Οι μαθητές των Γ’ και Δ’ τάξεων του σχολείου μας στα πλαίσια του προγράμματος «Νοιάζομαι και Δρω» τίμησαν την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και μοίρασαν ποιήματα στους κατοίκους της Ασσήρου, θέλοντας να δείξουν ότι η ποίηση δεν είναι μια άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της.
Ειρήνη- Γ. Ρίτσος
Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη. Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρουδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο
δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα
σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας
με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.
Το κυκλάμινο (Γιάννης Ρίτσος)
Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα,
με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο πεταρίζει.
Κι αν το τηράξεις μια φορά, θα σου χαμογελάσει
κι αν το τηράξεις δυο και τρεις, θ’ αρχίσεις το τραγούδι.
Νίκος Γκάτσος
Θα φέρει η θάλασσα πουλιά
κι άστρα χρυσά τ’ αγέρι
να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά,
να σου φιλούν το χέρι.
Χάρτινο το φεγγαράκι,
ψεύτικη ακρογιαλιά,
αν με πίστευες λιγάκι
θα `σαν όλα αληθινά.
Δίχως τη δική σου αγάπη
δύσκολα περνά ο καιρός.
Δίχως τη δική σου αγάπη
είναι ο κόσμος πιο μικρός.
Χάρτινο το φεγγαράκι,
ψεύτικη ακρογιαλιά,
αν με πίστευες λιγάκι
θα `σαν όλα αληθινά
«Καρυάτιδες», Ιωάννης Πολέμης
Μπροστὰ στις Καρυάτιδες, τὶς μαρμαρένιες κόρες,
σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οἱ δυό μας ὧρες κι ὦρες.
Ἀκίνητα τὰ μάτια σου ἔδειχναν κάποια λύπη
γιὰ κείνη ποὺ μᾶς ἔκλεψαν κι ἀπὸ τὶς ἄλλες λείπει,
στὴ ξενιτιά, στὴν σκοτεινιά, στὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Μὰ ἐγὼ τὶς ἔβρισκα σωστές, ὅλες σωστὲς ἐμπρός μου
κι ἔλεγα πὼς θὰ γύρισε κι ἐκείνη ἀπὸ τὰ ξένα
γιατὶ μετροῦσα, ἀγάπη μου, μαζὶ μ᾿ αὐτὲς καὶ σένα.
Δ. Σολωμός: «Η ημέρα της Λαμπρής»
Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!
Ρίτα Μπούμη-Παππά: «Ανοιξη»
«Ερχεται απ’ το νοτιά με την καλοκαιριά
μπρος έστειλε τα χελιδόνια
να ψαλλιδίσουν κάθε δισταγμό
πίσω σέρνει τις μέλισσες,
τυφλές από το πάθος να τα δίνουν όλα
τ’ άνθια κροτούν στα δάχτυλα των δέντρων
γι’ αυτό σήκωσαν σήμερα σημαία στο κάστρο
καί λύθηκαν τα σήμαντρα της πόλης.
(…)Πάσχα, μητέρα Πάσχα!
Στέλιος Σπεράντζας, «Ανάσταση»
H Aνάσταση. Kαι γέμισε χαρά,
λουλούδισε η ψυχή μου σαν το κρίνο.
Kι ανοίγω της λαχτάρας τα φτερά,
ψηλά μες στης αυγής τα φωτερά
γαλάζιο ένα αστροφώς κι εγώ να γίνω.
Aνάσταση. Tα σήμαντρα χτυπούν.
Kι όλα τα δένδρα ανθίζουν πέρα ως πέρα.
Στον κόσμο αυτό ας μάθουν ν’ αγαπούν
όσοι το μίσος έσπειραν κι ας πουν
«Xριστός Aνέστη ετούτη την ημέρα».
Η Λαμπρή
Νάτην η Λαμπρή με τα λουλούδια.
κόψετε παιδιά την πασχαλιά
κι όλα με χαρές και με τραγούδια
τρέξετε ν᾿ αλλάξωμε φιλιά.
Σήμαντρα γλυκά βαρούν ακόμα
και μοσχοβολούν οι εκκλησιές,
μόσχος τα φιλιά στο κάθε στόμα,
τα φιλιά της άνοιξης δροσιές.
Πάμε να στρωθούμε στο χορτάρι
και τ᾿ αρνί μας ψήνεται σιγά.
Και με της Ανάστασης τη χάρη
φέρτε να τσουγκρίσουμε τ᾿ αυγά.
Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης
Αγνή Παρθένε Δέσποινα
Άχραντε Θεοτόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παρθένε Μήτηρ Άνασσα
Πανένδροσε τε πόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Υψηλοτέρα ουρανώ ακτίνων λαμπροτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαρά Παρθενικών Χορών
αγγέλων υπερτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε…
Κώστας Βάρναλης
Να σ΄ αγναντεύω θάλασσα, να μη χορταίνω,
Απ΄ το βουνό ψηλά
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.
Να ‘ ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερ’, όντας
Μετ’ άξαφνη νεροποντή
Χιμάει μες απ΄τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
Ήλιος χωρίς μαντύ.
Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
Τ΄ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχινοί
Και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
Ν΄ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
Κωστής Παλαμάς
Ζωή! Δεν είναι τίποτε γλυκύτερο στον κόσμο
Απ’ την πεντάμορφη ζωή, την ηλιοφωτισμένη!
Ζωή, κι αν έρχεσαι γοργά αι από χαρές γεμάτη,
κι αν έρχεσαι με βάσανα και μ΄ έγνοιες και μ΄ αρρώστιες,
ζωή του γέρου και του νιου, της φτώχιας και του πλούτου,
με της δουλειάς τον ίδρωτα, με της αργίας τη γλύκα,
με την ειρήνην ήμερη, με τους αγρίους πολέμους,
και μ΄ όλες τις καλοκαιριές και μ΄ όλους τους χειμώνες,
Ζωή, κι όπως κι α δείχνεσαι, Ζωή, κι ό,τι κι αν είσαι,
Αν είσαι πράγμα ή όνειρο, καλή κακή κι αν είσαι,
Χαρά σ΄ εσέ, δόξα σ΄ εσέ κι αγάπες και τραγούδια!
Γιάννης Ρίτσος, Πρωινό Άστρο (απόσπασμα)
Στην κόρη μου Έρη
…Κοριτσάκι μου,
θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν στον ύπνο σου.
Κοιμήσου κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος.
Το παιδί μου κοιμήθηκε
κι εγώ τραγουδάω…
Δύσκολα είναι, κοριτσάκι,
στην αρχή.
Τι να πεις, δεν ξέρεις.
Δύσκολα είναι στην αρχή.
Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι,
να μάθεις μόνο
εκείνο που είσαι,
εκείνο που έχεις γίνει.
Είναι να γίνεις
ό,τι ζητάει
η ευτυχία του κόσμου,
είναι να φτιάχνεις, κοριτσάκι,
την ευτυχία του κόσμου.
Άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη
απ’ τη χαρά που δίνεις.
Να το θυμάσαι, κοριτσάκι…
Καλοκαίρι (Γιάννης Ρίτσος)
Άσπρα σπίτια κάτασπρα
τα βερικοκιά τα κεραμίδια
τα γαλανά παραθυρόφυλλα
τ’ άλογα τα κανελιά , μες τον αυλόγυρο
τ’ άσπρα μες το πράσινο
τα μπαλκόνια μάλαμα και θάλασσα
Τα μουλάρια στον ανήφορο της πέτρας
και τα γαϊδουράκια μες τ’ αγκάθια
ψάθες και μαχαίρια και καλάθια
μες τ’ αμπέλι γέλια
Δάχτυλα και γόνατα στήθια και σαγόνια
μες το μούστο ματωμένα
κόκκινες φωτιές κι ιδρώτα
στις κατηφοριές
το χρυσό κακάρισμα της κότας
Κι όπως γαλανίζει το βραδάκι
το μαβί, το βιολετί
να κι η παναγιά στη δημοσιά
πλάι στα κάρα στα κουδούνια
στα σταμιά και στα κλαδωτά μαντήλια
Να τη η Παναγιά
να κρατάει στην ασημένια της ποδιά
πέντε οκάδες κόκκινα σταφύλια.
Με τόσα φύλλα (Γιάννης Ρίτσος)
Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
Με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
Και τούτοι μες στα σίδερα, και κείνοι μες στο χώμα
Και τούτοι μες στα σίδερα, και κείνοι μες στο χώμα
Σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
Κάτω απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί
προσμένουνε την ώρα, προσμένουν να σημάνουν την Ανάσταση
Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
Δεν μπορεί κανείς να μάς το πάρει
Σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Τρύγος (Γιάννης Ρίτσος)
Άσπρα σπίτια, κάτασπρα,
τα βερικοκιά τα κεραμίδια,
γαλανά παραθυρόφυλλα,
τ’ άλογα τα κανελιά μες στον αυλόγυρο,
τ’ άσπρα μες στο πράσινο,
τα μπαλκόνια μάλαμα και θάλασσα.
Τα μουλάρια στον ανήφορο της πέτρας,
και τα γαϊδουράκια μες στ’ αγκάθια,
ψάθες και μαχαίρια και καλάθια μες στ’ αμπέλια
γέλια.
Δάχτυλα και γόνατα,
στήθια και σαγόνια
μες στο μούστο ματωμένα,
κόκκινες φωτιές κι ιδρώτας,
στις κατηφοριές
το χρυσό κακάρισμα της κότας.
Κι όπως γαλανίζει το βραδάκι,
το μαβί, το βιολετί,
να κι η Παναγιά στη δημοσιά,
πλάι στα κάρα, στα κουδούνια, στα σταμνιά
και στα κλαδωτά μαντίλια,
να τη η Παναγιά
να κρατάει στην ασημένια της ποδιά
πέντε οκάδες κόκκινα σταφύλια.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος (απόσπασμα-Γιάννης Ρίτσος)
Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου.
Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου
λίγο πιό κάτου, ως τη μάντρα του
τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο…
Λορέντζος Μαβίλης – Πατρίδα
Με αφορμή τον ερχομό της άνοιξης, ο Λορέντζος Μαβίλης, τον Ιούνιο του 1888, γράφοντας από το Μόναχο, εξέφρασε τον πόθο του νόστου, στο σονέτο του “Πατρίδα“, όπου φτιάχνει εικόνες γεμάτες αρώματα και ήχους.
Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ᾿ αγέρι
στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
σαν νύφ᾿ η γη, πόχει άμετρα άνθη προίκα,
λάμπει ενώ σβηέται της αυγής τ᾿ αστέρι.
Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,
εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα·
τη φύση στην καλή της ώρα εβρήκα,
λαχταρίζει η ζωή σ᾿ όλα τα μέρη.
Κάθε μοσχοβολιὰ και κάθε χρώμα,
κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στα φυλλοκάρδια μου κι ελπίδα
να σου ξαναφιλήσω τ᾿ άγιο χώμα,
να ξαναϊδώ και το δικό σου Μάη,
όμορφή μου, καλή, γλυκειά πατρίδα.