Οργή κι απελπισία µαζί γέµιζαν την καρδιά του Αχιλλέα µετά το θάνατο του Πάτροκλου και ήθελε να εκδικηθεί τον Έκτορα, που σκότωσε τον αδερφικό του φίλο. Την άλλη µέρα φόρεσε την καινούρια πανοπλία του, έδεσε στο άρμα του τ’ αθάνατα άλογά του και με τους Μυρµιδόνες του πήγε να πολεµήσει.

Μέσα στο κάστρο της Τροίας, ο Έκτορας αποχαιρέτησε την Ανδροµάχη, τη γυναίκα του, πήρε στην αγκαλιά του για τελευταία φορά το μικρό του γιο, τον Αστυάνακτα, και βγήκε κι αυτός να πολεμήσει. Οι Τρώες ήταν έξω από τα τείχη τους έτοιμοι για μάχη. Βλέποντας όµως τον Αχιλλέα να φτάνει, τρόμαξαν. Οι μισοί έτρεξαν μέσα στα τείχη να σωθούν κι οι άλλοι µισοί έτρεξαν προς τον κάµπο. Ο Αχιλλέας τούς κυνήγησε κι έγινε άγρια µάχη. Οι Τρώες έπεφταν νεκροί ο ένας µετά τον άλλο. Ο Πρίαμος, που παρακολουθούσε τη μάχη από τα τείχη, διέταξε κι άνοιξαν τις πύλες να µπει ο στρατός για να σωθεί.
Μόνο ο γενναίος Έκτορας δεν κλείστηκε στα τείχη, αλλά έµεινε να αντιµετωπίσει τον εχθρό.
Άδικα του φώναζαν ο Πρίαµος και η Εκάβη, η μητέρα του, και η όµορφη Ανδροµάχη ψηλά από τα τείχη. Κάποια στιγµή τον είδε ο Αχιλλέας κι όρµησε σαν το θεριό επάνω του. Ο Έκτορας τα έχασε κι άρχισε να τρέχει. Τρεις φορές έκανε το γύρο της πόλης τρέχοντας κι ο Αχιλλέας τον κυνηγούσε . Στο τέλος ο Έκτορας σταμάτησε το τρέξιµο και στάθηκε να τον αντιµετωπίσει.
Ο Αχιλλέας όρµησε πάνω του κι άρχισε η πάλη.
Πάλεψαν σκληρά, γιατί κι οι δυο ήταν γενναία παλικάρια. Τέλος ο Αχιλλέας µε το κοντάρι του χτύπησε στο λαιµό τον Έκτορα και τον έριξε στο χώµα.
Ο πιο γενναίος πολεµιστής της Τροίας ήταν πια νεκρός. Ψηλά από τα τείχη κοίταζαν οι Τρώες και θρηνούσαν. Μα πιο πολύ θρηνούσαν ο Πρίαµος και η Εκάβη, η μητέρα του, και η όµορφη Ανδροµάχη.
Αμέσως ο Αχιλλέας πήρε τα όπλα τού νεκρού, έδεσε τα πόδια του με δερµάτινα λουριά από το άρμα κι άφησε το κεφάλι του να σέρνεται στο χώµα. Μετά χτύπησε τ’ άλογά του κι εκείνα έτρεξαν γρήγορα προς τα πλοία σέρνοντας το νεκρό Έκτορα µαζί τους.

Την άλλη µέρα οι Αχαιοί έκαψαν το νεκρό Πάτροκλο. Ο Αχιλλέας έκοψε τα μακριά µαλλιά του και τα έβαλε στα χέρια του Πάτροκλου, για να καούν μαζί του. Έπλυνε τα οστά του με κρασί και τα έβαλε σε χρυσό δοχείο, που του είχε δώσει η μάνα του η Θέτιδα.
Ο νεκρός Έκτορας έντεκα μέρες έμεινε άταφος, ώσπου ο Πρίαμος πήγε στον Αχιλλέα, έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να του δώσει το σώμα του παιδιού του να το θάψει.
Ο Αχιλλέας συγκινήθηκε. Διέταξε να πλύνουν και να στολίσουν το νεκρό και τον έδωσε στο γέρο βασιλιά, για να τον πάει στην Τροία. Και πρόσταξε να σταματήσει ο πόλεµος έντεκα μέρες, για να προλάβουνε οι Τρώες να θρηνήσουν και να κάψουν το νεκρό, όπως είχαν συνήθεια.
ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΕΛΕΓΞΕ ΤΙ ΕΜΑΘΕΣ !















Εννιά χρόνια 


Εννιά µέρες
Για να 
Πικραµένος όμως κλείστηκε στη σκηνή του κι ορκίστηκε να μην ξαναπολεμήσει!









Ταξιδεύοντας για
Ο Άνιος, που ήταν και μάντης, είπε στους Αχαιούς ότι σε δέκα χρόνια θα έπαιρναν την Τροία και τους κάλεσε να µείνουνε εννιά χρόνια στη Δήλο και το δέκατο χρόνο να πάνε στην Τροία. Εκείνοι όµως δεν δέχτηκαν.
Εκεί βασίλευαν ο Πρίαµος και η Εκάβη που είχαν πενήντα γιους και πολλές κόρες. Μια από τις κόρες τους ήταν η Κασσάνδρα που ήταν µάντισσα. Όµως ο Απόλλωνας την είχε τιµωρήσει και κανένας δεν πίστευε τα λόγια της.


Οι Αχαιοί τράβηξαν τα πλοία τους στη στεριά κι έφτιαξαν στρατόπεδο που το έκλεισαν με τείχος ξύλινο, γιατί κατάλαβαν ότι θα χρειάζονταν πολύ καιρό μέχρι να καταφέρουν να κυριεύσουν την Τροία. 
Οργίστηκε πολύ


Την Ιφιγένεια την πήγε µακριά στη χώρα των Ταύρων σ’ έναν από τους ναούς της. Αµέσως φύσηξε άνεµος και οι Αχαιοί κίνησαν για την Τροία.





Εκείνη θύµωσε πολύ κι πήγε στο γάµο αόρατη κι άφησε στο τραπέζι ένα μήλο ολόχρυσο, που πάνω του είχε γράψει: « στην οµορφότερη ».
Ρώτησαν και το Δία, µα αυτός δεν ήθελε να στενοχωρήσει καµιά από τις τρεις θεές. Γι’ αυτό είπε να πάνε στο βουνό Ίδη, δίπλα στην Τροία, όπου ο Πάρης, ο γιος του βασιλιά Πρίαµου, έβοσκε το κοπάδι του σε µια πλαγιά, για να διαλέξει εκείνος την οµορφότερη θεά.

Ο Πάρης

