

Φοράτε Μάρτη;
Την παραμονή ετοίμαζε η μάνα μας το Μάρτη
Κόκκινη και άσπρη κλωστή που την έστριβε και τυλιγόταν Μας έβαζε στο λαιμό με μία δεκάρα σε ένα δάχτυλο στο χέρι στον καρπό και στο χοντρό δάχτυλο του ποδιού
Κάθε ένα είχε τη σημασία του
Στο λαιμό να μην μας πιάνει πονοκέφαλος
και να μην μας κάψει ο ήλιος και η δεκάρα να είμαστε σιδερένιοι
Στο χέρι να είναι γερά και δυνατά
Στο πόδι για να μην σκοντάφτουμε
Όταν βλέπαμε το πρώτο χελιδόνι το αφήναμε
πάνω στο δέντρο να το πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους
Καλό μήνα!

Γδάρτης, παλουκοκάφτης, Βαγγελιώτης, Ανοιξιάτης
κι άλλα πολλά τα ονόματα του μήνα με την ευμετάβλητη ‘’γνώμη’’ και τον καιρό…
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΤΗ
Μάρτης είναι χάδια κάνει, πότε κλαίει,
πότε γελάει.
Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα.
O Μάρτης ο κλαψόγελος.
Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης, παρά Μάρτης λιοπυριάρης.
Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, εφτά φορές χιόνισε
και πάλι το μετάνιωσε που δεν εξαναχιόνισε!
Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης.
Μάρτης κλαψής, θεριστής χαρούμενος.
O Mάρτης το πρωί χιόνισε,
κι ο γάιδαρος ψόφησε (από το κρύο).
Το μεσημέρι βρώμισε (από τη ζέστη),
και το βράδυ τον πήρε το ποτάμι
(από τη βροχή).
Του Mάρτη του αρέσει, να είναι πάντα στο διπλό,
μια στις δέκα να έχει ήλιο, και τις άλλες ξυλιασμό.
Mάρτης άβροχος, μούστος άμετρος.
Από Μαρτιού πουκάμισο, κι απ’ Αύγουστο σεγκούνι.
Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα.
Τον Μάρτη χιόνι βούτυρο, μα σαν παγώσει μάρμαρο.
Tο Mάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις
τα παλούκια.
Ο καλός Μάρτης στα κάρβουνα, κι’ ο κακός στον ήλιο.
Φύλαξε τα παλούκια σου να μη στα φάει ο Μάρτης.
Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε.
Του Μάρτη οι αυγές με κάψανε, του Μάη
τα μεσημέρια.
Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά, κι ο Απρίλης άλλο ένα,
χαρά σε εκείνον το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα.
Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε,
και το βράδυ το βρωμισε.
Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές, παρά Μάρτης στις αυλές.
Ο ήλιος του Μαρτιού, τρυπάει κέρατο βοδιού.
Το Μάρτη φύλαε άχυρα, μη χάσεις το ζευγάρι.
Οπόχει κόρην ακριβή, το Μάρτη ήλιος
μην τη δει.
Στων αμαρτωλών τη χώρα, το Mαρτάπριλο χιονίζει.
Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;
Του Μάρτη ο ήλιος βάφει, και πέντε μήνες δεν ξεβάφει.
Τσοπάνη μου την κάπα σου,
το Μάρτη φύλαγε την.
Σ’ όσους μήνες έχουν «ρ» κάνεις μπάνιο
με ζεστό νερό.
Του Μάρτη και του Τρυγητή
ίσα τα ημερόνυχτια…

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Κάποτε οι μήνες αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο καθένας βρήκε μια γυναίκα που του άρεσε και την παντρεύτηκε. Ο Μάρτης δε φρόντισε το ζήτημα μόνος του και έβαλε προξενητάδες να του βρούνε μια γυναίκα.
Εκείνοι του φέρανε μια κοπέλα η οποία ήταν τυλιγμένη με ένα μαντίλι και του είπαν ότι είναι πολύ όμορφη. Ευκολόπιστος όπως ήταν, την παντρεύτηκε.
Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε το μαντίλι της, τι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο!
Από τότε κάθε φορά που τη θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε, έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!
Γι’ αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει»