Το μουσείο, όπως αναφέρουν οι (Τζιαφέρη, 2005), (Lewalter, 2009), (PopovSchober, 2013), θεωρείται από πολλούς εκπαιδευτικούς ως ένας εκπαιδευτικός τόπος με σημαντικό χαρακτήρα στην εκπαίδευση των μαθητών. Αυτό συμβαίνει γιατί το μουσείο υπερτερεί του σχολείου στα εποπτικά μέσα και τις θεματικές. Επίσης, το μουσείο προσφέρει την δυνατότητα κατανόησης και συσχέτισης των γνώσεων που αποκτούν τα παιδιά στο σχολείο με την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί την κριτική σκέψη των παιδιών. Ακόμα, το μουσείο είναι ένας χώρος στον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η αισθητική αγωγή των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα ναδημιουργηθεί η φιλοσοφία της διαπολιτισμικότητας. Τέλος, το μουσείο μπορεί να συνεισφέρει στην συναισθηματική και ψυχοκινητική ανάπτυξη των παιδιών και όλα αυτά τα καταφέρνει μέσω των βιωματικών και ενεργητικών μεθόδων που ακολουθεί (Shaffer, 2019, 30).
Στα σύγχρονα μουσεία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, εφαρμόζονται ποικίλες μουσειοπαιδαγωγικές τεχνικές και μέθοδοι μέσα από εκπαιδευτικές διεργασίες, οι οποίες οργανώνονται και υλοποιούνται με τη συμμετοχή εμψυχωτών ή του εξειδικευμένου προσωπικού των μουσείων. Οι εκπαιδευτικές, αυτές διεργασίες, γνωστές ως “εκπαιδευτικά προγράμματα”, αποτελούν το βασικό πεδίο εφαρμογής της μουσειοπαιδαγωγικής. Ως εκπαιδευτικά προγράμματα χαρακτηρίζονται οι εκπαιδευτικές διαδικασίες που υλοποιούνται μέσα σε ένα μουσείο και απευθύνονται σε διάφορες ομάδες επισκεπτών, ενώ συγχρόνως αναπτύσσονται σε διάφορα και διαφορετικά στάδια, μέσω μιας ποικιλίας δραστηριοτήτων και μεθόδων, με απώτερο σκοπό την άμεση επικοινωνία των επισκεπτών με το μουσείο.
Η συνεργασία του μουσείου με το σχολείο μπορεί να αναπτυχθεί μέσω της δημιουργίας ποικίλων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Όταν όμως οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες καθιστούν αδύνατη την επίσκεψη σε ένα μουσείο, τότε οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλία για την υλοποίηση δράσεων στο χώρο του σχολείου (Νικονάνου, 2015.α).
Για να μπορέσει να έχει παρουσία το μουσείο στο σχολείο έχουν σχεδιαστεί υπηρεσίες δανεισμού με την χρήση μουσειοσκευών και κινούμενων εκθέσεων (Ζαφειράκου, 2000: 22-23).
Η μουσειοσκευή, όπως προκύπτει από την ετυμολογική ανάλυση του όρου, αποτελεί μια σκευή που περιέχει μουσειακό υλικό. Η μορφή της μουσειοσκευήςμουσειοβαλίτσας είναι μια ταξιδιωτική βαλίτσα, ανθεκτική στις μετακινήσεις, ή ενδεχομένως έχει την μορφή σεντουκιού-μπαούλου. Η μουσειοσκευή συνιστά αντικείμενο δανεισμού των σχολείων και περιλαμβάνει υλικό που προέρχεται από την
θεματική συλλογή ενός μουσείου (Γεωργοπούλου και Αλεξανδροπούλου, 2015). Το υλικό που εμπεριέχεται είναι ποικίλο και δύναται να αφορά πρότυπα αντικείμενα, εποπτικό έντυπο, ψηφιακό υλικό και εκπαιδευτικά παιχνίδια. Το εκπαιδευτικό υλικό που περιέχεται δεν είναι απαραίτητο να σχεδιάζεται με την επίσκεψη στο μουσείο αλλά είναι αυτόνομο (Νικονάνου, 2015β). Επίσης, ενώ σχεδιάζεται για να απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα υπάρχει ευελιξία προσαρμογής του υλικού σε ποικίλα ηλικιακά στάδια (Χατζηασλάνη, 2002).
Περίπου στο τέλος του 19ου αιώνα, έγινε αντιληπτός ο ρόλος των μουσείων ως θεματοφύλακες του ιστορικού παρελθόντος και της επιστημονικής αλήθειας (Νικονάνου, 2010). Το πρώτο παιδικό μουσείο ιδρύθηκε το 1899 στην Νέα Υόρκη. Από τότε ιδρύθηκαν παγκοσμίως παιδικά μουσεία επηρεαζόμενα από τις αντιλήψεις της Μαρίας Μοντεσσόρι σχετικά με την σπουδαιότητα της επαφής των παιδιών με τα
αντικείμενα.
Η δημιουργία μιας μουσειοσκευής βασίζεται στα υλικά που παρέχει ένα μουσείο. Η κατασκευή της μουσειοσκευής, βασίζεται στην αντίληψη πως η μάθηση είναι μία διαδικασία ενεργητική που σχετίζεται με το συναίσθημα και την εμπειρία (Γιαννίκου, Ζαχαροπούλου και Λιάσκα, 2007). Ο σχεδιασμός της μουσειοσκευής έχει στόχο να προσφέρει μία εναλλακτική διαδικασία επικοινωνίας με το μουσείο, μέσο ενός ταξιδιού με συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο. Το περιθώριο αυτό ποικίλει ανάλογα τον χρόνο που κάθε μουσείο επιλέγει να επιτρέψει τον δανεισμό της μουσειοσκευής (Δάλκος, 2000). Η οργάνωση μιας μουσειοσκευής θεμελιώνεται γύρω από μία κεντρική ιδέα βάση της οποίας επιλέγονται διαφόρων ειδών υλικά και αντικείμενα που θα τροφοδοτήσουν τη διαδικασία της διδασκαλίας. Απώτερος σκοπός μιας μουσειοσκευής είναι η εις βάθους επεξεργασία μιας θεματικής με τρόπο ελκυστικό και ψυχαγωγικό για το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Με τη μουσειοσκευή λοιπόν, επιτυγχάνεται η καλλιέργεια της δημιουργικότητας και η εποικοδομητική ψυχαγωγία που θα επιφέρει γνώση, δεξιότητες και ιστορική συνείδηση (Χατζηασλάνη, 2002).

Νατάσα Μάγκου


Νατάσα Μάγκου