1 Οκτώβριος 2008

Ήρθε απόψε ο θάνατος

βαρύς και απροσδιόριστος,

σκοτεινός και μελαγχολικός.

Τον κεράσαμε ρακί να ζεσταθεί.

Το παγωμένο βλέμμα του μας κάρφωσε στον τοίχο.

Αλύπητα και στενοχωρημένα είπε:

κρίμα, μεγάλο παλικάρι μου, που πρέπει να σε πάρω.

Ανήσυχοι κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο?

Για ποιον μιλά ο Θάνατος;

Για ποιον άραγε, για ποιον;

?Για την ψυχή που αθόρυβα πέταξε και πάει.

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση