ο άγιος Ιωάννης πήρε το χέρι αυτό, που είχε καθαρθεί από τη μετάνοια, και το κατασπαζόταν! Τον οδήγησε στην Εκκλησία, προβάλλοντάς τον ως παράδειγμα έμπρακτης μετάνοιας. ζ) Έλεγε ο γέροντας Παΐσιος για τη θεία αλλοίωση που είχε υποστεί ο Ιωάννης: «Μήπως ο Χριστός αγαπούσε τον Ιωάννη περισσότερο από τους άλλους μαθητές; Όχι, αλλά ο Ιωάννης αγαπούσε τον Χριστό περισσότερο από ό,τι οι άλλοι μαθητές, και γι’ αυτό καταλάβαινε την αγάπη του Χριστού καλύτερα. Είχε πολλή χωρητικότητα και χωρούσε την αγάπη του Χριστού. Και όσο περισσότερη αγάπη του έδινε ο Χριστός, τόσο περισσότερο του έλιωνε την καρδιά». Όποιος ανοίξει τα μάτια της ψυχής και διώξει το νέφος των παθών, κατανοεί την αγάπη του Θεού και τηρεί φιλότιμα τις εντολές του. Δεν φοβάται δουλικά τα σημεία των καιρών, αλλά προσμένει με πόθο την ανατολή «του Αστέρος του λαμπρού, του πρωινού» (βλ. Αποκ. 22,16).

Eις την Σοφίαν.
Eυφραίνεται νυν ως Δαβίδ ψάλλων λέγει,
Mήτηρ κατ’ ευχάς η Σοφία εν τέκνοις.

Eις την Πίστιν, Eλπίδα και Aγάπην.
Τῇ πρὸς σὲ πίστει Πίστις, Ἐλπίς, Ἀγάπη,
Αἱ τρεῖς, Τριάς, κλίνουσιν αὐχένας ξίφει.

Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ἀγάπην τάμον, Ἐλπίδα, Πίστιν.

Βιογραφία
Η Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (117 – 138 μ.Χ.). Οι τρεις θυγατέρες της Αγίας Σοφίας, πήραν τα ονόματα τους από το χωρίο της Καινής Διαθήκης: «νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.» ( Α’ Κορινθίους. 13:13).

Η Αγία Σοφία, τίμια και θεοσεβής γυναίκα, γρήγορα χήρεψε και με τις τρεις κόρες της ήλθε στη Ρώμη. Εκεί καταγγέλθηκαν ως φημισμένες χριστιανές. Τότε ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι οι τέσσερις γυναίκες ήταν χριστιανές και διέταξε να τις συλλάβουν.

Αφού απομόνωσαν τη μητέρα, άρχισαν να ανακρίνουν τις κόρες. Πρώτη παρουσιάστηκε στο βασιλιά η δωδεκάχρονη Πίστη. Με δελεαστικούς λόγους ο Ανδριανός προσπάθησε να πείσει την Πίστη να αρνηθεί το Χριστό και θα της χορηγούσε τα πάντα, για να ζήσει ευτυχισμένη ζωή, αλλά αντιμετώπισε το άκαμπτο φρόνημα της νεαρής. Τα λόγια της Αγίας Γραφής αποτέλεσαν δυναμική απάντηση της Πίστης: «ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ» (Γαλ. 2: 20) δηλαδή «ζω εμπνεόμενη από την πίστη μου στον Χριστό, που με αγάπησε και έδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου». Τότε, μετά από βασανιστήρια, την αποκεφάλισαν.

Επίσης με τα λόγια της Αγίας Γραφής απάντησε και η δεκάχρονη Ελπίδα, όταν τη ρώτησαν αν αξίζει να υποβληθεί σε τέτοια βασανιστήρια: «ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν» (Α΄ Τιμοθ. 4:10). Δηλαδή, «ναι, διότι έχουμε στηρίξει τις ελπίδες μας στον ζωντανό Θεό, που είναι σωτήρ όλων των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των πιστών». Αμέσως τότε και αυτή αποκεφαλίστηκε.
Αλλά δεν υστέρησε σε απάντηση και η εννιάχρονη Αγάπη. Είπε ότι η ύπαρξή της είναι στραμμένη «εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὴν ὑπομονὴν τοῦ Χριστοῦ» (Β’ Θεσσαλ. 3: 5). Βέβαια δεν άργησαν να αποκεφαλίσουν και αυτή.

Περήφανη για τα παιδιά της η Σοφία, ενταφίασε με τιμές τις κόρες της και παρέμεινε για τρεις μέρες στους τάφους τους, παρακαλώντας το Θεό να την πάρει κοντά του. Ο Θεός άκουσε την προσευχή της και η Σοφία παρέδωσε το πνεύμα της δίπλα στους τάφους των παιδιών της.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
᾿Εν ταῖς μάρτυσι λάμπεις Σοφία ἔνδοξε, καὶ στεφάνοις τῆς νίκης περικοσμεῖσαι λαμπροῖς· δι᾿ ὃ ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς εὐφημοῦμέν σε, ὅτι θυγάτρια σεμνὰ τῷ μαρτυρίῳ ὁδηγεῖς, ᾿Αγάπην Πίστιν ᾿Ελπίδα· μεθ᾿ ὧν μὴ παύσῃ πρεσβεύειν, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἀνεβλάστησας ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Κυρίου, Σοφία μάρτυς σεμνὴ καὶ προσήγαγες Χριστῷ καρπὸν ἡδύτατον τοὺς τῆς νηδύος σου βλαστούς, δι’ ἀγώνων εὐαγῶν, Ἀγάπην τε καὶ Ἐλπίδα σὺν τῇ θεόφρονι Πίστει· μεθ’ ὧν δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Χαίρει ἔχουσα ἡ Ἐκκλησία, σὲ καὶ τέκνα σου καύχημα θεῖον, καὶ γηθοσύνως εὐφημεῖ σε κραυγάζουσα. Σύ μου ὑπάρχεις τὸ καύχημα, καὶ τῶν σῶν τέκνων τὰ πάντιμα λείψανα, μάρτυρες ἔνδοξοι, Σοφία, Πίστις, Ἐλπὶς καὶ Ἀγάπη, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σοφία ἐκθρέψασα, κατὰ τὴν κλῆσιν σεμνή, τᾶς τρεῖς θυγατέρας σου, ταύτας προσάγεις Χριστῷ, ἀθλήσεως σκάμασιν ὅθεν τῆς ἄνω δόξης, σὺν αὐταὶς κοινωνοῦσα, πρέσβευε τῷ Σωτήρι, καλλιμάρτυς Σοφία, δοῦναι τοὶς σὲ τιμώσι, χάριν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος α’. Χορὸς ἀγγελικὸς.
Σοφίας τῆς σεμνῆς, ἱερώτατοι κλάδοι, ἡ Πίστις καὶ Ἐλπίς, καὶ Ἀγάπη δειχθεῖσαι, σοφίαν ἀπεμώραναν, τῶν Ἑλλήνων ἐν χάριτι, καὶ ἀθλήσασαι, καὶ νικηφόροι φανεῖσαι, στέφος ἄφθαρτον, παρὰ τοῦ πάντων Δεσπότου, Χριστοῦ ἀνεδήσαντο.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τὰς ψυχὰς δεσμευθεῖσαι πόθω Χριστοῦ, τῶν φθαρτῶν καὶ προσκαίρων τὴν καλλονήν, ἐν λήθῃ παρεδραμετε, ὡς τοῦ Λόγου μαθήτριαι, ἀσκητικῶς τὸ πρῶτον, τὰ πάθη νεκρώσασαι, καὶ ἀλγειναὶς βασάνοις, στερρῶς ἐναθλήσασαι, ὅθεν ὁ Δεσπότης, τῆς διπλῆς μαρτυρίας, στεφάνους ἐδωρήσατο, καὶ νυμφῶνος ἠξίωσε, Παμμακάριστοι Μάρτυρες, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῶ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοὶς ἑορτάζουσι πόθω, τὴν ἁγίαν μνήμην ὑμῶν.

Ὁ Οἶκος
Ὅτε εἰς πάντα τὰ πέρατα, τὸ ἀθέμιτον ἐξελήλυθε πρόσταγμα, θύειν εἰδώλοις καὶ σπένδεσθαι, καὶ βωμοὺς δαιμόνων, καὶ ναοὺς εὐτρεπίζεσθαι, πρὸς ἀνθρώπων ἀπώλειαν, τότε αἱ πανεύφημοι καὶ καλλιπάρθενοι, ὡς ἀστέρες ἐξέλαμψαν, ζόφον ἀθεϊας καὶ ἀγνωσίας ἐλαύνουσαι, καὶ φέγγος εὐσεβείας ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν ὑπανάπτουσαι, τρανῶς ἀνεβόων, Θεὸς μέγιστός ἐστιν ὁ σταυρωθεὶς βουλήματι, καὶ ἀναστὰς τριήμερος, ἐν ὧ καὶ καυχώμεθα, ὅθεν καὶ ἐπαξίως, στέφος ἄφθαρτον παρὰ Χριστοῦ ἀνεδήσαντο.

Ἡ Ἁγία Ἀγαθόκλεια

Μὲ τὴν μεγάλη της ὑπομονὴ στὸ μαρτύριο, στόλισε καὶ αὐτὴ τοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ.
Ἂν καὶ ἀπὸ τὴ γέννησή της δούλα, ἔλαμψε διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐλεύθερη στὴν ψυχή. Ὁ κύριος της, ποὺ ὀνομαζόταν Νικόλαος, εἶχε γίνει χριστιανὸς καὶ φερόταν πρὸς τὴν Ἀγαθόκλεια μὲ πολλὴ φιλανθρωπία καὶ ἀγαθότητα. Ἀλλὰ ἡ κυρία της, Παυλίνα, γυναίκα σκληρόκαρδη, ἐπέμενε στὴν εἰδωλολατρία. Καὶ ὅπως ἦταν θυμώδης καὶ μέθυσος βασάνιζε πολλὲς φορὲς τὴν Ἀγαθόκλεια καὶ προσπαθοῦσε μὲ πεῖσμα νὰ τὴν ἐπαναφέρει στὴ θρησκεία τῶν εἰδώλων.
Ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια ἔτσι, ἡ ταλαίπωρη καὶ συγχρόνως μακάρια δούλα, ὑπέφερε καθημερινὴ ζωὴ μαρτυρίου. Τὴν ἔβριζε, τὴν χτυποῦσε, κένταγε μὲ πιρούνια τὸ σῶμα της καὶ τὴν πλήγωνε μὲ ἀλύπητο μαστίγωμα. Καὶ ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ δὲν νικοῦσαν τὴν γνώμη τῆς εὐσεβέστατης χριστιανῆς, κάποια μέρα, ἄναψε φωτιὰ καὶ τὴν ἔσπρωξε μέσα σ’ αὐτή.
Ἔτσι ἡ Ἀγαθόκλεια λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀσεβὴ καὶ κακούργα εἰδωλολάτρισσα κυρία της, καὶ ἀπεδήμησε στὰ μακάρια καὶ ἐλεύθερα σκηνώματα τῶν δικαίων.

Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος, Θεόδοτος καὶ Ἀσκληπιοδότη οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἄγιοι Μάξιμος, Θεόδοτος καὶ Ἀσκληπιοδότη κατάγονταν από τὴν Μαρκιανούπολη τῆς Θράκης.
Μαρτύρησαν μὲ σκληρὸ τρόπο, ἐπειδὴ ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Στὴν ἀρχὴ τοὺς μαστίγωσαν, κατόπιν τοὺς ἔκοψαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τοὺς φυλάκισαν καὶ στὸ τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν.

Οἱ Ἅγιοι Λουκία καὶ Γεμινιανὸς

Ἡ Ἁγία Λούκια ἦταν πλούσια Ρωμαία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν βασιλέων Διοκλητιανοῦ (284 – 304) καὶ Μαξιμιανοὺ (286 – 305).
Μετὰ 36 χρόνια χηρείας καὶ σὲ ἡλικία 75 χρονῶν, προδόθηκε ἀπὸ τὸν εἰδωλολάτρη γιὸ της Εὐτρόπιο, στὸν Διοκλητιανό, ὅτι πιστεύει στὸν Χριστό. Τότε ἡ Ἁγία συνελήφθη καὶ κλείστηκε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ ὑπέστη σκληρὰ βασανιστήρια, ἀλλὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ παρέμεινε ἀβλαβὴς καὶ περιφερόταν στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀποδοκιμάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν μικρότητα τῶν βασανιστῶν της.
Τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Γερμινιανὸς (ἢ Γεμινιανός), ὁ υἱός της, πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ μαζὶ μὲ τὴν Λούκια παρουσιάστηκε στὸν βασιλιά, ὁμολογώντας τὸν Χριστό. Ἡ Λούκια υἱοθέτησε τὸν Γερμινιανό, τὸν βάπτισε καὶ ἀφοὶ ἀπαλλάχτηκαν ἀπὸ τοὺς βασανιστές τους, ἔφυγαν στὸ Ταυρομένιο τῆς Σικελίας.
Ἀλλὰ ἐκεῖ, λόγω διωγμοῦ, ἡ Λούκια τράβηξε γιὰ τὰ βουνά, ὅπου ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Γερμινιανὸς συνελήφθη καὶ ἀποκεφαλίστηκε.

Ἡ Ἁγία Θεοδότη ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Θεοδότη ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Ἀλέξανδρου Σεβήρου τὸ 22 μ.χ.
Ἡ Θεοδότη καταγόταν ἀπὸ τὸν Εὔξεινο Ποντο, ἦταν πλούσια ἀλλὰ καὶ χριστιανή. Περισσότερο πλούσια ὅμως ἦταν στὴν ψυχή της. Ἔκανε πολλὰ ἔργα φιλανθρωπίας καὶ ἦταν πάντα κοντὰ σὲ ὅποιον τὴν εἶχε ἀνάγκη.
Καταγγέλθηκε ὅμως στὸν διοικητὴ τῆς Καππαδοκίας Σιμπλίκιο, ὅτι μὲ τὰ χρήματά της προσπαθοῦσε νὰ προσελκύσει εἰδωλολάτρες στὸν χριστιανισμό. Ἀμέσως διατάχθηκε νὰ τὴν ὑποβάλλουν σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Μὲ θαυμαστὸ τρόπο ὅμως ἔκλεισαν οἱ πληγές της καὶ ἡ πόρτα τῆς φυλακῆς ἄνοιξε μόνη της.
Τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε λαμβάνοντας ἔτσι τὸ στεφάνι τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Οἱ Ἅγιοι Χαράλαμπος καὶ Παντολέων καὶ ἡ συνοδεία τους

Ἡ σύναξις αὐτῶν τελεῖται ἐν τῷ Δευτέρῳ.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Οἱ Ἅγιοι Πηλέας καὶ Νεῖλος οἱ Ἱερομάρτυρες καὶ Ἐπίσκοποι

Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Παρουσιάστηκαν μὲ θάρρος σὰν Χριστιανοί, μαζὶ μὲ τὸν Πατερμούθιο, τὸν Ἠλία καὶ 100 ἄλλους χριστιανούς, στὸν εἰδωλολάτρη βασιλιά.
Ὑπέστησαν φρικτὰ μαρτύρια, τοὺς ἔβγαλαν τὸ δεξὶ μάτι καὶ στὸ τέλος τοὺς ἔκαψαν ζωντανούς.

Οἱ Ἅγιοι Πατερμούθιος καὶ Ἠλίας οἱ ἔνδοξοι

Μαρτύρησαν διὰ πυρός.

Οἱ Ἅγιοι 100 Μάρτυρες οἱ Αἰγύπτιοι

Πρόκειται γιὰ τοὺς Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τοὺς Πηλέα καὶ Νείλου.

Οἱ Ἅγιοι 50 Μάρτυρες ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη

Αὐτοὶ ἦταν ἀπὸ μία χώρα ποὺ ὀνομαζόταν Ζωώρα. Καταγγέλθηκαν στὸν δούκα τοῦ τόπου, ὅτι ἦταν χριστιανοί.
Στὴν ἀρχὴ τοὺς ἔστειλαν στὰ μεταλλεῖα σὰν ἐργάτες, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐπέμεναν στὴν πίστη τους, τελικά τοὺς ἔκαψαν στὴ φωτιὰ ζωντανούς.

