Δημοσιεύθηκε στην ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ … ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

upl549970a287c64ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ , χωρίς χριστουγεννιάτικα παραμύθια δεν  γίνεται !

Τα χριστουγεννιάτικα παραμύθια είναι ίσως η πιο κλασική ρουτίνα κάθε δασκάλου και παιδιού ! Οι ιστορίες των Χριστουγέννων , ξυπνούν την φαντασία και σε ταξιδεύουν σε κόσμους μαγικούς. Φέτος στη σχολική μας βιβλιοθήκη διαβάζουμε μερικές από τις πιο ωραίες  χριστουγεννιάτικες ιστορίες !

ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤ΄1 ΤΑΞΗΣ :  ΕΒΕΛΙΝΑ , ΑΘΗΝΑ , ΝΕΦΕΛΗ , ΘΕΟΔΩΡΑ , ΚΑΤΕΡΙΝΑ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΝΑ  ! 

1.Η Χριστουγεννιάτικη ιστορία (Σκρουτζ)

Το πιο πολυδιαβασμένο από όλα τα Χριστουγεννιάτικα παραμύθια που υπάρχουν στον κόσμο!  ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ

2. To κοριτσάκι με τα σπίρτα

Το αριστουργηματικό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και ίσως μια από τις πιο λυπητερές ιστορίες των Χριστουγέννων των παιδικών μας χρόνων, σε μια animation εκδοχή μικρού μήκους. Ένα ατμοσφαιρικό παραμύθι για τις αξίες που πρέπει να μας μεταδώσει η γιορτή των Χριστουγέννων. ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ

3.Ο καρυοθραύστης

Μεταφερθείτε μαζί με την Κλάρα σε έναν μαγευτικό κόσμο, όπου ξύλινα στρατιωτάκια ζωντανεύουν και πανέμορφες νεράιδες που χορεύουν σε παλάτια από ζαχαρωτά.  ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ

4. Ο παπουτσής και τα ξωτικά

Ένα από τα πιο αγαπημένα Χριστουγεννιάτικα παραμύθια, που είναι πάντα επίκαιρα είναι ο Παπουτσής και τα ξωτικά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ :

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα που θα τα έραβε το πρωί, που έχει καλύτερο φως.

Καθώς λοιπόν έκλεινε τα εξώφυλλα της βιτρίνας του αναστέναξε:

– Μπορεί να μην ξαναφτιάξω άλλο ζευγάρι παπούτσια. Όταν πουλήσω αυτά εδώ, θα πρέπει να δώσω όλα τα χρήματα για φαγητό και δε θα μείνει τίποτα για δέρμα. Πω πω, τι θα κάνω;

Το επόμενο πρωί ξύπνησε με βαριά καρδιά και τράβηξε στεναχωρημένος για τον πάγκο του. Αντί όμως για τα δερμάτινα κομμάτια, βρήκε να τον περιμένει ένα υπέροχο ζευγάρι παπούτσια! Ήταν ραμμένα με λεπτότητα και με τις πιο μικρές και ταχτικές ραφές που είχε δει ποτέ του. Ο παπουτσής τα έχασε! Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, έβαλε τα παπούτσια στη βιτρίνα.

Ακόμη αναρωτιόταν ποιος μπορεί να τα είχε φτιάξει, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας πλούσιος ηλικιωμένος κύριος, που ήθελε να αγοράσει τα παπούτσια και μάλιστα του πρόσφερε πολύ περισσότερα χρήματα από όσα είχε πληρωθεί ποτέ του ο παπουτσής! Πληρώθηκε λοιπόν και αμέσως πήγε να αγοράσει περισσότερο δέρμα και φαγητό για την οικογένεια του.

Το ίδιο βράδυ ο παπουτσής έκατσε πάλι στον πάγκο του κι έκοψε για δυο ζευγάρια παπούτσια από το καινούργιο δέρμα. Μετά άφησε τα κομμάτια απλωμένα όπως την προηγούμενη φορά, έτοιμα για να τα ράψει το πρωί.

Όταν πήγε στο εργαστήρι του την άλλη μέρα το πρωί, βρήκε πάλι δυο ζευγάρια παπούτσια, έτοιμα ραμμένα πάνω στον πάγκο του κι αναρωτήθηκε:

– Μα ποιος μπορεί να είναι αυτός που δουλεύει τόσο γρήγορα και κάνει μάλιστα τόσο μικρές ραφές;

Έβαλε λοιπόν τα παπούτσια στη βιτρίνα και σε λίγη ώρα πλούσιοι άνθρωποι, που δεν είχαν πατήσει ξανά στο μαγαζί του, ακριβοπλήρωσαν για να τα αγοράσουν. Ο παπουτσής βγήκε πάλι έξω κι αυτή τη φορά αγόρασε περισσότερο δέρμα κι έκοψε περισσότερα κομμάτια.

Για βδομάδες συνέβαινε το ίδιο πράγμα κάθε βράδυ. Δυο ζευγάρια παπούτσια, μερικές φορές και τέσσερα, γίνονταν σε μια νύχτα. Κι ο παπουτσής σύντομα έγινε γνωστός σε όλη την πόλη για τα καταπληκτικά του παπούτσια.

Παράλληλα όμως τον έτρωγε κι η περιέργεια. Ποιος ήταν αυτός που του έφτιαχνε τα παπούτσια; Τέλος δεν άντεξε άλλο. Με τη γυναίκα του αποφάσισαν να δουν ποιοι ήταν αυτοί οι βραδινοί επισκέπτες. Έμειναν λοιπόν ξύπνιοι και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα. Μόλις το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, άκουσαν ένα γρήγορο τρεχαλητό έξω από το παράθυρο και αμέσως μετά είδαν δυο μικρά ανθρωπάκια να τρυπώνουν μέσα από τις γρίλιες. Ύστερα τράβηξαν προς τον πάγκο, έβγαλαν κάτι μικροσκοπικά εργαλεία από την τσάντα τους και άρχισαν να ράβουν τα δέρματα. Ο παπουτσής και η γυναίκα του δεν πίστευαν στα μάτια τους, γιατί τα μικρά ανθρωπάκια δεν ήταν μεγαλύτερα από τις βελόνες του μάστορα. Πριν ξημερώσει, τρία πανέμορφα ζευγάρια παπούτσια ήταν έτοιμα πάνω στον πάγκο. Τα ξωτικά μάζεψαν τα εργαλεία τους, τακτοποίησαν και έφυγαν όπως ακριβώς είχαν έρθει.

Ο παπουτσής και η γυναίκα του, όταν συνήλθαν από την έκπληξη, άρχισαν να σκέφτονται πως θα μπορούσαν να δείξουν ευγνωμοσύνη στα ξωτικά. Η γυναίκα του πρότεινε λοιπόν να τους φτιάξουν καινούργια ρούχα. Την άλλη μέρα η γυναίκα του  παπουτσή έραψε δυο μικρές πράσινες ζακέτες και παντελόνια, ενώ ο παπουτσής έκοψε κι έραψε δυο ζευγάρια μπότες.

Την παραμονή των Χριστουγέννων άφησαν τα δώρα τους πάνω στον πάγκο, μαζί με δυο ποτηράκια κρασί και μια πιατελίτσα  με εδέσματα.  Όταν νύχτωσε, κρύφτηκαν πάλι πίσω από την πόρτα. Τα μεσάνυχτα πάλι, τα ξωτικά τρύπωσαν στο μαγαζί κι ανέβηκαν στον πάγκο. Σαν είδαν τις μικρές πράσινες ζακέτες, τα παντελόνια και τις μπότες, χοροπήδησαν από την χαρά τους. Έπειτα φόρεσαν γρήγορα τα ρούχα, έφαγαν και ήπιαν τα κεράσματα κι εξαφανίστηκαν σαν αστραπή.

Μετά τα Χριστούγεννα ο παπουτσής συνέχισε να κόβει τα δέρματα και να τα αφήνει πάνω στον πάγκο, μα τα ξωτικά δεν ξαναήρθαν ποτέ. Είχαν καταλάβει πως ο παπουτσής και η γυναίκα του, τους είχαν δει. Και τα ξωτικά δεν θέλουν να τα βλέπουν οι άνθρωποι.

Αλλά ο παπουτσής δεν πειράχτηκε. Το μαγαζί του ήταν τόσο γνωστό πια, που είχε πάρα πολλούς πελάτες. Βέβαια οι δικές του ραφές δεν ήταν τόσο ταχτικές, όπως αυτές των ξωτικών, μα κανείς δεν το πρόσεχε. Έτσι, οι δουλειές του συνέχισαν να πηγαίνουν καλά και δεν έλειψε τίποτα πια από την οικογένεια του. Από τότε κάθε χρόνο, την παραμονή των Χριστουγέννων, μαζεύονται γύρω από τη φωτιά και πίνουν στην υγειά των ξωτικών, που τους είχαν βοηθήσει.

5. Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι

Παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης του Δωδεκαημέρου  ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ 

Ή   ΔΙΑΒΆΣΤΕ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ  

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια, σε ένα χωριουδάκι ζούσε μια μάνα με τις δύο κόρες της. Την Μεγαλύτερη, την έλεγαν Μάρμπω και ήταν άσχημη. Η μικρότερη όμως, ήταν πανέμορφη και την φώναζαν Κάλλω. Όλος ο κόσμος μιλούσε για τα κάλλη της, κι απ’ όπου περνούσε σχολιάζανε την ομορφιά της. Η Μάρμπω, τα γνώριζε όλα αυτά και την ζήλευε. Για το λόγο αυτό, είχε κλειστεί στο σπίτι και δεν έβγαινε έξω ακόμα κι αν της το ζητούσε η μητέρα της.

Άντε βρε Μάρμπω… άντε κόρη μου, πετάξου ίσαμε την αγορά…

Όχι, δεν πάω εγώ. Στείλε την προκομένη σου, την Κάλλω…

απαντούσε η Μάρμπω κι η Κάλλω που δεν ήθελε να στεναχωρήσει την μητέρα της, έτρεχε αμέσω όπου της ζητούσαν. Κι όχι απλά πήγαινε, αλλά κατάφερνε και τις δουλειές καλύτερα απ’ τον καθένα, γιατί εκτός από όμορφη, ήταν επίσης και πάρα πολύ έξυπνη. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες στο όμορφο χωριό ώσπου ήρθαν τα Χριστούγεννα. Την παραμονή της μεγάλης γιορτής, η μάνα των δύο κοριτσιών, κοιτάζοντας στο ντουλάπι της κουζίνας την κασέλα που είχανε το αλεύρι, είδε πως το αλεύρι είχε τελειώσει.

Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο; Άντε Μάρμπω κόρη μου, εσύ που είσαι και η μεγαλύτερη, σύρε στον μύλο…

…μα πριν προλάβει η μάνα να ολοκληρώσει την φράση της, η Μάρμπω απάντησε με πείσμα…

Όχι, δεν πάω…να πάει η Κάλλω.

Θα πάω εγώ μάνα…

Κι έτσι έγινε. Η μικρή Κάλλω, φόρτωσε στο γαιδουράκι της δυο σακιά με σιτάρι και ξεκίνησε για τον νερόμυλο. Μα ο νερόμυλος, ήτανε μακριά και το ταξίδι μεγάλο. Όταν έφτασε επιτέλους, η Κάλλω αντίκρισε κάτι που δεν το περίμενε. Κόσμος πολύς είχε φτάσει πριν από αυτήν στο μύλο και περίμενε να αλέσει τα γεννήματά τους. Μεγάλη η ουρά που είχαν σχηματίσει, μα δεν γινότανε αλλιώς. Η Κάλλω, ξεφόρτωσε το στάρι από το γαϊδουράκι της και περίμενε υπομονετικά την σειρά της. Οι ώρες όμως περνούσαν κι όσο να αλέσουν οι άλλοι, ο ήλιος είχε βασιλέψει και γρήγορα νύχτωσε. Ο μυλωνάς, πήρε το σιτάρι της και το έριξε στο καρίκι του μύλου, ενώ αυτός πήγε στην κάμαρά του για να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Η Κάλλω έμεινε μόνη και καθισμένη πάνω σε κάτι σακιά, περίμενε να γίνει το αλεύρι της. Ήταν μισοσκότεινα και το μοναδικό φως που έφεγγε ήταν από ένα μικρό λαδοφάναρο. Φοβότανε πολύ και γι’ αυτό είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά. Κατά τα μεσάνυχτα όμως, κι ενώ όλα ήταν ήσυχα, ξαφνικά άκουσε κάτι πατημασιές από την εξωτερική πόρτα του μύλου. Γυρίζει τρομαγμένη και τι να δει! Γύρω στους δέκα καλικάντζαρους να έχουν τρυπώσει στο μύλο και να την πλησιάζουν. Πάγωσε από την τρομάρα της, αλλά από την άλλη δεν θέλησε να φωνάξει για να μην ξυπνήσει τον μυλωνά. Ανασηκώθηκε λοιπόν στα σακιά και περίμενε να δει τι θα γίνει. Οι καλικάντζαροι, την είχαν περικυκλώσει κι άρχισαν να της λένε …

Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!

Αρχικά η Κάλλω φοβήθηκε και σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια. Μα δεν θα κατάφερνε τίποτα γιατί σίγουρα θα την πιάνανε. Τότε μια ιδέα της ήρθε στο μυαλό κι αφού κοντοστάθηκε τους είπε ψύχραιμη πλέον…

Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!

Και πως τρώγεται η Κάλλω;

…ρώτησαν με περιέργεια οι καλικάνρζαροι.

Με αυτό το παλιοφόρεμα θα με φάτε; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργιο και όμορφο φόρεμα.

Καινούργιο και όμορφο φόρεμα; Πάμε γρήγορα να της φέρουμε…

απάντησαν οι καλικάντζαροι και σκόρπισαν τριγύρω ψάχνοντας, ενώ ταυτόχρονα μουρμούριζαν «φόρεμα», «φόρεμα», για να μην ξεχάσουν τι ψάχνουν. Χαμός επικράτησε στο νερόμυλο. Κι επειδή καλικάντζαροι είναι αυτοί και όλα τα καταφέρνουν, χώθηκαν από εδώ, στριμώχτηκαν από εκεί, κάποιοι άλλοι εξαφανίστηκαν και εμφανίστηκαν στο άψε-σβήσε…τελικά δεν άργησαν να εμφανιστούν και πάλι μπροστά της κρατώντας ένα πολύ όμορφο φόρεμα. Η Κάλλω το πήρε και το φόρεσε μα οι καλικάντζαροι και πάλι την περιτριγύρισαν απειλητικά λέγοντας…

Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!

Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!

Και πως τρώγεται η Κάλλω;

Ξυπόλητη θα με φάτε χρονιάρα μέρα; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργια και όμορφα παπούτσια.

Καινούργια και όμορφα παπούτσια;

Οι καλικάντζαροι σκόρπισαν και πάλι. «Παπούτσια», «παπούτσια», «παπούτσια» μουρμούριζαν και…χαθήκαν από εδώ, βρεθήκαν από εκεί, χωθήκανε σε χαραμάδες και πάλι δεν άργησαν να εμφανιστούν μπροστά της με ένα ωραίο ζευγάρι παπούτσια.

Τώρα όμως, ήρθε η ώρα σου Κάλλω. Θα σε φάμε!

Μα όχι έτσι…θέλω και παλτό!

«Παλτό», παλτό», «παλτό», μουρμούρισαν και ξανά-μανά τα ίδια και να σου μπροστά της το παλτό. Κι όσο έφερναν οι καλικάντζαροι, όλο και περισσότερα ζητούσε στην συνέχεια η Κάλλω που είχε το σχέδιο της. Ζήτησε γάντια, γούνα, κάλτσες. Ζήτησε τσατσάρα, καθρεφτάκι, βελόνια και κλωστές, πούδρες και τσιμπιδάκια, κι ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε πως της έρχοταν στο μυαλό. Με τούτο και με εκείνο, οι ώρες πέρασαν και δεν άργησε η στιγμή που ακούστηκε από έξω ο κόκορας να χαιρετίζει το ξημέρωμα. Κι οι καλικάντζαροι σαν το άκουσαν, το δίχως άλλο εξαφανίστηκαν γιατί όπως όλοι ξέρουμε, τις σκανταλιές τους τις κάνουνε μόνο τα βράδυα και με το πρώτο φως της μέρας τρέχουν να κρυφτούνε στις φωλιές τους.

Πάνω στην ώρα ξύπνησε κι ο μυλωνάς κι αφού το σιτάρι είχε αλεστεί, φόρτωσαν στο γαϊδουράκι το αλεύρι καθώς κι όλα αυτά που είχαν κουβαλήσει οι καλικάντζαροι κι η Κάλλω πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό. Η μάνα της είχε ανησυχήσει και γι’ αυτό όταν την είδε να έρχεται, η χαρά της ήταν πολύ μεγάλη. Κι όταν είδαν ότι εκτός από αλεύρι είχε φέρει και χίλια δυο ακόμα πραματάκια, απόρησαν και την ρώτησαν…

Που τα βρήκες όλα αυτά κόρη μου;

Μου τα έφεραν ψες το βράδυ οι καλικάντζαροι στον μύλο…

τους απάντησε η Κάλλω. Η Μάρμπω δεν είπε τίποτα εκείνη την στιγμή, μα σίγουρα ζήλεψε πολύ. Έβαλε με το νου της να πάει κι αυτή στον μύλο να βρει τους καλικάντζαρους και να τους ζητήσει φορέματα, παπούτσια και άλλα πολλά. Αλλά πως θα πήγαινε αφού το αλεύρι θα τους έφτανε για καιρό και οι καλικάντζαροι φεύγουνε από τον δικό μας κόσμο όταν τα Φώτα ο παππάς αγιάζει με την αγιαστούρα. Έτσι λοιπόν, άρχισε κρυφά, όταν δεν την έβλεπε κανείς, να παίρνει αλεύρι από την κασέλα και να το σκορπάει πότε στον ανέμο και πότε να το ρίχνει στο ρέμμα και το αλεύρι τελικά σώθηκε με την πρώτη μέρα του νέου έτους. Πάει η μάνα στην κασέλα να πάρει αλεύρι για να κάνει την βασιλόπιτα και κουλούρια, μα την βρήκε άδεια.

Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο;

Πάω εγώ…

απάντησε η Κάλλω μα πετάχτηκε από την άκρη η Μάρμπω και είπε πείσμα…

Τώρα θα πάω εγώ!

Φορτώνει λοιπόν το σιτάρι στο γαϊδουράκι, κι άρχισε το ταξίδι για τον μύλο, χωρίς να βιάζεται για να φτάσει αργά ώστε να χρειαστεί να περάσει το βράδυ της εκεί. Έτσι κι έγινε. Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ η Μάρμπω περίμενε καρτερικά στον νερόμυλο μόνη της, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι οι οποίοι την περικύκλωσαν και άρχισαν να της λένε…

Θα σε φάμε Μάρμπω, θα σε φάμε.

Η Μάρμπω τρόμαξε πολύ και φοβήθηκε. Νόμισε ότι θα της φέρουν φορέματα και παπούτσια, μα αντί για αυτά, αυτοί όρμησαν πάνω της. Η Μάρμπω έβαλε τις φωνές και ξύπνησε ο μυλωνάς, αλλά μέχρι να ανάψει το φανάρι του και να βγει από την κάμαρά του, οι καλικάντζαροι με τα νύχια τους κατάφεραν και της γρατζούνισαν το πρόσωπο και τα χέρια. Έτσι, γύρισε στο χωριό πληγωμένη και λυπημένη, μα η Κάλλω την λυπήθηκε και της έδωσε κάποια από τα δικά της δώρα. Κι από ότι μάθαμε πολλά χρόνια μετά, κι οι δυό τους παντρεύτηκαν, κάνανε οικογένεια, και ζήσανε ευτυχισμένα και με αγάπη.  Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια

6. Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι

Η ιστορία έχει κεντρικό ήρωα τον Τρωκτικούλη ποντικούλη που ονειρεύεται να αγγίξει ένα αστεράκι, αλλά παρ’ όλες τις προσπάθειές του δεν τα καταφέρνει. Ώσπου ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ, καθώς βγαίνει από την ποντικότρυπά του, βλέπει στη μέση του σαλονιού ένα στολισμένο έλατο και στην κορυφή του έλατου ένα ασημένιο αστεράκι. ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ 

7. Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη, 

χριστουγεννιάτικη ιστορία , γραμμένη από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη .  ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ 

Δημοσιεύθηκε στην ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

1

Δωδεκαήμερο ή Δωδεκάμερο ονομάζεται η περίοδος των 12  ημερών και νυχτών, από την παραμονή των Χριστουγέννων έως το πρωί του Αγιασμού, στις 6 του Ιανουαρίου.
Το Δωδεκαήμερο κατέχει σημαντικότατη θέση στην ελληνική λαϊκή λατρεία γιατί εκτός από τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές υπάρχει με πλήθος δοξασιών και εθίμων.Ας κάνουμε ένα χριστουγεννιάτικο λαογραφικό περίπατο με την παρακάτω παρουσίαση ! 


Μετάβαση στο sway.office.com.

Δημοσιεύθηκε στην ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία

3 Δεκεμβρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία

unnamed fileΗ Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία καθιερώθηκε το 1992 με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και τιμάται κάθε χρόνο στις 3 Δεκεμβρίου, δίνοντας την ευκαιρία σε όλους μας να εστιάσουμε την προσοχή μας στα δικαιώματα και τις δυνατότητες των ανθρώπων με αναπηρία. Ο όρος “ανάπηρο άτομο” ή Άτομο Με Ειδικές Ανάγκες (ΑΜΕΑ) σημαίνει κάθε άτομο ανίκανο να επιβεβαιώσει από μόνο του, ολικά ή μερικά, τις αναγκαιότητες για μια κανονική ατομική και κοινωνική ζωή, εξαιτίας μειωμένων σωματικών ή πνευματικών δυνατοτήτων που έχει εκ γενετής ή όχι. Τα ανάπηρα άτομα θα απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα που προβάλλονται σ’ αυτή τη Διακήρυξη.  Δηλαδή… Έχουν δικαίωμα σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς τους, τα ίδια πολιτικά δικαιώματα, το δικαίωμα για ιατρική, ψυχολογική και λειτουργική μεταχείριση, για ιατρική και κοινωνική αποκατάσταση, για εκπαίδευση, για επαγγελματική κατάρτιση και αποκατάσταση για βοήθεια, για συμβουλευτική, για υπηρεσίες τοποθέτησης σε εργασία…

Σήμερα 3 Δεκεμβρίου με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα των Ατόμων με Αναπηρία, αφιερώνουμε ένα ποίημα ενός παιδιού 14 ετών,  θέλοντας να υπενθυμίσουμε σε όλους εμάς τους απλούς πολίτες το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία στην πλήρη συμμετοχή στην κοινωνία .

Δεν έχω πόδια,

μα έχω αισθήματα.

Δεν μπορώ να δω,

αλλά σκέφτομαι όλη την ώρα.

Αν και δεν ακούω,

θέλω τόσο να μιλήσω με τους άλλους.

Γιατί με βλέπει ο κόσμος σαν να μην αξίζω τίποτα,

σαν να μην μπορώ να μιλήσω ή να σκεφτώ;

Αφού μπορώ …

σκέψεις σαν εσάς να κάνω για τον κόσμο αυτόν που ζω.

Coralie Severs, 14 ετών, Ηνωμένο Βασίλειο

  ΒΙΝΤΕΟ  ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑ : ΠΑΤΗΣΤΕ  ΕΔΩ, ΕΔΩ και ΕΔΩ  

Δημοσιεύθηκε στην ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Οι άνθρωποι  για χρόνια πολεμούσαν, άνθρωποι σκοτώνονταν και παιδιά πεινούσαν. Κι αφού έριξαν στο Ναγκασάκι και στη Χιροσίμα βόμβες φοβερές είπαν:

«Πια δεν πάει άλλο! Πρέπει να βάλουμε μυαλό! Τον πόλεμο να λήξουμε και να ζήσουμε οι άνθρωποι όλου του κόσμου, μόνο με σεβασμό!».

Κι αφού ο πόλεμος τελείωσε το 1945, τρία χρόνια μετά βρεθήκανε, στις 10 Δεκεμβρίου του 1948, το λόγο τους να δώσουνε και να υπογράψουνε ένα έγγραφο φοβερό.

sxoleio98 synigoros02Το ονόμασαν: «Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων» με το οποίο δεσμεύτηκαν να προστατεύουνε όλους τους λαούς των Ηνωμένων Εθνών. Όλοι οι άνθρωποι γεννιόμαστε ελεύθεροι και ίσοι και κανένας, μα κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μας κάνει κακό και να μας βασανίσει! Και είπανε και άλλα πολλά, αλλά φαίνεται πως ξεχνούσαν τα παιδιά. Κι αφού το έγγραφο αυτό δεν ήταν αρκετό, στις 20 Νοεμβρίου του 1989,άνθρωποι πολλοί συγκεντρώθηκαν για να διακηρύξουνε πως θα προφυλάξουνε όλων των παιδιών το καλό  και το ονόμασαν: «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του παιδιού».

Παρά τα διεθνή κείμενα προστασίας των παιδιών, που σε πολλές χώρες, εκατομμύρια παιδιά εξακολουθούν να υποφέρουν από τη φτώχεια και να στερούνται της στοιχειώδους σχολικής εκπαίδευσης. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά βιώνουν τις τραγικές συνέπειες συρράξεων και οικονομικού χάους, δεκάδες χιλιάδες ακρωτηριάζονται στους πολέμους και πολλά ακόμη ορφανεύουν ή και σκοτώνονται από άλλες ασθένειες.

ΠΑΙΔΙΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΑΣ , ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ !


Μετάβαση στο sway.office.com.


Φόρτωση PDF…

Δημοσιεύθηκε στην ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

Βιβλία για το Πολυτεχνείο.

Μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου , μπορούμε να ταξιδέψουμε,  να ονειρευτούμε , να μάθουμε !

Παιδιά , ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσουμε και να μάθουμε για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου,  τους αγώνες των Ελλήνων ενάντια στη Χούντα και να ανακαλύψουμε τις αξίες της δημοκρατίας και της ισότητας, είναι τα βιβλία ! 

Υπάρχουν πολλά βιβλία για παιδιά που αναφέρονται στον αγώνα των φοιτητών κατά της δικτατορίας και υπέρ της ελευθερίας. Τα πιο σημαντικά είναι :

  • Η εξέγερση του Πολυτεχνείου , του Φίλιππου Μανδηλαρά

1Με απλά στιχάκια, μαθαίνουμε τα σπουδαία γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοέμβρη του 1973.

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Στο Πολυτεχνείο αποφάσισε να κλειστεί,
απαγορεύσεις, φύλακές να μην τις φοβηθεί.
Γιατί το γνωρίζει πως πάλευε για την ελευθερία,
στον τόπο μας για να ξανάρθει η δημοκρατία.
 
Κι όταν είδε στρατό και τανκς να πλησιάζουν,
όταν άκουσε «Φύγε από κει!» να τον διατάζουν,
δε δίστασε στιγμή να τους περιγελάσει,
γιατί γι’ αυτόν η Χούντα είχε πια περάσει.
  • Η κυρά Δημοκρατία , της  Κωνσταντίνας Αρμενιακού

2Το βιβλίο αυτό της Κωνσταντίνας Αρμενιακού εξηγεί με απλό τρόπο στα μικρά παιδιά την αξία της ελευθερίας και της δημοκρατίας.

Η κυρά Δημοκρατία φυλακίζεται από την Ρία τη Δικτατορία και τους 21 φύλακές της. Την επόμενη μέρα η Ρία βάζει τους δικούς της νόμους στο χωριό και οι χωριανοί σιγά σιγά ξεχνούν τη δημοκρατία. Ένα παιδί θυμάται το όμορφο τραγούδι της και οι κάτοικοι θυμούνται την κυρά Δημοκρατία και επαναστατούν, ξεσηκώνονται. Η Ρία διατάζει τους φύλακές της να επιτεθούν στους κατοίκους αλλά τελικά εκείνοι αρνούνται  και ενώνονται μαζί τους. Η Δημοκρατία ελευθερώνεται και η Δικτατορία  φεύγει από το χωρίο.

  • Στο δάσος – της  Σοφίας  Ζαραμπούκα

4Είναι ένα παραμύθι με πρωταγωνίστρια την κουκουβάγια που είναι το πιο σοφό πουλί. Διαβάζει, μελετάει, μιλάει τις γλώσσες των ζώων και των ανθρώπων. Έτσι, τα ζώα τη διάλεξαν για αρχηγό τους. Η κουκουβάγια με τη σοφία της κατάφερε να σώσει τα ζώα πολλές φορές και με τη βοήθεια του ελέφαντα, να απομακρύνει τους επικίνδυνους κυνηγούς από το δάσος. Μόνο που τώρα ο ελέφαντας, μεγάλος και δυνατός, πιστεύει πως μπορεί εκείνος να είναι ο αρχηγός των ζώων. Βγάζει λοιπόν με το ζόρι την κουκουβάγια και κάθεται στη θέση της. Φυσικά τα ζώα όταν διαπιστώνουν πόσο ανίκανος είναι ο δυνατός ελέφαντας ετοιμάζουν τις βαλίτσες για άλλο δάσος. Μόνο που ήρθαν ξανά κυνηγοί στο δάσος και τώρα δεν υπήρχε η σοφία της κουκουβάγιας για να τους σώσει. 

  • Ο Φωκίων δεν είναι ελάφι , του  Μάνου Κοντολέων

5Ο Φωκίων είναι ένα παλικάρι που μοιάζει με ελάφι. Έρχεται από μια φανταστική χώρα, όπου οι άνθρωποι συνομιλούν με τα ζώα. Ο Φωκίων συνειδητοποιεί πως υπάρχουν τόποι όπου κάποιοι στερούν την ελευθερία και την αξιοπρέπεια των άλλων κατοίκων. Και αποφασίζει να δράσει. Οι περιπέτειες οι δικές του και των φίλων του φέρνουν στον νου μας συνθήκες παρόμοιες με αυτές που έχουμε ζήσει και στον τόπο μας όπως η χούντα των συνταγματαρχών, η εξέγερση του Πολυτεχνείου, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, αλλά και σε άλλα μέρη της γης. Ο Φωκίων είχε μάθει από τους γονείς του να είναι ελεύθερος και να κρίνει όσα βλέπει. Ο Φωκίων παρόλο που ζούσε σε μια κοινωνία που δεν την κατανοούσε, δεν τον εξέφραζε, ήταν ωστόσο ελεύθερος. Έπαιρνε πρωτοβουλίες, σκεφτόταν.  Όσο και να θέλεις να καταπιέσεις ένα ελεύθερο πνεύμα, μια καρδιά που χτυπά στους ρυθμούς της Ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, δεν θα το πετύχεις. Ο Φωκίων είναι μοναδικός, διαφορετικός, σπάνιος και παράλληλα γρήγορος, ενεργεί χωρίς φραγμούς και θέλει να παρατηρεί τα πάντα.

  • Τα μαγικά μαξιλάρια  ,  του Ευγένιου Τριβιζά

6Ο βασιλιάς Αρπατίλαος στύβει τους υπηκόους του σαν λεμονόκουπες, για να δουλεύουν όλο και περισσότερο και να γεμίζουν το στέμμα του πετράδια. Με μια σειρά από μέτρα, απαγορεύσεις και νόμους που προάγουν την εργασία και τα εργοστάσια, έχει μετατρέψει τη ζωή των πολιτών της Ουρανούπολης σε μια γκρίζα κόλαση. Όπως είναι φυσικό όλοι τον μισούν γι’ αυτό, και στρώνουν στο δρόμο του μπανανόφλουδες για να πέφτει. Τότε και κείνος, συγκαλεί την Τρόικα των συμβούλων του, που καταλήγει σε ένα καταχθόνιο σχέδιο: Να κατασκευάσουν για τους Ουρανουπολίτες μαγικά μαξιλάρια που θα τους στερήσουν τα όμορφά τους όνειρα και θα τους γεμίσουν με απαίσιους εφιάλτες.

  • Ντενεκεδούπολη , της  Ευγενίας Φακίνου

3Στη διάσημη αυτή ιστορία της Ευγενίας Φακίνου, που αγαπήθηκε από χιλιάδες παιδιά, η Ντενεκεδούπολη είναι μια πολιτεία αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Δεν είναι φτιαγμένη από τούβλα, πέτρες, τσιμέντο ή γυαλί. Είναι ολόκληρη φτιαγμένη από ντενεκέδες. Και μένουν σ’ αυτή, φυσικά, τενεκεδάκια. Άδεια, σκουριασμένα, παλιά τενεκεδάκια. Βρέθηκαν όλα πεταμένα σ’ ένα σκουπιδότοπο κι αποφάσισαν να φτιάξουν τη δική τους πολιτεία, για να μένουν μόνα τους και να ‘χουν την ησυχία τους.
Τα τενεκεδάκια που μένουν εδώ έχουν περίεργα ονόματα: Σαρδέλας, Μηλίτσα, Βουτυρένιος, Σοφός, Οκέυ-μπαμ-μπαμ. Ο Σαρδέλας είχε πριν τον πετάξουν σαρδέλες, η Μηλίτσα είχε κομπόστα μήλο, ο Βουτυρένιος βούτυρο, ο Οκέυ-μπαμ-μπαμ είχε κόκα-κόλα κι ο Σοφός είχε μέσα του καφέ.

Ζούσαν όλα πολύ ευτυχισμένα στην Ντενεκεδούπολη, ώσπου ξαφνικά όλα αλλάζουν. Τα τενεκεδάκια χάνουν την ηρεμία τους όταν μια μέρα θα εμφανιστεί στην πόλη τους ο αυταρχικός Λαδένιος και θα αρχίζει να τους διατάζει ασταμάτητα. Τα τενεκεδάκια δε θα το ανεχθούν και θα συμμαχήσουν για να τον διώξουν.
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΜΙΑ ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ !

 

Δημοσιεύθηκε στην ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ !

Ας θυμηθούμε τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τους αγώνες των φοιτητών κατά της δικτατορίας και υπέρ της ελευθερίας, μέσα από την παρακάτω παρουσίαση .


Μετάβαση στο sway.office.com.

Δημοσιεύθηκε στην ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

petrosΟι μαθήτριες της ΣΤ΄1 τάξης , Κατερίνα Κωνσταντά , Θεοδώρα Ουζούνη και Αθηνά Δασκάλου , μας παρουσιάζουν ένα από τα πιο ωραία παιδικά βιβλία της Άλκης Ζέη , που μας διηγείται τα γεγονότα της Κατοχής . 

Δείτε την παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση  :  “Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ”


Φόρτωση PDF…

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

 

Δημοσιεύθηκε στην ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, του Όσκαρ Ουάιλντ

Δραστηριότητα Φιλαναγνωσίας : 

Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, του Όσκαρ Ουάιλντ

Oscar Wilde

 Ψηλά στην πόλη, σε μια ψηλή στήλη, βρισκόταν το άγαλμα του  Ευτυχισμένου Πρίγκιπα.

Ήταν στολισμένο με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δύο φωτεινά ζαφείρια, και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στη λαβή του ξίφους του. Ήταν αξιοθαύμαστος.

 «Είναι όμορφος σαν ανεμοδείκτης», παρατήρησε ένας από τους δημοτικούς συμβούλους, που ήθελε να αποκτήσει τη

φήμη για το γούστο του στην Τέχνη, «μόνο δεν είναι και τόσο χρήσιμος», πρόσθεσε, φοβούμενος μήπως οι άνθρωποι

σκέφτονταν ότι δεν ήταν πρακτικό πνεύμα, πράγμα που στ’ αλήθεια δεν ίσχυε.

«Μοιάζει σαν άγγελος», αναφώνησαν κάποια παιδιά βγαίνοντας από την εκκλησία.

«Πώς το ξέρετε;» Ρώτησε η καθηγήτρια των μαθηματικών, «έχετε δει ποτέ έναν άγγελο;»

«Αχ, έχουμε, στα όνειρά μας!» απάντησαν τα παιδιά.

Και η καθηγήτρια των μαθηματικών κατσούφιασε γιατί δεν ενέκρινε να ονειρεύονται τα παιδιά.

Ένα βράδυ πέταξε πάνω από την πόλη ένα Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν φύγει για την Αίγυπτο έξι εβδομάδες πριν, αλλά αυτό είχε μείνει πίσω, γιατί ήταν ερωτευμένο με την πιο όμορφη καλαμιά.

Την είχε γνωρίσει στις αρχές της άνοιξης, καθώς πετούσε πάνω από το ποτάμι μετά από ένα μεγάλο κίτρινο σκώρο, και ένιωσε να τον ελκύει τόσο η λεπτή της μέση, που είχε σταματήσει να της μιλήσει.

«Να σ ‘αγαπώ;” είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο θέμα, και η καλαμιά έκανε ένα χαμηλό τόξο. Έτσι πέταξε γύρω της, αγγίζοντας το νερό με τα φτερά του, και κάνοντας ασημένιους κυματισμούς. Αυτό ήταν φλερτ του, και κράτησε όλο το καλοκαίρι.

«Είναι μια γελοία προσκόλληση» τιτίβιζαν τα άλλα χελιδόνια.  Στη συνέχεια, όταν ήρθε το φθινόπωρο, πέταξαν όλα τους μακριά. Αφού έφυγαν, το Χελιδόνι ένιωθε μοναξιά, και άρχισε να κουράζεται από την αγάπη του.

Όλη τη μέρα πέταγε, και τη νύχτα έφτασε στην πόλη.

«Πού θα κοιμηθώ;» αναρωτήθηκε και τότε είδε το άγαλμα στην ψηλή στήλη.

«Θα κοιμηθώ εκεί πάνω», φώναξε «είναι μια ωραία θέση, με άφθονο καθαρό αέρα». Έτσι βολεύτηκε ακριβώς ανάμεσα στα πόδια του Πρίγκιπα.

«Έχω μια χρυσή κρεβατοκάμαρα», είπε σιγανά στον εαυτό του όπως κοίταξε γύρω, και ήταν

έτοιμος να πάει για ύπνο, αλλά καθώς έβαζε το κεφάλι του κάτω από το φτερό του, μια μεγάλη σταγόνα νερού έπεσε πάνω του.

«Τι περίεργο!» φώναξε «δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα αστέρια είναι λαμπερά και όμως βρέχει. Το κλίμα στην βόρεια Ευρώπη είναι πραγματικά φοβερό.

 «Ποια είναι η χρησιμότητα ενός αγάλματος αν δεν μπορεί να κρατήσει τη βροχή μακριά;» αναφώνησε.

«Πρέπει να κοιτάξω για μια καλή καμινάδα», είπε, αποφασισμένο να πετάξει μακριά. Αλλά πριν ανοίξει τα φτερά του, μια τρίτη σταγόνα έπεσε, σήκωσε το κεφάλι του, και τότε τον είδε.

Τα μάτια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα ήταν γεμάτα δάκρυα, και μερικά δάκρυα έτρεχαν ήδη στα χρυσαφένια μάγουλά του. Το πρόσωπό του ήταν τόσο όμορφο στο φεγγαρόφωτο που το μικρό Χελιδόνι ένιωσε οίκτο.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ«Ποιος είσαι;» είπε.

«Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας».

«Τότε γιατί κλαίς;» ρώτησε το Χελιδόνι.

«Όταν ήμουν ζωντανός και είχα ανθρώπινη καρδιά», απάντησε το άγαλμα, «δεν ήξερα τι ήταν δάκρυα, γιατί έζησα στο παλάτι του Sans-Souci, όπου η θλίψη δεν επιτρέπεται να εισέλθει. Στη διάρκεια της ημέρας έπαιζα με τους συντρόφους μου στον κήπο, και το βράδυ ήμουν επικεφαλής στον χορό στη Μεγάλη Αίθουσα. Γύρω από τον κήπο είχε πολύ ψηλούς τοίχους, αλλά ποτέ δεν φρόντισα να ρωτήσω τι υπάρχει πέρα από αυτούς, τα πάντα για μένα ήταν τόσο όμορφα. Οι αυλικοί μου με έλεγαν Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και ήμουν, αν η καλοπέραση θεωρείται ευτυχία. Έτσι έζησα, και έτσι πέθανα. Αλλά τώρα που είμαι νεκρός και με έχουν εναποθέσει εδώ, τόσο ψηλά ώστε να μπορώ να βλέπω όλες τις ασχήμιες και όλη τη δυστυχία στην πόλη μου, αν και η καρδιά μου είναι κατασκευασμένη από μόλυβδο, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά να κλαίω».

«Τι! Δεν είναι ότι δεν όλος από ατόφιο χρυσάφι;» είπε το Χελιδόνι στον εαυτό του. Ήταν πολύ ευγενικός για να κάνει τέτοιες προσωπικές παρατηρήσεις φωναχτά.

«Πολύ μακριά», συνέχισε το άγαλμα σε μια χαμηλή μουσική φωνή, «πολύ μακριά σε ένα μικρό δρόμο υπάρχει ένα φτωχόσπιτο. Ένα από τα παράθυρα είναι ανοιχτά, και μέσα από αυτό μπορώ να δω μια γυναίκα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι λεπτό και κουρασμένο, και έχει σκαμμένα, κόκκινα χέρια, όλα τρυπημένα από τη βελόνα, γιατί είναι ράφτρα. Κεντάει λουλούδια του πάθους σε ένα σατέν φόρεμα για τις πιο όμορφες της υπηρέτριες της βασίλισσας για να το φορέσει στον επόμενο χορό. Σε ένα κρεβάτι στη γωνία του δωματίου το αγοράκι της κοιμάται άρρωστο. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του δεν έχει τίποτα να του δώσει παρά μόνο νερό του ποταμού, κι έτσι το αγοράκι κλαίει. Χελιδόνι, Χελιδονάκι , μικρό μου Χελιδόνι, δεν της πας το ρουμπίνι από το σπαθί μου; Τα πόδια μου είναι τοποθετημένα σε αυτό το βάθρο και δεν μπορώ να πάω εγώ».

«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι.

«Οι φίλοι μου πετούν πάνω και κάτω στο Νείλο, και μιλάνε στα μεγάλα άνθη λωτού. Σύντομα θα πάνε για ύπνο στον τάφο του μεγάλου Βασιλιά. Ο Βασιλιάς είναι εκεί, στο ζωγραφισμένο φέρετρό του. Είναι τυλιγμένος σε κίτρινο λινό ύφασμα, και βαλσαμωμένος με μπαχαρικά. Γύρω από το λαιμό του, έχει μια αλυσίδα από ανοιχτό πράσινο νεφρίτη, και τα χέρια του είναι σαν μαραμένα φύλλα».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου για μια νύχτα ακόμα, για να είσαι ο αγγελιοφόρος μου; Το αγόρι είναι τόσο διψασμένο, και η μητέρα του θλιμμένη».

«Δεν νομίζω ότι συμπαθώ τα αγόρια», απάντησε το Χελιδόνι.

«Το περασμένο καλοκαίρι, όταν έμενα στον ποταμό, υπήρχαν δύο αγενή αγόρια, οι γιοι του

μυλωνά, οι οποίοι μου πετούσαν πάντα πέτρες Ποτέ δεν με χτύπησαν, φυσικά. Εμείς τα χελιδόνια πετάμε πολύ καλά, και εκτός αυτού, κατάγομαι από μια οικογένεια γνωστή για την ευκινησία της, αλλά και πάλι, ήταν ένα σημάδι έλλειψης σεβασμού».

Αλλά ο Πρίγκιπας φαινόταν τόσο λυπημένος που το μικρό Χελιδόνι ζήτησε συγγνώμη.

«Έχει πολύ κρύο εδώ», είπε, «αλλά θα μείνω μαζί σου για μια νύχτα ακόμα, και για να σου κάνω τον αγγελιοφόρο».

«Σε ευχαριστώ, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο Πρίγκιπας.

Έτσι, το Χελιδόνι έβγαλε το μεγάλο ρουμπίνι από το σπαθί του Πρίγκιπα και πέταξε με αυτό στο ράμφος του, πέρα από τις στέγες της πόλης.

Πέρασε από τον καθεδρικό ναό, όπου υπήρχαν γλυπτά αγγέλων από λευκό μάρμαρο. Πέρασε από το παλάτι και άκουσε τον ήχο του χορού.

Μια όμορφη κοπέλα βγήκε στο μπαλκόνι με τον αγαπημένο της. «Πόσο υπέροχα είναι τα αστέρια», της είπε, «και πόσο θαυμάσια είναι η δύναμη της αγάπης!»

«Ελπίζω το φόρεμά μου να είναι έτοιμο εγκαίρως για τον χορό», απάντησε

«Έχω παραγγείλει να είναι κεντημένα πάνω του λουλούδια του πάθους, αλλά η ράφτρα είναι τόσο τεμπέλα».

 Επιτέλους έφτασε στο φτωχό σπίτι και κοίταξε μέσα. Το αγόρι στριφογυρνούσε από τον πυρετό στο κρεβάτι του, και η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί, καθώς ήταν πολύ κουρασμένη. Αυτό τουλάχιστον ήλπιζε, καθώς άφηνε το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι, δίπλα στη δαχτυλήθρα της γυναίκας. Στη συνέχεια πέταξε απαλά γύρω από το κρεβάτι, και άρχισε να αερίζει το μέτωπο του αγοριού με τα φτερά του.

«Πόσο δροσερά αισθάνομαι», είπε το αγόρι, «πρέπει να πηγαίνω καλύτερα». Και βυθίστηκε σε έναν απολαυστικό ύπνο.

Στη συνέχεια το Χελιδόνι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και του είπε τι είχε κάνει.

«Είναι περίεργο», τόνισε, «αλλά αισθάνομαι πολύ ζεστά τώρα, αν και έχει τόσο κρύο».

«Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχεις κάνει μια καλή πράξη», είπε ο Πρίγκιπας.

Και το μικρό Χελιδόνι άρχισε να σκέφτεται, και στη συνέχεια το πήρε ο ύπνος. Το να σκέφτεται πάντα του έφερνε υπνηλία.

Όταν ξημέρωσε, πέταξε στον ποταμό και έκανε μπάνιο.

«Τι αξιοσημείωτο φαινόμενο», είπε ο καθηγητής της ορνιθολογίας, καθώς περνούσε πάνω από τη γέφυρα.

«Ένα χελιδόνι το χειμώνα!»

Και έγραψε μια μακρά επιστολή γι ‘αυτό στην τοπική εφημερίδα.

«Το βράδυ θα πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι, και ήταν σε μεγάλα κέφια.

Επισκέφθηκε όλα τα δημόσια μνημεία, και κάθισε πολύ ώρα στην κορυφή του καμπαναριού της εκκλησίας. Όπου και να πήγαινε τα Σπουργίτια τιτίβιζαν, και έλεγαν το ένα στο άλλο: «τι διακεκριμένος ξένος!» και το ίδιο το Χελιδόνι το απολάμβανε πολύ.

Όταν το φεγγάρι βγήκε πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.

«Έχεις τίποτα να στείλεις στην Αίγυπτο;» φώναξε, «ξεκινάω τώρα».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου άλλη μια νύχτα;

«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», απάντησε το Χελιδόνι. «αύριο οι φίλοι μου θα πετάξουν μέχρι τον δεύτερο καταρράχτη. Σε έναν μεγάλο γρανιτένιο θρόνο κάθεται ο Θεός Μέμνων. Όλη τη νύχτα κοιτά τα αστέρια, και όταν έρχεται το πρωινό φως, βγάζει μία κραυγή χαράς, και μετά μένει σιωπηλός. Το μεσημέρι το κίτρινα λιοντάρια κατεβαίνουν άκρη του νερού για να πιουν νερό. Έχουν μάτια καταπράσινα και ο βρυχηθμός τους είναι πιο δυνατός από κάθε βρυχηθμό του καταρράκτη».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», αναστέναξε ο πρίγκιπας, «πολύ μακριά στην πόλη βλέπω ένα νεαρό άνδρα σε μια σοφίτα. Σκύβει πάνω από ένα γραφείο καλυμμένο με χαρτιά, και σε ένα ποτήρι δίπλα του, υπάρχει μια δέσμη από μαραμένες βιολέτες.

Τα μαλλιά του είναι καφέ και ξερά, και τα χείλη του είναι κόκκινα σαν ρόδι, και έχει μεγάλα και ονειροπόλα μάτια. Προσπαθεί να τελειώσει ένα έργο για τον διευθυντή του Θεάτρου, αλλά κάνει πάρα πολύ κρύο για να γράψει πια. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι και η πείνα τον έχει αποδυναμώσει.

«Θα μείνω μαζί σου μια νύχτα ακόμα», είπε το Χελιδόνι, που είχε πραγματικά καλή καρδιά. «Να πάρω άλλο ρουμπίνι;»

«Δυστυχώς δεν έχω άλλο ρουμπίνι», δήλωσε ο πρίγκιπας

«Τα μάτια μου είναι το μόνο που μου έχει μείνει. Είναι κατασκευασμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από την Ινδία χίλια χρόνια πριν. Βγάλε το ένα από αυτά και πήγαινέ το            σ ‘αυτόν. Θα το πουλήσει στον κοσμηματοπώλη, και θα αγοράσει τρόφιμα και καυσόξυλα, και να τελειώσει το έργο του».

«Καλέ μου Πρίγκιπα», είπε το Χελιδόνι, “δεν μπορώ να το κάνω αυτό». Και άρχισε να κλαίει.

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «κάνε όπως σου είπα».

Έτσι, το Χελιδόνι έβγαλε το μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε μακριά για τη σοφίτα του φοιτητή. Ήταν αρκετά εύκολο να μπει, δεδομένου ότι υπήρχε μια τρύπα στην οροφή.

Ο νεαρός άνδρας είχε κρύψει το κεφάλι του μέσα στα χέρια του, οπότε δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού. Όταν το σήκωσε, βρήκε το όμορφο ζαφείρι στις μαραμένες βιολέτες.

«Αρχίζουν να με εκτιμούν», φώναξε «αυτό είναι από κάποια μεγάλη θαυμάστρια. Τώρα μπορώ να τελειώσω το έργο μου». Και έδειχνε αρκετά ευτυχής.

Την επόμενη μέρα το Χελιδόνι πέταξε κάτω στο λιμάνι. Κάθισε στο κατάρτι ενός μεγάλου σκάφους και παρακολούθησε τους ναύτες να τραβούν μερικά σχοινιά.

«Πάω στην Αίγυπτο» φώναξε το Χελιδόνι, και όταν το φεγγάρι βγήκε ξανά πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.

«Έρχομαι για να πω αντίο», φώναξε.

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου μια νύχτα ακόμα;».

«Είναι χειμώνας», απάντησε το Χελιδόνι, «και το χιόνι θα είναι σύντομα εδώ. Στην Αίγυπτο ο ήλιος είναι ζεστός και έχει πράσινους φοίνικες, και κροκόδειλοι βρίσκονται στη λάσπη και τους κοιτάζουμε νωχελικά. Οι σύντροφοί μου χτίζουνε μια φωλιά στον Ναό του Μπάαλμπεκ. Καλέ μου Πρίγκιπα, πρέπει να σε αφήσω, αλλά ποτέ δεν θα σε ξεχάσω, και την επόμενη άνοιξη θα σου φέρω πίσω δύο πανέμορφα κοσμήματα στη θέση αυτών που έδωσες. Το ρουμπίνι θα είναι πιο κόκκινο από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι θα είναι μπλε, όπως η μεγάλη θάλασσα».

«Στην πλατεία κάτω», είπε ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, «βρίσκεται ένα μικρό κορίτσι που πουλά σπίρτα. Της έπεσαν όμως στην λάσπη. Ο πατέρας της θα την χτυπήσει αν δεν πάει στο σπίτι χρήματα, και έτσι κλαίει. Δεν έχει παπούτσια ή κάλτσες. Βγάλε το άλλο μάτι μου, και δώστο σ’ αυτήν, κι ο πατέρας της δεν θα την χτυπήσει».

«Θα μείνω μαζί σου μια νύχτα ακόμα», είπε το Χελιδόνι, «αλλά δεν μπορώ να βγάλω το μάτι σου. Θα είσαι τυφλός μετά».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «κάνε όπως σου λέω».

Έτσι έβγαλε και το άλλο μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε δίπλα από το κορίτσι, και γλίστρησε το κόσμημα στην παλάμη του χεριού της. «Τι υπέροχο κομμάτι από γυαλί» φώναξε το κοριτσάκι και έτρεξε στο σπίτι, γελώντας.

Στη συνέχεια, το Χελιδόνι γύρισε στον Πρίγκιπα.

«Είσαι τυφλός τώρα», είπε, «γι ‘αυτό θα μείνω μαζί σου πάντα».

«Όχι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο καημένος Πρίγκιπας, «πρέπει να πας μακριά, στην Αίγυπτο».

«Θα μείνω για πάντα μαζί σου», είπε το Χελιδόνι, και κοιμήθηκε στα πόδια του Πρίγκιπα.

Όλη την επόμενη μέρα κάθισε στον ώμο του Πρίγκιπα και του είπε ιστορίες για το τι είχε δει σε παράξενα εδάφη. Του είπε για τις κόκκινες όρνιθες, που στέκονται στη σειρά στις όχθες του Νείλου, και πιάνουν χρυσόψαρα με τα ράμφη τους, για την Σφίγγα, που είναι τόσο παλιά όσο ο ίδιος ο κόσμος, και ζει στην έρημο, και ξέρει πάντα, για τους εμπόρους, που περπατούν αργά πλάι στις καμήλες τους, και μεταφέρουν κεχριμπαρένιες χάντρες στα χέρια τους, για τον Βασιλιά των βουνών της Σελήνης, ο οποίος, μαύρος σαν τον έβενο και λατρεύει ένα μεγάλο κρύσταλλο, για το μεγάλο πράσινο φίδι που κοιμάται σε ένα φοίνικα, και έχει είκοσι ιερείς για να το ταΐζουν με κέικ μελιού, και για τους πυγμαίους που πλέουν σε μια μεγάλη λίμνη στα μεγάλα επίπεδα φύλλα, και είναι πάντα σε πόλεμο με τις πεταλούδες.

«Αγαπητό μου Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «μου λες εκπληκτικά πράγματα, αλλά περισσότερο από οτιδήποτε, πιο εκπληκτική είναι η δυστυχία των ανδρών και των γυναικών. Δεν υπάρχει τίποτα τόσο σημαντικό όσο η δυστυχία. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, μικρό μου Χελιδόνι, και πες μου τι βλέπεις».

Έτσι το Χελιδόνι πέταξε πάνω από τη μεγάλη πόλη, και είδε τους πλούσιους να είναι χαρούμενοι στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι κάθονταν στις πόρτες.

Πέταξε σε σκοτεινά δρομάκια, και είδα τα λευκά πρόσωπα πεινασμένων παιδιών να κοιτούν τους μαύρους δρόμους.

Κάτω από μια γέφυρα δύο μικρά αγόρια ήταν αγκαλιά για να κρατηθούν ζεστά.

«Πόσο πεινασμένοι είμαστε!» είπαν. «Δεν επιτρέπεται να βρίσκεστε εδώ», φώναξε ο φρουρός, και βγήκαν στη βροχή.

Στη συνέχεια πέταξε πίσω και είπε στον Πρίγκιπα όσα είχε δει.

«Είμαι καλυμμένος με χρυσάφι», είπε ο Πρίγκιπας, «πρέπει να το βγάλεις φύλλο φύλλο, και να το δώσεις στους ανθρώπους-πάντα πίστευαν ότι ο χρυσός μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους».

Φύλλο φύλλο, το Χελιδόνι πήρε το χρυσάφι μακριά, μέχρι που ο Πρίγκιπας φαινόταν θαμπός και γκρίζος. Φύλλο φύλλο, πήγαινε το χρυσό στους φτωχούς, και τα πρόσωπα των παιδιών

κοκκίνισαν, και γέλασαν και έπαιξαν παιχνίδια στο δρόμο.

«Έχουμε ψωμί τώρα!» φώναζαν.

Στη συνέχεια, το χιόνι ήρθε, και μετά το χιόνι ήρθε ο παγετός. Οι δρόμοι φαινόταν σαν να ήταν από ασήμι, τόσο λαμπεροί και γυαλιστεροί. Το καημένο το Χελιδόνι κρύωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν θα άφηνε τον Πρίγκιπα, που τον αγαπούσε πάρα πολύ. Μάζευε ψίχουλα έξω από την πόρτα του φούρναρη, όταν εκείνος δεν κοιτούσε και προσπαθούσε να κρατηθεί ζεστό με το χτύπημα των φτερών του.

Αλλά τελικά ήξερε ότι επρόκειτο να πεθάνει. Είχε μόνο δύναμη για να πετάξει μέχρι τον ώμο του Πρίγκιπα για μια ακόμη φορά.

«Αντίο, αγαπητέ Πρίγκιπα!» μουρμούρισε, «θα μου επιτρέψεις να φιλήσω το χέρι σου;»

«Χαίρομαι που θα πας στην Αίγυπτο επιτέλους, μικρό μου Χελιδόνι», δήλωσε ο Πρίγκιπας, «έχεις μείνει πολύ καιρό εδώ. Μα πρέπει να με φιλήσεις στα χείλη, γιατί σ ‘αγαπώ».

«Δεν θα πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι. «Πάω στον οίκο του Θανάτου. Ο θάνατος είναι ο αδελφός του Ύπνου, έτσι δεν είναι;»

Και φίλησε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα στα χείλη, και έπεσε νεκρός στα πόδια του.

Εκείνη τη στιγμή μια περίεργη ρωγμή ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν κάτι να είχε σπάσει. Ήταν η μαύρη, μολυβένια καρδιά που είχε σπάσει στα δύο. Σίγουρα ήταν ένας φοβερά σκληρός παγετός.

Νωρίς το επόμενο πρωί ο Δήμαρχος περπατούσε στην πλατεία, και βλέποντας το άγαλμα, είπε στους δημοτικούς συμβούλους: «πόσο άθλιος φαίνεται ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας!».

«Πόσο άθλιος πραγματικά!” φώναξε ο σύμβουλος, ο οποίος πάντα συμφώνησε με τον Δήμαρχο.

«Το ρουμπίνι έχει βγει από το σπαθί του, τα μάτια του έχουν φύγει, και δεν έχει χρυσό πια», είπε ο Δήμαρχος, «στην πραγματικότητα, είναι λίγο καλύτερος από ένα ζητιάνο!».

«Λίγο καλύτερος από ένα ζητιάνο», είπαν οι δημοτικοί σύμβουλοι.

«Και υπάρχει ένα νεκρό πουλί στα πόδια του!» συνέχισε ο Δήμαρχος.

«Πρέπει να εκδοθεί μια διακήρυξη ότι τα πουλιά δεν επιτρέπεται να πεθαίνουν εδώ». Και η γραμματέας σημείωσε την πρόταση.

Έτσι γκρέμισαν το άγαλμα του Πρίγκιπα.

«Αφού δεν είναι πλέον όμορφος δεν είναι χρήσιμος», δήλωσε ο Καθηγητής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο.

Στη συνέχεια έλιωσαν το άγαλμα σε μια κάμινο, και ο Δήμαρχος είχε μια συνάντηση με τους συμβούλους για να αποφασίσουν τι θα γίνει με το μέταλλο.

«Πρέπει να έχουμε ένα άλλο άγαλμα, φυσικά», είπε, «και πρέπει να είναι ένα άγαλμα δικό μου».

«Δικό μου», δήλωσε ο κάθε Σύμβουλος, και άρχισαν να μαλώνουν. Την τελευταία φορά που άκουσα γι’ αυτούς μάλωναν ακόμα.

«Τι παράξενο πράγμα!» είπαν οι εργάτες στα χυτήρια.

«Αυτή η σπασμένη καρδιά δεν λιώνει στο φούρνο. Πρέπει να την πετάξουμε». Έτσι την πέταξαν εκεί που είχαν πετάξει και το νεκρό Χελιδόνι.

«Φέρε μου τα δύο πιο πολύτιμα πράγματα της πόλης», είπε ο Θεός σε έναν από τους αγγέλους του, και ο άγγελος του έφερε τη μολυβένια  καρδιά και το νεκρό πουλί.

«Έχεις επιλέξει σωστά», είπε ο Θεός, «στο κήπο του Παραδείσου αυτό το μικρό πουλί θα τραγουδά για πάντα, και στην πόλη του χρυσού ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας θα με δοξάζει .»

maxresdefault

 

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ  ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑΣ

 

  1. ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΕΡΓΟ

 ακρόαση / ανάγνωση λογοτεχνικού έργου

  1. ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

ρόλοι , χώρος, χρόνος, σχέσεις και συμπεριφορές των προσώπων.

  1. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ

     ανάδειξη και εξοικείωση με τις συμπεριφορές  συναισθήματα και  στάσεις.

  • του πρίγκιπα
    ● του χελιδονιού
    ● της μητέρας και του αγοριού της που έκλαιγε
    ● του χελιδονιού και της καλαμιάς
    ● της μητέρας και του άρρωστου αγοριού
    ● του κοριτσιού με τα σπίρτα
    ● του νεαρού συγγραφέα
    ● των φτωχών της πόλης
  1. ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

 στιγμιότυπα, αυτοσχέδιοι μονόλογοι .

  1. ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ

 παρουσίαση θεμάτων
● το χελιδόνι που ζητά από την καλαμιά να τον ακολουθήσει στο ταξίδι στην Αίγυπτο
● ο πρίγκιπας με το χελιδόνι σε διάφορες χρονικές στιγμές
● η μητέρα με το άρρωστο αγόρι της.

  1. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

δημιουργία θεατρικού, ποιήματα , νέες σκηνές .

  1. ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ

Φύλλο Εργασίας    

«Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας»

  • Τι σου άρεσε περισσότερο απ’ το παραμύθι; Τι σε συγκίνησε;

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

  • «Είναι περίεργο, αλλά αισθάνομαι πολύ ζεστά τώρα, αν και έχει τόσο κρύο». Είπε το χελιδόνι .

      «Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχεις κάνει μια καλή πράξη», είπε ο Πρίγκιπας.

Πώς νιώθεις όταν κάνεις εσύ μια καλή πράξη ;

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

 

  • Αν ήσουν ο πρίγκιπας τι θα έδινες και σε ποιον ;

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

  • Γράψε τι μπορεί να βλέπει σήμερα ο Πρίγκιπας , που τον κάνουν να δακρύζει ;

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….………………………………

Δημοσιεύθηκε στην ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Ε΄ ΤΑΞΗ, ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

ΒΙΒΛΙΟ… ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ

Βιβλιο…δημιουργίες από τα παιδιά της Ε΄1 τάξης ! 

Τα βιβλία εμπνέουν και οι μικροί μαθητές δημιουργούν . Δείτε την παρακάτω παρουσίαση :


Μετάβαση στο sway.office.com.

Δημοσιεύθηκε στην ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ

2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ , « Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ »

 

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου,2 Απριλίου, δείτε μια παρουσίαση με τις αφίσες της Ι.Β.Β.Υ.(Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα), με μηνύματα και τη βιογραφία του μεγάλου Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Το παιδικό βιβλίο αποτελεί το παράθυρο στη φαντασία αλλά και τη σκέψη του παιδιού. Γιατί το «φως» των βιβλίων δεν σβήνει ποτέ.


Μετάβαση στο sway.office.com.

Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΜΑΣ ΑΦΙΣΑ ΑΠΌ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ Ε΄1 ΤΑΞΗΣ !