Νοέ 12
10

Ἡ Θεσσαλονίκη μὲ καπέλο τὴν περισπωμένη

Κάτω από (Χωρίς κατηγορία) από στις 10-11-2012

Τοῦ Νίκου-Γαβριὴλ Πεντζίκη

Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Σύναξη, τχ. 16, Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1985.

Ὅλος ὁ πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλονίκης ἀποδέχεται τὴν μυστικὴ ἀντίληψη τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς, ἐπέ κεινα τῶν ὅσων μποροῦν νὰ μᾶς συμβοῦν, σὰν ἀντανάκλαση τοῦ φωτός, τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ὄχι τῆς σκιᾶς του, ὅπως παρετυμολογεῖται ἡ ὀνομασία τῆς νήσου τῶν δύο Ἀλεξάνδρων, λαμπρῶν ἐκπροσώπων τῶν γραμ- μάτων τῆς Ἑλλη- νίδος λαλιᾶς, ὡς σκιὰ τῆς κρυσταλ- λοπαγοῦς μάζης, ποὺ καταβαράθρωσε τὸ Θρακιώτη τῆς ἀπομακρυσμένης περιόδου τῆς Μυθικῆς Γιγαντομαχίας. Οὔτε ἐπίσης ὡς σκιά, ποὺ κατὰ μαρτυ ρία τοῦ τραγικοῦ Σοφοκλῆ, ἐπα- ληθευθεῖσα ἀπὸ ἀστρονόμους τοῦ καιροῦ μας, ἐπεκτεινόμενη ἀπὸ τὸ Ἁγιώνυμο Ὄρος πέρα, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ θερινοῦ ἡλιοστασίου, ἀγγίζει τὴν κοιλία τοῦ ἀγάλματος τῆς Βοὸς στὴν πλατεία τῆς Μύρινας, παλαιᾶς καὶ σύγχρονης πρωτεύουσας τῆς νήσου Λήμνου. Ὁ ἀντικατοπτρισμὸς τοῦ φωτὸς τοῦ Ἄθω στὴ Θεσσαλονίκη, τὴν παρομοιάζει μὲ τὸ φυτὸ τοῦ γένους τῶν Σεραπιδινῶν, Ὄφρυς κάτοπτρον, ποὺ βρίσκοντάς το ὁ φίλος μου ζωγράφος Γιῶργος Μανουσάκης στὸ ἐξοχικό του στὸ Ξυλόκαστρο, Ἐπίνειο τῶν Τρικάλων τῆς Ὀρεινῆς Κορινθίας, πατρίδας τοῦ ἐν Ἁγίοις Γερασίμου πολιούχου τῆς Κεφαληνίας τοῦ Νοταρᾶ, τὸ ἀπεικόνισε ἐπακριβῶς. Φίλε, οἱ δρόμοι τῆς ἀγάπης, ποὺ μοῦ ἔμαθε τὸ ξετύλιγμα τῆς προσωπικῆς μου ζωῆς στὴ Θεσσαλονίκη, πηγαίνουν μακρύτερα ἀπὸ τὰ ἄμεσα ὅρια τοῦ σχήματός της. Φτάνουν στὴ Βέρροια, τῶν χρόνων ποὺ στοὺς χαλκάδες τοῦ Κάστρου της δέναν ἀρχαῖες τριήρεις. Ὅταν ἀκόμα ὁ Βάλτος, μὲ τὰ πολλὰ μυστικά, σχημάτιζε ποταμόκολπο. Ὅταν, στὴ θέση ποὺ ἐγκαταστάθηκαν οἱ πρόσφυγες ἀπὸ τὴ Νικομηδεία, μὲ τὶς χιλιάδες Ἁγίους Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ὑφίστατο πληθυσμὸς πρὶν ἀπὸ 9 χιλιάδες χρόνια, ποὺ ἔχουν ἤδη ἐρευνηθεῖ τὰ κατάλοιπα καὶ τεκμήρια τοῦ βίου των. Ἐπιστρέφοντας πρὸς τὴν πόλη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, μιὰ παρακαμπτήριος ὁδηγεῖ στὸ συνοριακὸ οἰκισμό, ὅπου ἐτάφηκαν ζωντανοὶ 50 Εὔζωνες. Γεγονὸς τοῦ 1913. Στὴν ἴδια ὁδό, συνοικισμὸς προσφύγων τῆς περιοχῆς τοῦ Μικρασιατικοῦ ὄρους Σιπύλου, ὅπου ἡ ἀρχαία Νιόβη, κλαίγοντας τὸν χαμὸ τῶν παιδιῶν της, ἀπολιθώθηκε. Πόσων ἡμερῶν ταξίδι ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἀπὸ θάλασσα ἢ στεργιά, μέχρι τὴν Ἔφεσο καὶ τὸ σπήλαιο τῶν παίδων, ὅπου τὸν καιρὸ τοῦ Διωγμοῦ ἐπὶ Δεκίου ἀποκοιμήθηκαν καὶ ξυπνῆσαν αἰῶνες μετά, ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Καλλιγράφου, ἀποδεικνύοντας τὴν μετὰ τοῦ σώματος ἀνάσταση τῶν ψυχῶν τῶν μεταστάντων. Τίποτε δὲν κεῖται πολὺ μακριά, ἀπὸ τὴν Ἕδρα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ ἡ ἀδιάλειπτη Νο- ερὰ προσευχὴ τοῦ χάριζε τὴ θέαση τοῦ Ἄκτιστου Φω- τός, τὴν ὥρα ποὺ ἀντιλαμβανόταν νὰ προσομοιάζει μὲ τὴν μόνη κατηγορία πολυκύτταρων ὀργανισμῶν δίχως ἀτομικὴ πτυχή, ὅπως οἱ σπόγγοι. […] Χιλιάδες χρόνια, μετὰ ποὺ ἀποβιβάστηκε στὴν πα- ράλιο θέση τοῦ νῦν οἰκισμοῦ Γέφυρα, ἀναπλέοντας τὴ Μεσόγειο καὶ τὸ Αἰγαῖο μέχρι τὸ μυχὸ τοῦ Θερμαϊκοῦ, πάνω σὲ μιὰ κασσέλα θησαυροῦ, φυγὰς ὁ Φαραὼ Νεκτε- ναβάς, ποὺ εὐθὺς μετά, στὸ Σιδηρόκαστρο τῆς Συντικῆς, συνάντησε τὴν Ὀλυμπιάδα τοῦ Φιλίππου, σπέρνοντας στὴν κοιλία της τὸ Μέγ’ Ἀλέξανδρο. Ἀπὸ τὴν ἀπαρχὴ τῶν Δυναστειῶν τῆς Αἰγύπτου, ἡ ὁδὸς πρὸς τὸν Εὐρω- λιμένα τοῦ Θερμαϊκοῦ ἦταν γνωστὴ στὸν πληθυσμὸ τῆς χώρας, δωρεᾶς τοῦ Νείλου, σὰν ἡ πιὸ σύντομη πρὸς τὴν Μεσευρώπη καὶ τὴ Βόρεια Θούλη, ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐκείνην ποὺ ἀνέπλευσε ὁ Φωκαεύς, ἱδρυτὴς τῆς Μασσαλίας Πυ- θέας, βρίσκοντας πλοῦτον Ἠλέκτρου στ’ ἀκρογιάλια τῆς Βαλτικῆς. Τὰ εὑρήματα τῶν ἀνασκαφῶν τῆς Τούμπας τοῦ Τόψιν, παλαιότερης ὀνομασίας τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ Γέ- φυρα, ἀποδεικνύουν, μὲ τὸ ρυθμὸ τῆς διακόσμησής τους, τὴν πρὶν ἀπὸ δέκα καὶ πλέον χιλιάδες χρόνια σχέση τῆς περιοχῆς αὐτῆς, ποὺ δὲν ἀπέχει παρὰ μόνο 23 χιλιόμετρα δυτικὰ τῆς πρωτεύουσας ὁλόκληρης τῆς Βόρειας Ἑλλά- δας, μὲ τὴν Χώρα τῶν Φαραώ, ὅπως καὶ μὲ τὴν θαλασ- σοκράτειρα μεγαλόνησο τοῦ Μίνωα, ποὺ μετὰ θάνατον καθιερώθηκε μέγας Κριτὴς στὸν Ἅδη. Δὲν χρειάζεται παραπάνω ἀπὸ μία ὥρα, βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἄλλοτε Πύλη τῆς Καλαμαριᾶς, παρὰ τὸ νῦν Συντριβάνι, μὲ αὐτοκίνητο γιώτα – χί, προκειμένου νὰ φτάσεις στὰ Πετράλωνα καὶ τὴ μονιὰ τῆς Σπηλαιοδίαιτης ἄρκτου, ὅπου πρὶν 500 χιλιάδες χρόνια διέμενε ὁ πρόγονός μας Ἀρχαιάνθρωπος. Δὲν εἶναι μεγάλο αὐτὸ τὸ χρονικὸ διάστημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ συ- μπτύσσει σὲ μιὰ μέρα τοῦ Θεοῦ τὰ χίλια χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδὴ οὔτε ἑνάμιση χρόνος τῆς ζωῆς ἑνὸς πιστοῦ δὲ μὲ χωρίζουν ἀπὸ τὸν ἀρχαιάνθρωπο, ὅταν φτάνοντας μετὰ 75 καὶ μισὸ χρόνια βίου, μόλις ἔχω ξεπε- ράσει τὰ 13 χιλιοστὰ μιᾶς ἡμέρας τοῦ Πα- ντοκράτορα, Κυρίου τῶν Δυνάμεων. Φυσικὸ λοιπὸν εἶναι νὰ ἀπορῶ, ὅσον ἀφορᾶ τὸ διαχρονικὸ σχῆμα τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀναζητώντας κάποια πιθανὴ γεωγραφικὴ ἀναπαράσταση τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης καὶ πρώτης Θεσσαλίας, ἔφτασα στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ὀλυ- μπιώτισσας, παρὰ τὴν Ἐλασσώνα τῶν παλαιῶν Συνόρων, ἀντικρύζοντας τὴν Βερδικοῦσα, σωστὴ Βουνίσια Πέρδικα στὰ Ἀντιχάσια, ἔτη μονάχα 71, μετὰ τὴ σύνδεση τῆς σιδη- ροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη στὴ Φλώρινα καὶ τὸ Μοναστήρι, μὲ ἐκείνη ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὴ Λάρισα καὶ τὸ Παπαπούλι. Τὸ γεγονὸς τῆς σύνδεσης αὐτῆς ἀπετέ- λεσε θέμα ἐνθουσιώδους Πανελλήνιας Θεατρικῆς Ἐπιθε- ώρησης, μὲ συμμετοχὴ τῆς μεγάλης Μαρίκας Κοτοπούλη, φίλης τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, ποὺ τὸ ἡρωικό του ψευδώνυ- μο φέρει μαρτυρικὸ μικρὸ χωριὸ τῆς Ἐπαρχίας Ἀλμωπίας, τοῦ Νομοῦ Πέλλης τῆς Κεντρικῆς Μακεδονίας, ποὺ μόνο μπροστὰ ἀπὸ 73 ἔτη ἀπελευθερώθηκε, μετὰ τὴ μάχη τῶν Γεννιτσῶν, ὅπου χύθηκε αἷμα ἄφθονο καὶ πολύ. Τότε, 10.600 μέτρα, δυτικὰ τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ τσι- φλίκι Τέκελι καποιανοῦ Μπέη ἀριθμοῦσε μόνο 167 Κολ- λήγους καὶ σήμερα εἶναι πόλη ὁλάκερη, μὲ 8.000 πρό- σωπα, φέρουσα τὸ ἀρχαῖο ὄνομα Σίνδος, μὲ πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρυσοφόρους τάφους στὴν παραλία της καὶ μὲ ἱκανὰ ἐκτεταμένη βιομηχανικὴ ζώνη. Δὲ θὰ μποροῦσα νὰ γράψω, οὔτε μιὰ λέξη ἀπ’ ἐκεῖνες ποὺ καταχώρισα, τελειώνοντας, στὰ 1938, τὸ κείμενο τοῦ βιβλίου μου· «Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ἀνάσταση», ὅταν ὁ ἀναστημένος, μετὰ ἀπὸ μακρὰ περιόδευση στὸν Ἑλλα- δικὸ χῶρο, ἐπιστρέφοντας στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἐπανέλαβε, ἀπὸ παλαιῶν κειμένων τὴ μνήμη, ὅσα τώρα στέκομαι καὶ ἀντιγράφω· «Ἐπισημότατη, περίκλεα στάση, μεγίστη, περίπυστος, λαμπροτάτη, λογίμη, περιφανής, πλουσιωτάτη, μεγαλούπολη, πρωτεύουσα, εὐσεβεστάτη, νεωκόρος, εὔανδρος, οὐ γὰρ πόλις ἁπλῶς, ἀλλὰ μακάρων γῆ, Θεσσαλονίκη». Σκέφτηκα ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ διαλέ- ξω τὸν χαρακτηρισμὸ «Μακάρων γῆ», γιὰ μία ἀπόδοση τοῦ μη- τρικοῦ σχήματος τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς μου καὶ παραμονῆς, ὅμως μὲ τρόμαξε ὅτι ἐπαναλαμβάνοντας, ἐνῷ ἀκόμα ἐν ζωῇ μετέχω τῶν κινήσε- ων καὶ πράξεων τοῦ πληθυσμοῦ της, θὰ μποροῦσε δίκαια νὰ θεωρηθεῖ ψεῦδος ἀσύστολο, γέρου πα- λίμπαιδος. Σὲ τοῦτο ἀκριβῶς συνίσταται ἡ διαφορὰ τοῦ νεα- νίου μὲ τὸ γέρο, ὅτι ὁ δεύτερος στερεῖται τὴν φαντασία καὶ ὑπερηφάνεια τοῦ πρώτου. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸ ν’ ἀποδώσει κανείς, τὰ πράγματα καὶ συμβάντα μιᾶς ὁλόκληρης πόλης, δίχως νὰ στέκει ψηλά, νιώθοντας ὑπερή- φανος; Ἔστω καὶ ἂν εἶχα ἐπικαλεσθεῖ τὶς δύο Μάρτυρες Ἅγιες Γυναῖκες, ποὺ φέρουν τὸ αὐτὸ ὄνομα μὲ τὴν πόλη τοῦ μείζονος Θερμαϊκοῦ, θὰ ἦταν δυνατὸ ν’ ἀποδώσω τὸ ἐμπράγματο σχῆμα της; Τὴ λύση μου τὴν πρόσφερε ἕνας Ἁγιορείτης, ποὺ γεν- νημένος στὴ Λίμα, πρωτεύουσα τῆς ἀρχαίας χώρας τῶν Ἴνκας, μετὰ ἀπὸ τριῶν ἐτῶν παραμονὴ στὸ Σουρρεαλι- στικὸ Παρίσι καὶ ἕνα ταξίδι φυγῆς καὶ ἀναζήτησης, μέχρι τὴν Γκόα τῶν ἀνατολικῶν Ἰνδιῶν, βαπτίστηκε Ὀρθόδοξος, καὶ μετὰ τὴν ρασοευχή, ὀνομάστηκε Διάκονος, Πρεσβύ- τερος, πατὴρ μὲ τὸ χάρισμα τοῦ ἐξομολόγου. Μὲ θυμᾶται λοιπὸν καὶ μοῦ ἔστειλε ἕνα ἐπιστολικὸ δελτάριο, μὲ τὴν εἰκόνα παλαιολιθικοῦ εἰδωλίου, 20.000 ἕως 30.000 χρόνια παλαιό, πρὶν ἀπὸ σήμερα. Σὰ νὰ κατέβαινα ἕναν γκρεμό, ἴσαμε τὰ ἔγκατα βάθη τῆς γῆς, μ’ ἕνα κομμάτι διαφανὲς τσιγαρόχαρτο, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ξεσηκώσω τὸ σχῆμα τοῦ εἰδωλίου, μεταφέροντάς το μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς καρμπόν, στὴν ἐπιφάνεια ποὺ θὰ τὸ ἀπεικόνιζα.

Ἦταν ἡ Δεκάτη τετάρτη τοῦ Μηνὸς Μαΐου, τοῦ χιλιο- στοῦ ἐννεακοστοῦ ὀγδοηκοστοῦ πέμπτου ἀπὸ Χριστοῦ ἔτους, μὲ τὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰσιδώρου τοῦ ἐκ Χίου, τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀλεξάνδρου τοῦ ἐν Κεντου- κέλλαις, τῶν τριῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀκολούθου, Βαρ- βάρου καὶ ξανὰ ἕτερου Ἀλεξάνδρου, τοῦ Πατριάρχου Ἱε- ροσολύμων Λεοντίου, τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Θεράπο- ντος καὶ τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων, Μάρκου τοῦ ἐκ Κρή- της στὰ 1643 στὴ Σμύρνη, Ἰωάννου τοῦ Βουλγάρεως στὰ 1802 στὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ τὴν καταγραφὴ τῶν σχηματικῶν καὶ χρωμα- τικῶν τῆς μεγάλης πε- ρίληψης τοῦ Συναξαρί- ου τῆς ὡς ἄνω ἡμέρας· μὲ ἰσόποσο ἄντλημα, ἀπορριμάτων, πραγμά- των, ποὺ χρησίμεψαν, καὶ τὰ φυλάγει κανεὶς σὰ θυμητάρια, μέχρι τὴν ὥρα τῆς εὐκαιρι- ακῆς κατάθεσής των, ἐξόφλησα τὴν δεύτερη ἐπανάληψη τοῦ ἀπὸ τοῦ Συναξαρίου Κεφα- λαίου. Χρειάστηκα ἀκόμα πρὸς ἁγιασμὸ τοῦ ἀπὸ ἀρχαίου καὶ παλαιοῦ πηλοῦ εἰδωλίου, νὰ ἀντιγράψω ἀπὸ τὴν Παρακλητικὴ τὰ Ἑωθινὰ ποιήματα, Λέοντος Βασιλέως τοῦ Σοφοῦ, τὸ Β΄ «Μετὰ μύρων προ- οελθούσαις, ταῖς περὶ τὴν Μαριὰμ Γυναιξί…», Γ΄ τῆς Μαγδαληνῆς Μαρίας, τὴν τοῦ Σωτῆρος Εὐαγγελιζομένης ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασιν…, Δ΄ «Ὄρθρος ἦν βαθύς, καὶ αἱ Γυναῖκες ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα…» καὶ Ε΄ «ὢ τῶν σοφῶν σου κριμάτων Χριστέ! πῶς Πέτρῳ μὲν τοῖς ὀθονίοις μόνοις,…». Παρ’ ὅλην ὅμως τὴν ἐπεξεργασία καὶ μεταφορὰ τῶν σχηματικῶν καὶ χρωματικῶν ἀξιῶν τῶν παραπάνω Ἀνα- στάσιμων κειμένων τῆς Παρακλητικῆς, ἡ προσπάθεια νὰ ἀποτελειωθεῖ ὁ πίνακας μὲ τοὺς Ἁγίους ὡς σπίτια, πάνω στῆς πόλεως τὰ σπίτια, ὡς ὄρθια ἢ πλάγια παραλληλό- γραμμα, σὲ χρωματικὴ συμφωνία πρὸς τὸ γυμνὸ σῶμα τῆς πήλινης γυναικὸς Θεσσαλονίκης, μὲ τὴν περισπω- μένη, τῶν σημερινῶν συνόρων ὁλόκληρης τῆς Βόρειας Ἑλλάδος τῆς ὁποίας τυγχάνει πρωτεύουσα, ἀπὸ Πρέσπες, Ὀρεστιάδα καὶ Κορέστια, μέχρι Καστανιές, Ὀρμένιο καὶ Ὀρεστιάδα ἀνατολικά, ὑπογραμμίζοντας τὴν ἀπὸ τοῦ Ὀρέ- στου τῆς Μεγαλιθικῆς Ἐποχῆς, τοῦ Μητροκτόνου γιοῦ τοῦ Ἀγαμέμνονα, καταγωγῆς τοῦ ὅλου της πληθυσμοῦ, ἀποκαθιστώντας ταυτόχρονα τὴν βεβήλωση τῆς ἀρχαίας μας γραφῆς, διὰ τοῦ μονοτονικοῦ καὶ τὸν ἐξοβελισμὸ τῆς περισπωμένης. Ἡ ἀπεικόνιση ἐτελειώθη, μόνο μετὰ τὴν ἀντιγραφὴ καὶ γραφικὴ ἐπεξεργασία τοῦ Θεοτοκίου σὲ ἦχο πλάγιο α΄ τῆς Πρωίας τοῦ Σαββάτου: «ὑμνοῦμέν σε Παρθένε, δι’ ἧς ἐφάνη ὁ Θεὸς ἐπὶ γῆς, Βροτὸς γενό- μενος…», καὶ τοῦ εἰς Κοιμηθέντας τῆς αὐτῆς ἡμέρας καὶ ἤχου: «Προέφησας, οὐκ ὄψεται θάνατον, ὁ πιστεύσας εἰς σέ· διὸ Δέσποτα, τοὺς μεταστάντας ἀνάστησον». Περατώνοντας τὴν ὅλη γραπτή μου ἔκφραση γύρω ἀπὸ τὴν εἰς χρόνον ἔκταση τῆς Θεσσαλονίκης, ἀνάτρεξα, πρὸς ἐξισορρόπηση τῆς συγκινησιακῆς γεροντικῆς ἀστά- θειάς μου, στὴν ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλε- ως Φιλοθέου τοῦ ἀπὸ Θεσσαλονίκης βιογρα- φία τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ ὁ καθηγητὴς κ. Δημή-τριος Γ. Τσάμης, τῆς Θεολογικῆς σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου, ἐξέδωσε καὶ ἐπιμελήθηκε. Ξεσηκώνοντας τὴν φράση τῆς σελί- δος 64, παράγραφος 33, «διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ καὶ πείρᾳ καὶ πάθει μακαρίῳ τῶν τοι- ούτων ἐσχηκότων τὴν γνῶσιν» τοῦ κειμένου, στὴν ὁποία ἀντιπαρα- θέτει φράση τοῦ στίχου 177 τῆς τραγωδίας τοῦ Αἰσχύλου «Ἀγαμέμνων»: «… τοῦ πάθει μάθος θέντα». Προχωρώντας δὲ στὴν παράγραφο 34, τῆς σελίδας 66 τοῦ κειμένου, ἀντέγραψα τὴ φράση: «ἡ δὲ τῶν πάντων Δέσποινα, καὶ αὐτὴν ὡς ἂν εἴποι τις τῷ περιόντι τῆς γεροντίας φθάνουσα τὴν εὐχήν, ὕπαρ εὐθὺς ὑπ’ ὄψιν ἐκείνῳ παρί- σταται», ἑρμηνευτικὴ τῆς ἐπαλήθευσης ἢ μᾶλλον ἀποκα- τάστασης τοῦ ὀνείρου σὲ ξύπνια πραγματικότητα ἐναργῆ διὰ τῆς προσευχῆς. Κατάσταση ἀνθρώπινης ἐξόδου ἀπὸ τὸν αὐτισμό, τὴν ὁποία ὁ ἐκδότης ὑπογραμμίζει μὲ δύο παραπομπὲς στὸν στίχο 547 τῆς ραψωδίας Τ τῆς Ὀδυσσείας τοῦ Ὁμήρου, καὶ τοῦ στίχου 90 τοῦ Υ τοῦ αὐτοῦ Ἔπους, ποὺ ἀναφέρονται στὸ ὄνειρο ποὺ εἶδε ἡ Πηνε- λόπη, ἀναφορικὰ μὲ τοὺς μνηστῆρες της καὶ τὸν ἄντρα της, ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ζώων, καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ ἥρωος, μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ἀθηνᾶς, αἴσια τελικὴ πραγμάτωση τοῦ ὀνείρου, στὴν καθ’ ὕπαρ μορφὴ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τῶν ἀντιπάλων του. Ἐδῶ τελειώνω φίλε καὶ σ’ εὐχαριστω,



Αφήστε μια απάντηση