Οἱ Ἅγιοι Ἡρακλείδης καὶ Μύρων Ἐπίσκοποι Ταμάσου τῆς Κύπρου

Ὁ Ἡρακλείδης ἦταν γιὸς ἱερέα εἰδωλολάτρη, τοῦ Ἱεροκλέα, ποὺ ἱεράτευε κατὰ τὴν Σολέα τῆς Κύπρου, στὸ χωριὸ Λαμπαδιστό. Ὁ ἱερέας διακρινόταν γιὰ τὰ φιλόξενα αἰσθήματά του καὶ γι’ αὐτὸ δὲν δίστασε νὰ φιλοξενήσει τὸν Παῦλο καὶ τὸν Βαρνάβα καὶ τὸν Μαρκο, ὅταν αὐτοὶ βρέθηκαν στὸ ἔδαφος τῆς Κύπρου. Τότε εἵλκυσαν στὸν Χριστὸ τὸν γιὸ τοῦ Ἡρακλείδη καὶ αὐτὸς στὴ συνέχεια ἔφερε στὸν Χριστὸ τοὺς γονεῖς του.
Τὸν Ἡρακλείδη ὁ Παῦλος διόρισε ἐπίσκοπο Ταμασίων τῆς Κύπρου. Ἐργάστηκε μὲ πολὺ ζῆλο, ἔχοντας συνεργάτη του τὸν Μύρωνα. Μπόρεσαν καὶ οἱ δυὸ νὰ φέρουν κοντὰ στὸν Χριστὸ πολλοὺς εἰδωλολάτρες. Οἱ ἐπιτυχίες τους ὅμως αὐτές, προκάλεσαν τὴ μανία τῶν ἀπίστων. Καὶ ἔτσι κάποια μέρα, ὅρμησαν ὁπλισμένοι ἐπάνω τους καὶ ἀφοῦ τοὺς θανάτωσαν, στὴ συνέχεια τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά. Καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Γιὰ τὸν Ἅγιο Ἡρακλείδη διαβάζουμε τὰ ἑξῆς :
«Τίς σοῦ τὸν βίον ἰσχύσει ἐκδιηγήσασθαι;… Χαῖρε ὅτι ἐχρίσθης Ἱεράρχης θεόθεν. Χαῖρε ὅτι ἐφάνης ὁδηγὸς παιδιόθεν»…
Δικαιολογημένη ἡ ἀπορία. Δίκαιος καὶ ὁ ἔπαινος. Γιατί ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος, ποὺ γιορτάζουμε στὶς 17 τοῦ Σεπτέμβρη, δὲν εἶναι μόνο ὁ πρῶτος Ἱεράρχης τῆς ξακουστῆς Ταμασοῦ, ἀλλὰ καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ πιὸ σπουδαίους Ἱεράρχες τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων, τῆς εὐλογημένης Κύπρου μας.
Γεννήθηκε στὴ Λαμπαδοὺ ἢ Λαμπαδιστό, ἕνα χωριὸ κοντὰ στὸ σημερινὸ Μιτσερό, κι ἦταν γιὸς εἰδωλολάτρη ἱερέα.
Κάποια μέρα ποὺ πατέρας καὶ γιὸς καταγινόντουσαν μὲ τὴν προσφορὰ θυσίας στοὺς θεούς, δυὸ ξένοι πλησίασαν, κι ἀφοῦ χαιρέτησαν μὲ καλοσύνη, ζήτησαν νὰ μάθουν ἀπὸ αὐτοὺς τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε πρὸς τὴν Πάφο.
Οἱ δυὸ ξένοι, ποὺ φαινόντουσαν νὰ ἔρχονται ἀπὸ μακριά, ἦταν οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Μάρκος ποὺ εἶχαν ἔρθει στὸ νησὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο γιὰ τὴν πρώτη τους ἀποστολικὴ περιοδεία, γύρω στὸ 45 – 46 μ.Χ.
Ὁ εἰδωλολάτρης ἱερέας Ἱεροκλῆς ἡ Ἱερόκλεως, ὁ πατέρας τοῦ Ἠρακλειδίου, μὲ τὴν εὐγένεια καὶ τὴ φιλοξενία ποὺ διακρίνει τοὺς Ἕλληνες, ἔσπευσε νὰ καλέσει τοὺς ξένους νὰ παραμείνουν στὸ σπίτι του, ἐκεῖ στὸ χωριὸ, τὴν Λαμπαδού, γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν.
Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως ἐπέμεναν νὰ προχωρήσουν καὶ αὐτός, γιὰ νὰ τοὺς διευκολύνει, ἔστειλε τὸν γιὸ του τὸν Ἠρακλέωνα, νὰ τοὺς συνοδεύσει ὡς ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, καὶ νὰ τοὺς δείξει τὸν δρόμο. Εὐλογημένη συνάντηση.! Καὶ τρισευλογημένη ἀπόφαση!
Μόλις οἱ Ἀπόστολοι ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ ἐκεῖ, ἄρχισαν τὴ συζήτηση μὲ τὸν νεαρό.
– Τί ἐκάμνατε, παιδί μου, ἐκεῖ ποὺ σᾶς συναντήσαμε, ρώτησε ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὁ Βαρνάβας.
– Προσφέραμε θυσία στοὺς θεούς μας, ἀπήντησε ὁ Ἠρακλείδιος.
– Θεοὶ οἱ πέτρες καὶ τὰ ξύλα; Ὄχι, παιδί μου. Αὐτὰ δὲν εἶναι θεοί. Εἶναι δημιουργήματα. Εἶναι ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων.
Ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας. Αὐτός, ποὺ ἐδημιούργησε «τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν Θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὔτοις».
Ὁ Θεός, ὁ ἀληθινὸς Θεός, δὲν κατοικεῖ μέσα σὲ χειροποίητους ναούς, οὔτε καὶ ὑπηρετεῖται ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων, γιατί δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Ἀντίθετα! Αὐτὸς εἶναι ποὺ δίδει σὲ ὅλα ζωὴ καὶ ἀναπνοὴ καὶ ὅλα ὅσα τοὺς χρειάζονται γιὰ τὴ συντήρησή τους. Αὐτός, ἀπὸ ἕνα ζευγάρι, ἔκανε ὅλα τὰ ἔθνη τῶν ἀνθρώπων ποὺ κατοικοῦν πάνω στὴ γῆ. Καὶ Αὐτός, ὅταν οἱ ἄνθρωποι πλανηθήκαμε, ἀπὸ ἀγάπη ἄπειρη ἔστειλε σ’ ἐμᾶς τὸν γιό του, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ νὰ μᾶς σώσει…
Ὁ Ἡρακλέων μὲ κατάνυξη ἄκουε τὰ λόγια τῶν Ἀποστόλων. Ἡ ψυχή του, σὰν τὴ διψασμένη γῆ, ρουφοῦσε κυριολεκτικὰ τὴν διδασκαλία γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Εὐλογημένο! Ὁ νεαρὸς προσήλυτος, ὅταν ἔφθασαν στὸν ποταμὸ Σέτραχο, (μερικοὶ φρονοῦν πὼς ὁ ποταμὸς στὸν ὅποιο βαπτίσθηκε ὁ Ἠρακλείδιος εἶναι ὁ Καρκώτης, ὁ ποταμὸς τῆς Σολέας, ποὺ τρέχει κάτω ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Μαραθάσας, τὸν Καλοπαναγιώτη, σὰν τὸν Εὐνοῦχο τῆς Κανδάκης τῆς βασίλισσας τῶν Αἰθιόπων), ρώτησε μὲ λαχτάρα:
— Ποιὸς μὲ ἐμποδίζει νὰ βαπτιστῶ;
— Κανένας, ἦταν ἡ ἀπάντηση. Ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσεις.
— Τὸ θέλω! φώναξε ὁ Ἡρακλέων. Τὸ θέλω μὲ τὴν καρδιά μου!
Τότε οἱ Ἀπόστολοι, γεμάτοι χαρά, κατέβηκαν στὸν ποταμό, τὸν βάφτισαν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», καὶ τοῦ ἔδωκαν τὸ ὄνομα Ἠρακλείδιος. Μετὰ προχώρησαν σὲ μία σπηλιὰ κοντὰ στὸν ποταμό, στὴν ὁποία παρέμειναν μερικὲς μέρες συνεχίζοντες τὴ διδασκαλία.
Ἐκεῖ ἕνα πρωὶ ἦρθε ἀπροσδόκητα καὶ τοὺς συνήντησε κι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Τὴν ἑπόμενη ἔφτασε κι ὁ Μνάσων, τὸν ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὀνομάζει «ἀρχαῖον μαθητήν» (Πράξεις κα’ 16). Ἀφοῦ συμπληρώθηκε ἡ κατήχηση τοῦ νεοφώτιστου οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι τὸν χειροτόνησαν ἐπίσκοπό της Ταμασοῦ καὶ τοῦ ἀνέθεσαν ὑστέρα ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τῆς ἁλιείας ψυχῶν στὴν πολυάνθρωπο πόλη. Μαζί του ἔμεινε καὶ ὁ Μνάσων.
Οἱ δυὸ μαθητὲς ἀφοῦ ἀποχαιρέτησαν τοὺς Ἀποστόλους καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια κατευόδωσαν γιὰ τὴν Πάφο, ρίφθηκαν μὲ φλογερὸ ζῆλο στὸ ἔργο τους. Τὸ ἱερὸ ἔργο τῆς σωτηρίας ψυχῶν. Τόπος συνάξεων ἕνα ὑπόγειο. Ἕνα ὑπόγειο σπήλαιο, ποὺ σώζεται καὶ σήμερα καὶ ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ ὁμώνυμο μοναστήρι. Τὸ σπήλαιο αὐτὸ χρησίμευσε ὄχι μονάχα ὡς ἐκκλησία στὴν ὁποία ὁ Ἠρακλείδιος συγκέντρωνε τοὺς πιστούς του, ἀλλὰ καὶ σὰν κατοικία καὶ ἀσκητήριό του. Κάτι περισσότερο.
Τὸ σπήλαιο αὐτὸ ἔγινε ἀκόμη καὶ τάφος του, μὰ καὶ τάφος τῆς εἰδωλολατρίας.
Ἐδῶ θεμελιώθηκε ἡ πρώτη Ἐκκλησία ποὺ σιγά – σιγὰ ἁπλώθηκε σὲ ὅλη τὴν πόλη. Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους ποὺ κλήθηκαν νὰ χαροῦν τὸ φῶς τῆς νέας ζωῆς, ὑπῆρξαν οἱ γονεῖς τοῦ φλογεροῦ καὶ ζηλωτὴ ἐργάτη τοῦ χριστιανικοῦ ἀμπελώνα.
Τὰ λόγια τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ «εἴτις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἐστὶν ἀπίστου χειρῶν» (Ἀ Τιμ. ε’ 8), βρῆκαν στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου ἕνα πιστὸ καὶ ἐνθουσιώδη ἐκτελεστή.
Μὲ τὶς στοργικές του νουθεσίες καὶ τὶς θερμές του παρακλήσεις τόσο ὁ πατέρας, ὅσο κι ἡ μητέρα του ἀσπάσθηκαν μὲ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη τὴν καινούργια θρησκεία καὶ βαφτίστηκαν. Πόση χριστιανικὴ ἀγαλλίαση καὶ ἱκανοποίηση δοκίμασε ὁ νεαρὸς ἱεραπόστολος τὴν ἥμερα ἐκείνη! Τὴν ἥμερα ποὺ οἱ γονεῖς του φόρεσαν τὸν λευκό τοῦ βαπτίσματος χιτώνα.
Καλότυχοι γονεῖς. Εὐτυχισμένος γιός!
Μὲ τὶς ὑπεράνθρωπες προσπάθειες τοῦ Ἁγίου τὸ μικρὸ ποίμνιο ποὺ σχηματίστηκε στὴν ἀρχὴ γύρω του, μεγάλωνε μέρα μὲ τὴν ἡμέρα, ὥστε σὲ λίγο καιρὸ ἡ πόλη τῆς Ταμασοῦ νὰ γίνει ἕνα περίλαμπρο χριστιανικὸ κέντρο. Στὴν αὔξηση αὐτὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὸν φλογερὸ ζῆλο του, πολὺ συνέβαλε καὶ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο πλούσια τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος.
Πολλά, πάρα πολλὰ θαύματα ἀναφέρονται στὸν Ἅγιο καὶ παλαιά, μὰ καὶ στὴν ἐποχή μας. Θὰ σημειώσουμε ἐδῶ μερικά.
Μιὰ μέρα, ἕνα φίδι φαρμακερὸ (κουφή) δάγκασε τὸ μονάκριβο παιδὶ κάποιας γυναίκας ποὺ ἦταν συγγενὴς τῆς συζύγου τοῦ κοινοτάρχη τῆς Ταμασοῦ, τῆς Μακεδονίας, τὴν ὁποία οἱ ἅγιοι ἔσωσαν νωρίτερα ἀπὸ βέβαιο θάνατο. Ἡ Τροφίμη – ἔτσι λεγόταν ἡ μητέρα – μαζὶ μὲ μερικοὺς ἄλλους φανεροὺς πιστοὺς ἔτρεξαν καὶ κάλεσαν τοὺς δυὸ Ἁγίους στὸ σπίτι ποὺ ἦταν τὸ παιδί. Οἱ Ἅγιοι μὲ προθυμία ἔσπευσαν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν παράκληση. Σὰν ἔφθασαν, ὁ Ὅσιος Ἠρακλείδιος γονάτισε μπροστὰ στὸ ἄτυχο παιδὶ καὶ σήκωσε τὰ χέρια.
Τὴν στιγμὴ ποὺ μὲ κατάνυξη προσευχόταν καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀναστήσει τὸ νεκρὸ παιδί, ἡ μητέρα ἔξαλλη ἀπ’ τὴν λύπη κτύπησε τὸ κεφάλι στὸν τοῖχο καὶ ἔπεσε καὶ αὐτὴ κάτω νεκρή.
Ὁ Ὅσιος χωρὶς νὰ ταραχθεῖ, συνέχισε τὴν προσευχή του. Σὰν τέλειωσε, ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ πάνω στὸ παιδί, τὸ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ τράβηξε. Ὁ Ἀέτιος — αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά του – ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ σηκώθηκε σὰν νὰ ξυπνοῦσε ἀπὸ βαρὺ ὕπνο. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Ὅσιος Μνάσων ἀνέστησε καὶ τὴν Τροφίμη, τὴ νεκρὴ μητέρα καὶ τῆς παρέδωσε τὸ παιδί της.
Οἱ παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σὲ οὐρανομήκεις δοξολογίες. Ἀμέσως ἡ Τροφίμη, ἀφοῦ ντύθηκε τὴν πιὸ καλή της φορεσιὰ καὶ ἕντυσε λαμπρὰ καὶ τὸ παιδί της, ξεχύθηκε μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους, τὴν συγγενή της Μακεδονία καὶ τὸ πλῆθος στὸν δρόμο καὶ φώναξε μὲ πίστη καὶ παλμό:
– Πιστεύω στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ κηρύττουν ὁ Ἠρακλείδιος καὶ ὁ Μνάσων.
Μὲ συγκίνηση ἡ πομπὴ προχώρησε στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖ τετρακόσια νέα πρόσωπα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες βαπτίσθηκαν καὶ ἔγιναν χριστιανοί.
Ἄλλη φορά, ἐνῶ ὁ Ἠρακλείδιος καὶ ὁ Μνάσων ἱερουργοῦσαν στὸ ναὸ καὶ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν ἔψαλλαν μὲ κατάνυξη τοὺς ἱεροὺς ὕμνους, ἕνας δαιμονισμένος ἀπὸ τὰ Πέρα, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ πνεῦμα πονηρό, ποὺ τὸν βασάνιζε γιὰ καιρό, μπῆκε στὴν ἐκκλησία, ὄρμισε πάνω στὸν Ἠρακλείδιο καὶ τοῦ ξέσχισε τὸ ἔνδυμα. Ἀμέσως ὅμως γιατρεύτηκε καὶ ἄρχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεό. Στὸ ἄκουσμα τοῦ Θαύματος, πλήθη λαοῦ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἔφεραν στοὺς Ἁγίους διάφορους ἀρρώστους, καὶ αὐτοὶ τοὺς γιάτρεψαν καὶ ὑστέρα τοὺς βάπτισαν.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Ἅγιος θεράπευσε ἕναν τυφλὸ καὶ ἕναν κουτσὸ καὶ ἔκανε καλὰ ἕναν παράλυτο. Ἐπίσης ἔγινε αἰτία νὰ πιστέψει ἕνας ἄγαλματοποιὸς καὶ νὰ βαπτισθεῖ μὲ τὰ τρία παιδιά του καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους.
Τὸ εὐεργετικὸ ἔργο τῶν Ἁγίων στὴν πόλη τῆς Ταμασοῦ ἦρθε νὰ διακόψει αὐτὸ τὸν καιρὸ μία ἐπιστολὴ ἀπὸ μέρους τῶν δυὸ Ἀποστόλων, τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Βαρνάβα. Τὴν ἔφερε ἀπὸ τὴν Πάφο κάποιος Νικόλαος.
Στὸ «γράμμα» αὐτὸ οἱ Ἀπόστολοι ἔγραψαν στὸν Ἠρακλείδιο ὅσα τοὺς συνέβησαν ἐκεῖ, καὶ τοῦ ζητοῦσαν νὰ σπεύσει νὰ τοὺς συναντήσει καὶ νὰ βοηθήσει καὶ αὐτὸς στὸ κήρυγμα. Ὁ Ὅσιος ἀφοῦ ἀνήγγειλε στὰ πνευματικά του παιδιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιστολῆς καὶ ζήτησε ἀπὸ αὐτὰ τὶς προσευχές τους, τέλεσε τὸ Μυστήριό τῆς Θείας Εὐχαριστίας, χειροτόνησε τὸν γιὸ τῆς Μακεδονίας, Γρηγόριο, σὲ πρεσβύτερο καὶ τοῦ ἀνέθεσε νὰ κατηχεῖ τὸν λαό, καὶ ξεκίνησε νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολικὴ ἐντολή.
Μαζί του πῆρε τὸν Μνάσωνα καὶ κάποιον ἄλλο, τὸν Ροδώνα.
Στὸν δρόμο πρὸς τὴν Πάφο, ἐκεῖ στὸ χωριὸ Ἀνώγυρα, ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος ἔκαμε καλὰ ἕναν τυφλό, ἀφοῦ τοῦ ἄγγιξε τὰ μάτια καὶ ἐπικαλέσθηκε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτός, γεμάτος εὐγνωμοσύνη, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ θεραπευτῆ του κι ἄρχισε νὰ φωνάζει:
— Σ’ εὐχαριστῶ, καλέ μου ἄνθρωπε. Σ’ εὐχαριστῶ, καὶ πιστεύω μὲ τὴν καρδιὰ τὸν Θεό, ποὺ κηρύττεις.
Στὸ ἄκουσμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ μαζεύτηκαν πολλοὶ ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, γιὰ νὰ δοῦν καὶ τὸν θεραπευθέντα καὶ νὰ γνωρίσουν καὶ τοὺς ξένους. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ τυφλοῦ ποὺ ξανάβλεπε καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ τῶν ὁσίων μὲ ἔκσταση, ἄρχισαν κι αὐτοὶ νὰ φωνάζουν: Ἐλέησέ μας, Κύριε. Ἐλέησέ μας, σὲ παρακαλοῦμε, τοὺς δούλους σου.
Οἱ Ἅγιοι μίλησαν καὶ σ’ αὐτοὺς γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴν σωτηρία ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο καὶ στὸ τέλος βάπτισαν περὶ τοὺς δεκαπέντε ἄνδρες. Ἕνας μάλιστα ἀπὸ τοὺς νεοφώτιστους, ποὺ εἶχε καὶ τὸ χέρι του ἀκίνητο, σὰν ξεραμένο θεραπεύθηκε μὲ τὸ βάπτισμα.
Οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδωλολατρῶν ποὺ ἄκουσαν καὶ εἶδαν ὅσα ἔγιναν, ξεσήκωσαν τὰ πλήθη ἐνάντια στοὺς Ἁγίους καὶ ἔτσι αὐτοὶ ἔφυγαν τὸ ταχύτερο γιὰ τὴν Πάφο. Ἀφοῦ γιὰ ἕνα διάστημα συνέδραμαν τὸ ἔργο τῶν ἀποστόλων, ξαναγύρισαν στὴν Ταμασὸ περνώντας ἀπὸ τὸ Κούριο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸ σημερινὸ χωριὸ Ἐπισκοπή. Στὴν ἐπιστροφή τους, μετὰ τὸ Κούριο, γιάτρεψαν μία δαιμονισμένη ποὺ ἔτρεχε ξωπίσω τους καὶ τοὺς φώναζε.
Ὁ Ἠρακλείδιος τὴν σφράγισε τρεῖς φορὲς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἀμέσως τὸ δαιμόνιο ἔφυγε ἀπὸ τὸ δυστυχισμένο πλάσμα, ποὺ Θεραπεύθηκε καὶ δόξαζε τὸν Θεό.
Οἱ ζηλωτὲς Ἱεραπόστολοι μὲ τὴν καρδιὰ πλημμυρισμένη ἀπὸ χαρὰ συνέχισαν τὸν δρόμο τους. Ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ στὸ χωριὸ Μελίνη, ἔμαθαν ὅτι ἡ ἀδελφή τοῦ Ἠρακλειδίου ἡ Ἠρακλειδιανή, εἶχε ἀφήσει τὸν κόσμο αὐτὸ ἀπὸ μέρες καὶ εἶχε πετάξει στὸν οὐρανό. Οἱ Ἅγιοι τάχυναν τὸ βῆμα πρὸς τὴν Ταμασὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πρὸς τὸ βουνὸ Κορώνη, ὅπου εἶχε ταφεῖ ἡ Ὁσία. Μπροστὰ στὸν τάφο της σταμάτησαν, ἔψαλαν μερικοὺς νεκρώσιμους ὕμνους καὶ ὕστερα πῆγαν στὴν ἐκκλησία, ὅπου ὁ Ἅγιος μίλησε στὰ πλήθη, λόγους παρηγοριᾶς καὶ πνευματικῆς οἰκοδομῆς.
Δέκα μέρες μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ὁσίων στὴν Ταμασό, κάποιος εἰδωλολάτρης ἀπὸ τὴ Λαμπαδιστὸ ἢ Λαμπαδού, ποὺ εἶχε τὸ ὄνομα Τιμόθεος, παρουσιάσθηκε στὸν Ἅγιο Ἠρακλείδιο καὶ τοῦ εἶπε, πὼς πρὸ καιροῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ στὴν ἀδελφή του Ἠρακλειδιανὴ ἕνα ποσὸ χρημάτων, γιὰ νὰ τὸ φυλάξει. Ὁ Ἅγιος, στὴν παράκληση τοῦ Τιμοθέου νὰ τοῦ ἐπιστραφοῦν τὰ χρήματα, διέταξε νὰ δώσουν σ’ αὐτὸν νὰ φάγει καὶ ὑστέρα σηκώθηκε καὶ τράβηξε στὸν τάφο. Ξωπίσω του ἀκολούθησαν ὁ Μνάσων καὶ μερικοὶ ἄλλοι. Ὅταν ὁ Ἠρακλείδιος ἔφθασε ἐκεῖ, γονάτισε καὶ μὲ στοργὴ κάλεσε τὴν ἀδελφή του καὶ τῆς εἶπε γλυκά:
— Ἀδελφή μου ἀγαπημένη! Ξύπνα, σὲ παρακαλῶ, καὶ πές μου, ποῦ ἔβαλες τὰ χρήματα τοῦ Τιμοθέου;
– Τὰ χρήματα, πατέρα καὶ ἀδελφέ μου, ἀπήντησε ἡ νεκρή, θὰ τὰ βρεῖτε κάτω ἀπὸ μία πέτρα στὸ πάτωμα τοῦ κρεβατιοῦ.
— Κοιμήσου ἐν εἰρήνῃ, ἀδελφή μου, πρόσθεσε ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος.
Τὰ χρήματα βρέθηκαν καὶ δόθηκαν στὸν Τιμόθεο, ποὺ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη πίστεψε στὸν Χριστό, κατηχήθηκε καὶ δέχθηκε τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.
Θὰ χρειαζόταν νὰ προστεθοῦν πολλὲς σελίδες ἀκόμη γιὰ νὰ καταγράψουν τοῦ Ἁγίου τὰ θαύματα. Τοῦτο ὅμως θὰ μάκραινε πολὺ τὸν λόγο, πράγμα ποὺ δὲν θέλουμε. Τὰ λίγα ποὺ ἀναφέρθηκαν εἶναι ἀρκετά, γιὰ νὰ δεῖ ὁ καθένας πόσο πλούσια ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χαρίτωσε τὸν ἅγιο καὶ μάρτυρα ἐπίσκοπο.
Εἴπαμε τὸν ἅγιο μάρτυρα, γιατί ἡ θεμελίωση καὶ αὔξηση τῆς νέας θρησκείας στὴν πολυάνθρωπο πόλη ἐξήγειρε τὸ μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν ἐνάντια στοὺς πρωτεργάτες. Κάποια μέρα ἐνῶ ὁ γηραιὸς ἐπίσκοπος βρισκόταν στὸ σπήλαιό του, ἄρρωστος μὲ πυρετό, μανιασμένοι εἰδωλολάτρες ὄρμισαν στὸ σπήλαιο, ἅρπαξαν τὸν Ὅσιο καὶ τὸν ἔσυραν στὴν πλατεία τῆς Ταμασοῦ. Ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν σκότωσαν μὲ τὸ ξίφος. Ὁ Ἅγιος πέθανε προσευχόμενος γιὰ τοὺς δημίους του. Ὁ θάνατός του ὅμως δὲν κόρεσε τὴν μανία τοῦ ὄχλου, ποὺ ἔσπευσε νὰ φέρει ξύλα, νὰ ἀνάψει φωτιά, καὶ νὰ ρίξει μέσα τὸ ἅγιο σκήνωμα, γιὰ νὰ τὸ κάψει. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη τὸ πλῆθος τῶν χριστιανῶν δὲν κρατήθηκε.
Μὲ τὸν Μνάσωνα μπροστὰ ὤρμησε, διάλυσε τοὺς εἰδωλολάτρες, ἔσβησε τὴν φωτιά, καὶ ἀφοῦ μάζεψε μὲ εὐλάβεια τὸ ἅγιο λείψανο, τὸ πῆρε καὶ τὸ ἔθαψε μέσα στὴν ὑπόγεια σπηλιὰ μὲ δάκρυα στοργῆς κι εὐγνωμοσύνης. Τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, ὅταν ἦταν στὴ ζωή, συνεχίστηκαν καὶ μετὰ τὸν θάνατό του, καὶ συνεχίζονται καὶ σήμερα. «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοὶς ἁγίοις αὐτοῦ».
Ἡ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἠρακλειδίου καὶ τὸν ζῆλο του, μὰ καὶ τὶς ὑπεράνθρωπες προσπάθειες μιᾶς μικρῆς ὁμάδας ἀνθρώπων σκόρπισε τὸ φῶς τῆς νέας ζωῆς σ’ ὅλη τὴν πολυάνθρωπη πόλη, καὶ ἀναγέννησε μυριάδες ψυχές. Ἀξίζει νὰ σημειωθοῦν ἐδῶ μερικὰ ὀνόματα τῆς Ἱεραποστολικῆς αὐτῆς ὁμάδας: Ἠρακλείδιος, Μνάσων, Ρόδων, Θεόδωρος, Προκλιανῆ διακόνισσα, Γρηγόριος, Μακεδόνιος, Μακεδονία, Ἠρακλειδιανή.
Τὰ ὀνόματα αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουν μερικὲς ἀπὸ τὶς ἅγιες μορφὲς ποὺ ἐργάστηκαν μὲ πίστη φλογερὴ καὶ αὐταπάρνηση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ τόπου μας. Πόσα δὲν χρωστᾶμε σ’ αὐτούς! Ἀλήθεια! Πόσα;
Ἀλλὰ καὶ ποιὰ καλύτερα παραδείγματα καὶ πρόσωπα μποροῦμε, ὅσοι πονοῦμε εἰλικρινὰ τὸν τόπο αὐτό, νὰ προβάλουμε καὶ σήμερα στὴ νεολαία μας ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς αὐτοὺς ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως, τοὺς ἀγωνιστές ποὺ μέσα σ’ ἕναν κόσμο σάπιο ἀπ’ τὴν εἰδωλολατρία ὕψωσαν τὸ ἀνάστημά τους «ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταὶς ὀπαὶς τῆς γῆς» (Ἑβρ. ια’ 37 – 38) καὶ ἀγωνίσθηκαν καὶ ἔδωσαν τὰ πάντα γιὰ τὸ εὐγενέστερο ἰδανικό, γιὰ τὴν θρησκεία τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Ἀξίζει στοὺς νέους νὰ ἀγωνίζονται καὶ νὰ πεθαίνουν γιὰ τὰ ἰδανικά τους. Καὶ ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος νέος ἔδωκε στὸν Χριστὸ τὴν καρδιά του, τὴν ὑγεία του, τὴν ζωή του. Οἱ αἰῶνες θὰ ξεθωριάζουν μέσα στὸν χρόνο. Ἕνα ὅμως θὰ μένει ἄφθαρτο κι ἀνέγγιχτο ἀπὸ τὴν καταλύτρια δύναμη τῶν καιρῶν. Τὸ ὄνομα ἐκείνων ποὺ ὑπέταξαν τὴν ζωή τους στὸν Χριστὸ καὶ ταύτισαν τὸ θέλημά τους μὲ τὸ δικό Του.
Ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος εἶναι ἕνας ἀπ’ αὐτούς.
Ἂς μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμά του.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ καλύτερος τρόπος νὰ δείξουμε σ’ αὐτὸν τὸν σεβασμό μας καὶ τὴ γνήσια ἀγάπη μας.
Γύρω στὰ 400 μ.Χ. πάνω ἀπὸ τὸ ὑπόγειο σπήλαιο, ποὺ περικλείει τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου κτίστηκε ἡ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Ἡ μονὴ αὐτὴ ἀνακαινίστηκε τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ ἔγινε γυναικεία. Στὸν ναὸ, κάθε Κυριακη καὶ γιορτὴ, πλήθη εὐλαβῶν χριστιανῶν συνέρχονται ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τῆς νήσου, γιὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴ Θεία Λειτουργία καὶ τὶς ἄλλες ἱερὲς ἀκολουθίες. Συγχρόνως ὅμως καὶ νὰ προσκυνήσουν μ’ εὐλάβεια τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου καὶ νὰ τονωθοῦν ψυχικά.
Εἴθε ἡ χάρη του νὰ σκέπει καὶ νὰ φυλάει πάντα τὸ μαρτυρικὸ νησί μας κι ὅλους μας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν ποίμνην ἐποίμανας, τὴν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, καὶ θείων, μακάριε, ναμάτων πάντων ψυχᾶς πλουσίως κατήρδευσος· ὅθεν τῶν σὲ τιμώντων ὁ χορὸς ἀναμέλπει, ὕμνους σοὶ καὶ γεραίρει, τὴν ἁγίαν σου μνήμην ἱκέτευε οὒν ἀεὶ ὑπὲρ ἡμῶν, ἱεράρχα Ἠρακλείδιε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Ποίημα τοῦ Μακ. Ἀρχ. Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου.
Μέγαν εὔρατο τῶν Ταμασέων, πόλις κήρυκα καὶ ποιμενάρχην, τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ καὶ διδάσκαλον. Τῶν γὰρ εἰδώλων τὴν πλάνην κατήργησας, φῶς ἀληθείας κηρύξας τοὶς ἔθνεσιν. Ὅθεν, ἅγιε ἱεράρχα Ἠρακλείδιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Θαυματουργός ὁ ἐν Κύπρῳ

Τὸ ὄνομά του κατέχει ξεχωριστὴ θέση στὶς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν τῆς νήσου μας.
Τὰ πολλὰ καὶ διάφορα θαύματά του ἀναφέρονται ἀπ’ ὅλους μὲ βαθὺ σεβασμό.
Γιὰ τὴν ζωή του ὅμως λίγα, πολὺ λίγα, γνωρίζουμε. Ἀπὸ τὴν φυλλάδα του μανθάνουμε, πὼς ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Κομνηνῶν τὸν 12ο αἰώνα.
Ἐπίσης ὅτι ἦταν καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους Ἕλληνες ποὺ ὑπηρετοῦσαν ὡς μισθοφόροι στὴ Γερμανία  καὶ ἔλαβαν μέρος στὴν δεύτερη σταυροφορία, ποὺ κίνησε ἀπὸ τὴν Δύση, γιὰ νὰ ἐλευθερώσει δῆθεν τοὺς Ἁγίους Τόπους ἀπὸ τὰ χέρια τῶν μουσουλμάνων.
Σὰν τέλειωσε ἡ ἐκστρατεία, τριακόσιοι ἀπὸ αὐτοὺς ἀποσύρθηκαν στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη.
Πόθος καὶ παλμὸς καὶ ἀγώνας τους ἕνας: Νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεό.
Γι’ αὐτὸ ζητοῦσαν κάποιο μέρος μακριὰ ἀπὸ τὸν θόρυβο τοῦ κόσμου μὲ τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς καὶ τὶς τόσες παγίδες τοῦ Σατανᾶ, γιὰ νὰ περάσουν τὴ ζωή τους ἥσυχα μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὴ σκέψη δοσμένα στὸν Θεό.
Στὸν τόπο ὅμως ἐκεῖνο ὁ πόθος τους ὁ ἱερὸς συνήντησε ἐμπόδιο ἀπροσπέλαστο τὸν παράλογο θρησκευτικὸ φανατισμὸ τῶν Λατίνων, οἱ ὁποῖοι καθημερινὰ δημιουργοῦσαν πολλὰ ἐπεισόδια καὶ ταλαιπωρίες στοὺς ὀρθοδόξους ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ. Ἡ συνεχὴς αὐτὴ δοκιμασία καὶ δίκαιη ἀγανάκτηση, ποὺ πλημμύριζε τὶς καρδιές τους γιὰ τὴν βάναυση καὶ ἀδικαιολόγητη τούτη συμπεριφορά τους εἰς βάρος ἀδελφῶν χριστιανῶν, συμπεριφορὰ ποὺ ἐκδηλωνόταν στὸ ὄνομα τοῦ Διδασκάλου τῆς ἀγάπης, τοὺς ἀνάγκασε νὰ σηκωθοῦν νὰ φύγουν. Μιὰ μέρα συγκεντρώθηκαν ὅλοι μαζὶ στὴν παραλία.
Ἐκεῖ βρῆκαν ἕνα πλοῖο, καὶ ἐπιβιβάστηκαν σ’ αὐτὸ μὲ σκοπὸ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν πατρίδα τους. Δυνατὴ ὅμως τρικυμία, καὶ ἴσως καὶ ναυάγιο, τοὺς ἔφερε στὰ δυτικὰ παράλια τῆς Κύπρου, στὴν περιοχὴ τῆς Πάφου.
Ἀπὸ ἐκεῖ, ἀφοῦ χωρίστηκαν σὲ ὁμάδες, διασκορπίσθηκαν σ’ ὅλο τὸ νησὶ καὶ ἐγκαταστάθηκαν μόνιμα σ’ αὐτό.
Ἐδῶ παρέμειναν καὶ ἀσκήτεψαν σὲ διάφορα μέρη.
Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ποὺ τὴν εἶχαν χάρη στὴ μεγάλη τους πίστη, προώδευσαν πολὺ στὴν ἀρετὴ καὶ ἀξιώθηκαν νὰ κάμνουν καὶ θαύματα. Νὰ θεραπεύουν δηλαδὴ ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς ἀρρώστιες ὄχι μονάχα ὅσο καιρὸ ἦσαν στὴν ζωή, ἄλλα καὶ ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατό τους. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τριακόσιους ἀγωνιστὲς τοῦ καλοῦ καὶ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς ὑπῆρξε καὶ ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος.
Μετὰ τὸν ἀποχωρισμό του ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὁ μακάριος αὐτὸς ἀθλητὴς προχώρησε καὶ πῆγε καὶ κατοίκησε κοντὰ στὴν Περιστερωνοπηγὴ τῆς Ἀμμοχώστου, ὅπου γρήγορα διακρίθηκε γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἁγιότητά του. Κάτω ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη Ἐκκλησία του ὑπάρχει καὶ σήμερα ἕνας ὑπόγειος χῶρος, ἕνα σπήλαιο, στὸ ὁποῖο συνήθως καταβαίνουν οἱ ἄρρωστοι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν θεραπεία τους.
Στὸν χῶρο αὐτὸ διέμενε ὁ Ἅγιος. Ὑπὸ τὴν γῆν. «Ἐν ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς». Μήπως τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ὅλη ἀρετὴ τῶν χριστιανῶν τῶν χρόνων αὐτῶν θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσουμε καὶ σὲ τοῦτο τὸν παράγοντα; Ὅσο καιρὸ ἡ Ἐκκλησία διωκόμενη ζοῦσε κάτω ἀπ’ τὴν γῆ, μέσα στὶς τρύπες καὶ τὶς κατακόμβες, τὰ μέλη της εἶχαν καὶ ζῆλο καὶ εὐσέβεια καὶ βάθος πνευματικό.
Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ τὶς τρύπες ἀντικατέστησαν οἱ περικαλλεὶς ναοὶ μὲ τὶς ἀνέσεις τους, τὸ πνευματικὸ βάθος καὶ ἡ ἀληθινὴ θρησκευτικότητα λιγόστεψαν, ἔγιναν σπάνια εἴδη, ἐξανεμίσθηκαν. Ἂς μὴ φοβίζουν, λοιπὸν τοὺς χριστιανοὺς οἱ διωγμοὶ καὶ οἱ παρεμβαλλόμενες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου δυσκολίες στὴν ἐκτέλεση τῶν θρησκευτικῶν τους καθηκόντων.
Ἀντίθετα. Αὐτὰ πρέπει νὰ τοὺς δυναμώνουν καὶ νὰ τοὺς ἐνθουσιάζουν. Βαθιὲς ρίζες στὴν γῆ ρίχνουν μόνο τὰ δέντρα ἐκεῖνα, ποὺ τὰ κτυποῦν δυνατὰ οἱ ἄνεμοι. Καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ δοκιμάζονται, ἂς εἶναι ἕτοιμοι νὰ φωνάξουν μαζὶ μὲ τὸν πνευματοκίνητο τῆς Ἐκκλησίας Πατέρα, τὸν Ἰωάννη τὸν Χρυσοστομο. «Πολλὰ τὰ κύματα καὶ χαλεπὸν τὸ κλυδώνιον ἀλλ’ οὗ δεδοίκαμεν μὴ καταποντισθῶμεν ἐπὶ γὰρ τῆς πέτρας ἐστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλύσαι οὗ δύναται· ἐγειρέσθω τὰ κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τὸ πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει». Δηλαδὴ εἶναι πολλὰ τὰ κύματα καὶ τρομερὴ ἡ τρικυμία· ὅμως δὲν φοβόμαστε μήπως καταποντισθοῦμε.
Δὲν φοβόμαστε, γιατί στεκόμαστε ἐπάνω στὴν πέτρα. Ἂς μαίνεται ἡ θάλασσα. Τὴν πέτρα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν διαλύσει. Ἂς σηκώνονται τὰ κύματα.
Τὸ πλοῖο τοῦ Ἰησοῦ δὲν θὰ δυνηθοῦν ποτὲ νὰ τὸ καταποντίσουν. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ μεγάλου Ἱεράρχη ἐπανέλαβαν κατὰ καιροὺς ὅλοι οἱ ἅγιοι καὶ συνεπεῖς ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς. Μὲ τὸ πνεῦμα τῶν λόγων αὐτῶν ἔζησε καὶ ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος.
Σ’ ἕνα σπήλαιο εἶχε τὴν κατοικία του. Σ’ ἕναν χῶρο ὑγρό, χωρὶς ἥλιο, χωρὶς φῶς. Ἡ ἁγία ψυχή του ὅμως καθαρμένη καὶ φωτεινὴ ἀπὸ τὴ σχέση της μὲ τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Χριστό, ἀνέβαινε καθημερινὰ σὲ ὕψη ἀρετῆς. Ἐδῶ εἶχε στημένο τὸν ἀργαλειό του στὸν ὁποῖο ὕφαινε σακιά, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ζεῖ καὶ νὰ βοηθᾶ ἀκόμη καὶ ἐκείνους ποὺ ζητοῦσαν τὴν συνδρομή του.
Τὸ σπήλαιο αὐτὸ μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτεψε ὁ ὅσιος διατηρεῖται ὡς σήμερα. Ὁ ἐπισκέπτης ποὺ εἰσέρχεται καὶ στέκεται στὴν εἴσοδό του προχωρεῖ καὶ καταβαίνει σ’ αὐτὸ ἀπὸ ἐννιὰ σκαλοπάτια.
Τὸ σπήλαιο εἶναι σκαλισμένο σ’ ἕνα βράχο. Τὸ ἐσωτερικό του εἶναι στενόμακρο μὲ στέγη καμαρωτὴ καὶ στὸ μέσο στηρίζεται σὲ μία κολώνα, ποὺ ἔχει ὕψος δυὸ περίπου μέτρα.
Ἡ κολώνα πάλι στέκεται σ’ ἕνα κιονόκρανο Κορινθιακοῦ ρυθμοῦ. Στὸ κιονόκρανο πατοῦν συνήθως οἱ ἄρρωστοι, καὶ ἀφοῦ ἀγκαλιάσουν τὴν κολώνα, περιστρέφονται γύρω ἀπ’ αὐτὴν τρεῖς φορές, γιὰ νὰ γιατρευτοῦν ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ τὶς νευραλγίες τους. Στὴ νότια πλευρὰ τοῦ σπηλαίου εἶναι μία μικρὴ πεζούλα καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὴν ὁ τάφος τοῦ ἁγίου. Πάνω στὴν πεζούλα εἶναι τοποθετημένη μία εἰκόνα του καὶ δίπλα σ’ αὐτὴ εἶναι μερικὰ ξύλινα ἐργαλεῖα, σακκοράφια καὶ σαΐτες ὑφαντικῆς (μακούτζια), ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ μακάριος ἀσκητὴς γιὰ τὴ δουλειά του. Τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ πολὺ τὰ σέβονται οἱ πιστοὶ καὶ σ’ αὐτὰ ἀποδίδουν θεραπευτικὲς Ἰδιότητες. Οἱ προσκυνητὲς ποὺ ἐπισκέπτονται τὸν Ἅγιο, παίρνουν μὲ σεβασμὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐργαλεῖα καὶ τὰ τρίβουν μ’ εὐλάβεια στὸ μέρος τοῦ σώματος ποὺ πονοῦν, καὶ ἐπικαλοῦνται τὴ βοήθειά του γιὰ νὰ θεραπευτοῦν ἀπὸ τοὺς πόνους τους, τὶς «τζεγκιές τους».
Τὰ σύνεργα αὐτὰ πολλὰ λένε καὶ σ’ ἐμᾶς. Δούλευαν οἱ ἅγιοι γιὰ νὰ ζήσουν. Δούλευαν διάφορες ἐργασίες. Καὶ ὅμως οἱ ἐργασίες τους αὐτὲς ποτὲ δὲν στάθηκαν ἐμπόδιο στὴν ἐκτέλεση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων καὶ τὴν σωτηρία τους. Τονίζουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό, γιατί πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε πὼς τὸ ζήτημα τοῦτο δημιουργεῖ καὶ στὴν ἐποχή μας μεγάλη παρεξήγηση.
Πολλοὶ καὶ πολλές, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν θρησκευτική τους ἀδιαφορία, προβάλλουν σὰν αἰτία τὴν ἐργασία. Θέλουμε καὶ ἐμεῖς, λένε, νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἐκτελέσουμε τὰ θρησκευτικά μας καθήκοντα. Μὰ δὲν βρίσκουμε καιρό. Μᾶς τρῶνε οἱ δουλειές. Ἔχουν δίκαιο; Ὄχι! Καμιὰ νόμιμη ἐργασία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἐμπόδιο σὲ κάποιον ποὺ θέλει νὰ ζεῖ τὴν χριστιανικὴ ζωή.
Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ βεβαιώνει τὸ παράδειγμα τῶν μυριάδων ἐργατῶν τῆς ἀρετῆς.
Τὸ διακηρύττει ἀκόμη μὲ τὴν ζωή του καὶ ὁ Ἅγιος μας.
Ἔζησε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ἐργαζόμενος σκληρὰ καὶ καλλιεργώντας καθημερινὰ μὲ προσοχὴ καὶ φόβο Θεοῦ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν χριστιανικὴ μόρφωση τῆς ψυχῆς του ὡς τὶς τελευταῖες του στιγμές.
Πρὶν κλείσει τὰ μάτια κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ τὰ ἄχραντα μυστήρια καὶ ἀφοῦ κάλεσε κοντὰ του τὰ πνευματικά του παιδιὰ καὶ συνέστησε σ’ ὅλους νὰ ἔχουν μεταξὺ τους ὁμόνοια καὶ ἀγάπη, ἀφῆκε τὴν ἁγία ψυχή του νὰ φτερουγίσει ἤρεμα γιὰ τὰ αἰθέρια παλάτια τ’ οὐρανοῦ. Ἔφυγε ἀνάλαφρα 17 τοῦ Σεπτέμβρη, γιὰ νὰ ξαποστάσει κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν καρδιὰ του ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια.
Οἱ χριστιανοὶ τῶν γύρω χωριῶν μὲ βαθιὰ συγκίνηση πληροφορήθηκαν τὴν κοίμησή του. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἔτρεξαν κοντὰ στὸ τίμιο σκήνωμά του γιὰ νὰ τὸ προσκυνήσουν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του καὶ μὲ ὕμνους ἐξοδίους τὸ κήδευσαν. Καὶ ὁ Κύριος ποὺ ὑποσχέθηκε, πὼς «θὰ δοξάζει πάντα αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐδόξασαν», δοξάζει καὶ τιμᾶ καὶ σήμερα τὴν μνήμη του ὄχι μόνο στὸν οὐρανό, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ στὴν γῆ.
Πολλὰ καὶ ποικίλα θαύματα γίνονται κάθε χρόνο σὲ ὅσους μ’ εὐλάβεια καὶ πίστη καταφεύγουν στὴν μεσιτεία του, ποὺ δίνουν τὴν εὐκαιρία στὸν καθένα νὰ ὑμνήσει μὲ εὐφρόσυνη ψυχῆς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ μὰ καὶ νὰ θαυμάσει τὴν ἀρετὴ τοῦ ἁγίου.
Μὲ αὐτοὺς ἂς ἑνωθοῦμε καὶ ἐμεῖς.
Ἂς ἑνωθοῦμε νοερὰ καὶ μὲ συντετριμμένη καὶ ταπεινωμένη καρδιὰ ἂς τοῦ ποῦμε:
Πανεύφημε Ἀναστάσιε, τῶν ἀσκητῶν ἐγκαλλώπισμα, Ἀγγέλων συνόμιλε, δικαίων ὁμόσκηνε καὶ ὁσίων, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι ἄγγελος καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Θεοφόρε πατὴρ ἡμῶν Ἀναστάσιε. Νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ὁ Ἅγιος Εὐξίφιος

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον», ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἄλλου δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη του.
Ἴσως συγχέεται μὲ τὸν Ἅγιο Αὐξίβιο (17 Φεβρουαρίου). (Ἐδῶ ὁρισμένοι Συναξαριστές, ἀναφέρουν μαζί του καὶ τὴν μνήμη τῶν 300 Ἀλαμανῶν Κυπρίων).

Σεπ 12
12

π. Γεώργιος Δορμπαράκης

«Ο άγιος Κορνήλιος έζησε στα χρόνια των αγίων Αποστόλων. Κανείς δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει για κάτι κακό, έστω κι αν δεν ήταν χριστιανός, γι’ αυτό και ο Θεός έστειλε άγγελο που τον παρακίνησε να στείλει και να φωνάξει κοντά του τον απόστολο Πέτρο, προκειμένου να ακούσει από αυτόν όσα ήταν αναγκαία για τη σωτηρία του. Και πράγματι. Ο Πέτρος ήλθε προς αυτόν και κήρυξε όχι μόνο σ’ αυτόν, αλλά και σ’ αυτούς που κάλεσε ο Κορνήλιος, τον λόγο του Θεού. Στη συνέχεια τους βάπτισε και ανέθεσε στον Κορνήλιο την ευθύνη της πόλεως της Σκέψης, προκειμένου πια αυτός να κηρύξει εκεί. Ο Κορνήλιος βρήκε την πόλη γεμάτη είδωλα και με τη χάρη του Θεού βάπτισε τους πάντες σ’ αυτήν, ακόμη δε και τον ίδιο τον άρχοντα Δημήτριο, ο οποίος πίστεψε στον Χριστό με όλο τον οίκο του. Ο άγιος Κορνήλιος έζησε αποστολικά το υπόλοιπο της ζωής του και έτσι απήλθε προς τον Κύριο». Αξιοθαύμαστη η ζωή του αγίου Κορνηλίου, ο οποίος ανήκει σ’ εκείνους τους ανθρώπους, που εκ κοιλίας μητρός, θα έλεγε κανείς, είναι εκλεγμένοι από τον Κύριο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας τον χαρακτηρίζει «ήλιον φωταυγή», «μέγαν ποταμόν αρδεύοντα άπαν το πρόσωπον της γης», «φωτοβόλον αστέρα», δεν διστάζει μάλιστα να τον θεωρήσει ισοστάσιο των αγίων Αποστόλων, διότι έλαβε το ίδιο με εκείνους άγιον Πνεύμα. «Συ γαρ ισοστάσιος των αγίων ώφθης μαθητών, Πνεύμα το Άγιον ως εκείνοι κληρωσάμενος». Το ιδιάζον, πέραν των άλλων, στοιχείο του αγίου Κορνηλίου, το οποίο επανειλημμένως τονίζει ο υμνογράφος, είναι ότι αυτός «γεγένηται απαρχή εθνών», δηλαδή ήταν ο πρώτος που μεταστράφηκε από τους ειδωλολάτρες και βαπτίστηκε και έλαβε τη χάρη του αγίου Πνεύματος σαν τους θεηγόρους αποστόλους. Σ’ αυτό το τελευταίο πρέπει κανείς να επιμείνει. Διότι στον άγιο Κορνήλιο βλέπουμε το πώς δρα ο Θεός σ’ αυτούς που είναι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, όπου κι αν βρίσκονται κι όποια θρησκεία κι αν έχουν. Ο Κορνήλιος δεν ήταν Χριστιανός. Ο Θεός όμως επέβλεπε σ’ αυτόν, η Πρόνοιά Του η αγαθή τον παρακολουθούσε, η χάρη Του τον καθοδηγούσε, τόσο που του φανερώθηκε, όπως είδαμε, άγγελος Κυρίου για να τον κατευθύνει στα περαιτέρω της ζωής του. Ποια η αιτία της εύνοιας αυτής του Κυρίου στον «ειδωλολάτρη» ακόμη Κορνήλιο; Η καλή του προαίρεση, η αγαθή, έστω και με στοιχεία ακόμη πλάνης και εγωισμού, διάθεσή του, που φανερωνόταν με τις προσευχές που ανέπεμπε στον άγνωστο γι’ αυτόν Θεό, και με τις πολλές του ελεημοσύνες. Κι είναι πηγή τούτο μία βεβαιότητα, διότι δεν το αναφέρει ένας ανθρώπινος ίσως λόγος που φαντάζεται τη στάση του Θεού, αλλά ο ίδιος ο λόγος του Θεού. Το περιστατικό της μεταστροφής του αγίου Κορνηλίου και τι προηγήθηκε καταγράφεται στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων από τον ευαγγελιστή Λουκά. Εκεί έχουμε την αποκάλυψη του Θεού στον απόστολο Πέτρο, ο οποίος ακούει από τον ίδιο τον Θεό ότι οι προσευχές και οι ελεημοσύνες του Κορνηλίου ανέβαιναν σ’ Εκείνον ως ευώδες θυμίαμα. Ο Θεός λοιπόν, όπως θα καταλάβει και από αυτό το περιστατικό ο απόστολος Πέτρος και θα το καταθέσει ως μαρτυρία του συγκλονιστική έπειτα και στην αποστολική Σύνοδο (48/49 μ.Χ.), δεν είναι προσωπολήπτης. Την καρδιά του ανθρώπου πάντοτε κοιτά και όχι τους τίτλους του ή την καταγωγή του. Όπου υπάρχει καλή διάθεση, καλοπροαίρετο φρόνημα, εκεί πράγματι προσφέρει πλουσιοπάροχα τη χάρη Του. Έτσι, με την περίπτωση του αγίου Κορνηλίου, και όχι μόνον αυτού βεβαίως, δίνεται απάντηση στο πώς συμπεριφέρεται ο Θεός στους ανθρώπους που δεν είναι χριστιανοί. Σπεύδουμε πολλές φορές εμείς οι χριστιανοί, για να «καταδικάσουμε» τους πιστούς των άλλων θρησκειών. Τονίζουμε ότι η σωτηρία είναι μόνο για εμάς. Και βεβαίως αυτό είναι σωστό, διότι κατά τον Κύριο «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Εκτός της Εκκλησίας ως εντάξεως στο άγιο Σώμα του Χριστού δεν είναι εύκολο ο άνθρωπος να σωθεί. Όμως, ο Θεός δεν αφήνει τους ανθρώπους, τα πλάσματά Του, όπου γης. Για τον Θεό όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά Του και τα αγαπά εξίσου. Έτσι επιβλέπει και στους Μουσουλμάνους και στους Βουδιστές και στους Ιουδαίους και σε όλους, όπως και στους αθέους. Τι κάνει όμως, όπως διδασκόμαστε από τον άγιο Κορνήλιο; Τον κάθε καλοπροαίρετο τον καλεί με τον τρόπο που Εκείνος κρίνει. Τον καλεί όμως όχι για να «στήσει» μία άμεση σχέση μαζί Του, αλλά για να ενταχτεί στην αγία Του Εκκλησία. Ο Κορνήλιος καθοδηγείται από τον Θεό μέσω του αγγέλου, για να γνωρίσει τον απόστολο Πέτρο, ώστε να βαπτιστεί και να γίνει μέλος Χριστού, μέλος της Εκκλησίας. Όλοι οι καλοδιάθετοι λοιπόν άνθρωποι στον κόσμο βρίσκονται μέσα στην ιδιαίτερη χάρη του Θεού, η οποία ενεργεί σ’ αυτούς μ’ έναν εξωτερικό, θα λέγαμε, τρόπο, που κατευθύνει τα διαβήματά τους στην Εκκλησία, ώστε εκεί, η χάρη αυτή να γίνει εσωτερική, της καρδιάς τους, υπόθεση. Ο άνθρωπος με άλλα λόγια, μόνον εν Χριστώ μπορεί να δει Θεού πρόσωπο, κι αν έχει καλή διάθεση, φανερούμενη στην καλή σχέση του με τους ανθρώπους, ό,τι κι αν είναι, πράγματι τελικώς θα το δεί.

Σεπ 12
02

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου

Αν για τον τόπο καταγωγής του Ομήρου επτά αρχαίες πόλεις ερίζουν διεκδικώντας

τον τίτλο της γενέτειράς του, άλλοι τόσοι είναι οι τόποι που κατά τον μεσαίωνα

ανταγωνίζονται για να αποκτήσουν κάποιο μεγαλύτερο ή μικρότερο τεμάχιο του

λειψάνου του αγίου Μάμα. Και αν θα ήθελε να αναζητήσει κανείς τα αίτια αυτής

της τόσο εντυπωσιακής διάδοσης της τιμής του αγίου σε όλα τα μήκη και τα πλάτη

του τότε γνωστού κόσμου, δεν θα τα έβρισκε ασφαλώς στον βίο του, που σε

γενικές γραμμές δεν διαφέρει ουσιαστικά από τους βίους των άλλων μαρτύρων της

πρώτης χριστιανικής περιόδου.

Σύμφωνα με όσα είναι γνωστά για τη ζωή του

1

, ο Μάμας γεννήθηκε σε φυλακή της

Καισάρειας της Καππαδοκίας

2

, περί το 260 μ.Χ. λίγο πριν από τον μαρτυρικό

θάνατο των γονιών του, Θεοδότου και Ρουφίνας, για τη χριστιανική τους πίστη. Ο

μικρός Μάμας διασώθηκε από κάποια ευσεβή χριστιανή γυναίκα κι αργότερα

κατέφυγε στα βουνά της Καππαδοκίας, όπου έζησε ανάμεσα στα άγρια θηρία.

Έφηβος όμως ακόμη συνελήφθη για τη χριστιανική του πίστη και υπέστη τελικά

μαρτυρικό θάνατο κατά την εποχή του αυτοκράτορα Αυρηλιανού (270 – 275 μ.Χ.).

Η υπόθεση ότι η λαϊκή παράδοση της περιοχής προσέδωσε στο πρόσωπο του αγίου

Μάμα πολλά από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της καππαδοκικής θεότητας Μα και

του ακολούθου της Άττι ή Μήνα

3

, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες αλήθειας που

1

Από το πλήθος των σχετικών με την καταγωγή, τη γέννηση, τη ζωή και δράση και το μαρτύριο του αγίου

παραδόσεων δεν είναι εφικτή η εξαγωγή ασφαλών ιστορικών πληροφοριών για το πρόσωπό του.

2

Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι υπήρξαν δύο μάρτυρες με το ίδιο όνομα· ένας από τη Γάγγρα της

Παφλαγονίας και ένας από την Καισάρεια [βλ. Ἄννα Μαράβα – Χατζηνικολάου, Ὁ ἅγιος Μάμας, Ἐκδόσεις τοῦ

Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου Ἀθηνῶν 57 / Ἀθῆναι 1953, σ. 23]

3

Ἄννα Μαράβα – Χατζηνικολάου, ό.π., σ. 27εξ.

Ο άγιος Μάμας

φορητή εικόνα του 1700 από την Κύπρο

Σεπ 12
02
Κάτω από (synaxari9) από στις 02-09-2012

Πρωτοπρ. Βασίλειος Καλλιακμάνης,

Στα συναξάρια της Εκκλησίας μας και στο αγιολόγιό της είναι γνωστοί έξι μάρτυρες με το όνομα Μάμας. Ο πρώτος και σπουδαιότερος καταγόταν από τη Γάγγρα της Παφλαγονίας και μαρτύρησε στην Καισάρεια της Παφλαγονίας επί αυτοκράτορος Αυρηλιανού το 275. Πρόκειται για τον άγιό μας, του οποίου η μνήμη γιορτάζεται στις 2 Σεπτεμβρίου.

«Οι διαφορετικές εκδοχές για την καταγωγή και την οικογένεια του αγίου μάς υποχρεώνουν να έχουμε αμφιβολίες γύρω από το πρόσωπο του μάρτυρα… Το πρόσωπο του αγίου Μάμα έχει συγκροτηθεί από διάφορες παραδόσεις και δεν υπάρχει τρόπος να καθοριστεί σε ποιο πραγματικό πρόσωπο ανήκουν οι παραδόσεις αυτές», γράφει η Άννα Μαραβά-Χατζηνικολάου. «Ένας απλός βοσκός, ένα παιδί μεγαλωμένο από κάποιον επίσκοπο, που ζούσε στο βουνό της Καισάρειας ανάμεσα στα άγρια θηρία, ένας αριστοκράτης από καταγωγή, με γονείς μάρτυρες της πίστης, που έγινε βοσκός από θέλημα Θεού… όλα αυτά συγκεντρωμένα στο ίδιο πρόσωπο».

Η αλήθεια είναι πως ίσως εδώ να συνενώθηκαν διάφοροι βίοι των αγίων που φέρουν το όνομα Μάμας. Από την άλλη πλευρά όμως το βέβαιο είναι πως ο άγιος Μάμας ανήκει στην κατηγορία των μαρτύρων. Ας δούμε τώρα ακροθιγώς πού τιμήθηκε ο άγιος Μάμας:

Καισάρεια: Η γιορτή του αγίου Μάμα έπεφτε την πρώτη εβδομάδα του Σεπτέμβρη. Προσκαλούνταν και άλλοι επίσκοποι και λάμπρυναν την πανήγυρη των μαρτύρων και ιδιαίτερα του αγίου Ευψυχίου και του αγίου Μάμαντος. Η συγκεκριμένη περίοδος συνέπιπτε με την αρχή της Ινδίκτου και τη γιορτή της Βασιλειάδας. Σε μία ομιλία του προς τον άγιο Μάμα ο Μ. Βασίλειος περιγράφει ενώπιον μεγάλου πλήθους τον άγιο ως υπόδειγμα απλού και ταπεινού πιστού, που αξιώθηκε να δοξαστεί στο όνομα του Χριστού. Ο μάρτυρας ήταν ένας απλός βοσκός σε πλήρη αρμονία με το φυσικό περιβάλλον -αφού ακόμη και τα λιοντάρια τον υπακούουν- και με απέραντο πλούτο πίστης. Ο άγιος Μάμας γιορταζόταν στην Καισάρεια δύο φορές το χρόνο, μία φορά το Σεπτέμβριο και μία την άνοιξη. Τη δεύτερη φορά οι κάτοικοι της περιοχής παρακαλούσαν τον άγιο να εγκαινιάσει την εποχή της ανοίξεως. Ερμηνεύεται εύκολα λοιπόν γιατί ο λόγος του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού που εκφωνήθηκε την Κυριακή του Θωμά αποτελεί έναν πραγματικό ύμνο στην άνοιξη και τον άγιο Μάμα. «Ο εξαιρετικός αυτός άγιος, που ποιμαίνει σήμερα το λαό της Καισάρειας ήταν ένας Καππαδόκης βοσκός που άρμεγε ελαφίνες. Και εκείνες συναγωνίζονταν ποια θα του πρωτοδώσει γάλα, για να τραφεί ο δίκαιος», λέει ο Γρηγόριος.

Μαμασός και Γάγγρα: Η απόδοση της τιμής των μαρτύρων γινόταν συνήθως με τη μεταφορά τμήματος των ιερών λειψάνων τους. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι άγιοι τιμούνταν με την εικονογράφηση σκηνών του βίου τους ή ακόμη και με τη μεταφορά εικόνων στον τόπο όπου τελούταν η μνήμη τους. Αυτό συνέβη και με τον άγιο Μάμα. Σύντομα η τιμή του εξαπλώθηκε έως τη Μαμασό, πόλη στην περιοχή της Ναζιανζού αλλά και στη Γάγγρα της Παφλαγονίας, τον τόπο δηλαδή καταγωγής του αγίου. Μάλιστα διασώζονται μαρτυρίες ευλάβειας προς τον άγιο Μάμα και τιμής προς αυτόν και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μαμασού τουλάχιστον μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών του 1924.

Κωνσταντινούπολη: Η τιμή του αγίου Μάμαντος φέρεται να έφτασε στη Βασιλεύουσα κατά το δεύτερο μισό του 5ου αι. Είναι η εποχή που οι πολεμιστές της Ισαυρίας κατακλύζουν το Βυζάντιο. Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν μέσω των Ισαύρων μισθοφόρων η τιμή του αγίου μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη. Από τον ίδιο αιώνα μάλιστα υπήρχε στη βυζαντινή πρωτεύουσα προάστιο με την ονομασία «Άγιος Μάμας», το οποίο συνδεόταν με σημαντικές στιγμές για τη Βασιλεύουσα.

Κύπρος: Στη μεγαλόνησο του Ελληνισμού σώζεται η λάρνακα με το λείψανο του αγίου Μάμαντος. Υπάρχουν επίσης συνολικά 66 ναοί προς τιμήν του. Ο Λεόντιος Μαχαιράς, ο Νεόφυτος Ροδινός και ο Στέφανος Lusignan αναφέρουν πληροφορίες και παραδόσεις σχετικά με την τιμή του αγίου στην Κύπρο. Η τιμή αυτή φαίνεται πως αναπτύχθηκε κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας και ιδιαίτερα το 15ο αι. Η θαυματουργική επίδραση του μύρου που αναβλύζει από το σώμα του αγίου την ημέρα της γιορτής του επιβεβαιώνεται ως το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή του τόπου. Εκτός από τις γραπτές μαρτυρίες και τους ναούς που οικοδομούνται προς τιμήν του κυρίως μετά το 15ο αι. στο μαρτυρικό νησί σώζεται και μία ενδιαφέρουσα τοιχογραφία του 12ου αι. Σε αυτήν ο άγιος Μάμας δεν εικονίζεται καθισμένος σε λιοντάρι, όπως στην εικόνα της Λάρνακας και άλλες κυπριακές εικόνες, αλλά ως απλός βοσκός με το σταυροράβδι στο χέρι, όπως τον συναντάμε σε πολλές εικόνες εκτός Κύπρου. Ως γενικό συμπέρασμα πρέπει να ομολογήσουμε ότι στην Κύπρο η τιμή του αγίου είναι πολύ έντονη και ξεκινά σαφώς από την αρχαία σαρκοφάγο του Μόρφου, που περικλείει τα ιερά του λείψανα.

Ελλάδα: Στην κυρίως Ελλάδα υπάρχουν παλιές εικόνες και τοιχογραφίες του αγίου Μάμαντος. Ο άγιος τιμάται γενικότερα σε παραθαλάσσια μέρη και σε ορισμένα νησιά. Στην Κρήτη έχουμε το χωριό Άγιος Μάμας στην επαρχία Ρεθύμνου. Έχουμε τον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής κι ακόμη εκείνον στην Επίδαυρο Λιμηράς. Στη Χίο, στο χωριό Αφοδίτη, υπάρχει ναός του Αγίου Μάμαντος. Στη Σκύρο, τη Μήλο, τα Κύθηρα, την Κάρπαθο, τις Σπέτσες και τη Νάξο βρίσκονται μικρά εκκλησάκια.

Δερβίσηδες: Ξεχωριστή μνεία πιστεύουμε πως αξίζει να γίνει στην τιμή που απέδιδαν στον άγιο Μάμα τα μουσουλμανικά μοναχικά τάγματα των δερβίσηδων. Είναι γνωστό πως οι δερβίσηδες σέβονταν και τιμούσαν πολλούς χριστιανούς αγίους. Ένας από εκείνους που ιδιαίτερα ευλαβούταν ήταν ο άγιος Μάμας. Πολλοί Καππαδόκες πρόσφυγες διηγούνται ότι στην περιοχή της Μαμασού αλλά και αλλού οι δερβίσηδες είχαν αναπτύξει στενούς δεσμούς με τον άγιο. Λέγεται μάλιστα πως, όταν έμπαιναν στα σπίτια τους, έλεγαν: «Δώσε μου ένα κερί ν’ ανάψω στον Αϊ Μάμα. Κι εμείς Αϊ Μάμα σόι είμαστε»(!).

Ο παιδομάρτυς άγιος Μάμας αποτελεί μία χρυσή ψηφίδα στο μωσαϊκό της Εκκλησίας και ταύτισε το θέλημά του με το θέλημα του Θεού. Αν θέλουμε να τον τιμήσουμε κι εμείς, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουμε το βίο του και να αξιοποιήσουμε τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Θεός. Να γίνουμε δηλαδή άνθρωποι της χαράς, της αγάπης, της πίστης, της δικαιοσύνης και προπαντός άνθρωποι της ελπίδας αλλά και της θυσίας.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 2/9/2012