ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΑΣ

Αγαπημένα μας παιδιά!

Μας λείπετε και σας λείπουμε πολύ! Το ξέρουμε. Θυμάστε που λέγαμε πως το σχολείο είναι ευλογία και ενώ εμείς βαριόμαστε κάθε πρωί και καμιά φορά ερχόμαστε καθυστερημένοι, άλλα παιδιά στον πλανήτη λαχταρούσαν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να βρίσκονται στη θέση μας και να έχουν σχολείο; Τι κρίμα! Ήρθε και η σειρά μας να μπούμε -για λίγο καιρό ευτυχώς- στη θέση τους.  Εμάς το σχολείο μας είναι εκεί και μας περιμένει. Όμως, τι νομίζετε; Θα σκάσουμε;  Όχι, βέβαια! Έχουμε βρει και άλλους τρόπους εκτός από τα μαθήματα για να γεμίζουμε τις ώρες μας δημιουργικά.

Λοιπόν, μια καλή μας φίλη, η συγγραφέας Μαρία Παπαγιάννη που είχαμε γνωρίσει πέρυσι στο σχολείο μας, είχε μια φοβερή ιδέα! Να φτιάξει μαζί με όοοοοοοοοολα τα παιδιά που θέλουν μια καινούργια ιστορία. Έχει ήδη ξεκινήσει με παιδιά άλλων σχολείων και παρακάτω θα διαβάσετε τα δικά της λόγια από τη σελίδα της στο facebook. Αν θέλετε, πείτε στους γονείς σας να παρακολουθούν από εκεί τις οδηγίες και να της στέλνετε στη διεύθυνση info@mariapapayanni.gr τις ιδέες σας!  Έτσι, θα είστε κι εσείς συγγραφείς αυτής της ιστορίας μαζί με τη Μαρία Παπαγιάννη, τον Φίλιππο Μανδηλαρά και τα υπόλοιπα παιδιά. Όλοι μαζί. Και το ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ το έχουμε τραγουδήσει και το προσπαθούμε πολύ στο σχολείο μας. Ε, παιδιά;

Η διευθύντριά σας

Άντα Ευαγγέλου

 

Λοιπόν, τώρα, διαβάστε τα λόγια της Μαρίας Παπαγιάννη:

Μια από δω μια από κει οι λέξεις σας έγιναν ένα κουβαράκι κι εμείς απλά το κυλήσαμε να ξεκινήσει η ιστορία ΜΑΣ: «Σε μια πολιτεία που ήταν και δεν ήταν, ζούσε στον 128ο όροφο μιας πολυκατοικίας που χανόταν στα σύννεφα, ένα αγόρι μ’ ένα παράξενο σημάδι στο χέρι, ίδιο με αστέρι. Γι’ αυτό το λόγο όλοι τον φώναζαν Αστέριο.
Ο Αστέριος έβλεπε τα βράδια παράξενα όνειρα: Ότι είχε δυο δίδυμες αδελφές που πάντοτε τις μπέρδευε, ότι τον κυνηγούσαν συννεφοκούνελα και ψηλόγατες, ότι στους 128 ορόφους του κτιρίου του μέναν 128 συγγενείς, γιαγιάδες, παππούδες, θείες και θείοι, ότι μια παρέα χελώνες τον χειροκροτούσαν δίχως να ξέρει γιατί…
Πολλά παράξενα όνειρα έβλεπε ο Αστέριος αλλά χτες είδε το πιο παράξενο: είχε κατέβει λέει με το ασανσέρ -μια ολόκληρη ώρα κατέβαινε-, κι έφτασε κάτω στο πεζοδρόμιο που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ο Αστέριος ξύπνησε τρομαγμένος. Κοίταξε ψηλά και είδε τον ουρανό γεμάτο σύννεφα. Ουφ, ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Έφαγε το πρωινό του κι άδειασε τη μαρμελάδα φράουλα στο ψωμί του. Ύστερα φόρεσε το κόκκινο σακάκι του και άνοιξε την πόρτα.
«Σλικ» φώναξε κι ένας χαμαιλέοντας βγήκε κάτω από το μαξιλάρι κι αμέσως έγινε κατακόκκινος.
«Καλά Σλικ δεν χρειάζεται να αλλάζεις χρώματα όταν είμαστε μόνοι μας».
Ο χαμαιλέοντας έβγαλε τη γλώσσα του και ρούφηξε μια φράουλα που είχε μείνει στο τραπέζι. «Ποτέ δεν ξέρεις φίλε» ήθελε να του πει αλλά νύσταζε ακόμα και βυθίστηκε στην τσέπη του κόκκινου σακακιού.
Ο Αστέριος άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ αλλά μετάνιωσε. Πλάκα είχε να έβγαινε το όνειρο αληθινό και να έμενε μία ώρα κλεισμένος μέσα εκεί. Άρχισε λοιπόν να κατεβαίνει με τις σκάλες ενώ ο Σλικ στην τσέπη του ετοιμαζόταν να ξεράσει την φράουλα που είχε καταπιεί αμάσητη. Ο Αστέριος έφτασε στην πόρτα της πολυκατοικίας. Όταν βγήκε στο δρόμο, τα αυτοκίνητα έτρεχαν όπως πάντα σαν τρελά. Με προσοχή πέρασε απέναντι στην πλατεία με τις λεμονιές και τι να δει; …»

Συνεχίστε την ιστορία.
Τι βλέπει ο Αστέριος που του αλλάζει τη ζωή; Πώς αυτό που βλέπει τον οδηγεί να ξεκινήσει το πρώτο του ταξίδι;
O Φίλιππος Μανδηλαράς κι εγώ σας περιμένουμε ως την Πέμπτη στις 12 το μεσημέρι να μας στείλετε τις ιδέες σας.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση