Ιαν 17
19
Κάτω από (Χωρίς κατηγορία) από στις 19-01-2017 και με ετικέτα
Ιαν 17
19
Κάτω από (Χωρίς κατηγορία) από στις 19-01-2017 και με ετικέτα
Ιαν 17
19
Κάτω από (Χωρίς κατηγορία) από στις 19-01-2017 και με ετικέτα

Μυστήρια στη χριστιανική ορολογία είναι ιερές τελετές, με τις οποίες μεταδίδεται στον άνθρωπο η χάρη του Θεού. Τα Μυστήρια είναι επτά: Tο βάπτισμα, το χρίσμα, η θεία ευχαριστία, η ιερωσύνη, η μετάνοια, (εξομολόγηση), το ιερό ευχέλαιο και ο γάμος.

  1. Το Βάπτισμα: Είναι το Μυστήριο της εισόδου του ανθρώπου στην Εκκλησία. Με το Βάπτισμα γίνεται η μύηση στο Χριστό και στην Εκκλησία. Ο ιερέας βυθίζει το παιδί τρεις φορές στο νερό, μία στο όνομα του Πατρός, μία στο όνομα του Υιού και μία στο όνομα του Αγίου Πνεύματος.
  2. Το Χρίσμα: Δεύτερο Μυστήριο που τελείται την ίδια ώρα με το βάπτισμα είναι το ΧΡΙΣΜΑ. Χρίεται ο νεοφώτιστος με Άγιο Μύρο στα κύρια μέρη του σώματος (μέτωπο, αυτιά, στήθος, πλάτη, χέρια, πόδια ) και δέχεται τα χαρίσματα και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος.
  3. Η Θεία Ευχαριστία: Είναι το Μυστήριο των Μυστηρίων. Το καθιέρωσε ο Κύριος στο Μυστικό Δείπνο, μπροστά στους μαθητές του. Το ψωμί και το κρασί, δύο απλά στοιχεία με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού και γίνονται τροφή για τους πιστούς.
  4. Η Ιερωσύνη: Με το Μυστήριο αυτό, ένας απλός χριστιανός ξεχωρίζεται από τους άλλους πιστούς και αναλαμβάνει τη διακονία της σωτηρίας του λαού του Θεού. Λαμβάνει το δώρο του Αγίου Πνεύματος και της Αποστολικής διαδοχής και συνεχίζει την ιερωσύνη του Χριστού στην Εκκλησία.
  5. Η Εξομολόγηση: Το μυστήριο της συμφιλίωσης και της αγάπης. Η μετάνοια είναι το ιερό μυστήριο που αποκαθιστά την πνευματική υγεία της ψυχής, όταν αυτός που μετανιώνει ειλικρινά για τ” αμαρτήματά του και τα εξομολογείται στον πνευματικό της Εκκλησίας λειτουργό, λαμβάνει άφεση αμαρτιών.
  6. Το Ευχέλαιο: Είναι ένα προαιρετικό μυστήριο στο οποίο παρακαλούμε τον Κύριο να θεραπεύσει τις ψυχικές και σωματικές αρρώστιες. Μέσω του ευλογημένου λαδιού οι πόνοι και τα βάσανα ενώνονται με αυτά του Χριστού και συγχωρούνται οι αμαρτίες.
  7. Ο Γάμος: Ένας άνδρας και μια γυναίκα άγνωστοι μεταξύ τους, αποφασίζουν να προχωρήσουν στο δρόμο της κοινής ζωής. Στην αρχή αυτού του δρόμου η Εκκλησία παρακαλεί το Θεό να τους ευλογήσει για να στεριώσουν μια χριστιανική οικογένεια.

Το Άγιο Βάπτισμα είναι η είσοδος στο Σώμα του Χριστού, και ως εκ τούτου το Θεμέλιο και η προϋπόθεση όλων των επακόλουθων μυστηρίων.

Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου τρία είναι τα αισθητά σημεία πού βλέπουμε και ακούμε (1) Το νερό, (2) Ή τριπλή κατάδυση και ανάδυση του βαπτιζομένου και (3) Τα λόγια του Ιερέα: «Βαπτίζεται ό δούλος του Θεού… εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Με το άγιο Βάπτισμα μεταδίδεται στο βαπτιζόμενο:

(1)   Ή άφεση όλων των αμαρτιών, δηλ. ή απαλλαγή από το μολυσμό του προπατορικού αμαρτήματος καί όταν ό βαπτιζόμενος είναι μεγάλης ηλικίας, των προσωπικών αμαρτιών. Γι” αυτό μετά το Βάπτισμα, ανεξαρτήτως προηγουμένης ζωής μπορεί ό αναγεννημένος χριστιανός και να ιερωθεί.

(2)     Ή αναγέννηση, ή δικαίωση, ή υιοθεσία και ή δυνατότητα σωτηρίας.

Η τέλεση του μυστηρίου σήμερα κατά κύριο λόγο πραγματοποιείται σε νήπια. Το νήπιο ακολουθούμενο υπό του αναδόχου, οδηγείται στον πρόναο, όπου και διαβάζονται εξορκιστικές ευχές αποταγής των δαιμονικών δυνάμεων. Ο ανάδοχος είναι αυτός που αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας την στιχομυθία, αφού ο ίδιος είναι αυτός ο οποίος υπόσχεται τη μελλοντική κατήχηση του νέου μέλους της εκκλησίας. Εν συνεχεία διαβάζονται αγιαστικές ευχές για το ύδωρ της κολυμβήθρας, το οποίο περιέχει και έλαιο. Το νήπιο τότε καταδύεται πλήρως τρεις φορές στο ύδωρ της κολυμβήθρας, όπου γίνεται και η επίκληση του βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδας.

Η Παναγία, η οποία συχνά αναφέρεται με το πραγματικό της όνομα Μαρία (Αραμαϊκά, Εβραϊκά: מרים, Μαριάμ) αλλά και ως Παρθένος Μαρία και Θεοτόκος, καταγόταν από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη ήταν η μητέρα του Ιησού Χριστού.

Στην χριστιανική εκκλησιαστική τέχνη και ειδικότερα στην αγιογραφία έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερος κύκλος αγιογράφησης εικόνων της Παναγίας από τις οποίες οι πλέον καθιερωμένοι τύποι είναι η Πλατυτέρα των ουρανών, η Μήτηρ Κυρίου (με τα αρχικά ΜΡ – ΘΥ), η Πλατυτέρα του Πάθους, η Κεχαριτωμένη και της Βρεφοκρατούσας. Άλλα διαδεδομένα ονόματα της ανάλογα με τη στάση της είναι Γαλακτοτροφούσα, Γλυκοφιλούσα, Δεομένη, Ένθρονη, Οδηγήτρια.

Το γεγονός του Ευαγγελισμού περιγράφεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, όπου ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει πολλά γεγονότα που έχουν σχέση με την Θεοτόκο και δη με τη γέννηση του Χριστού. Η βυζαντινή εικόνα του ευαγγελισμού παρουσιάζει τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιοφόρος του Θεού, που έφερε στην αγνή κόρη της Ναζαρέτ το χαρμόσυνο μήνυμα. Η στάση του σώματός του εκφράζει τη χαρά που έφερε το άγγελμά του. Παρόλο που ο αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος, παρουσιάζεται με ορμή κίνησης, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδιών του. Η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού παρουσιάζει την Παναγία άλλοτε να κάθεται στο θρόνο της και άλλοτε όρθια. Στην περίπτωση που η Θεοτόκος εικονίζεται καθισμένη, η εικόνα υπογραμμίζει την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο.

Ιαν 17
18
Κάτω από (Χωρίς κατηγορία) από στις 18-01-2017 και με ετικέτα

Διάταγμα των Μεδιολάνων ονομάζεται το διάταγμα της θέσπισης της ανεξιθρησκείας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος σταμάτησε τους διωγμούς των χριστιανών το 313 μ.Χ. Με αυτή την κίνηση ο Κωνσταντίνος δεν έκανε το Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας, απλώς εγγυήθηκε την ανοχή του κράτους απέναντι στους χριστιανούς. Παρόλο που το διάταγμα ίσχυε οι διωγμοί σταμάτησαν μόνο όταν ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτορας (324). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι χριστιανοί να μην κρύβονται και κατά συνέπεια να μην χρησιμοποιούν τις κατακόμβες ως μέρος για να  τελούν τις θρησκευτικές τους τελετές.

Θεωρώ πως το Διάταγμα των Μεδιολάνων υπήρξε πολύ σημαντικό για τη χριστιανική θρησκεία για τους ακόλουθους λόγους:

1)       οι χριστιανοί για πρώτη φορά μπορούσαν να ελεύθερα να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και να πιστεύουν στο Χριστό χωρίς να κρύβονται από τους Ρωμαίους.

2)      αποτελεί την πρώτη διακήρυξη για τη θρησκευτική ανεξιθρησκία και τη θρησκευτική ελευθερία

3)      συνέβαλε στην εξάπλωση του χριστιανισμού αφού περισσότεροι άνθρωποι μπορούσαν πιο εύκολα να γνωρίσουν τη διδασκαλία του Χριστού και να έρθουν στους κόλπους της εκκλησίας του.

Με τον όρο «μοναχισμός» στον Χριστιανισμό εννοείται το θρησκευτικό κίνημα των λαϊκών -κυρίως- που με βάση το κήρυγμα του Ιησού και την αποστολική γραμματεία αναζητούν την πνευματική τελειότητα (θέωση) μέσω της αναχώρησης από τα αστικά κέντρα και της καταφυγής σε ερημικούς τόπους.

Στη Μικρά Ασία μεταξύ των ανθρώπων που διατέλεσαν υποστηρικτές του μοναστικού βίου ήταν και ο Μέγας Βασίλειος. Με το σύνολο κανόνων που θέσπισε, ουσιαστικά απέρριψε τον αναχωρητισμό, μείωσε τον αριθμό των μοναχών για το κοινοβιακό μοναστήρι και συμφιλίωσε τον μοναχισμό με τις πόλεις.

Η συμβολή του Μέγα Βασίλειου στην αλλαγή του μοναχισμού  ήταν πολύ μεγάλη γιατί κατάφερε να αλλάξει ριζικά το μοναχισμό και να τον συνδέσει με την κοινωνία μέσω της κοινωνικής προσφοράς των μοναχών. Ο Μ. Βασίλειος έφερε τη μοναχική «δοκιμασία» κάτω από την άμεση εξάρτηση των κοινωνικών υποχρεώσεων της Εκκλησίας.

 

 

Ιαν 17
18
Κάτω από (Χωρίς κατηγορία) από στις 18-01-2017 και με ετικέτα

Η Επιστολή προς Διόγνητον είναι κείμενο που συνήθως χαρακτηρίζεται ως επιστολή του 2ου αιώνα μετά Χριστό. Η επιστολή αυτή είχε εντοπισθεί από τον λατίνο κληρικό Thomas d” Arezzo το 1436 στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληξη του χειρόγραφου δεν ήταν ευνοϊκή: το 1870 κάηκε  στην πυρκαγιά του Στρασβούργου. Οι ερευνητές δεν έχουν καταλήξει για την ταυτότητα του συγγραφέα. Ωστόσο υπάρχουν μερικές ιδέες για το ποιανού είναι αυτή η επιστολή. Οι περισσότεροι ερευνητές πιστεύουν πως  είναι μια επιστολή του Κοδράτου. Όμως δεν γνωρίζουμε πολλά για τον παραλήπτη παρά μόνο ότι απευθύνεται προς κάποιο Διόγνητο, υποτιθέμενο ή τουλάχιστον άγνωστο προς εμάς. Ο συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει την υπεροχή του Χριστιανισμού έναντι των άλλων εθνικών θρησκειών περιγράφοντας τις συνθήκες διαβίωσής τους τα πρώτα χρόνια μετά το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού.  Οι πρώτοι χριστιανοί προσπαθούσαν να ενσωματωθούν στις κοινωνίες στις οποίες ζούσαν όμως δεν γινόντουσαν αποδεκτοί από τους υπόλοιπους ανθρώπους οι οποίοι δεν ήταν χριστιανοί. Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν εκείνοι παρέμειναν πιστοί στη διδασκαλία του Χριστού η οποία βασιζόταν στην αγάπη. Υπομένουν τις δυσκολίες, τη φτώχεια, την περιφρόνηση τις ύβρεις και το χλευασμό γιατί πιστεύουν ότι με αυτό τον τρόπο θα κερδίσουν την αιώνια ζωή στη βασιλεία του θεού. Αυτή είναι και η βασική διαφορά του Χριστιανισμού από τις άλλες θρησκείες ότι βασίζεται στην αγάπη.