Όμιλος Δημιουργικής Γραφής

Πρότυπο ΓΕΛ Ηρακλείου Κρήτης

Απονομή Βραβείων και Επαίνων σε μαθητές του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής που διακρίθηκαν στον 40ο Παγκρήτιο Μαθητικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Χανίων

Απρ 20247
434019223 892284989364501 5473051477596976943 n

Την Κυριακή, 7 Απριλίου 2024, στο θέατρο Μίκης Θεοδωράκης πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση βράβευσης του 40ού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του Συνδέσμου. Στην εκδήλωση παρευρέθηκε η μαθήτρια του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής Χρύσα Σπυριδάκη, για να διαβάσει το ποίημα που της χάρισε τον 2ο Έπαινο στην κατηγορία ποίησης Λυκείου.

Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση του Συνδέσμου Φιλολόγων Νομού Χανίων στον 40ο Παγκρήτιο Διαγωνισμό έλαβαν μέρος 147 μαθητές γυμνασίου, λυκείου, ενήλικους μαθητές με κείμενα και ποιήματα και όπως επεσήμανε η πρόεδρος του “Συνδέσμου Φιλολόγων” κ. Σίτσα Κοτσιφάκη “η ζωηρή ανταπόκριση από πολλά σχολεία της Κρήτης μας γέμισε χαρά, ενθουσιασμό και ευγνωμοσύνη για αυτούς τους νέους ανθρώπους επιμένουν να εκφράζουν τις σκέψεις του στο χαρτί κόντρα στις σειρήνες της εποχής που αποθεώνουν τη γρηγοράδα της επικοινωνίας, τη βιασύνη και την ελαφρότητα της σκέψης».

434074276 892285029364497 6550535827987420804 n

Συγχαρητήρια λοιπόν σε όλα τα παιδιά που πήραν μέρος στον 40ο Παγκρήτιο Διαγωνισμό και ένα μεγάλο μπράβο στις τρεις μαθήτριες του Πρότυπου ΓΕΛ Ηρακλείου και μέλη του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής για τη διάκρισή τους:

  1. Λεμονάκη Ελένη (Π.Λ.Η. -Τάξη Γ): Διήγημα “Γρηγοριανό Έτος”  – 2ο Βραβείο στην κατηγορία Διήγημα-Λυκείου
  2. Σπυριδάκη Χρυσή (Π.Λ.Η. Τάξη Α): Ποίηση “Ίριδα ζωής”  – 2ος Έπαινος στην κατηγορία Ποίηση-Λυκείου
  3. Αντωνοπούλου Ειρήνη (Π.Λ.Η. Τάξη Β): Ποίηση “Κύματα”  – 3ος Έπαινος στην κατηγορία Ποίηση-Λυκείου

Tα αποτελέσματα του 40ου Παγκρήτιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού ανακοίνωσε με Δελτίου Τύπου ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Νομού Χανίων (https://www.cretalive.gr/politismos/oi-nikites-toy-40oy-pagkritioy-mathitikoy-logotehnikoy-diagonismoy).

Λεπτομέρειες από την Τελετή Βράβευσης μπορείτε  να διαβάσετε πατώντας ΕΔΩ.

Ακολουθούν τα κείμενα των μαθητριών που διακρίθηκαν:

Λεμονάκη Ελένη «Γρηγοριανό Έτος»

Κίτρινη Ημέρα

Σήμερα είναι μια κίτρινη μέρα. Το φως του ήλιου μπαίνει κρυφά από το παράθυρο, στριφογυρίζοντας στο πάτωμα σαν φίδι. Έξω, η φυλλώδης ψευδοκαρυδιά τινάζεται στον αέρα.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν γράφω. Κι όταν το κάνω, τις περισσότερες φορές πρόκειται για καταγραφή γεγονότων. Στην πόλη δεν είχα χρόνο για ποίηση ή όμορφα λόγια. Κανείς δεν ήθελε όμορφα λόγια⸱ ούτε τα περίμενε από εμένα. Αλλά τώρα, μόνος με την κρύα πέτρα, το ψυχρό κίτρινο φως και τα κίτρινα φίδια του ήλιου, έχω χρόνο.

Ακούω ένα βουητό στον ανήσυχο αέρα. Ολόκληρη η αίθουσα είναι νευρική. Όλοι περιμένουμε τη μετάδοση της είδησης για τον στρατηγό Κομπάρντ. Οι φρουροί φοβούνται μήπως ξεσπάσουν διαμαρτυρίες μεταξύ των κρατουμένων για τη σύλληψη του Στρατηγού. Μόλις εκείνος φτάσει, θα ξεθωριάσει στο βάθος, σα μια ακόμη ζέβρα με άσπρες και μαύρες ρίγες πιεσμένη στον τοίχο.

Κρυμμένος καθώς είμαι στον περιορισμό, δεν με νοιάζει τίποτα για τον κόσμο.

Κρύα μέρα 

Σήμερα κρυώνω. Πάει καιρός από τότε που έγραψα τελευταία φορά. Δεν μου αρέσει να γράφω. Το χέρι μου τρέμει όπως και η ανάσα μου και το μυαλό μου ξεχνάει τις λέξεις που είχα συνθέσει τόσο προσεκτικά μόλις λίγες στιγμές πριν. Όταν ζούσα ακόμη στην Ομοσπονδιακή Περιφέρεια, υπαγόρευα ότι γεγονότα συνέβαιναν. Μια γραμματέας με λεία μαλλιά και σφιχτό φουλάρι στο λαιμό, έγραφε, τόσο γρήγορα που νόμιζες ότι τα δάχτυλά της θα άρπαζαν φωτιά.

Ανακάλυψα ότι τα μισοκαμμένα φυτίλια κεριών που έχουν ξεραθεί στον ιδανικό βαθμό, δημιουργούν ένα υπέροχο μολύβι. Για πολλές ώρες πειραματιζόμουν. Έσπασα ένα κερί, τράβηξα το φυτίλι και έγειρα πάνω από τη φλόγα που τρεμόπαιζε. Τα μάτια μου έκαιγαν και το κερί κάπνιζε στο πρόσωπό μου, μετά από πολλές προσπάθειες, είχε πλέον κάψει τέλεια. 

Αφού καεί, αφήνω το φυτίλι δίπλα στο παράθυρο. Το κρύο θα κατέβει από τα βουνά, όταν οι τρόφιμοι θα διασκορπιστούν στην αυλή και η μπουγάδα θα μαστιγώνει τον αέρα σαν κουρασμένα σύννεφα — και τότε το μολύβι μου δημιουργείται.

Και έτσι γράφω.

Έχω το χαρτί — μου φέρνουν το φαγητό τυλιγμένο σε καφετί χαρτί. Μερικές φορές ο φύλακας φέρνει ένα πακέτο από τους συναδέλφους μου ή τη γυναίκα μου και τον γιο μου⸱ μα αυτό το τυλίγουν σε εφημερίδα.

 

Μπλε Ημέρα

Σήμερα είναι μπλε -βαθύ μπλε. Σιδερένιος κι απρόσωπος ο ουρανός.

Κάτι θα έρθει σύντομα: μια καταιγίδα, ένας τυφώνας από την παραλία, ίσως ακόμα και χιόνι. Ο άνεμος θα μαζέψει και θα πετάξει τα εργαλεία και τα παγκάκια στην αυλή σαν χρησιμοποιημένα παιχνίδια.

Δεν μπόρεσα να γράψω για τα πακέτα μου την προηγούμενη φορά, γιατί μου έφεραν καινούργια και έτρεξα να κρύψω τα λιτά μου σεντόνια μη τυχόν και τα προσέξουν οι φρουροί και γίνουν περίεργοι. Ας δώσει ο Θεός να μη μου πάρουν την μοναδική ψυχαγωγία μου …

Τα δέματά μου έρχονται με το χαρτί σκισμένο και ανοιχτό σε διάφορα σημεία επειδή σε διαφορετικούς σταθμούς τα ελέγχουν. Μερικές φορές, αν η οικονόμος μου Σενιόρα Μοράλες, στείλει τη μαρμελάδα της, λείπει το καπάκι (το κασσίτερο είναι πολύτιμο) και μια σέσουλα στο μέγεθος δακτύλου έχει εξαφανιστεί.

 

Επόμενη μέρα

Σήμερα είναι ημέρα πακέτου. Οι φρουροί δεν έχουν φέρει ακόμα τα πακέτα μου, αλλά όποτε έρχονται προσεύχομαι να μην λείπει τίποτα.

Οι φύλακες δεν περνάνε καλύτερα από μας. Είναι φίλοι μου —μερικοί από αυτούς. Ο Χοσέ ο κοκκινομάλλης είναι ο καλύτερος, και, όταν είναι σε υπηρεσία, η μαρμελάδα είναι ανέπαφη. Ο Αζούλ είναι αυτός που είναι πάντα λυπημένος. Αυτοί οι δύο, και ο  «Μονοφρύδης», όπως τον αποκαλώ, είναι οι καλοί.

Αλλά όταν ο Ντιάμπλο ή ο Ρότε είναι σε υπηρεσία, έχω το κεφάλι μου σκυμμένο. Είμαι αμίλητος, κι αν είναι στις καλές τους, με αφήνουν ήσυχο.

Ο στρατηγός κατέφτασε χθες, την Μπλε Ημέρα. Παρέλασαν προς τιμήν του, τον έφεραν με καροτσάκι  και τον τράβηξαν μέσα στην αυλή της φυλακής, όπου όλοι εμείς οι εξορισμένοι μπορούσαμε να τον κοιτάξουμε από ψηλά. Ήταν μια συναρπαστική ημέρα· όχι όμως τόσο για να την χαρακτηρίσω κόκκινη. 

Ο ουρανός μπλε ήταν.

 

 

Γκρίζα Ημέρα

Είναι καταιγιστικό, όπως είπα. Το παράθυρό μου έχει τρεις μεταλλικές ράβδους, τίποτα άλλο. Μπορώ μόνο να παρακολουθήσω την ψευδοκαρυδιά μου να λυγίζει και να λικνίζεται κάτω από το βάρος των σύννεφων, χαμηλώνοντας μέχρι να ακούσω ράγισμα. Είναι σαν να ακούω το δέντρο να ουρλιάζει.

Το φίδι επέστρεψε. Το πάτωμα μεταμορφώνεται σε φίδι όταν το φως κατευθυνθεί με τον σωστό τρόπο. Υπάρχει μια εσοχή στο πάτωμα. Νομίζω ότι ο άντρας πριν από εμένα το έκανε. Το σχεδίασε έτσι ώστε να είναι αόρατο όταν το φως είναι ατελές. Αλλά σήμερα — κατά τη διάρκεια του κεραυνού, όπως και την Κίτρινη ημέρα, μπορώ να δω το φίδι.

Είναι κουλουριασμένο, ήρεμο και δυνατό. Ο λαιμός του είναι τοξωτός τόσο ελαφρά – ποτέ δεν ήταν τόσο ελαφρά. Το κεφάλι του, σε σχήμα ρόμβου, ευέλικτο και θανατηφόρο. Όταν είμαι σε μια από τις κίτρινες διαθέσεις μου, τις τρελές μου διαθέσεις, νομίζω ότι τρέχει κρυφά προς τα εμπρός, βγάζει τη γλώσσα, πλησιάζει όλο και πιο κοντά για να μου δώσει ένα φιλί.

 

Άσπρη μέρα

Είναι επίσης η μέρα των πουλιών. Νιώθω ένα δροσερό αεράκι στο πρόσωπό μου και βλέπω τα σύννεφα να κυλούν νωχελικά πίσω από τη ψευδοκαρυδιά όσο αφουγκράζομαι τις φλαμανδικές κίσσες να ζευγαρώνουν και να τραγουδούν μακριά από τους τοίχους της φυλακής.

Πόσο θα ήθελα να ήμουν αυτό το πτηνό, να πετάω ψηλά πέρα ​​από αυτές τις ράβδους και μακριά από τους τοίχους που πονάνε τα μάτια μου. Θα ‘θελα να είμαι ελεύθερος, έστω για μια νύχτα και ας ξέρω ότι θα επιστρέψω στο ίδιο και απαράλλαχτο κελί μου..

Εμείς είμαστε τα πουλιά, οι κίσσες και τα ορτύκια. Είμαι ένα ωδικό πουλί, ελεύθερος αλλά φυλακισμένος. Μια μέρα, η τρέλα μου θα υποχωρήσει, θα γίνω πουλί για πάντα.

Μια μέρα.

 

Πράσινη μέρα

Έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα. Τα δέματά μου σταμάτησαν να έρχονται και άρχισαν να τυλίγουν το φαγητό με αλουμινόχαρτο, επειδή υπήρχε υπερχείλιση σε ένα εργοστάσιο. Το αλουμινόχαρτο δεν μπορεί να συγκρατήσει τα σημάδια του μολυβιού μου.

Οι μουσώνες έχουν φύγει και η υπέροχη μεξικάνικη ζέστη του βουνού κυλάει προς τα δω. Μ’ αρέσει περισσότερο από το κρύο. Η ψευδοκαρυδιά ορφάνεψε από φύλλα για ένα διάστημα, αλλά σήμερα είναι μια πράσινη μέρα :μπορώ να δω το πράσινο να επανέρχεται. Είναι όμορφο.

Άλλο ένα καλό. Η καταιγίδα έσπασε ένα κλαδί στο δέντρο μου και παρόλο που το γεγονός αυτό ήταν θεωρητικά κάτι αρνητικό, ανάγκασε το δέντρο να δυναμώσει. Κάθε μέρα πλησιάζει όλο και περισσότερο στο παράθυρό μου.Ελπίζω ότι μέχρι να έρθει ξανά η εποχή των πεκάν, θα είναι αρκετά κοντά για να ικανοποιήσω την πείνα που μας μαστίζει όλους εδώ.

Ο στρατηγός Κομπάρντ μεταφέρθηκε στο κελί απέναντι από το δικό μου πριν από λίγες μέρες. Αν και αυτή είναι η λεγόμενη τρελή πτέρυγα, δεν είναι τρελός – δεν κραυγάζει όπως κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι. Μερικές φορές τραγουδάει. Μπορώ να τον ακούσω αν ακουμπήσω το αυτί μου πάνω στο αυλάκι της πόρτας μου. Τραγουδάει για αγάπη και έρωτες. Τις περισσότερες όμως φορές ή μένει σιωπηλός ή απαγγέλει ποίηση τόσο σιγανά, που κανένας δεν αναγνωρίζει το νόημα των ψιθύρων του.

“Αν κανείς δεν ξέρει γιατί γελάμε,

ούτε γιατί κλαίμε.

Αν κανείς δεν ξέρει γιατί ζούμε,

ούτε γιατί φεύγουμε”

Μακάρι να μπορούσα να ρωτήσω τον λόγο που είναι εδώ. Οι περισσότεροι φαίνεται ότι είναι τρελοί. Η τρέλα και η θλίψη τους έκανε επικίνδυνους.

Αυτό που έκανα για την εταιρεία μου —τον εργοδότη μου, με έφερε εδώ. Οι άλλοι κρατούμενοι είναι εδώ για φόνο, εμπρησμό, κλοπή… και λοιπά. Είναι απλώς εγκληματίες. Εμείς, οι τρελοί, ψηλά στα κλειστά φτερά της μεξικάνικης αυτής φυλακής, είμαστε τα ωδικά πουλιά, τα φίδια, αυτά που όλοι φοβούνται. Ίσως να ντρέπονται για εμάς.

 Έχω αρκετό χαρτί σήμερα και ένα μακρύ μολύβι από χθες. Ο Χοσέ μου δώρισε ένα ψηλόλιγνο κερί. Μου είπε, αν μπορέσει, θα μου φέρει ένα αληθινό μολύβι, με αληθινό χαρτί. Τον συμβούλεψα να μην ασχοληθεί. Αν ο Ρότε υποψιαστεί κάτι, θα υποφέρουμε και οι δύο.

Κίτρινη Ημέρα

Σήμερα είναι μια κίτρινη μέρα, όχι λόγω του φωτός, μα γιατί νιώθω ένα διαφορετικό ξόρκι τρέλας να πλησιάζει. Το δέντρο και το φίδι θα με παρακολουθούν και θα φροντίζουν να μην πληγώσω τον εαυτό μου.

Θα δώσω τα χαρτιά μου στο φίδι. Θα τα προστατέψει, να μην τα σκίσει ο τρελός μέσα μου. Το φίδι θα τα αγκαλιάσει σφιχτά, και αφού τελειώσουν όλα, θα μου δώσει ένα φιλί όταν έρθει η ώρα να τα πάρω πίσω.

Σπυριδάκη Χρυσή “‘Ιριδα ζωής”  

 

Κόκκινο

το χρώμα της πρώιμης αυγής,

κατεστραμμένων ήλιων· 

της ήδη ώριμης πληγής,

του πόνου και του θρήνου.

 

Πορτοκαλί

ο άτρωτος ο δισταγμός,

η πεινασμένη φλόγα·

σάπιος καρπός ο ώριμος, 

το άγχος και η σήψη.

 

Κίτρινα

όξινα δάκρυα του ουρανού,

η ξεχασμένη ελπίδα, 

πνοή αγέννητης ψυχής,

η δίψα και το κρίμα.

 

Πράσινη

ματιά η σκυθρωπή,

το χρήμα και οι ορέξεις·

όλα τα ζοφερά φυτά,

η ζήλεια και ο φθόνος. 

 

Μπλε

τα δάκρυα του έρωτα,

τα βάθη της αβύσσου·

η πρωινή η μοναξιά

κι η βραδινή γαλήνη.

 

Μωβ

η ξεχασμένη μελανιά,

του χρόνου υστερία·

κάθε ματιά αγαπητή,

χωρίς ίχνος ελπίδας. 

 

Κι όμως …

Κόκκινο σου εμφανίζεται, 

το τρυφερό το ρόδο.

Πορτοκαλί είν’ ο ορίζοντας,

στο τέλος κάθε χρόνου.

Κίτρινες οι αχτίδες οι απαλές,

στους ώμους σαν σ’ αγγίζουν.

Πράσινη η χλόη η ανάλαφρη,

κάτω απ’ τα δάχτυλά σου.

Μπλε η απέραντη θάλασσα,

το σώμα σου να απλώνεις. 

Μωβ είναι τα δαμάσκηνα,

τους μήνες της Περσεφόνης.

 

Γιατί πώς θα ‘ταν η ζωή 

αν δεν υπήρχε χρώμα,

Γκρίζα, μουντή και άκαρδη, 

σαν άγριος χειμώνας.

Αντωνοπούλου Ειρήνη: «Κύματα»

Κυανά νερά

αστράφτουν ζωή. 

Δροσερή αλμύρα φυσάει,

με το απαλό αγέρι αγγίζει 

θόλο ολογάλανο στου ουρανού την άκρη.

Κι η θάλασσα κλέβει όλες τις ηλιαχτίδες.

Σε βυθό ήρεμο αστερισμοί σπιθίζουν,

χορεύουν.

Μπλέκει ο άνεμος

μαλλιά από μετάξι.

Και γαληνά, τα κύματα μεθούν

απ’ του ηλίου την πνοή.

Και ξάφνου από κάπου μακριά

πλησιάζει καλπάζοντας στα ήρεμα νερά

ξανθό, δελφινοκόριτσο.

Απ’ τις λυτές πλεξούδες

στάζει μαγεία, 

ευτυχίας.

Φως πλημμυρίζει•

ελπίδα ανθίζει.

Καθώς χορεύουν ήρεμα

και φωτίζονται

του κόσμου όλες οι ομορφιές.

Κι εγώ κοιτώ, τα αλλοτινά

Κι αναλογίζομαι.

Μες σε λέμβο ανισόρροπη,

σε μυαλό κενό,

το χάος.

Τοίχοι μισοί, συντρίμμια 

Ακόμα τραντάζουν, συθέμελα

τα αυτιά 

το νου

τη ψυχή.

Βόμβες, φωτιές, κραυγές,

Ο εχθρός πλησιάζει

Του τρόμου το φως με τυφλώνει.

Η απόδραση δεν ήρθε

και το μυαλό

με σταματάει.

Σε σύγχυση κοιτώ, τριγύρω

Ψάχνω να βρω

να βρω την έξοδο,

τη σωτηρία.

Και αυτή γύρισε,

μα δε με κατάλαβε,

Και ξανά γυρνά τη πλάτη.

Τέλος.

Ερημιά, 

αλμύρα στη γεύση

από αίμα και από θάλασσα. 

Καμιά ζωή πλέον δε ζω.

από κάτω από: Πεζογραφία, Ποίηση | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Απονομή Βραβείων και Επαίνων σε μαθητές του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής που διακρίθηκαν στον 40ο Παγκρήτιο Μαθητικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Χανίων    

Βράβευση 6 μαθητών του Ομίλου Δ.Γ. στον 9ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Δήμου Βύρωνα

Ιαν 20244
IMG20231228183753 2 1

Με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση παρευρεθήκαμε και φέτος στην τελετή Απονομής του 9ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Λογοτεχνικής Έκφρασης Έφηβων και Νέων “Στο βλέμμα του Μπάιρον” με τίτλο “Μη σταματάς να ονειρεύεσαι”, η οποία πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 28/12/2023, στο αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης», στην Ακαδημία Αθηνών.

Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης η συγγραφέας και συντονίστρια του Διαγωνισμού κα. Δήμητρα Νούση παρουσίασε την Ανθολογία “Μη σταματάς να ονειρεύεσαι” του Δήμου Βύρωνα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα λογοτεχνικά κείμενα των παιδιών που διακρίθηκαν, διαβάστηκαν αποσπάσματα από τα έργα των μαθητών και σε κλίμα ιδιαίτερης συγκίνησης απονεμήθηκαν τα βραβεία στους μαθητές αλλά και στους εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στον Διαγωνισμό.
Από τα παιδιά του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής παρευρέθηκαν και παρέλαβαν τα βραβεία τους οι:
  • Μπαλλά Βασιλική, μαθήτρια του Πρότυπου ΓΕΛ Ηρακλείου (1ο Βραβείο Πρωτότυπης Λογοτεχνικής Δημιουργίας στη Λογοτεχνική Συντροφιά του Δήμου Βύρωνα)
  • Μπριλάκη Ροδάνθη, μαθήτρια του Πρότυπου ΓΕΛ Ηρακλείου (2ο Βραβείο στην Κατηγορία Ποίηση-Εφήβων)
  • Κώστας Ψαρομήλιγκος, μαθητής του 2ου Γυμνασίου Ηρακλείου (Τιμητικό Βραβείο Λογοτεχνικής Δημιουργίας στη Λογοτεχνική Συντροφιά του Δήμου Βύρωνα)

Στον ίδιο διαγωνισμό διακρίθηκαν αλλά για λόγους αντικειμενικής δυσκολίας δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν στην εκδήλωση και οι μαθητές:

  • Σπυριδάκη Στέλλα, μαθήτρια του Πρότυπου ΓΕΛ Ηρακλείου (1ο Βραβείο στην Κατηγορία Ποίηση-Εφήβων)
  • Δαδής Δημήτρης, μαθητής του Πρότυπου ΓΕΛ Ηρακλείου (3ος Τιμητικός Έπαινος στην Κατηγορία Ποίηση-Εφήβων)
  • Τοχταμή Κωνσταντίνα, μαθήτρια του Πρότυπου ΓΕΛ Ηρακλείου (Τιμητικό Βραβείο Λογοτεχνικής Δημιουργίας στη Λογοτεχνική Συντροφιά του Δήμου Βύρωνα).

Για ακόμη μια χρονιά εκφράζουμε τις θερμές ευχαριστίες μας στο Δήμο Βύρωνα και στην Οργανωτική Επιτροπή του Διαγωνισμού για την άψογη διοργάνωσή του.

Εκ μέρους του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής

Μαρία Φιολιτάκη

Τα βραβευθέντα κείμενα των μαθητών του Διαγωνισμού μπορείτε να τα διαβάσετε σε παλαιότερη ανάρτηση πατώντας ΕΔΩ.

Το Δελτίο Τύπου του Δήμου Βύρωνα καθώς και φωτογραφικό υλικό από την βράβευση θα το βρείτε ΕΔΩ.

Untitled 415040032 771382898350203 4008251094184951326 n 415162959 771387188349774 4564943020527815867 n IMG20231228183902

 

από κάτω από: Ανακοινώσεις, Πεζογραφία, Ποίηση | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Βράβευση 6 μαθητών του Ομίλου Δ.Γ. στον 9ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Δήμου Βύρωνα    

Διακρίσεις στον 9ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνικής Έκφρασης του Δήμου Βύρωνα

Οκτ 202319

Ξεκίνημα μιας ακόμα δημιουργικής χρονιάς για τον “Όμιλο Δημιουργικής Έκφρασης και Γραφής” του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου με τον πιο αισιόδοξο τρόπο…

Σήμερα, Πέμπτη 19 Οκτωβρίου, ανακοινώθηκαν από τον Δήμο Βύρωνα τα ονόματα των μαθητών που διακρίθηκαν στον 9ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνικής Έκφρασης Δήμου Βύρωνα 2022 στο πλαίσιο της Δράσης με τίτλο «στο βλέμμα του Μπάιρον».

https://www.dimosbyrona.gr/article.php?id=11992#

Έφηβοι μαθητές, ηλικίας 13-18 ετών και νέοι, ηλικίας 18-30 ετών, από όλη την Ελλάδα συμμετείχαν με λογοτεχνικό κείμενο, πεζό ή ποίημα και προσπάθησαν να εκφράσουν σκέψεις, προβληματισμούς και στοχασμούς με αφορμή ένα επίκαιρο θέμα: “Ειρήνη η μόνη επιλογή”. Πιο συγκεκριμένα, οι μαθητές κλήθηκαν να απαντήσουν λογοτεχνικά σε μια από τις παρακάτω φράσεις:

  1. «στον πόλεμο οι γονείς θάβουν τα παιδιά τους, στην ειρήνη τα παιδιά θάβουν τους γονείς» (Ηρόδοτος)
  2. «Ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός» (Σύνθημα κατά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου)
  3. «Ο πόλεμος δεν μπορεί να γίνει ανθρώπινος, μόνο να καταργηθεί μπορεί» (Άλμπερτ Αϊνστάιν)
  4. «Μεσ’ στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του» (Γιάννης Ρίτσος)
  5. «Η ειρήνη δεν χαρίζεται, κερδίζεται» (Θεοδόσης Πιερίδης).

                Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην έκθεση αξιολόγησής της η Κριτική Επιτροπή του Διαγωνισμού, «Για άλλη μια φορά το θέμα του διαγωνισμού ήταν συνδεδεμένο με την επικαιρότητα του πολέμου και την ανάγκη για ειρήνη. Οι αναφορές των κειμένων, που έγραψαν τα παιδιά, στην Ουκρανία και τα αραβικά κράτη, θα αποτελούν για το μέλλον τη μαρτυρία της νεανικής σκέψης για τις σύγχρονες προκλήσεις».

            Το ποίημα με τίτλο “Χρωματίζοντας” της Στέλλας Σπυριδάκη και το ποίημα με τίτλο “Εσωτερικός Μονόλογος” της Ροδάνθης Μπριλάκη (μαθητριών του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου και μελών του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής), απέσπασαν το 1ο και 2ο Βραβείο Ποιητικών Κειμένων αντιστοίχως στην κατηγορία Έφηβοι. Στην ίδια κατηγορία 3ο Τιμητικό Έπαινο έλαβε το ποίημα “Όνειρο Ιλαρό” του Δημήτρη Δαδή, ενώ Επαίνους Συμμετοχής έλαβαν οι μαθητές Κουτσάκης Αντώνης και Κουτεντάκη Εβελίνα με τα ποιήματά τους “Ώσπου να βγει ο ήλιος” και “Τόσο η ειρήνη…”.

           Θερμά συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά του που συμμετείχαν στον Διαγωνισμό. Εκφράζουμε τις θερμές ευχαριστίες μας προς τον Δήμο Βύρωνα, που με άψογο τρόπο διοργάνωσε για ακόμα μια χρονιά τον συγκεκριμένο διαγωνισμό, ο οποίος ιδιαίτερα φέτος αποτέλεσε πηγή σκέψης και προβληματισμού.

Ακολουθούν τα κείμενα των παιδιών που διακρίθηκαν:

 

Στέλλα Σπυριδάκη: «Χρωματίζοντας»

Ασπρόμαυρος κόσμος

κι οι άνθρωποι θηρευτές.

Θηρευτές όπλων,

θηρευτές κραυγών,

θηρευτές νεκρών.

Όχι.

Χρώματα.

Χρώματα αναζητώ.

Πρώτα…γαλάζιο

-ναι γαλάζιο.

Έντονο γαλάζιο.

Να βάψω τη θάλασσα,

τη μαύρη πλέον θάλασσα.

Κι έπειτα άσπρο,

με μανία να ζωγραφίζω την Ειρήνη.

Με κεφαλαία γράμματα, με ιριδίζοντα χρώματα φωτός·

σε κάθε γωνιά

σε κάθε προκυμαία

σε κάθε μαχαίρι.

Να το βλέπουν οι δολοφόνοι.

Μετά θα φωνάζω.

Θα βγω και θα φωνάζω.

Θα φωνάζω “Ειρήνη”.

Κι όλο και κάποιο σύννεφο θ’ ακούσει

-δε μπορεί.

Θα σταματήσει να βρέχει πόλεμο.

Μονάχα τα περιστέρια θα μιλούν.

Και τότε τα όνειρα θα γίνουν έγχρωμα.

 

Μπριλάκη Ροδάνθη: «Εσωτερικός μονόλογος»

Ποιον να κατηγορήσω

για τα χρόνια της άπνοιας;

Γενιές παλιές ή τωρινές

Την μάνα μου;

Τον γείτονα;

Το φωτεινό κουτί των άδειων ιδεών;

Τα τρένα που μ’ αφήνουν πίσω;

Τον πύρινο ήχο

του ουρανού.

 

Πρώτα φυτρώνουν τα λουλούδια.

Ύστερα ανθίζουν τα μπουμπούκια.

Όλα δελεαστικά

ανάποδα,

σε τούτη τη χώρα.

 

Στην γη των αγγέλων μην πας.

Νωρίς είναι…

Σε παρακάλεσα.

Μην πας.

Δεν έχω εισιτήριο.

Δεν έχεις εισιτήριο.

Μην πας.

 

Ξέρω μια χώρα που ο απόηχος της σύγχυσης

κόπασε

χρόνια τώρα.

Έλα μαζί μου.

Άγουρα τα φρούτα που σου έδωσαν.

Πάλι καλά

να λες.

 

Ψάχνουν εισιτήρια όλοι.

Να φύγουν

Θα φύγουν.

Για που;

Ο νους φυλακή

το σώμα ανήμπορο.

Για που;

(αν απόλαυσες την νιότη

μην τους πεις…)

 

Δημήτρης Δαδής: «Όνειρο ιλαρό»

Κι η ελπίδα

έρημη πλανιέται

ψάχνοντας να βρει τη λύτρωση

και να σωθεί.

Διάπλατα πόρτες

της ανοίγονται,

μα καμιά δεν μα καμιά δεν οδηγεί

εκεί που ίδια ποθεί.

 

Και κει,

στο τέρμα του βουβού δωματίου

μια πόρτα που άδεια μοιάζει

περιμένει.

Μα σαν την ανοίξει

λάβαρο υψωμένο και ζωσμένο σε φλόγες

θ’ αντικρίσει.

 

Μα όλα αυτά

εκείνη,

τα αγνοεί

γιατί αυτό που λαχταρά

είναι η πόρτα που κρύβει

το όνειρο,

που πάντα λησμονούσε.

 

Κι αν τελικά τις φλόγες παραμερίσει,

κι άλλες πόρτες πίσω τους

λουσμένες στο φως

θ’ ανοίξουν.

Και τότε ακτίνες λαμπερές

θα πλημμυρίσουν

την ψυχή της.

 

Κι όταν όλα αυτά

με κόπο θα ‘χει αποκτήσει

ήσυχη

θα μπορέσει να ψάξει

και για άλλες πόρτες!

 

από κάτω από: Ανακοινώσεις, Ποίηση, Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διακρίσεις στον 9ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνικής Έκφρασης του Δήμου Βύρωνα    

Παραλαβή Επάθλων για την Τιμητική Διάκριση στον 15ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό των Εκδόσεων Πατάκη

Οκτ 20234
IMG20231025142016

Με πολύ μεγάλη χαρά οι μαθητές του Πρότυπου Γενικού Λυκείου παρέλαβαν και φέτος το έπαθλό τους για τη συμμετοχή τους στον 15ο Διαγωνισμό Γραπτού Λόγου των Εκδόσεων Πατάκη, ο οποίος διοργανώθηκε κατά το προηγούμενο Σχολικό Έτος 2022-23.

IMG20231025142029

Στο συγκεκριμένο διαγωνισμό η ομάδα μαθητών του Πρότυπου Γενικού Λυκείου εργάστηκε στο πλαίσιο του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής και έλαβε Τιμητική Διάκριση. Οι Εκδόσεις Πατάκη δώρισαν στη βιβλιοθήκη του Σχολείου μας 17 λογοτεχνικά βιβλία.

Την τιμητική διάκριση έφεραν στο Πρότυπο Γενικό Λύκειο οι μαθητές και οι μαθήτριες του Ομίλου:

  1. Κουτσάκης Αντώνης (Π.Λ.Η. Τάξη Α): Ποίηση “Ζωή Παντοτινή”
  2. Κουτεντάκη Εβελίνα (Π.Λ.Η. Τάξη Α): Ποίηση “Χαμένη ματιά”
  3. Κολυδάκης Ιάσονας (Π.Λ.Η. Τάξη Α): Ποίηση “Απόγευμα”
  4. Κοσμά Ανθή (Π.Λ.Η. Τάξη Β΄): Ποίηση “Αγάπης φλόγες”
  5. Γαγγιολάκη Καίτη (Π.Λ.Η. Τάξη Β): Ποίηση “Καταστροφή”
  6. Καραγιαννοπούλου Νάγια (Π.Λ.Η. Τάξη Β): Ποίηση “Στα σύννεφα”
  7. Φασουλά Λένα (Π.Λ.Η. – Τάξη Β): Ποίηση “3 π.μ.”
Ευχαριστούμε θερμά τις Εκδόσεις Πατάκη τόσο για την άψογη διοργάνωση του Διαγωνισμού όσο και για την δωρεά των συγκεκριμένων βιβλίων, τα οποία ευελπιστούμε ότι θα αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
                                                                                                               Εκ μέρους του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής
                                                                                                                                                                Μαρία Φιολιτάκη

Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού έχουν αναρτηθεί στη διεύθυνση:

https://www.patakis.gr/ekdotikos-oikos/post/21096/APOTELESMATA-15ou-DIAG%CE%9FNISMOU-GRAPTOU-LOGOU/

από κάτω από: Ανακοινώσεις, Πεζογραφία, Ποίηση, Χωρίς κατηγορία | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παραλαβή Επάθλων για την Τιμητική Διάκριση στον 15ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό των Εκδόσεων Πατάκη    

2 Βραβεία, 1 Εύφημος Μνεία, 6 Έπαινοι Συμμετοχής σε μαθητές του Ομίλου Δ.Γ. στον Παγκρήτιο Μαθητικό Διαγωνισμό Διηγήματος

Μάι 202314
20230512 201439

Διαφορετική και ιδιαίτερα συγκινητική ήταν για τους μαθητές του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής αυτή τη τελετή Απονομής καθώς πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας.

Πιο συγκριμένα, την Παρασκευή 12/5/2023 στην Αίθουσα της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, εκπροσώπων της πολιτικής εξουσίας, του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης Κρήτης, εκπροσώπων προσφυγικών Σωματείων της Πόλης μας και πλήθους κόσμου πραγματοποιήθηκε η Τελετή Βράβευσης για τον Παγκρήτιο Μαθητικό Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα την Μικρασιατική Καταστροφή. Ο διαγωνισμός αυτός συνδιοργανώθηκε από τον Σύλλογο Αλατσατιανών  και την Ένωση Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου και είχε τη στήριξη του Δήμου Ηρακλείου, της Περιφέρειας Κρήτης και του Ομίλου “Καράτζης Α.Ε.”.

Όπως αναφέρθηκε από την οργανική επιτροπή, το διαγωνισμό αγκάλιασαν με ιδιαίτερη θέρμη μαθητές από Γυμνάσια και Λύκεια σχεδόν από όλους τους Νομούς της Κρήτης, οι οποίοι “πλησίασαν” μια από τις πιο σημαντικές ιστορικές στιγμές του Νεότερου Ελληνισμού, εμπνεύστηκαν από αυτή και προσπάθησαν να αποδώσουν στα κείμενά τους την βαρβαρότητα του πολέμου, τον πόνο της προσφυγιάς και την ελπίδα για μια νέα ζωή.

Στο συγκεκριμένο διαγωνισμό έλαβαν Βραβεία οι μαθητές του Ομίλου:

  1. Μπριλάκη Ροδάνθη (μαθήτρια Γ΄ Τάξης του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου): 2ο Βραβείο στην Κατηγορία Λυκείου για το διήγημά της “Επιστολή 35η”
  2. Ψαρομήλιγκος Κωνσταντίνος (μαθητής Β΄ Τάξης του 2ου Γυμνασίου Ηρακλείου): 2ο Βραβείο στην Κατηγορία Γυμνασίου για το διήγημά του “Επίγεια Κόλαση”

Εύφημο Μνεία, για την κατάκτηση της 3ης θέσης στην κατηγορία Λυκείου, έλαβε η μαθήτρια Χάρις Ορφανού (Β΄ Τάξη Μουσικού Σχολείου Ηρακλείου) για το διήγημά της “Bay garip”.

Έπαινο για τη συμμετοχή τους έλαβαν οι μαθητές:

  1. Κουτσάκης Αντώνης (Α΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  2. Δαδής Δημήτρης (Α΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  3. Καγιαμπάκης Γιώργος (Α΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  4. Τοχταμή Κωνσταντίνα (Γ΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  5. Κτιστάκη Ραφαέλα-Ερασμία (Γ΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  6. Χότζα Αγκνέσα (Γ΄ Γυμνασίου, 11ο Γυμνάσιο Ηρακλείου
  7. Αεράκη Δέσποινα (Γ΄ Γυμνασίου, Πρότυπου Γυμνάσιο Ηρακλείου)

Θερμά Συγχαρητήρια στους φορείς που συνεργάστηκαν για την άψογη διοργάνωση του διαγωνισμού, για την τόσο όμορφη Τελετή Απονομής και για τα πλούσια δώρα που δόθηκαν στα παιδιά. Το πιο σημαντικό όμως “δώρο” ήταν αυτό του κινήτρου για ενεργοποίηση της δημιουργικής φαντασίας των μαθητών μας με σκοπό την πρόσληψη μιας ιδιαίτερα φορτισμένης ιστορικής σελίδας του τόπου μας και την διατήρησή της στη μνήμη μας.

Ένα μεγάλο μπράβο αξίζει στα παιδιά μας αλλά και σε όλα τα παιδιά που συμμετείχαν.

Οι συνεργαζόμενες καθηγήτριες

Μαρία Φιολιτάκη (Πρότυπο ΓΕΛ Ηρακλείου)

Μαρία Αθανασάκη-Χρυσή Χουρσάν (11ο Γυμνάσιο Ηρακλείου)

 

Ακολουθεί φωτογραφικό υλικό καθώς και τα κείμενα των παιδιών που βραβεύτηκαν.

20230512 200642IMG 20230512 195917 20230512 20095220230512 20081320230512 20012820230512 200836

Κώστας Ψαρομήλιγκος: Επίγεια κόλαση

– Μη! Όχι! Όχι την κόρη μου. Ακούστηκε μια κραυγή και χάλασε την σιγή της αυγουστιάτικης, ξάστερης νύχτας.

 

Η ώρα ήταν 2:30 την νύχτα. Η μικρή Αντιγόνη, ανήσυχη από το ουρλιαχτό, πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι της και νυχοπατώντας, για να μην ξυπνήσει τον πατέρα της, έφτασε στην κάμαρα των γονιών της.

– Μαμά, ψιθύρισε, φοβάμαι. Άκουσες αυτήν την κραυγή;

– Ναι, αγάπη μου. Αλλά δεν χρειάζεται να φοβάσαι. Η κυρία Αξιότη, από δίπλα μάλλον βλέπει πάλι εφιάλτη.

– Είπε και κάτι για την κόρη της…

– Μα δεν έχει κόρη, αγάπη μου. Πήγαινε στο κρεβατάκι σου τώρα. Είναι ακόμα πολύ αργά

– Μαμά, είναι σίγουρα καλά η κυρία Αξιότη;

– Αύριο το πρωί θα πάμε να την επισκεφτούμε και θα το δεις και μόνη σου. Μια χαρά θα είναι.

Το επόμενο πρωινό η Αντιγόνη ξύπνησε νωρίς νωρίς για να προλάβει τον μπαμπά της που θα πήγαινε στην δουλειά. Της αρέσει, τώρα που είναι καλοκαίρι και προλαβαίνει να τον καλημερίσει πριν φύγει για το δικηγορικό γραφείο του. Αργότερα, σηκώθηκε και η μαμά της. Η Αντιγόνη δεν είχε ξεχάσει την υπόσχεση που της έδωσε: σήμερα θα πήγαιναν να επισκεφτούν την κυρία Αξιότη.

Η κυρία Αξιότη ήταν μια γλυκύτατη γριούλα και κάθε πρωί την ώρα που έφευγε η Αντιγόνη για το σχολείο της, την χαιρετούσε με ένα ζεστό χαμόγελο και της έλεγε «Να περάσεις όμορφα γιαβρί μου».

Η Αντιγόνη δεν ήξερε τι είναι αυτό «γιαβράμ» αλλά της άρεσε. Της άρεσε τόσο που τον σκύλο της τον έβγαλε «Αβράμ» από το «γιαβράμ».

– Θα πάμε να την επισκεφτούμε, αφού ετοιμάσω κάτι για να της κρατάμε, είχε πει η μητέρα και η Αντιγόνη περίμενε υπομονετικά.

Όταν το πεσκέσι για την κυρία Αξιότη ήταν έτοιμο, μάνα και κόρη έκλεισαν την πόρτα του κήπου, περπάτησαν δύο βήματα και στάθηκαν στο διπλανό σπίτι. «Στρατή Δούκα 13» έγραφε με μεγάλα γράμματα έξω από την πόρτα. Η Αντιγόνη έμενε στο 11. Χτύπησαν το κουδούνι και η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως, χωρίς ν’ ακουστεί καν η φωνή της κυρίας Αξιότη από το θυροτηλέφωνο. Ανέβηκαν με τα πόδια ως τον πρώτο όροφο και την βρήκαν να τους περιμένει στην πόρτα.

– Καλησπέρα κυρία Δήμητρα, έκανε κάπως αμήχανα η μαμά.

– Καλώς τις. Απάντησε εύθυμα η κυρία Αξιότη που κάθε άλλο παρά φάνηκε να παραξενεύτηκε από την αναπάντεχη επίσκεψη. Θα έλεγε κανείς ότι μάλλον τις περίμενε. Τι κάνεις τζιέρι μου; Ρώτησε την Αντιγόνη.

– Καλά είμαι. Εσείς όμως είστε καλά; Ρώτησε ανήσυχη και χωρίς να διστάζει η Αντιγόνη.

– Κυρία Δήμητρα, διέκοψε την Αντιγόνη η μητέρα της, εγώ και η Αντιγόνη ήρθαμε για να σας φέρουμε αυτό το γλυκό και για να δούμε αν χρειάζεστε κάτι. Είπε με βιασύνη, προκειμένου να προλάβει την απορία που ζωγραφίστηκε στο βλέμμα της γειτόνισσάς της μετά την τόσο αυθόρμητη ερώτηση της μικρής Αντιγόνης.

– Δεν χρειάζομαι κάτι, απάντησε σαστισμένη η κυρία Αξιότη αλλά τι σας κάνει να πιστεύετε ότι δεν είμαι καλά;

– Χθες το βράδυ σας ακούσαμε να φωνάζετε. Υποθέσαμε ότι κάτι συνέβαινε. Μάλλον κάναμε λάθος. Είπε η μητέρα.

– Καταλαβαίνω, απάντησε η κυρία Αξιότη. Όχι δεν κάνατε λάθος. Περάστε μέσα, σας παρακαλώ. Ας δοκιμάσουμε κι εκείνο το γλυκό που φέρατε και αν έχετε χρόνο μπορούμε να τα πούμε λίγο. Θα καταλάβετε…

Το σπίτι, όπως φαινόταν και απέξω, ήταν παλιό αλλά η κυρία Αξιότη, παρά τα χρόνια της, το φρόντιζε πολύ και το διατηρούσε σε καλή κατάσταση. Από το ταβάνι κρεμόταν ένα μεγαλόπρεπο φωτιστικό. Ο ξεθωριασμένος καναπές πρόδιδε το πέρασμα του χρόνου και ο σκαλιστός μπουφές και το ακριβό σερβίτσιο μέσα από τη βιτρίνα, μαρτυρούσαν μια αλλοτινή πολυτέλεια. Στους τοίχους κρέμονταν ασπρόμαυρες φωτογραφίες χαμογελαστών αλλά και σοβαρών προσώπων, περίτεχνες κορνίζες που πλαισίωναν φωτογραφίες μιας πόλης με ψηλά αρχοντικά σπίτια γύρω από ένα πολυσύχναστο λιμάνι. Εικόνες που αποτύπωναν στιγμές μιας άλλης εποχής, μακρινής αλλά ένδοξης.

– Καθίστε. Είπε η κυρία Αξιότη δείχνοντας δύο αναπαυτικές πολυθρόνες. Εγώ θα πάω να φέρω ένα ζεστό ρόφημα για να συνοδεύσουμε το κέικ της μαμάς σου που μοσχομυρίζει. Στράφηκε στην Αντιγόνη.

Σε λίγη ώρα γύρισε πίσω με έναν δίσκο και τρία φλυτζάνια, από τα οποία έβγαινε μια τόσο όμορφη ευωδία.

– Σαλέπι, είπε σαν να μάντεψε την ερώτηση. Θα σας αρέσει· δοκιμάστε. Μετά την πρώτη γουλιά, η ατμόσφαιρα έγινε ακόμη πιο φιλική σαν η ζέστη του ροφήματος να ζέστανε και τις καρδιές. Και τότε η κυρία Αξιότη στράφηκε προς την μητέρα της Αντιγόνης:

– Μπορείτε, να μου πείτε τι ακριβώς ακούσατε χθες το βράδυ;

– Φωνάζατε “Μη, μη όχι την κόρη μου!” Πετάχτηκε η Αντιγόνη.

Το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας άλλαξε με μιας.

– Την κόρη μου…αναστέναξε μελαγχολικά. Ναι. Δίκιο έχεις, παιδί μου. Αχ, πόσο μου την θυμίζεις… Αλλά αν έχετε χρόνο μπορώ να σας τα πω από την αρχή, νιώθω πως ήρθε η ώρα να μιλήσω σε κάποιον. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε αλλά η καταγωγή μου είναι από την Σμύρνη.

– Τι είναι αυτή η Σμύρνη; Ρώτησε η Αντιγόνη.

– Η Σμύρνη… η “Κυρία των κυριών”. Η πιο λαμπρή πόλη της Μικράς Ασίας. Παλιά ήταν ελληνική όμως τώρα πια την έχουν στην κατοχή τους οι Τούρκοι. Την λένε «Γκιαούρ Ιζμίρ», «Άπιστη Σμύρνη». Εκεί ήταν το σπίτι μου. Ζούσα μαζί με τον άντρα μου και την κόρη μας. Όλα ήταν ειρηνικά: Τούρκοι, Έλληνες, Αρμένιοι συνυπήρχαμε αρμονικά και καθένας ήταν προσηλωμένος στην δουλειά του. Αυτά όμως μέχρι τον Πόλεμο του 1914. Πολλοί έφυγαν για τα αμελέ ταμπουρού, απ’ όπου λίγοι γύριζαν ζωντανοί. Το 1919, σαν τέλειωσε ο πόλεμος και ήρθε ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη, νομίζαμε ότι τελείωσε ο εφιάλτης. Ακόμα το θυμάμαι. 16 του Μάη ήταν. Σαν ήρωες τους υποδεχτήκαμε. Νομίζαμε ότι θα ζούσαμε σαν και πρώτα. Μα κάναμε λάθος. Στην αρχή, η όλη επίθεση πήγαινε καλά. Ο ελληνικός στρατός νικούσε και όλοι ήταν ευδιάθετοι και αισιόδοξοι στην Σμύρνη. Όμως, οι επιθέσεις ήταν άγριες ενάντια στους Τούρκους κι αυτοί δεν έκατσαν με σταυρωμένα χέρια: όταν ήρθε η ώρα της αντεπίθεσης πήραν το αίμα τους πίσω. Έλεγαν «δεν είχαμε δουλειά μέσα στην Τουρκία» και μέρα με την μέρα η κατάσταση χειροτέρευε. Οι Τούρκοι διέπρατταν βιαιότητες σε όσους είχαν την παραμικρή σχέση με την Ελλάδα. Και ξαφνικά όλα κατέρρευσαν. Φωτιές παντού και κόσμος που καιγόταν. Το σπίτι μας τυλίχτηκε στις φλόγες. Και εγώ αγκαλιά με την κόρη μου, τριών χρονών παιδάκι να τρέχω να ξεφύγω. «Τρέχα! Πάρε τη Μαρία και φύγε». Άκουσα τον άντρα μου να μου λέει. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ τίποτα. Άρπαξα το παιδί και το ‘βαλα στα πόδια. Ο άντρας μου δεν μ’ ακολούθησε. Δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε. Τρέξαμε στο Και και πλησιάσαμε προς την πρώτη βάρκα που βρήκαμε μπροστά μας. Όλοι έψαχναν διέξοδο από την επίγεια κόλαση, καθώς εγώ με την κόρη μου στριμωχνόμασταν στην βάρκα. Ακόμα αναθεματίζω εκείνη την στιγμή. Την κόρη μου την έλεγαν Μαρία. Όμως, μέσα στην σύγχυση κάποια μάνα φαίνεται έχασε το παιδί της και πέρασε την κόρη μου για δική της. Μεμιάς αρπάζει την Μαρία από την βάρκα και την τραβάει όξω λέγοντας «Yasemin burdasin», που σημαίνει «Γιασμίν εδώ είσαι» . «Μη, μη όχι την κόρη μου!» φώναξα. Τότε ένιωσα να χάνομαι… Θυμάμαι, ξύπνησα όταν η βάρκα έδεσε στην Μυτιλήνη. Μια γυναίκα μου φώναξε «Σήκω, φτάσαμε. Σωθήκαμε». Την κοίταξα, δεν της μίλησα, τι να της πω. Δεν ήξερα αν ζούσα ή είχα πεθάνει.

Εκεί σταμάτησε η κυρία Δήμητρα Αξιότη. Σκούπισε τα δάκρυα που έτρεχαν από το γέρικο, πονεμένο, γεμάτο ρυτίδες πρόσωπό της.

– Ω, δεν ξέρω τι να πω… Ψέλλισε η μαμά της Αντιγόνης. Λυπάμαι πολύ.

– Είναι τόσο άδικο είπε η Αντιγόνη και ξέσπασε και αυτή σε κλάματα.

– Μην κλαις, γιαβρί μου. Μην κλαις και μου σπαράζεις την καρδιά. Είπε η κυρία Αξιότη. Τώρα που είναι καλοκαίρι θα έρχεσαι να με βλέπεις που και που, ε; Ρώτησε ξανασκουπίζοντας τα δάκρυά της.

– Ναι, ναι! Είπε ενθουσιασμένη η μικρή Αντιγόνη. Σηκώθηκε, πήγε στην κυρία Αξιότη και την πήρε αγκαλιά χωρίς να τη ρωτήσει.

Πίσω από τους ώμους της γριούλας, είδε το κάδρο του τοίχου.  Τώρα η θάλασσα της πόλης του κάδρου δεν ήταν πια γαλήνια. Της φάνηκε σαν να ‘χε πελώρια κύματα και βάρκες που έπαιρναν κόσμο μακριά από την επίγεια κόλαση. Και στο βάθος της σιωπής που επικράτησε στο σπίτι της οδού «Στρατή Δούκα 13» άκουσε «Δεν είμαι η Γιασμίν. Η Μαρία είμαι.».

________________________________________________

Μπριλάκη Ροδάνθη: «Επιστολή 35η» 

Αθήνα, 1935

 

Αγαπητέ Αλέξανδρε,

θυμάσαι; Μου είπες να ‘μαι δυνατή και να σε περιμένω. Μου είπες να μην κλάψω.

Δύσκολα πράγματα μου ζήτησες και, που και που, με παίρνει το παράπονο. Τότε, κάθομαι κι εγώ στο μπαλκόνι του σπιτιού της αδελφής σου εδώ στην Κηφισιά και σου γράφω κι ας ξέρω ότι ποτέ δεν θα λάβεις το γράμμα μου.

Αχ και να μπορούσες να έβλεπες πως μεγάλωσε η Μαρία μας και ο Γιάννης μας. Ακούς; Αρραβωνιάστηκε ο γιόκας σου που σαν χθες τον έπαιρνες καβάλα στα γόνατά σου. Τη βραδιά του αρραβώνα, έβγαλα το καλό τραπεζομάντηλο -εκείνο που τύλιξα το μωρό μας φεύγοντας τότε από τη Σμύρνη- και έφτιαξα σεκέρ παρέ για το τσάι με τους συμπεθέρους· έγλειφαν τα χέρια τους. Σ’ άρεσε και σένα πολύ, θυμάσαι; Εξόν από κείνη τη μέρα, τώρα δεν έχω λόγο να το φτιάχνω. Και τότε το έφτιαξα γιατί ήθελα να σε φέρω κοντά μας με έναν τρόπο….

Η Μαρία μας όπως πάντα πεισματάρα δεν παντρεύτηκε. Σπουδάζει, δουλεύει και θέλει λέει να γίνει μεγάλη και τρανή επιστήμονας. Την βλέπω να ζορίζεται και σφίγγεται η καρδιά μου. Αν ήσουν εδώ σίγουρα θα επέμενες να την παντρέψεις· μα σαν την έβλεπες με τη στολή της, μπορεί και ν’ άλλαζες γνώμη.

Η γειτονιά μας… Δύσκολα περάσαμε μέχρι να μας δεχτούν. Είδα κι έπαθα να τους δείξω πως νοικοκυρά είμαι κι εγώ και πως κάποτε ήμουν αφέντρα του σπιτιού μου στην Σμύρνη. Μα πάνω απ’ όλα ήθελα να αποδείξω πως είμαι Ελληνίδα στην ψυχή και στο σώμα. Σάμπως είμαστε σκουπίδια μας κοιτούσαν τ’ “αδέλφια” μας -όπως έλεγες αυτούς που ζούσαν στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου… Ας είναι καλά η αδελφή σου που μας φιλοξενεί στο σπίτι της και μερικοί γείτονες αλλιώς ίσως να ‘χαμε χαθεί και ‘μεις από τύφο, στοιβαγμένοι σ’ έναν από τους καταυλισμούς.

Σαν πήγα μια φορά, με την ελπίδα να συναντήσω κάποιον από την Σμύρνη μας και να μάθω νέα σου, μαύρισε η ψυχή μου. Με πλησίασε ένας παππούς κι άρχισε να με τράβα. «Έλα κόρη μου, πάμε να φύγουμε από δω, έλα, Ειρήνη μου, πάμε σπίτι». Τρόμαξα. Τι να του έλεγα; Πως δεν είμαι η κόρη του; Και πού άραγε να ήταν η κόρη του; Χάθηκαν οι μισοί μας άνθρωποι στον δρόμο για τον λυτρωμό και έμειναν άλλοι τόσοι πίσω να θρηνούν γι’ αυτούς. Στον καταυλισμό δεν ματαπήγα από τότε. Τα μάτια του γέρου με στοίχειωσαν ακόμη και στον ύπνο μου. Κι ας μην ήταν αυτό το πιο φρικιαστικό περιστατικό που αντίκρισα από τον ξεριζωμό μας…Ίσως γατί γονέας είμαι κι εγώ και δεν θα μπορούσα ούτε να φανταστώ πως χάνω τα παιδιά μου.

Σαν έμαθα πως έπεσε το μέτωπο του Αφιον-Καραχισάρ έχασα κάθε ελπίδα να σε ξαναδώ. Ήδη είχα αργήσει πολύ να φύγω κρατιόμουν -βλέπεις-  απ’ την ελπίδα ότι θα επέστρεφες να φύγουμε μαζί, πως να αφήσω το σπίτι μας μόνη με δύο παιδιά; Η αρμένικη συνοικία καιγόταν ήδη, όταν αποφάσισα να τα μαζέψω. Ο χρόνος είχε τελειώσει. Άνοιξα ένα μπόγο και πέταξα μέσα δυο ρούχα, την ασημένια ζαχαριέρα και την εικόνα της Παναγιάς. Με το καλό τραπεζομάντηλο τύλιξα το μωρό που κοιμόταν ακόμα. Άρπαξα τα παιδιά και δεν ήξερα που να πάω. Μου ‘χες πει «Κάνε κουράγιο, θα γυρίσω. Μα αν καταλάβεις πως κάτι δεν πάει καλά, φύγε… ΦΥΓΕ και μην γυρίσεις πίσω. Πήγαινε στην αδερφή μου. Εκεί θα ‘ρθω κι εγώ….» μου ΄χες πει…… Στηρίχτηκα στην ελπίδα κι έφυγα.

Στον δρόμο για το λιμάνι ουρλιαχτά έσκισαν τον ζεστό αέρα. Τα μάτια μου έτσουζαν από τον καπνό που σαν στόμα αδηφάγο κατέτρωγε τα σπίτια μας. Πάλευα να κλείσω τα μάτια των παιδιών να μην κοιτούν γύρω τους. Δυο χέρια μου έδωσε ο Θεός και δε μπόρεσα να προστατεύσω τις ψυχές τους από το θέαμα.

Και τότε… σαν έφτασα στην προκυμαία, μεγάλο κρίμα έκανα, μα δεν γινόταν αλλιώς… Σαν έφτασα στο λιμάνι αλαφιασμένη, είδα κόσμο να σπρώχνεται να μπει στις βάρκες. Πλησίασα έναν άντρα και του έτεινα το δαχτυλίδι που μου έβαλες στο χέρι τη μέρα του αρραβώνα μας. Με κοίταξε πονηρά… Του ‘δωσα και το βαφτιστικό σταυρό του μωρού… Ήθελα να φύγω με κάθε τρόπο. Που να πήγαινα; Το ‘χα από ώρα καταλάβει πως η Σμύρνη δεν υπήρχε.

Όσο απομακρυνόμασταν από τη Σμύρνη, τα παιδιά ρωτούσαν… ρωτούσαν συνέχεια για σένα… και στην Λέσβο και στην Αθήνα, όταν φτάσαμε, πάλι για σένα ρωτούσαν. Τους έλεγα πως θα έρθεις να μας βρεις σύντομα. Μετά από δύο χρόνια έπαψαν πια να ρωτούν. Σε έψαξα πολύ, σε ψάχνω κάθε μέρα. Όταν συνάντησα τον Παναγή δεν είχε ακούσει τίποτα για σένα…δεν τον ρώτησα περισσότερα. Είχε χάσει την γυναίκα του και ήθελα να τον παρηγορήσω μα δεν έβρισκα τις κατάλληλες λέξεις. Πως να μιλήσεις στον πόνο;

Ο καθένας ψάχνει κάποιον. Όλοι μας έχουμε χάσει κάποιον. Όλοι μας ψάχνουμε δικούς μας ανθρώπους. Και μέσα σε όλα αυτά φαντάζει τρομακτική η σκέψη της λήθης που φαίνεται να λουφάζει απειλητικά. Να μην ξεχάσουμε τίποτα, να τα μεταφέρουμε όλα στα παιδιά στα εγγόνια μας: μνήμες, παραδόσεις, έθιμα. Να φτιάξουμε τον τόπο μας απ’ την αρχή σε άλλο τόπο.

Πάνε δώδεκα χρόνια πια…. Μου λείπεις. Μου λείπει και το όμορφο σπίτι μας, και η θέα της θάλασσας απ’ το μπαλκόνι. Μου λείπει η Σμύρνη μας. Άραγε ποιος να μένει τώρα στην γειτονιά μας, στο σπίτι μας; Θα έδινα τα πάντα για να γυρίσω πίσω έστω και για λίγο. Αλλά δεν μας αφήνουν να επιστρέψουμε γιατί τα πράγματα δεν έχουν καταλαγιάσει ακόμα. Προς το παρόν κάθομαι εδώ στο μπαλκόνι και εξασκούμαι στο να θυμάμαι χωρίς να σκέφτομαι, εξασκούμαι στο να θυμάμαι χωρίς να νιώθω τον πόνο να σκίζει τα σωθικά μου.

 

Σου στέλνω την αγάπη μου.

Περιμένω να ανταμώσουμε πάλι,

Ευθυμία

_______________________________

Χάρις Ορφανού: «Bay garip»

 

Αθήνα, 20/09/1922

Είχα χρόνια να γράψω ημερολόγιο. Μόνο όταν ήμασταν παιδιά, γράφαμε σε αυτό τα μυστικά μας και ό,τι μας έκανε χαρούμενους ή μας γέμιζε λύπη. Έτσι και τώρα. Μπορεί να μην είμαι παιδί αλλά κάτι με σπρώχνει να σκύψω στο τετράδιο. Γράφω γιατί δεν θέλω να ξεχάσω όσα έζησα σήμερα, γιατί η μνήμη συχνά μας προδίδει, μα τα γραπτά όχι. Αυτά νικάνε τον χρόνο.

Γυρνώντας σήμερα από το γραφείο, ύστερα από μία κουραστική μέρα με τον ουρανό να είναι πιο γκρίζος από κάθε άλλη φορά, θλιμμένος, λες και ήξερε τι θα ακολουθήσει. Σχεδόν νιώθοντάς τον σαν βάρος, περπατούσα στο πεζοδρόμιο σκυφτός. Σκεπτόμενος τα δικά μου προβλήματα προσπαθώντας να απωθήσω από την σκέψη μου την εξέλιξη των γεγονότων στο μέτωπο της Μικρασίας και να κλειστώ στον εαυτό μου σαν άμυνα. Τότε ήταν που με την άκρη του ματιού μου διέκρινα κάτι στη γωνιά του πεζοδρομίου. Πλησίασα πιο κοντά από περιέργεια χωρίς να είμαι σίγουρος για το τι ακριβώς ήταν αυτό που έβλεπα και με τραβούσε κοντά του. Όταν όμως έφτασα αρκετά κοντά του κατάλαβα ότι ήταν ένα παιδί.

Ήτανε κουλουριασμένο στην άκρη του πεζοδρομίου με τα μάτια κλειστά -εμφανώς καταβεβλημένο από την κούραση και με μία ώριμη δυστυχία στο πρόσωπό του. Φορούσε κάτι κουρέλια. Κοίταξα τριγύρω αναζητώντας με το βλέμμα κάποιον που θα μπορούσε να είναι γονιός του ή έστω κάποιο αδέρφι, αν είχε. Όμως ο δρόμος ήτανε άδειος. Έκατσα λίγο να το κοιτάζω. Να ‘ναι κορίτσι ή αγόρι; Πόσο χρονών; Πώς να βρέθηκε εδώ; Πολλά ερωτήματα πλημμύρισαν το μυαλό μου και παραμέρισαν κάθε άλλη σκέψη μου και έτσι ξέχασα ό,τι άλλο είχα στο νου μου. Ασήμαντα όλα μπρος σε αυτή τη ψυχούλα στην άκρη του πεζοδρομίου, ένα μέτρο μακριά μου.

Ξαφνικά, αυτό το παιδάκι άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε τρομαγμένο. Έκανα ένα μεγάλο βήμα πίσω βιαστικά. Κάτι που σίγουρα δεν ήθελα να κάνω ήτανε να το τρομάξω. Σήκωσε το κεφάλι του και τότε σαν να διέκρινα μία λάμψη στα μάτια του. Νομίζω κατάλαβε τις προθέσεις μου και ένιωσε κάπως ασφαλές στην δυστυχία του. Στάθηκε όρθιο με την λιγοστή δύναμη που είχε. Πλέον μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν αγοράκι. Ζήτημα να ήτανε δέκα χρονών.

Δεν μιλούσε ελληνικά. Το κατάλαβα γιατί προσπαθούσε να μου πει κάτι σε μία γλώσσα άγνωστη σ’ εμένα. Δεν τα παράτησε όμως. Μετά από διάφορες κινήσεις με τα χέρια του και κάποιες σκόρπιες λέξεις που ηχούσαν στον άδειο δρόμο χωρίς να λάβουν καμία απάντηση, ξαφνικά το πρόσωπό του σαν να φωτίστηκε. Έβαλε το χεράκι του βιαστικά στην τσέπη του κουρελιασμένου παντελονιού, έβγαλε ένα ταλαιπωρημένο χαρτί και το έτεινε προς το μέρος μου. Άπλωσα το χέρι μου και το πήρα πολύ προσεκτικά σαν να καταλάβαινα ότι μέσα σε αυτό ήταν η ελπίδα του παιδιού που είχα μπροστά μου. Πρέπει να ήτανε κάποιο έντυπο ταυτοπροσωπίας από τη χώρα του. Τα μάτια μου απευθείας καρφώθηκαν στην φωτογραφία που είχε πάνω αυτό το χαρτί. Είδα ένα παιδί σαν όλα τα άλλα, χωρίς τρόμο στα μάτια του, με ζωηράδα και λάμψη που φώτιζε το προσωπάκι του. Φορούσε καθαρά ρούχα και ήταν πραγματικά πολύ όμορφο. Μα αυτό που μου τράβηξε πιότερο την προσοχή, ήταν το χαμόγελό του.

Δεν είχα δει ποτέ κάποιον να χαμογελάει έτσι. Σχεδόν μπορούσα να ακούσω το γέλιο του. Το χαμόγελό του πλατύ. Καταλάμβανε όλο του το πρόσωπο. Τα μάτια του κλειστά, φάνταζαν μικροσκοπικά μπροστά στα χείλη του. Φαινόταν να είχε βρει κάτι που λείπει από τις ζωές όλων μας.

Αμέσως, έστρεψα το βλέμμα μου στο παιδί που είχα μπροστά μου και αναζήτησα το χαμογελαστό προσωπάκι της φωτογραφίας. Δεν το είδα. Μπροστά μου βρισκόταν ένας ενήλικας που υποδυόταν το παιδί. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα από που είχε έρθει αυτό το αγόρι. Ποιος ξέρει τι πέρασε για έρθει εδώ. Έψαξα για το χαμόγελό του στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό του. Μάταια. Το μόνο που είδα ήταν ένα ενοχλημένο πρόσωπο. Δοκίμασε να μου ξαναπεί κάτι που δεν κατάλαβα και ύστερα έτεινε το χέρι του με σκοπό να του δώσω το έγγραφό του. Το πήρε και το φύλαξε πάλι βιαστικά στην τσέπη του. Εγώ χωρίς να ξέρω γιατί, σαν κάποια δύναμη να με ώθησε να το κάνω, χάιδεψα με το χέρι μου το κεφαλάκι του, μα ύστερα το τράβηξα βιαστικά πίσω. Πλημμυρισμένος από ένα αλλόκοτο συναίσθημα, γύρισα την πλάτη, έφυγα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και βυθίστηκα ξανά στις σκέψεις μου.

Μα νιώθω ένα περίεργο συναίσθημα από τότε. Αυτό με σπρώχνει και τώρα στο χαρτί. Ελπίζω αύριο να συναντήσω πάλι αυτόν τον μικρό και να του προσφέρω κάποια βοήθεια ή έστω να καταλάβω τι θέλει να μου πει.

 

Αθήνα, 20/09/1922

Σήμερα είναι η δεύτερη μέρα που βρίσκομαι εδώ.  Δεν ξέρω που ακριβώς. Δεν έχω κανέναν άλλο εκτός από εσένα. Tο μόνο αντικείμενο που πρόλαβα να πάρω προτού φύγουμε όλοι τρέχοντας από το σπίτι. Κι από όλους μόνο εγώ είμαι εδώ. Η μάνα κι ο πατέρας έμειναν πίσω. Εμένα με έβαλαν σε μία βάρκα και έτσι έφτασα εδώ, μα μου είπαν πως θα έρθουν και αυτοί. Μπορεί να μην τους έχω δει ακόμα αλλά τους πιστεύω, και αφού είπαν ότι θα έρθουν, θα το κάνουν, γιατί δεν μου λένε ποτέ ψέματα.

Κοιτάζω τα πρόσωπα των περαστικών μήπως και τους δω ή μήπως κάποιος μου πει ότι τους έχει κάπου δει. Κανείς όμως δεν απαντά.

Δεν μου αρέσει εδώ πέρα. Δεν έχω ούτε τους φίλους μου ούτε την οικογένειά μου, αν και, όπως σου έγραψα, πιστεύω ότι θα τους ξαναβρώ κάποτε.

Σήμερα βρήκα τσαλακωμένο ένα χαρτί που μου είχε δώσει ο μπαμπάς πριν με βάλει στην βάρκα. Νόμιζα ότι το είχα χάσει αλλά απλά είχα ξεχάσει ότι το έβαλα ανάμεσα στις σελίδες του ημερολογίου. Επίσης σήμερα συνάντησα έναν πολύ παράξενο άνθρωπο. Όταν ξύπνησα από τον μεσημεριανό μου ύπνο, όπως όταν με έβαζε η μαμά κάθε μεσημέρι μετά το φαγητό να κοιμάμαι, είδα έναν άντρα να με κοιτάει. Στην αρχή τρόμαξα και αυτός έκανε δύο βήματα πίσω. Νόμιζα ότι θα φύγει αλλά τελικά δεν έφυγε. Πρώτη φορά κάποιος έμεινε κοντά μου για τόσο πολύ, από τότε που έφυγα από το σπίτι. Συνήθως ούτε οι περαστικοί μου δίνουν σημασία και απλά συνεχίζουν με το γρήγορο περπάτημά τους. Σηκώθηκα και του μίλησα «Ailemi gördün mü?» (είδες την οικογένειά μου;) Μα αυτός δεν μου απάντησε, έμοιαζε σαν να μη είχε καταλάβει καν τι του είπα. Προσπάθησα να του το πω και με κινήσεις μα ούτε τότε έδειχνε να καταλαβαίνει. Τότε του έδωσα το δεύτερο πιο πολύτιμο αντικείμενο που είχα πάνω μου: το χαρτί που μου είχε δώσει ο μπαμπάς στη βάρκα και είχα βάλει ανάμεσα στις σελίδες του τετραδίου. Άπλωσε το χέρι του και το πήρε. Το κοίταζε για πολύ ώρα. Σκέφτηκα ότι θα έλεγε πάνω κάτι σημαντικό και σκέφτηκα ότι για να το κοιτάει τόση ώρα ίσως το καταλαβαίνει. Δεν τον διέκοψα. Μετά όμως άρχισε να κοιτάει μία εμένα, μία αυτό το χαρτί. Ήταν πολύ παράξενος αυτός ο κύριος. Προσπάθησα να τον ξαναρωτήσω αν είχε δει τους γονείς μου μιας που τώρα είχε διαβάσει αυτό το χαρτί και μπορεί να είχε κάποια παραπάνω πληροφορία για μένα. Όμως ούτε και τότε μου απάντησε. Θύμωσα και τέντωσα το χέρι μου για να μου το δώσει πίσω. Αυτός μου το έδωσε και μετά ακούμπησε με την παλάμη του το κεφάλι μου, έτσι όπως έκανε και η μαμά όταν δεν έκανα αταξίες.

Ύστερα έφυγε σκυφτός και λυπημένος. Έμεινα να τον κοιτάζω που απομακρυνόταν και η μορφή του μίκραινε όλο και περισσότερο στο σοκάκι, μέχρι που χάθηκε εντελώς. Αυτός ο άντρας ήταν πολύ παράξενος για αυτό τον ονόμασα «bay garip» (κύριο παράξενο). Εκτός από τη συνάντηση μου με τον «bay garip» δεν έγινε κάτι άλλο συνταρακτικό για να σου γράψω και ευτυχώς δηλαδή γιατί είναι αργά και νυστάζω. Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα. Ίσως κρυώνω λιγότερο. Ίσως έρθει πάλι ο «bay garip». Ίσως να βρω ακόμα και τους δικούς μου. Αύριο…όλα αύριο θα γίνουν καλύτερα…

 

 

 

από κάτω από: Πεζογραφία, Χωρίς κατηγορία | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 2 Βραβεία, 1 Εύφημος Μνεία, 6 Έπαινοι Συμμετοχής σε μαθητές του Ομίλου Δ.Γ. στον Παγκρήτιο Μαθητικό Διαγωνισμό Διηγήματος    

3o Βραβείο για μαθητή του Ομίλου Δ.Γ. στον Διαγωνισμό Διηγήματος “Καίτη Λασκαρίδη”

Μάι 202310
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ 1024x482 1
Στον πολύ όμορφο και ζεστό χώρο της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, στον Πειραιά, ανακοινώθηκαν την Κυριακή 7 Μαΐου τα αποτελέσματα του 10ου Πανελλήνιου Μαθητικού Διαγωνισμού Διηγήματος, ο οποίο πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη μνήμη της Καίτης Λασκαρίδη.
Το σκεπτικό των βραβεύσεων της Κριτικής Επιτροπής παρουσίασε στην τελετή ο Πρόεδρος της Επιτροπής, κ. Θεόδωρος Κατσικάρος, Δρ. Συγκριτικής Γραμματολογίας, εκπαιδευτικός, συγγραφέας ο οποίος ανακοίνωσε και τα βραβεία. Οι ηθοποιοί Ναταλία Swift και Δημήτρης Γεωργιάδης διάβαζαν αποσπάσματα από διακριθέντα κείμενα και επιδόθηκαν τα έπαθλα στους Νικητές.
Ανάμεσά τους ήταν και ο Κώστας Ψαρομήλιγκος, μαθητής του 2ου Γυμνασίου Ηρακλείου και μέλος του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής, ο οποίος με το διήγημά του “Το κουτί των ψυχών” κατάφερε να διακριθεί ανάμεσα σε 260 διηγήματα μαθητών Γυμνασίου και να αποσπάσει το 3ο Βραβείο.
Είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς γι αυτή τη διάκριση, συγχαίρουμε τον Κώστα και του ευχόμαστε καλή συνέχεια στην περιδιάβασή του στα μονοπάτια της σκέψης και του ονείρου.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη για την άψογη διοργάνωση του διαγωνισμού καθώς και για την τόσο  όμορφη τελετή, η οποία είχε στόχο αποκλειστικά και μόνο να τιμήσει τους μικρούς συγγραφείς και να προβάλει το έργο τους.
Θερμές ευχαριστίες στη συνεργαζόμενη εκπαιδευτικό του 2ου Γυμνασίου, κα Καλλιόπη Χρονάκη  και στον Διευθυντή του Σχολείου, κο Μανόλη Χουρσανίδη. Τέλος, ευχαριστούμε θερμά τη συγγραφέα Μαρία Δασκαλάκη για την μεγάλη της συνδρομή στην επιτυχία του Κώστα.
Τα αποτελέσματα του Διαγωνισμού μπορείτε να τα δείτε πατώντας ΕΔΩ.
Βίντεο από την Τελετή Απονομής μπορείτε να δείτε πατώντας ΕΔΩ.
Ακολουθεί το διήγημα του Κώστα Ψαρομήλιγκου

Κώστας Ψαρομήλιγκος: Το κουτί των ψυχών

Αλικάντε 1571 μ.Χ.

Εγώ, ο λοχαγός Κάρλος Θερβάντεθ ο ΙΙΙ, τα είκοσι πλοία μου, διακόσιοι στρατιώτες, εκατό κωπηλάτες, δεκαεννιά υπολοχαγοί, δέκα γραφείς, ένας γεωγράφος και τριάντα νέγροι δούλοι ξεκινήσαμε για να κατακτήσουμε την Πόλη.

Αφού τελειώσαμε τις ετοιμασίες για το ταξίδι, ήρθε η μέρα της αναχώρησης. Τριγύρω δάκρυα και αγκαλιές που εμένα με άφηναν αδιάφορο και με έκαναν να πλήττω. Όμως, η άφιξη ενός γέροντα με παραξένεψε και έτσι πήγα να του μιλήσω.

Καθόταν στην προβλήτα κρατώντας αγκαλιά ένα κουτί. Ένα ξύλινο, ξεφτισμένο και χιλιοταλαιπωρημένο κουτί.

– Γειά σου, γέροντα. Χαιρέτησα τον ασπρομάλλη, γενειοφόρο γέροντα.

– Γειά σας κύριε… Απάντησε ο γέροντας κάνοντας μια παύση.

– “Λοχαγέ” τον βοήθησα.

– Α! Μάλιστα! ΄Ωστε έχω την τιμή να συνομιλώ με τον λοχαγό Θερβάντεθ, να υποθέσω.

– Σωστά, του απάντησα με ήρεμο τόνο.

– Τότε, θα μου επιτρέψετε να σας δωρίσω αυτό, είπε και μου έτεινε το κουτί.

– Ω, σας ευχαριστώ αλλά δεν μπορώ να δεχτώ ένα δώρο από έναν άγνωστο.

– Συγχωρέστε με για την παράλειψη. Το όνομά μου είναι Χάβεθ, μου συστήθηκε.

–  Ωραία, σχολίασα. Όμως αδυνατώ να κατανοήσω την αξία αυτού του ξεχαρβαλωμένου κουτιού.

Ο γέροντας ακούγοντάς με να μιλάω έτσι, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και μουρμούρισε: «Σώσον, Κύριε τον λαόν σου». Μετά, γυρίζοντας προς το μέρος μου είπε:

– Από τα λόγια σας συμπεραίνω ότι δεν έχετε ποτέ βρεθεί σε κάποια εκκλησία της Ισπανίας Παρασκευή βράδυ.

– Ποτέ δεν έχω βρεθεί σε εκκλησία, του απάντησα λακωνικά.

Ο Χάβεθ μόρφασε και ξαναμουρμούρισε εκείνο το “Σώσον κύριε τον λαόν σου”.

– Οπότε θα πρέπει εγώ να σου διηγηθώ τον μύθο που μας συντροφεύει κάθε βράδυ Παρασκευής … Άρχισε ο γέροντας αλλά τον διέκοψα.

– Εσύ πως και ξέρεις τι λένε κάθε Παρασκευόβραδο στην εκκλησία;

– Είμαι ιερέας, απάντησε με στόμφο.

Μετά από αυτό κοκκίνισα διότι, αν και δεν πήγαινα στην εκκλησία, γνώριζα ότι οι ιερείς ήταν αξιοσέβαστα πρόσωπα.

– Ω, συγνώμη, πάτερ. Συνεχίστε, τον παρότρυνα.

– Όπως λοιπόν, σου έχω προαναφέρει, ο μύθος ή η αλήθεια, κανείς μας δεν ξέρει, έχει ως εξής:

«Ήταν μέρα-μεσημέρι στην έρημο και ένας φτωχός, καταπονημένος νέος ήταν έτοιμος να αφήσει την τελευταία του πνοή και, για να τον θυμούνται, σκέφτηκε να βάλει σε ένα κουτί μερικά ρούχα του. Όμως, πριν προλάβει να ολοκληρώσει αυτή την τελευταία του πράξη, ξεψύχησε».

Εκεί μόρφασα. Όχι για τον θάνατο μιας και έχω βρεθεί σε πολλές μάχες αλλά, για την ηρεμία του ιερέα Χάβεθ, που εξιστορούσε ένα τέτοιο γεγονός χωρίς να μοιρολογεί ούτε να λυπάται, έστω και λίγο, το αδικοχαμένο παλικάρι. Αφού όμως δεν είχα διάθεση να τον διακόψω, συνέχισα να ακούω.

«Οι σκέψεις και η ψυχή αυτού του παλικαριού έμειναν αναλλοίωτες και φυλαγμένες μέσα στο κουτί. Ο Ύψιστος όμως…»

Και βλέποντάς με να απορώ πρόσθεσε:

«Ο Θεός, όμως, για να τιμήσει τον νέο και την ψυχή του, έστειλε το κουτί καταμεσής στο πέλαγος. Εκεί που ένας καπετάνιος με το πλοίο και τους ναύτες του πάλευαν με τα κύματα. Την ύπαρξη του κουτιού στη θάλασσα αντιλήφθηκε ο ύπαρχος του πλοίου, που σαστισμένος με το γεγονός ότι το κουτί επέπλεε αποφάσισε ότι παρά τους κινδύνους θα το έπαιρνε στην κατοχή του. Πήρε μια βάρκα, κατέβηκε στη θάλασσα και κατάφερε να αγγίξει το κουτί. Πριν όμως το πάρει μαζί του ένα μεγάλο κύμα τον έπνιξε. Όμως επειδή ο ύπαρχος είχε ταξιδέψει και είχε ταλαιπωρηθεί πολύ στη ζωή του, ο Θεός σκέφτηκε να τον ανταμείψει και αυτόν διαφυλάσσοντας την ψυχή και τις σκέψεις του στο ίδιο κουτί. Έτσι, σύμφωνα με αυτόν τον θρύλο όποιος έχει μαζί του αυτό το κουτί συντροφεύεται από τις ψυχές των δύο αυτών ανθρώπων και μπορεί να αφουγκραστεί και τις συμβουλές τους.»

– Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, αυτό το πολύτιμο κουτί είναι αυτό που περιέχει τις σκέψεις και τις ψυχές των παλικαριών;

– Έτσι νομίζω, είπε ο γέροντας κοιτώντας με με χαμόγελο ικανοποίησης, που σχηματίστηκε στο πρόσωπό του όταν με άκουσε να αποκαλώ το κουτί του «πολύτιμο» και όχι πια «ξεχαρβαλωμένο».

– Και γιατί δεν το ανοίγουμε να δούμε; Στο άκουσμα της ερώτησής μου, τρόμος περιέλουσε το βλέμμα του πατήρ Χάβεθ.

– Επειδή αν συμβαίνει όντως αυτό, τότε οι σκέψεις μια άλλης άγνωστης και άκρως επικίνδυνης εποχής θα απελευθερωθούν και θα τριγυρνούν ελεύθερα στον κόσμο μας.

Δήλωσε ορθά-κοφτά και στη συνέχεια, πρόσθεσε:

– Παρότι αμφιβάλλω για το αν είσαι το σωστό άτομο, επειδή αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να έχω άλλη επιλογή, σου εμπιστεύομαι αυτό το κουτί και ο Θεός βοηθός.

– Τιμή μου, πάτερ, του απάντησα με βλέμμα που γυάλιζε από περιέργεια.

– Την ευλογία μου, είπε και μου παρέδωσε το κουτί. Εγώ κοίταξα το περίεργο απόκτημά μου σαν υπνωτισμένος και όταν σήκωσα το βλέμμα, αντιλήφθηκα ότι μου είχε ήδη γυρίσει την πλάτη και απομακρυνόταν μέχρι που χάθηκε από τα μάτια μου…

Έμεινα εκεί κάμποση ώρα να κοιτώ πότε το κουτί, πότε τον ορίζοντα περιμένοντας μήπως εμφανιστεί και πάλι ο γέροντας αλλά όταν αντιλήφθηκα ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί πήρα τον δρόμο προς το πλοίο. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόμουν τη συζήτηση με τον γέροντα.

Όταν όμως έφτασα στο πλοίο, έπρεπε να παραμερίσω τις σκέψεις μου γιατί αντίκρισα ένα μπουλούκι ανάκατων δούλων, στρατιωτών, κωπηλατών και υπολοχαγών, οι οποίοι μιλούσαν όλοι μαζί και προσπαθούσαν μάταια να συνεννοηθούν. Έπρεπε επειγόντως να βάλω  τάξη σε αυτό το χάος. Πήρα βαθιά ανάσα και βροντοφώναξα:

– ΠΡΟΣΟΧΗ!

Όλοι τους, δούλοι, στρατιώτες, κωπηλάτες και υπολοχαγοί γύρισαν, πάτησαν δυνατά τα πόδια τους και περίμεναν ακίνητοι. Τόσο ακίνητοι που νόμιζα ότι δεν ανέπνεαν και αν δεν τους έδινα την επόμενη εντολή θα σωριάζονταν κάτω ξέπνοοι.

– Εμπρός! Όλοι στα πλοία! Αναχωρούμε! Διέταξα.

Αμέσως, το μέχρι πριν από λίγο μπουλούκι μετατράπηκε σε οργανωμένες ομάδες και κάθε μια από αυτές κατευθύνθηκε σε συγκεκριμένη κατεύθυνση ώστε να προετοιμαστεί για αναχώρηση.

Σε λίγο το πλοίο ξανοιγόταν στο πέλαγος.

 

Μια μέρα μετά, η Ισπανία ούτε που φαινόταν πίσω μας. Εγώ, αγκαλιά πάντα με το κουτί, περιφερόμουν στο πλοίο και έδινα διαταγές, ενώ ένιωθα συνεχώς τα βλέμματα όλων γύρω να είναι καρφωμένα πάνω μου.

Είχαν ήδη περάσει τέσσερις μέρες από την συνάντησή μου με τον πατέρα Χάβεθ και την αναχώρησή μας, όταν με πλησίασε ο γεωγράφος και είπε λίγο διστατικά:

– Κύριε, πολύ πιθανόν να καθυστερήσουμε να φτάσουμε στην Νάπολη.

– Γιατί; Τον κοίταξα όλο απορία, αυστηρότητα αλλά και έπαρση.

– Διότι οι κωπηλάτες και οι δούλοι διαμαρτύρονται εξαιτίας της εξάντλησης και της πείνας τους και δηλώνουν ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν το ταξίδι.

– Τότε σκοτώστε έναν να τους κοπεί η λιγούρα, απάντησα με ειρωνεία.

– Μα…κύριε… έχουν το πάνω χέρι… έχουν ομήρους. Είπε και υποχώρησε τρία βήματα προς τα πίσω περιμένοντας το ξέσπασμα της οργής μου.

Πετάχτηκα όρθιος. Αυτό ήταν άνω ποταμών! ΑΝΤΑΡΣΙΑ! Και μάλιστα από τους δούλους. Να μας έχουν στο χέρι τα αποβράσματα κρατώντας ομήρους!

Άρπαξα το σπαθί μου και κατευθύνθηκα με ορμή προς το κεντρικό μέρος του πλοίου. Τότε αντιλήφθηκα ότι επικρατούσε απόλυτη σιγή. Παράξενο μου φάνηκε μιας και οι δούλοι δεν συνήθιζαν να κάνουν τόση ησυχία σε οποιαδήποτε περίσταση.

Παρατηρώντας γύρω μου είδα ένα δούλο να κρατάει τον γραφέα του πλοίου μου.

– Άφησε αμέσως τον γραφέα ελεύθερο! Πρόσταξα με θυμό.

– Δεν εκτελώ διαταγές. Μόνο δίνω. Αντιγύρισε ο δούλος και έκοψε το κεφάλι του γραφέα.

Εκείνη τη στιγμή και καθώς το νεκρό σώμα του γραφέα έπεφτε με γδούπο στο κατάστρωμα, μπόρεσα για έναν ανεξήγητο λόγο να ανακτήσω την ψυχραιμία μου και αντιλήφθηκα ότι τα υπόλοιπα δεκαεννιά πλοία είχαν περικυκλώσει το δικό μας. Όλα έδειχναν ότι στα άλλα πλοία οι δούλοι είχαν τον απόλυτο έλεγχο. Τα κανόνια τους είχαν στραφεί προς το μέρος μας και η οσμή από τα φυτίλια που άναβαν έφτανε σε εμάς μέσω της θαλασσινής αύρας.

– Θα κάνουμε μια συμφωνία. Είπε ο δούλος που νωρίτερα είχε σκοτώσει τον γραφέα.

– Τί έχεις στο μυαλό σου; Του απάντησα χωρίς να έχω χάσει το προκλητικά υπεροπτικό μου ύφος, παρά το γεγονός ότι ήμουν σε μειονεκτική θέση.

Αμέσως, ένας άλλος δούλος, βούτηξε βίαια έναν στρατιώτη και του έτεινε το μαχαίρι του.

– Σε περίπτωση που δεν επιθυμείς να υπάρξει συμφωνία, βλέπεις ότι είμαι έτοιμος να στείλω αυτόν τον κακομοίρη να κάνει παρέα στον προηγούμενο. Είπε και έδειξε με τον αντίχειρά του τον γραφέα που κείτονταν στο κατάστρωμα σαν πέτρινο άγαλμα.

Έκανε μια παύση συνεχίζοντας όμως να με κοιτά για να δει τις αντιδράσεις μου. Φάνηκε σαν να διάβασε την απάθεια στο βλέμμα μου.

– Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον δεν δίνεις δεκάρα γι αυτούς εδώ, συνέχισε, σε ενημερώνω ότι στα γύρω πλοία υπάρχουν δεκάδες όμηροι που πιστεύω ότι σε νοιάζουν περισσότερο.

Καταλάβαινα τι ήθελε να πετύχει. Ο στόχος του ήταν να με καθυστερήσει μιλώντας μου, ώστε να αρχίσουν οι κανονιοβολισμοί από τα γύρω πλοία ενώ αυτός θα είχε την ευκαιρία μέσα στον αλαλαγμό να διαφύγει, πηδώντας σε ένα από τα πλοία που θα είχαν πλευρίσει το δικό μας. Αλλά τι μπορούσα να κάνω για να το αποφύγω;

– Ποια είναι η συμφωνία; Μίλα γιατί αν δεις γύρω σου, δεν νομίζω ότι προλαβαίνουμε. Υπάρχουν ήδη…

– Δεν με ενδιαφέρει! Φέρε το κουτί! Ούρλιαξε ο δούλος με τέτοιο τρόπο που οι φλέβες στο λαιμό του λες και ήταν έτοιμες να εκραγούν.

Για πρώτη φορά αντιλήφθηκα το αδιέξοδο και τρόμαξα. Έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Να δώσω το κουτί; Φάνηκε ότι ήταν η μόνη λύση.

– Εντάξει. Απάντησα.

Στο άκουσμα της απάντησής μου, όλοι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να σχολιάζουν έκπληκτοι την απόφασή μου, ενώ οι κωπηλάτες των γύρω πλοίων έσβησαν τα φυτίλια των κανονιών.

Σε λίγα λεπτά δύο γεροδεμένοι κωπηλάτες με άρπαξαν από τους ώμους και με έσυραν προς την κάμαρά μου. Καθώς κατεβαίνανε τη σκάλα αντιλήφθηκα ότι πίσω μας ερχόταν ο δούλος με τον οποίο είχα κάνει τη συμφωνία και που όλα έδειχναν ότι είναι ο επικεφαλής. Δεν ήταν τόσο γεροδεμένος τελικά και ίσως αν τον αντιμετώπιζα σώμα με σώμα είχα ελπίδες να ανακτήσω τον έλεγχο του στόλου μου.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, όταν έφτασα στην καμπίνα μου. Οι δύο δούλοι με έσπρωξαν μέσα και περίμεναν στην πόρτα, καθώς εγώ άνοιξα την ντουλάπα μου αναζητώντας το κουτί.

Το βρήκα εκεί ακριβώς που το είχα τοποθετήσει πριν από μία ώρα, τότε που είχα την εντύπωση ότι θα ανέβαινα στο κατάστρωμα για έναν έλεγχο ρουτίνας. Μόλις το πήρα ένιωσα τα κρύα χέρια αυτού που τώρα ήταν κυρίαρχος του πλοίου μου να το αρπάζει και πριν προλάβω να ξεστομίσω τον παραμικρό ήχο, τον είδα να ανοίγει το καπάκι με λύσσα.

Στο άνοιγμα του κουτιού ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν και νόμιζα ότι έχασα την όρασή μου. Η λάμψη από εκατοντάδες χρυσά φλουριά ήταν εκτυφλωτική. Βρήκα την όραση αλλά ένιωσα να χάνω την γη κάτω από τα πόδια μου και μαζί και την λαλιά μου.

– Ζήτω! Είμαι πλούσιος! Έλεγε και ξαναλεγε χοροπηδώντας ο μέχρι πριν από λίγο ρακένδυτος και εξαντλημένος δούλος μου.

Τώρα όχι μόνο ήταν αρχηγός του πλοίου μου και όριζε τη ζωή μου αλλά φάνηκε ότι θα όριζε τη ζωή εκατοντάδων άλλων ανθρώπων. Άρχισα να σκέφτομαι πόσο αφελής ήμουν που πίστεψα σε έναν τσαρλατάνο γέρο και που δεν είχα κάνει το αυτονόητο: να ανοίξω απλώς το κουτί.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου και να τα βάλω με τον εαυτό μου γιατί τελικά αποδείχτηκε ότι οι δούλοι μου εξακολουθούσαν να φέρονται σαν όχλος εξαγριωμένος ακόμη και τώρα που είχαν το πάνω χέρι.

Εξαιτίας των επιφωνημάτων του δούλου-αρχηγού, όλοι οι υπόλοιποι έτρεξαν να δουν τι είχε συμβεί και στη θέα των νομισμάτων άρχισαν να λογομαχούν και στη συνέχεια ήρθαν στα χέρια. Κάποιοι μάλιστα δεν δίστασαν να βγάλουν τα μαχαίρια τους και να τα τείνουν προς το μέρος των πριν από λίγο συμμάχων τους.

Πλέον δεν επρόκειτο για καβγά αλλά για πόλεμο. Η κατάσταση ήταν δύσκολη και φαινόταν ότι θα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο καθώς οι δούλοι των άλλων πλοίων αντιλήφθηκαν την αναταραχή και ξεκίνησαν τους κανονιοβολισμούς.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι έπρεπε να εκμεταλλευτώ την αναμπουμπούλα και να απομακρυνθώ. Με γρήγορες και σχεδόν αυθόρμητες κινήσεις άρπαξα από το μπράτσο τον γεωγράφο και ξεκινήσαμε να τρέχουμε προς την πλώρη. Πήραμε φόρα και με ένα σάλτο βρεθήκαμε στον “Κυρίαρχο των Θαλασσών”.

Σε αυτό το πλοίο ήταν ο υπολοχαγός Λόπεζ, δεκαπέντε στρατιώτες και δύο γραφείς, οι οποίοι πολεμούσαν πλέον σώμα με σώμα με τους δούλους για να πάρουν και πάλι τον έλεγχο του πλοίου μας. Αμέσως ρίχτηκα και εγώ με τον γεωγράφο στην μάχη και σε λίγη ώρα αφού σκοτώσαμε κάμποσους δούλους, αιχμαλωτίσαμε τους υπόλοιπους και ανακτήσαμε τον έλεγχο του πλοίου.

Με το νέο πλέον πλήρωμά μου ξεκινήσαμε να κανονιοβολούμε τα άλλοτε πλοία μας στην προσπάθειά μας να ανοίξουμε τον θαλάσσιο δρόμο προς τη σωτηρία μας.

Βυθίσαμε τελικά τρία και μέσα σε αυτά ήταν και το «Μπρούμι». Το άλλοτε μεγαλειώδες πλοίο, όπου βρισκόταν το θαλάσσιο αρχηγείο μου, η κάμαρά μου και φυσικά μαζί και το μυστηριώδες κουτί κατευθύνονταν προς το βυθό παίρνοντας μαζί τους το μεγαλείο και την ανοησία μου.

Όταν τα κανόνια σίγησαν στρέφοντας το βλέμμα προς την πρύμνη του πλοίου, διαπίστωσα το μέγεθος της καταστροφής: από τα τριακόσια εξήντα ένα μέλη του πληρώματός μου είχαν απομείνει εκατόν ογδόντα έξι. Από αυτά οι εκατόν εξήντα ήταν στρατιώτες, οι οκτώ γραφείς, οι δεκαέξι υπολοχαγοί, ο ένας γεωγράφος και εγώ. Το πλήγμα ήταν βαρύ και δεν είχαμε άλλη επιλογή: έπρεπε να γυρίσουμε στην Ισπανία.

Έτσι, τα εννέα εναπομείναντα πλοία πήραν καταρρακωμένα τον δρόμο του γυρισμού…

 

Σε τρεις μέρες πιάσαμε λιμάνι.

Ο βασιλιάς Φίλιππος όταν πληροφορήθηκε τις απώλειες δυσανασχέτησε αλλά μόλις του εξήγησα τι ακριβώς είχε συμβεί έδειξε κατανόηση και με προέτρεψε να αναζητήσω τον γέροντα και να μάθω τι ακριβώς ήξερε για το κουτί και αν γνώριζε και ο ίδιος για τον θησαυρό. Μου τόνισε ότι θα έπρεπε να σιγουρευτούμε για το αν θα μας καταδίωκε κάποια κατάρα, τώρα που άνοιξε το κουτί και που χάθηκε στα βάθη της θάλασσας.

Συμφωνήσαμε να αναχωρήσουμε την επόμενη Κυριακή για την Νάπολη, αφού πρώτα έχουμε λάβει εγγύηση της ασφάλειάς μας.

Εκείνη τη μέρα οι συγγενείς των μελών του πληρώματος που είχαν επιστρέψει σώοι είχαν οργανώσει σπονδές και μεγαλόπρεπα συμπόσια ως έκφραση ευγνωμοσύνης ή ως προσευχές για την ανάπαυση των ψυχών όσων είχαν για πάντα χαθεί στον θαλάσσιο τάφο τους. Όλη η πόλη επικοινωνούσε με κάθε τρόπο με τους θεούς ή τον Θεό, ανάλογα την πίστη του καθενός.

Όμως εγώ δεν μετείχα σε καμία τέτοια τελετή. Ακολούθησα τη συμβουλή του βασιλιά και αναζήτησα τον πατέρα Χάβεθ προκειμένου να διασφαλίσω ότι την επόμενη φορά ο στόλος θα φτάσει στον προορισμό του.

Βρήκα τον γέροντα στην εκκλησία των Αγίων Πάντων. Συγκράτησα τα συναισθήματά του καθώς είχα καταλάβει ότι αν ήθελα να μάθω κάτι θα έπρεπε να συνομιλήσω μαζί του με τους δικούς του όρους. Εκείνος θεώρησε σκόπιμο να με ξεναγήσει στην εκκλησία γνωρίζοντας ότι δεν είχα βρεθεί ποτέ άλλοτε σε παρόμοιο χώρο. Μετά το τέλος της περιήγησης του διηγήθηκα τα τρομερά γεγονότα που ακολούθησαν την αναχώρησή μου μαζί με το κουτί που μου εμπιστεύτηκε.

Διαπίστωσα ότι δεν είχε ιδέα τι περιείχε το κουτί. Με κοίταζε ίσια στα μάτια με απορία αλλά και με μια απόκοσμη γαλήνη.

– Υπάρχει περίπτωση τα φλουριά να ανήκαν στους δύο αδικοχαμένους άντρες; Του απηύθυνα το ερώτημά μου στο τέλος της συζήτησής μας.

– Ίσως τέκνον μου. Κανείς δεν ξέρει. Αλλά αν όντως ισχύει αυτό, τότε είναι όντως αδικοχαμένοι.

– Όπως αδικοχαμένοι είναι και οι άντρες του πληρώματός μου…Του είπα με νόημα περιμένοντας της απόκρισή του.

Δεν απάντησε κάτι. Σηκώθηκε και απομακρύνθηκε.

Εγώ έμεινα σαν μαγνητισμένος να τον κοιτάζω, όπως τότε που έφυγε αφήνοντάς με αγκαλιά με το κουτί στην προβλήτα του λιμανιού.

 

από κάτω από: Πεζογραφία, Χωρίς κατηγορία | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 3o Βραβείο για μαθητή του Ομίλου Δ.Γ. στον Διαγωνισμό Διηγήματος “Καίτη Λασκαρίδη”    

Πανελλήνιος Διαγωνισμός Ποίησης “100 χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή”: 1o Βραβείο για μαθήτρια του Ομίλου

Απρ 202325
342220484 6355680237815863 7860352533877278715 n

Την Κυριακή 23/4/2023, στις 8.00 μ.μ.,  στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου πραγματοποιήθηκε η Τελετή Απονομής Βραβείων και Επαίνων του 10ου Πανελλήνιου Μαθητικού Διαγωνισμού Ποίησης των Εκπαιδευτηρίων Παναγία Προυσιώτισσα.

Με αφορμή το θέμα του διαγωνισμού «Εκατό χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή. Ο ξεριζωμός και η προσφυγιά με τη ματιά της ποίησης», μαθητές Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου από όλη την Ελλάδα είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν με τα ποιήματά τους συναισθήματα και σκέψεις για μια από τις πιο μελανές σελίδες της Ιστορίας του Ελληνισμού.

Στον διαγωνισμό διακρίθηκε στην Β΄ Κατηγορία (έργα μαθητών Γ΄ Γυμνασίου και Λυκείου), η Δέσποινα Αεράκη, μαθήτρια του Πρότυπου Γυμνασίου Ηρακλείου, η οποία παρακολουθεί τα μαθήματα του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου. Η Δέσποινα με το ποίημά της “Θρήνος Πατρίδας” απέσπασε το 1ο Βραβείο και παρευρέθηκε διαδικτυακά στην Τελετή, την οποία κάλυψε η ΕΡΤ.

Πολλά συγχαρητήρια στη Δέσποινα αλλά και σε όλα τα παιδιά που έλαβαν μέρος. Θερμές Ευχαριστίες στα Εκπαιδευτήρια “Παναγία Προυσιώτισσα” για την άψογη διοργάνωση του Διαγωνισμού και στις συνεργαζόμενες εκπαιδευτικούς από τα Σχολεία, στα οποία φοιτούν οι μαθητές του Ομίλου.

Τα αποτελέσματα μπορείτε να τα δείτε στην ιστοσελίδα των Εκπαιδευτηρίων: https://ppschool.gr/index.php/en/our-location/45-academics/531-poetry-2023

340444446 740164157593676 1878002533343483794 n

Ακολουθεί το ποίημα της Δέσποινας:

Πανδώρα

“Θρήνος πατρίδας”

Καταιγίδα είμαι σε πέλαγος μαύρο

αφρός ψυχών και κρεβάτι άδειο.

Χώμα φρέσκο με χόρτο χλωρό,

πέτρα λιωμένη, ξεχασμένη καιρό.

 

Μαντήλι είμαι, από χέρι μικρό ραμμένο,

νήμα γαλάζιο, απ’ τον καιρό φθαρμένο.

Του Αϊδινίου ρόδο, του αιώνιου καημού

και πιόνι χαμένο παρτίδας σκακιού.

 

Σκοτάδι είμαι, φωνή του μυαλού

ανάσα τρεμάμενη του δισταγμού.

Δωμάτιο άγνωστο μα και γυμνό

δηλητήριο μέσα σε κρασί πικρό.

 

Κανέλα είμαι, της “άπιστης πόλης”

διαμάντι λαμπρό της πλάσης όλης.

Κέντημα περίτεχνο, δαντελένιο

στολίδι σε τάφο βαθύ τσιμεντένιο.

 

Αστέρι είμαι, για χρόνια χαμένο

σπίτι παλιό, γκρίζο, ρημαγμένο.

Ποτάμι κόκκινο, μ’ ορμή που ρέει,

φωτιά που στο διάβα της τα πάντα καίει.

 

Πληγή είμαι, σε δέρμα σκισμένο,

πέπλο σε μπαούλο καλά κρυμμένο.

Καφές βαρύγλυκος, λικέρ κεράσι

φόρεμα παλιό από απαλό μετάξι.

 

Σύννεφο είμαι, νεφέλη θολή,

μελωδία σε σπασμένο, άηχο βιολί.

Καπνός σκούρος μα και αχνός

του ανέμου ο αιώνιος εχθρός.

 

Θάνατος είμαι, μαύρη σκιά

δεμένη σφιχτά σε λαιμό μια θηλιά.

Κυδωνιά με κομμένο λεπτό κλαδί

στο κενό αντηχεί σπαρακτική κραυγή.

 

Η Μικρασία είμαι, η μάνα του πόνου

φυλακισμένη αιώνια του χρόνου.

Για μια πλάνη, για την Ελλάδα

“κόρη” καμιά ποτέ δεν ξανάδα.

1ο βραβείο για μαθήτρια του Ομίλου σε Διεθνή Διαγωνισμό: Υπόθεση Noratlas- η Ιστορία μέσα από τη λογοτεχνική ματιά μιας δημιουργικής μαθήτριας

Μαρ 202331
Kipros e vima

Ανακοινώθηκαν χθες, 30 Μαρτίου 2023, τα αποτελέσματα του 9ου Διεθνούς Μαθητικού Διαγωνισμού που συνδιοργανώθηκε από τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Σερρών, το Υπουργείο Εσωτερικών (Μακεδονίας-Θράκης), την Πρεσβεία της Κύπρου στην Ελλάδα – Μορφωτικό Γραφείο – Σπίτι της Κύπρου και το Τμήμα Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης και Ψηφιακών Μέσων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων της Ελλάδος. Ο διαγωνισμός είχε τίτλο “Κύπρος-Ελλάδα-Ομογένεια: εκπαιδευτικές γέφυρες” και έλαβαν μέρος μαθητές από σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ομογένειας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που εστάλησαν από την οργανωτική επιτροπή υποβλήθηκαν συνολικά 1359 μαθητικές δημιουργίες (διηγήματα, εικαστικά έργα, εφημερίδες,  παραμύθια, ταινίες, πρότζεκτ, ιστοσελίδες, μουσικές συνθέσεις). Στον διαγωνισμό αυτό απεστάλησαν από το Σχολείο μας δύο διηγήματα μαθητών του Ομίλου, δύο εικαστικά έργα μαθητριών της Β΄ Τάξης καθώς και ένα project, το οποίο υπήρξε αποτέλεσμα σύμπραξης ανάμεσα στο Σχολείο μας και στο 11οο Γυμνάσιο Ηρακλείου (συμμετείχαν 3 μαθητές της Α΄ Τάξης του Πρότυπου ΓΕΛ και 3 μαθητές του 11ου Γυμνασίου).

Από τα 56 διηγήματα που κατατέθηκαν από Σχολεία Δευτεροβάθμιας και Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ξεχώρισε  το διήγημα με τίτλο “Άραγε χάνεται ο πόνος;” της μαθήτριας του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής και της Α΄ Τάξης του Πρότυπου Γενικού Λυκείου, Εβελίνας Κουτεντάκη, το οποίο και απέσπασε το 1ο Βραβείο στην κατηγορία Διηγήματα-Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ελλάδας.

Συγχαίρουμε θερμά την Εβελίνα μας γι αυτή τη διάκριση και για το τόσο ωραίο διήγημά της, το οποίο εμπνεύστηκε από ιστορικό γεγονός και μέσω αυτού προσπάθησε να περάσει πολλαπλά μηνύματα (το διήγημα παρατίθεται στην παρούσα ανάρτηση).τίτλοΠολλά μπράβο σε όλα τα παιδιά που συμμετείχαν και ένα μεγάλο ευχαριστώ στις συναδέλφους από το 11ο Γυμνάσιο Ηρακλείου: Μαρία Αθανασάκη (Διευθύντρια του 11ου Γυμνασίου), Χρυσή Χουρσάν (Φιλόλογο), Κλειώ Χρηστάκη (Εικαστικών).

Οι συνεργαζόμενοι καθηγητές στο πλαίσιο

του συγκεκριμένου Πολιτιστικού Προγράμματος

Μαρία Φιολιτάκη-Νίκος Ψαρομήλιγκος

IMG 62d7da2efec32cb8003370d95255ac1b V

Ευαγγελία Κουτεντάκη

“Άραγε χάνεται ο πόνος;”

Η αυγουστιάτικη ηλιαχτίδα ενός όμορφου πρωινού του 2015 μπήκε στο δωμάτιο και με ξύπνησε. Αν ήταν μια οποιαδήποτε άλλη μέρα θα με γέμιζε ελπίδα και όρεξη για να ζήσω. Όμως αυτή η ηλιαχτίδα με γέμισε άγχος, φόβο και άρνηση.

Σηκώθηκα για να φτιάξω καφέ αλλά, πριν προλάβω να πιάσω την κούπα από το ντουλάπι, χτύπησε το τηλέφωνό μου και σήμερα, όπως κάθε μέρα. Από την άλλη μεριά της γραμμής ήταν η Ναταλία, η κόρη μου. Προσπάθησα να της μιλήσω όσο πιο φυσικά και ήρεμα γινόταν (όπως θα έκανα οποιαδήποτε άλλη μέρα). Δεν ήθελα να ξέρει… Με μεγάλη προσπάθεια μπόρεσα να συγκρατηθώ, ώστε να μην αρχίσω να κλαίω με λυγμούς και της είπα “Όλα καλά. Σε λίγο θα βγω για κάνα δύο πράγματα που θέλω για το σπίτι”.

Ετοιμάστηκα μηχανικά και σχεδόν δεν ένιωθα τα πόδια μου. Τα χέρια μου να είχαν μουδιάσει καθώς η ανάμνηση ήταν εκεί πιο ζωντανή από ποτέ. Τόσος πόνος, τόσα ερωτήματα που είχαν μείνει αναπάντητα.

 

Θυμάμαι τη μέρα που ήρθε το “χαρτί”. Αυτό το χαρτί που μου στιγμάτισε όλη την ζωή. Εκείνος άνοιξε τον φάκελο, το ξεδίπλωσε και το διάβασε σιωπηλός. Αμέσως μετά με αγκάλιασε, έσκυψε να φιλήσει την κοιλιά μου και προχώρησε στην κρεβατοκάμαρά μας. Εγώ έμεινα σαστισμένη, να τον κοιτώ χωρίς να καταλαβαίνω τι είχε συμβεί. Όμως το βλέμμα του που είχε σκοτεινιάσει, σαν το σήκωσε για να με αντικρίσει, με έκανε να καταλάβω ότι θα μας έφερνε πολύ πόνο. Στην αρχή δίστασα να το διαβάσω, αλλά τελικά το ξεδίπλωσα: «Καλείσθε πρός κατάταξιν εις Α’ Μοίραν Καταδρομέων, εις τήν Σούδαν Χανίων…».

Έκανα δύο βήματα πίσω και σωριάστηκα στην ξύλινη σκαλιστή πολυθρόνα με το βελούδινο πράσινο μαξιλαράκι, όπου πάντα μου άρεσε να κάθομαι και να κοιτάω τα ξύλα να καίγονται στο τζάκι. Το βλέμμα μου στάθηκε πάνω στο σκαλιστό τραπέζι από ξύλο συκιάς, το οποίο μου θύμισε το γάμο μας· το ‘χε παραγγείλει ο πατέρας μου για δώρο γάμου. Δεν ήταν διόλου όμορφο, δεν ήταν καν στο ύφος του σπιτιού μας. Μας το έφερε μια μέρα μετά τον γάμο, γεμάτος χαρά για το δώρο του. Κοίταξα τον Νίκο με απορία και αμηχανία και εκείνος μου ανταπέδωσε το ίδιο βλέμμα. Μίλησε, πριν προλάβω εγώ: «Ευχαριστούμε πατέρα, είναι πολύ όμορφο και ταιριάζει τέλεια με το σαλονάκι μας. Έλα να το μεταφέρουμε!». Ήταν  καλόψυχος και δεν ήθελε να στενοχωρεί κανέναν.

Πέντε χρόνια μετά, το τραπεζάκι ήταν στην θέση που το τοποθέτησαν τότε και μου θύμιζε την χαρά εκείνης της μέρας. Το βαρύ περπάτημα που άκουσα πίσω μου διέκοψε τη θύελλα των σκέψεών μου. Σήκωσα το βλέμμα και τον αναζήτησα. Τον είδα να σηκώνει τον χακί σάκο με το σήμα των Καταδρομέων. Κι άλλες αναμνήσεις. Την τελευταία φορά που κρατούσε αυτόν τον σάκο, ήταν τόσο χαρούμενος και τόσο υπερήφανος. Υπερήφανος που είχε υπηρετήσει τη θητεία του. Χαρούμενος που θα ξεκινούσαμε την ζωή μας. Την ημέρα εκείνη όμως, η χαρά δεν υπήρχε και είχε αντικατασταθεί από αγωνία για την οικογένεια που άφηνε πίσω του. Ωστόσο, διέκρινα ανέγγιχτη την υπερηφάνεια να τον κατακλύζει καθώς πίστευε ότι είχε έρθει η ώρα να υπηρετήσει την πατρίδα του και πάλι.

– Πήρες ό,τι σου χρειάζεται; Ρώτησα και προσπάθησα ν’ ακουστώ ψύχραιμη.

– Ναι, απάντησε κοφτά και αυτό το “ναι” αντήχησε σαν βροντή στο μέχρι πριν λίγο ήρεμο σαλόνι μας.

– Θα τα καταφέρεις Νίκο μου… Θα γυρίσεις πίσω και θα μεγαλώσουμε την κορούλα μας δεν, δεν…Είπα και κύλησε ένα δάκρυ στο μάγουλό μου.

– Μην κλαις…. Αφού είπαμε, θα πάνε όλα καλά. Θα γυρίσω. Θα το δεις…

Λίγες ώρες μετά είχε έρθει η στιγμή να τον αποχαιρετήσω. Σηκώθηκε και πλησίασε  προς το μέρος μου, αγκαλιαστήκαμε για τελευταία φορά και ακούγοντας τον χτύπο της καρδιάς του ένιωσα ό,τι ένιωθε: φόβο, αγωνία, θάρρος, υπερηφάνεια, δύναμη και αγάπη.  Έσκυψε και φίλησε την κοιλιά μου, το μικρό μας κοριτσάκι. Έπειτα σηκώθηκε, έκανε δύο βήματα πίσω κοιτώντας με στα μάτια και μετά γύρισε και βάδισε αποφασιστικά κατά μήκος του διαδρόμου. Το επόμενο λεπτό, έκλεισε πίσω του την πόρτα και μαζί και την ζωή μας. Τα όνειρά μας έφυγαν μαζί του και η ελπίδα μου να τον ξαναδώ καταρρίφθηκε μαζί με το Noratlas. Τρεις μέρες μετά, σε ένα άλλο “χαρτί”, αυτή τη φορά -φύλλο εφημερίδας- διάβασα «Καταρρίφθηκε το ‘Νίκη 4’ από φίλια πυρά». Και όλη η ζωή μου σκόρπισε στον άνεμο…

Πέρασαν 42 χρόνια από τότε… Μεγάλωσα την κόρη μου με θυσίες και κόπο, χωρίς να μπορώ να της απαντήσω που ήταν ο πατέρας της. Στην μεγαλούπολη χανόμασταν στο πλήθος και ήμουν πάντα μια “κακομοίρα μάνα” που μεγάλωνε μόνη της την κόρη της. Όσοι μας ήξεραν μας αντιμετώπιζαν πάντα με οίκτο “Κρίμα, έχασε τον άντρα της τόσο νωρίς”. Προσπαθούσαν να μας βοηθήσουν αλλά εγώ ήμουν πολύ υπερήφανη για να δεχτώ οποιαδήποτε βοήθεια. Μέρα με τη μέρα γινόμουν  και πιο σκληρή. Ίσως γιατί είχα μόνο ερωτήσεις, ερωτήσεις όχι μόνο της κόρης μου μα και δικές μου. Όλες ξεκινούσαν με ένα “γιατί”. Στην αρχή: “γιατί να φύγει;, γιατί να συμβεί αυτό σε εμένα;”… Στην πορεία: “γιατί να είμαι μόνη μου;” “γιατί να μην έχει ο πόνος ένα “τέλος” ή έστω ένα μνήμα που να μπορώ πάνω του να κλάψω;”

Και τότε, 42 χρόνια μετά ένα πρωί χτύπησε το τηλέφωνο:

– Κυρία Παπαδάκη, μετά από εκταφή στην περιοχή Μακεδονίτισσας, εντοπίσαμε μεταξύ και άλλων σορών, τα οστά του συζύγου σας. Πρέπει να έρθετε για αναγνώριση και παραλαβή των οστών ώστε να προχωρήσετε σε ταφή.

– Καλώς. Ήταν το μόνο που μπόρεσα να αρθρώσω.

Έκλεισα το τηλέφωνο «Αυτό ήταν λοιπόν; Με ένα τόσο ψυχρό τηλεφώνημα δόθηκαν οι απαντήσεις στα ερωτήματά μου;»

Ένα ακόμα ταξίδι προς τη Λευκωσία. Ένα ταξίδι που ήλπιζα αυτή την φορά να δώσει απαντήσεις. Δεν είπα τίποτα στην Ναταλία. Μπήκα στο αεροπλάνο χωρίς να το ξέρει κανείς, με μόνη αποσκευή κάποια έγγραφα και την ανάμνηση από τις τελευταίες ώρες πριν τον Αποχωρισμό. Σκεφτόμουν ότι ίσως τώρα να λυτρωθώ.

 

Οκτώβριος 2016: βρίσκομαι στo C-130. Γύρω μου όλα είναι τόσο γνωστά, αλλά και τόσο άγνωστα. Κοιτώ απ’ το παραθυράκι του αεροπλάνου την θάλασσα και συλλογίζομαι. Συλλογίζομαι, όσα ζήσαμε, όσα δεν ζήσαμε, όσα χάσαμε και μετράω… Μετράω πληγές και πόνο. Μέσα στην αντάρα των συναισθημάτων μου όμως, υπάρχει μια γεύση λύτρωσης. Επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια είμαι πάλι κοντά με τον άντρα μου.

«Θα γυρίσω, θα το δεις…», είχε πει.

Και έστω και έτσι, σε λειψανοθήκη, με την ελληνική σημαία σκεπασμένος, τήρησε την υπόσχεσή του.

 

21 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης με “τερματισμό” στη Σκυταλοδρομία Ποίησης

Μαρ 202321
IMG 20230117 105745

Τερματισμός και φέτος για την 4η Σκυταλοδρομία Ποίησης με πολλές όμορφες εμπειρίες και πολλά χαμόγελα….

25 μαθητές του Ομίλου μετά από μια όμορφη περιήγηση σε ποιητικά μονοπάτια, «διένυσαν» ποιητικές αποστάσεις, άλλαξαν σκυτάλες και τέλος με τα φτερά της φαντασίας τους τερμάτισαν στον δικό τους ποιητικό κόσμο, τον οποίο μας περιέγραψαν μέσα από τα δικά τους έργα.

Θέλουμε για ακόμα μια χρονιά να ευχαριστήσουμε την κα Μαρία Δασκαλάκη, συγγραφέα και υπεύθυνη του «Εργαστηρίου Δημιουργικής Σκέψης-Ελεύθερης Έκφρασης»,  για την άψογη διοργάνωση και γι αυτή την όμορφη εμπειρία.

Θερμά συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά που τερμάτισαν στη Σκυταλοδρομία και ένα μεγάλο μπράβο στα παιδιά του Ομίλου που διακρίθηκαν:

Αεράκη Δέσποινα, Γ΄ Τάξη, Πρότυπου Γυμνασίου Ηρακλείου
Πλαΐτη Ελένη, Γ΄ Τάξη, 11ο Γυμνάσιο Ηρακλείου
Ψαρομήλιγκος Κωνσταντίνος, Β΄ Τάξη, 2ο Γυμνάσιο Ηρακλείου
Μπαλλά Βίκυ, Γ΄τάξη, Όμιλος Δημιουργικής Γραφής (Προτ. Γε.Λ. Ηρακλείου)
Μπριλάκη Ροδάνθη, Γ΄ Τάξη, Όμιλος Δημιουργικής Γραφής (Προτ. Γε.Λ. Ηρακλείου)
Ρηγάκη Καλλιόπη, Γ΄τάξη, Όμιλος Δημιουργικής Γραφής (Προτ. Γε.Λ. Ηρακλείου)
Σπυριδάκη Στέλλα, Γ΄τάξη, Όμιλος Δημιουργικής Γραφής (Προτ. Γε.Λ. Ηρακλείου)
Για τα αποτελέσματα του διαγωνισμού  πατήστε ΕΔΩ.
Βραβευθέντα Ποιήματα Λυκείου:

Καλλιόπη Ρηγάκη

“Πνευματικό Παραλήρημα”

Στέλλα Σπυριδάκη

“Εμφύλιος”

Μη μου λες ψέματα.

Πώς να κρύψεις την βροχή,

αν το μυαλό επιβιώνει με πλημμύρες

και πώς…

Πώς η χαρά του νεκρού

έγινε η δική μου στεναχώρια;

Δεν περιμένω πια τίποτα.

Αρνούμαι να ελπίζω,

αρνούμαι ν’ αφήσω

τα γυμνά μου χέρια,

να θεραπευτούν από τα τραύματα.

Κοίτα.

Κοίτα πόσα έχω υποστεί,

από πόσα έχω επιβιώσει.

Στον κόσμο των αισθήσεων ζούμε,

τίποτα δεν είναι αληθινό,

μην μου λες ψέματα.

Δεν πρόλαβες

να φορτώσεις στην πλάτη μου

όσους δεν ένιωσαν το ρίγος,

την κρίσιμη εκείνη μέρα

που άνοιξες σε όλους την καρδιά μου.

Δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτα,

μη μου λες δικαιολογίες για όνειρα

που οι εφιάλτες μου τα κάλυψαν

και για παράθυρα κλειστά

που έλιωσαν από την σκόνη.

Καλύτερα να μην μιλάς καθόλου.

Κάθισε

στην μοναδική καρέκλα του σπιτιού μου,

ανίκανος από πόνο

και πες μου κάτι

που ποτέ ξανά δεν έχει ειπωθεί.

Μωβ λουλούδια

πλάγιασαν

αντίκρυ στο καθρέφτη.

Τραγουδάνε πένθιμα.

Αλλόκοτη σειρήνα πολέμου.

Θνητή η σκιά του τρόμου.

Κρατά τον καθρέφτη σιωπηλά.

Κοιτάζω με φόβο,τρέμω.

Η ψυχή κηρύττει εμφύλιο·

πόλεμο σ’ ένα σώμα που μετρά πνοές

κι εγώ 

δακρύζω, ποτίζοντας βαθιά τον πόνο.

Σκοτεινός λαβύρινθος ο εαυτός

κι οι καθρέφτες μονάχα αμυχές να χαράζουν ξέρουν.

Δύσκολη μάχη, άνιση.

Μια εικόνα μου, μα όχι εγώ

-όχι

συντριμμένη αλήθεια.

Νιώθω βάρος μα όχι εμένα.

Στα λουλούδια αναγγέλλω μυστικά.

Σιωπούν…

Ξάφνου γελούν.

Ανακωχή ανεμίζει

στα πέταλά τους.

Αχαρτογράφητες συντεταγμένες ελπίδας,

ναυαρχίδες ονείρου.

Μάλλον χαμογελώ κι εγώ.

 

 

 

 

 

 

Μπαλλά Βίκυ

“Ώρα μηδέν”

Μπριλάκη Ροδάνθη

“Οι θαμώνες του Καφενείου”

Οκτώ και πέντε. Μην αγχωθείς!

Σσς, θα το δεις· θα περάσει.

Στο αρχαίο φως του ηλίου αφήσου. 

Μη φοβηθείς για μένα…ήδη απέτυχα.

Εννέα και τρία. Πάψε!

Δεν αντέχω τις φωνές.

Άρρωστο μυαλό και τέρας,

γίνομαι.

Δέκα και δύο. Οι πρώτες σταγόνες του ποτού

μόλις στα χείλη μου· χάπια στα δάχτυλα μου.

Φωτογραφία μικρή, σκισμένη

και δύο πρόσωπα γνωστά μα τώρα ξεχασμένα,

θαυμάζουν το πέλαγος

Δέκα και τέταρτο. Μόλις δέκα λεπτά…

Αργότερα ίσως δεν θυμάμαι να στα πω,

για αυτό άκου.

Τρέξε και συ· και χάσου 

Μα προσευχή σε ένα θεό για μένα,

κάνε.

Έντεκα παρά δέκα. Πέρασαν οι ζωές μας…

Η ζωή μου· το νερό της λησμονιάς σου, 

πιές το.

Ας υπάρχω σαν σκιά,

μες τη ψυχή σου.

Κράτα με.

Έντεκα και έντεκα. Χάθηκα πιά…

Δεν ζω με έναν εαυτό· το καλό και το κακό μου.

Τη θέση μου την παίρνουνε σκιές,

και στα γόνατα, σαν μετάνοια, σε προσκυνούν.

Φωλιάζει η θλίψη μέσα σου.

Μην κλάψεις!

Δώδεκα ακριβώς. Το γυαλί ράγισε,

Το ρολόι, τικ-τακ,

δείχνει το τέλος.

Συγγνώμη…

Σα νύχτωσε

ξεχύθηκε ο αχός 

καλοκαιρινού εσπερινού γεμάτου θλίψη 

για να μην παραπονιούνται 

μες στην απογοήτευσή τους

πως λείπει το μπαχάρι της ζωής

οι θαμώνες παλιού καφενείου.

Ξημέρωσε

κι από μια σχισμή της πόλης

μπήκε φως 

και ζάλισε

περιπλανώμενους διαβάτες 

που φαίνεται… 

θυμήθηκαν 

ξανά 

πως πριν φανούν δροσοσταλίδες 

τυφλοί ήσαν και κυνηγούσαν 

της ζωής την αληθινή μέθη. 

Ξένοι μες στην πόλη τους

πληγωμένοι απ’ τα σημάδια 

που αφήσαν τα φιλιά.

Στερημένοι

(πως ερωτεύεσαι με μια ψυχή παλιά και τυφλωμένη;)

Κουνούν το κεφαλι

με μάτια θλιμμένα

οι θαμώνες παλιού καφενείου  

με γερασμένα μάγουλα 

μη τύχει και τους δουν 

το αμαρτάνειν 

να επιδοκιμάζουν.

 

 

 

 

 

Βραβευθέντα Ποιήματα Γυμνασίου:
Αεράκη Δέσποινα Κώστας Ψαρομήλιγκος
 “Στοιχειό”

Πέλματα γυμνά, βαριά σιωπή

μάρμαρο παγωμένο.

Μάτια κλειστά, αιμάτινη βροχή

ρολόι σταματημένο.

Χαρά σκοτεινή, χέρι λεπτό,

νερό θολωμένο.

Ζάλη τρελή, βαθύ το κενό,

άστρο πεσμένο.

Φως αδειανό, λάμψη αρνείται

πανί σκισμένο.

Δείκτης λεπτός, δέσμιος κρατείται 

γραφτό σβησμένο.

Ρούχα θαμπά, νεκροί νιώσαν,

σώμα θαμμένο.

Όνειρα κενά, δαίμονες διώξαν,

μυαλό μουδιασμένο.

Γεύση πικρή, θολό το γυαλί 

βάζο ραγισμένο.

Άνεμος ψυχρός, πνιχτή η κραυγή

άνθος μαραμένο.

Παιδί μικρό, νύχτας θρέμμα,

δεν προλαβαίνει

όψη κρύα, γκρίζο βλέμμα,

κι αργοπεθαίνει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 “Σκιές βαριές”

Θνητό το βάρος της ψυχής

και δύσκολο για μια σκοτεινή σκιά

να το κρατήσει γερά,

χωρίς να σπάσει.

Μύρια τα μυστικά

κι άλλοι τόσοι οι

άνθρωποι που βαθιά τους,

φυλακίζονται·

στα μελαγχολικά και αδιάβατα νερά 

της μεγάλης θάλασσας, 

πνίγονται.

Άνεμοι τα στροβιλίζουν 

στα δυστυχή κλαδιά του 

πικροφόρου αέρα

και

μαζί μ’ αυτά φέρνουν το κρύο.

Κι εσύ 

σαν στιβαγμένος 

σε κλουβί νιώθεις

κι ελεύθερος πια δεν είσαι.

Καθώς μονάχος πικρόχολα βαδίζεις

τους αλλοτινούς καιρούς αναπολείς,

με δυστυχία· αφού έχουν τώρα πια 

περάσει και πίσω

δεν γυρίζουν

μη λογαριάζοντας των θνητών

τα θέλω…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

από κάτω από: Ανακοινώσεις, Ποίηση | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 21 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης με “τερματισμό” στη Σκυταλοδρομία Ποίησης    

Βραβεία σε 3 μαθήτριες του Ομίλου: Αποτελέσματα 39ου Παγκρήτιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Χανίων

Μαρ 202317
bibliothiki4

Tα αποτελέσματα του 39ου Παγκρήτιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού ανακοίνωσε με Δελτίου Τύπου ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Νομού Χανίων (https://sfnchanion.blogspot.com/2023/03/39.html) και τα παιδιά του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής και φέτος τα υποδέχτηκαν με ιδιαίτερη χαρά, καθώς τρεις μαθήτριες του Ομίλου διακρίθηκαν με το 1ο και 3ο Βραβείο στην κατηγορία Ποίηση-Λυκείου.

Η επίσημη τελετή Ανακοίνωσης των Αποτελεσμάτων θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη, 21/3/2023 και ώρα 19.00 στο Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου. Κατά τη διάρκεια της τελετής θα παρουσιαστεί το έργο του Γιάννη Ρίτσου “Η Σονάτα του Σεληνόφωτος” και στη συνέχεια θα απονεμηθούν στους διακριθέντες μαθητές τα Βραβεία και τα έπαθλά τους.

Συγχαρητήρια λοιπόν σε όλα τα παιδιά που πήραν μέρος στον 39ο Παγκρήτιο Διαγωνισμό του Σύνδεσμου Φιλολόγων Νομού Χανίων και ένα μεγάλο μπράβο στις τρεις μαθήτριες του Πρότυπου ΓΕΛ Ηρακλείου και μέλη του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής για τη διάκρισή τους:

  1. Μπριλάκη Ροδάνθη (Π.Λ.Η. -Τάξη Γ): Ποίηση “Χάρτες Ανθρώπων”  – 1ο Βραβείο στην κατηγορία Ποίηση-Λυκείου
  2. Κοσμά Ανθή (Π.Λ.Η. Τάξη Β): Ποίηση “Ανύψωση”  – 3ο Βραβείο στην κατηγορία Ποίηση-Λυκείου
  3. Μπαλλά Βασιλική (Π.Λ.Η. Τάξη Γ): Ποίηση “Εκείνη”  – 3ο Βραβείο στην κατηγορία Ποίηση-Λυκείου

Ακολουθούν τα ποιήματα των μαθητριών που διακρίθηκαν:

Μπριλάκη Ροδάνθη

“Χάρτες ανθρώπων” 

Χάρτης,

τα χρώματα ρέουν,

αναμειγνύονται•

μαζί με τις σκιές

των ανθρώπων.

Που τελειώνει η ιδέα μου

και που

αρχίζει η δική σου;

Πως να σηκώσεις τον βαρύ χιτώνα

που άλλοι

σου φόρεσαν;

Πως να σε βοηθήσω;

Σκύβεις να προστατεύσεις τις ρίζες·

μα ρίζες δεν βρίσκεις.

Μόνο κλαδιά

(Θα ξεραθούν, θα ξεραθούν)

και κλαις

Τι να κάνω;

Τα δικά μου λουλούδια

δεν ανθίζουν

στον τόπο σου.

Δεν έχεις άλλο αίμα να τα ποτίσεις.

 

Ο τρόπος που μιλάς,

τ’ αγνάντεμα στις συνήθειές σου,

ο Θεός που ακουμπάς την καρδιά σου…

Πως άθικτα 

να τα κρατήσεις;

 

Είσαι άνθρωπος

ζεις 

μες στους ανθρώπους.

Είσαι άνθρωπος 

-κι αλίμονο

ανήκεις στους ανθρώπους.

Φόρεσες τα χρώματα σου.

Και περίμενες να τα αγαπούν οι άλλοι…

όπως τ’ αγάπησες κι εσύ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπαλλά Βίκυ

«Εκείνη»

Μπροστά στον καθρέφτη· Βλέμμα θολό.

Πένθησα πάλι,

εκείνη που ήξερα κάποτε.

Δίχως φωνή, δίχως μιλιά

κι αναπνοή που πνίγει.

 

Θηλυκός αέρας· υπήρξε για μια στιγμή.

Και τώρα χάθηκε!

Μαλλιά, κόκκινο κρασί, χύνονταν στο σώμα της…

Μέθη κανέλας έλεγαν.

Μια ματιά πληθωρική, μία…

Μια άγνωστη.

Κοφτερό μαχαίρι στο λαιμό,

το άδικο με αίμα χρωματίζει.

 

Εκείνη ήμουν εγώ.

Ακροβάτης στο δικό μου σχοινί…

Πέφτω στο πάτωμα.

Ουρλιάζω!

Άτσαλα χαϊδεύω τις πληγές μου.

Έμαθα με αυτές, μεγάλωσα…

Μέσα σε αυτές.

Ένιωσα τον πόνο σε κάθε μήκος

του κορμιού, της ψυχής και του μυαλού μου.

Από το χέρι εκείνου· άντρας.

Ήταν άντρας· ο πατέρας μου.

 

Κι ύστερα;

Άδηλος πόθος· τυφλή αγάπη.

Εθελοτυφλούσα πατώντας σε όνειρα.

Ήταν μια κλοτσιά, ένα χέρι

και δυο φωνές· γκρεμίστηκαν όλα.

Μαζί και εγώ…

Ήταν κάποιος· άντρας.

Ήταν άντρας· ο πατέρας σου.

 

Κόρη, μ’ ακούς;

Μην μοιάσεις σε μένα.

Όμως, από το σώμα μου βγήκες.

Πριν σε γνωρίσω,

ήσουν ήδη εγώ· η συνέχεια μου.

Το ωραίο κομμάτι που έχασα τότε.

Κρύψου απ’ τις αναμνήσεις μου.

Και ξαναγέννα τη ζωή μου

μέσα απ’ τη δίκη σου.

Μα πρόσεξε,

μην κάνεις τα λάθη μου,

στη συμφορά μην μπλέξεις.

Μίλα!

Ανύψωση 

Γερά βαστά νεκρή καρδιά, πεσμένη μές το χιόνι.

Ψυχή πονά στα σκοτεινά· πορεύεται όμως μόνη.

 

Ψηλά πετά, στη συννεφιά, ταξίδια στον αιθέρα,

πύλες χρυσές, ανάγλυφες, φωτίζουν τον αγέρα.

 

Πυράς φτερά, αγαπητά, κοπάζει η οργή της

κι εγκάρδια υποδοχή θερμαίνει το κορμί της.

 

Βαριά σιωπή, πικρό φιλί το σώμα της παγώνει

Ακίνητη κι αμίλητη, σαν το Θεό ανταμώνει.

από κάτω από: Ανακοινώσεις, Πεζογραφία, Ποίηση | με ετικέτα ,  |  Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Βραβεία σε 3 μαθήτριες του Ομίλου: Αποτελέσματα 39ου Παγκρήτιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Χανίων    
« Παλιότερα άρθρα
dimigrafi
Μάιος 2024
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  


Άνοιγμα μενού
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων