Την εβδομάδα αυτή ανεβάζουμε την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης που πήραν οι μαθητές της Στ τάξης το Μάιο του 2022 από το “γείτονα” μας Μιχάλη Σταυριδάκη.
Συνέντευξη Μιχάλη Σταυριδάκη
Όταν ήμουν πέντε χρονών, χτιζόταν αυτό το σχολείο. Εγώ πήγαινα στο παλιό σχολείο, στον Άγιο Νικόλαο. Πήγα στην πρώτη δημοτικού το 1954 και τελείωσα το 1960.Μέχρι την Τρίτη τάξη πήγαινα εκεί. Όταν χτίστηκε το σχολείο ήμασταν στην Τρίτη τάξη τότε δύο δύο παιδιά σηκώναμε το θρανίο και το μεταφέραμε στο νέο σχολείο. Εδώ έκανα τα υπόλοιπα τρία χρόνια μέχρι να τελειώσω.
Το κτήριο ήταν μόνο το παλιό τότε. Σε κάθε αίθουσα τρεις τάξεις. Ήμασταν τότε 65-70 παιδιά , όλα από το χωριό!
Είχαμε και μαγειρεία. Κάθε παιδί κρατούσε το ποτήρι του και του έβαζαν γάλα. Κατά τις δέκα κρατούσαμε το ψωμί μας και μας έβαζαν πάνω βούτυρο και μας έδιναν και τυράκι που ήταν σε μεγάλα δοχεία. Όσο ήμουν εγώ στο σχολείο δεν ήταν κανονικά μαγειρεία. Όταν τελείωσα εγώ δηλαδή μετά το ’60 έφτιαξαν μια μεγάλη αποθήκη πίσω από κει που είναι το νέο κτήριο και εκεί είχαν μαγείρισσα και πάγκους που καθόταν τα παιδιά και έτρωγαν σαν εστιατόριο. Πριν τρώγαμε μέσα στις τάξεις. Δεν υπήρχε κάτι άλλο ήταν κήπος.
Εκείνα τα χρόνια βέβαια ήταν πολύ δύσκολα. Δεν είχαμε τις ανέσεις που έχουν τώρα τα παιδιά. Τότε η οικογένειες μας ήταν πολύ φτωχές. Τρώγαμε μαύρο ψωμί. Σπέρναμε τα χωράφια, θερίζαμε και σαν παιδιά είχαμε πολλή δουλειά. Γι’ αυτό και δε μαθαίναμε γράμματα . Έπρεπε να βοηθάμε την οικογένειά μας. Μας ξυπνούσαν πρωί πρωί να κάνουμε δουλειές και μετά να πάμε στο σχολείο. Γυρνούσαμε κουρασμένοι το βράδυ και δεν είχαμε όρεξη να διαβάσουμε. Το διάβασμα βέβαια γινόταν κι αυτό δύσκολα. Ρεύμα δεν είχαμε και έπρεπε να διαβάζουμε με λάμπες και λυχνάρια και από την κούραση που είχαμε μας έπαιρνε ο ύπνος.Δύσκολα πολύ δύσκολα χρόνια. Φτώχια πολλή. Θυμάμαι παιδί εδώ στο σχολείο να κρατάει ένα κομμάτι μαύρο ψωμί και ένα κρεμμύδι σκέτο για να φάει…δεν είχε ούτε λάδι εκείνη η οικογένεια. Οι περισσότερες οικογένειες εδώ στον Πρινέ είχαν το λάδι και έτσι βάζαμε πάνω στο ψωμί με αλάτι και αυτό ήταν το φαγητό μας.
Εγώ σαν παιδί θυμάμαι να έχουν κάποιες οικογένειες άσπρο ψωμί που το φέρνανε από το Ρέθυμνο και το λιγουρευόμαστε. Είχαμε αγανακτήσει με το μαύρο ψωμί. Αυτό το ψωμί γινόταν από σιτάρι και κριθάρι μαζί. Πολλοί δεν είχανε σιτάρι και τρώγανε μόνο ψωμί με κριθάρι που ήταν ολόμαυρο. Πηγαίναμε στο μύλο το σιτάρι και το κριθάρι και παίρναμε αλεύρι και ζύμωναν οι μανάδες μας το ψωμί. Και τώρα βλέπω τα νέα παιδιά και δεν υπολογίζουν το άσπρο ψωμί. Όπως έχετε τώρα, παιδιά , ένα ωραίο παγωτό έτσι είχαμε εμείς ένα κομμάτι άσπρο ψωμί.Οι πατεράδες μας όταν πήγαιναν στο Ρέθυμνο μας έφερναν ένα αρτουλάκι με άσπρο ψωμί και το περιμέναμε πώς και πώς.
Όσον αφορά τώρα τους δασκάλους , αυτό που θυμάμαι ήταν πως όποιος δεν ήταν και πολύ καλός μαθητής , έτρωγε πάρα πολύ ξύλο. Έκοβε ο δάσκαλος βίτσα από δέντρο, για να μας δέρνει αλλά μας ζητούσε κι εμάς να φέρουμε βίτσες, για να μας βαράει. Ήταν αυστηρά, πολύ ξύλο. Καλά μας κάνανε βέβαια, γιατί με το φόβο του ξύλου , πολλοί μάθανε γράμματα. Εκτός από το ξύλο μας έβαζαν και άλλες τιμωρίες .Η πιο συνηθισμένη να στεκόμαστε όρθιοι στον πίνακα με το ένα πόδι μέχρι να σχολάσουμε. Είχαμε εδώ ένα πολύ αυστηρό δάσκαλο, πολύ σκληρός, έμαθα πως πέθανε και πρόσφατα. Πολλοί έμαθαν γράμματα από αυτόν αλλά έδερνε πάρα πολύ. Εγώ είχα χτυπήσει το χέρι μου σε ατύχημα και το είχα δεμένο και με έδερνε στο άλλο. Αλίμονο μας αν τραβούσαμε το χέρι μας την ώρα που μας έδερνε με τη βίτσα…δεν έφτανε που μας έδερνε αλλά μας παράγγελνε να φέρνουμε εμείς και τη βίτσα. Η βίτσα ήταν από ελιά ή μουριά όχι από σφάκα, γιατί έσπαγε εύκολα. Μια άλλη δασκάλα που είχαμε και έδερνε και αυτή η Λαρίου, αυτή έδερνε με τη ρίγα και δεν πονούσαμε πολύ.
Ήταν οι συνθήκες τέτοιες που τα παιδιά δε διάβαζαν είτε γιατί είχαν πολλές δουλειές οι οικογένειες τους και έπρεπε να βοηθούν και δε διάβαζαν είτε δεν ήθελαν τα γράμματα. Κι ένας από αυτούς ήμουν κι εγώ! Η πολλή δουλειά δε σε άφηνε να έχεις όρεξη για διάβασμα. Κάναμε όμως και πολλές αταξίες , πειράζαμε ο ένας τον άλλο, βαράγαμε κάποιον αν μας πείραζε. Επειδή δεν είχαμε να φάμε κάναμε και το παράνομό μας, μπαίναμε δηλαδή σε ξένους κήπους να κόψουμε κανένα φρούτο. Πάντα είχαμε όμως το φόβο μήπως το μάθει ο δάσκαλος και μας δείρει.
Το πρωί χτυπούσε η καμπάνα για να έρθουμε στο σχολείο. Δεν είχαμε ρολόγια τότε, για να ξέρουμε τι ώρα θα πάμε σχολείο. Έτσι χτυπούσε την καμπάνα ο δάσκαλος και την άκουγε όλο το χωριό και μετά έπρεπε να είμαστε εμείς σε ένα τέταρτο στο σχολειό. Μέχρι το ’60 χτυπούσε η καμπάνα και μετά σταμάτησε.Εμείς βέβαια κάναμε και τα απογεύματα. Σχολάγαμε μία η ώρα πηγαίναμε σπίτι μας και τρώγαμε και ξαναγυρνούσαμε το απόγευμα. Το καλοκαίρι πηγαίναμε τρεις με πέντε και το χειμώνα που σκοτείνιαζε νωρίς τελειώναμε το πρωινό στις δώδεκα και το απογευματινό δύο με τέσσερις.
Τα μαθήματα που κάναμε τότε δεν ήταν πολλά. Είχαμε Αριθμητική, Γεωγραφία, φυσική , ιστορία, ανάγνωση, γραμματική και ορθογραφία.
Τσάντες δεν είχαμε να βάζουμε τα βιβλία μας. Τα παλιά πουκάμισα του μπαμπά, η μαμά τα έραβε και έκανε μια τσάντα με ένα μακρύ κορδόνι, για να την κρατάμε.
Κάναμε ένα διάλειμμα και με δυσκολία μας έφτανε να φάμε το φαγητό μας. Υπολογίζω πως ήταν ένα τέταρτο με είκοσι λεπτά.
Πέρα από τα μαθήματα , καθαρίζαμε και το σχολείο εμείς. Εμείς μαζεύαμε και ότι υπήρχε στην αυλή και στον κήπο και το σχολειό έλαμπε.
Εκείνη την εποχή δεν είχαμε παιχνίδια. Είχαμε ένα σκάμμα με άμμο μέσα και κάναμε εις τριπλούν. Κάθε παιδί είχε το δεντράκι που είχε φυτέψει. Το πρόσεχε και το πότιζε Εγώ είχα μια κερασιά. Η μισή αυλή του τωρινού σχολείου ήταν κήπος. Οι ελιές που είναι απέξω από το σχολείο και τα πεύκα στο νηπιαγωγείο, εμείς τα είχαμε φυτέψει. Εδώ υπήρχε και ένα πηγάδι και έπρεπε να προσέχουμε πολύ. Πάντα ήταν παρών ο δάσκαλος και τραβούσαμε νερό. Μετά αλλάξαν τα πράγματα και τα έκοψαν.
Πρόσφατα σχόλια