Πάσα αντίστασις, προβαλλομένη εις τον γερμανικόν στρατόν, θα συντριβή αμειλίκτως

Γερμανικό Πυροβολικό στον Τσιαρτσιαμπά Κοζάνης βάλει εναντίον οχυρωμένων στις όχθες του Αλιάκμονα Αυστραλών και Νεοζηλανδών

Γερμανικό Πυροβολικό στον Τσιαρτσιαμπά Κοζάνης βάλει εναντίον οχυρωμένων στις όχθες του Αλιάκμονα Αυστραλών και Νεοζηλανδών τον Απρίλιο του 1941

Παρακάτω παρατίθεται για πρώτη φορά μέρος ανέκδοτης πολυσέλιδης εργασίας με τίτλο

Πάσα αντίστασις, προβαλλομένη εις τον γερμανικόν στρατόν, θα συντριβή αμειλίκτως (Η διακοίνωση της κυβέρνησης του Ράιχ προς την ελληνική κυβέρνηση, Βερολίνο, 6η Απριλίου 1941)

Συντάχθηκε το 1999 από το γράφοντα με την αρωγή της Αναστασίας Καραγιαννάκου στο πλαίσιο φοίτησης αμφοτέρων στον Α΄ μεταπτυχιακό κύκλο του Τμήματος Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ. Χάριν της αναρτήσεως διορθώθηκαν ορθογραφικά ημαρτημένα και προστέθηκαν οι εικόνες.

Για να τη διαβάσετε ή αποθηκεύσετε ολόκληρη, πατήστε εδώ.

Δεν παρουσιάζει κάτι νέο στην Επιστήμη ούτε επιλύει ιστορικά προβλήματα. Οι συσσωρευμένες πλούσιες παραπομπές της προσφέρονται περισσότερο ως βιβλιογραφικός οδηγός, παρά σαν τεκμήριο ιστορικής τέχνης.

Κατόπιν αναγνώσεώς της προκύπτει σήμερα το εξής συμπέρασμα: τεράστια τελικά αποδεικνύεται η ευκολία κατάκτησης έστω και μακρινών τόπων από αποφασισμένους ενόπλους, επειδή οι κατακτημένοι, πανταχόθεν καταπιεζόμενοι, δεν θεωρούν πως η παγιωμένη εξουσία είναι χειρότερη από την πρωτόφαντη νέα, ενώ ελπίζουν πως ίσως η τελευταία ανοίξει ανακουφιστικά παράθυρα.

 

Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

Το μελετηθέν έγγραφο είναι η διακοίνωση της κυβέρνησης του Ράιχ προς την ελληνική κυβέρνηση, συνταγμένη στο Βερολίνο προφανώς από τον υπουργό των Εξωτερικών της Γερμανίας Ρίμπεντροπ. Επιδόθηκε την 6η Απρίλη 1941 στον Αλέξανδρο Κορυζή από τον πρέσβη του Ράιχ στην Ελλάδα Έρμπαχ και παραθέτει τους λόγους για τους οποίους η Γερμανία εισέβαλε στην Ελλάδα την ίδια μέρα της ημερομηνίας του εγγράφου.

Το κείμενο προσάπτει τις ευθύνες της έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Γαλλία και την Βρετανία. Θεωρεί παράλογη την έξοδο της Ελλάδας από την ουδετερότητα προς όφελος των Δυτικών Συμμάχων κι αριθμεί τους λόγους της ελληνικής εκλογής: πρώτα η αποδοχή της προστατευτικής εγγύησης των Συμμάχων από την Ελλάδα τον Απρίλη του ‘39. Μετά η άρνηση ανανέωσης του ελληνοϊταλικού συμφώνου φιλίας τον Οκτώβρη του ΄39. Ακολουθούν οι επαφές της Ελλάδας με τους Γάλλους για δημιουργία νέου Μακεδονικού Μετώπου το φθινόπωρο και το χειμώνα του ‘39.

Εξανίσταται με τους ελιγμούς και την περιφρόνηση της Ελλάδας στις φιλικές προειδοποιήσεις του Άξονα για τήρηση αληθινής ουδετερότητας και την ψέγει για παραχώρηση ναυτικών κι αεροπορικών βάσεων στην Βρετανία πριν και κατά την ελληνοϊταλική σύρραξη του ‘40.

Τέλος αιτιάται την ελληνική κυβέρνηση ως απολύτως ένοχη για την απόβαση Συμμαχικού Εκστρατευτικού Σώματος στην ηπειρωτική Ελλάδα το Μάρτη του ‘41 με σκοπό τη δημιουργία αντιγερμανικού μετώπου στα βόρεια σύνορα της χώρας και διαχωρίζει τον ελληνικό λαό από τις ευθύνες της αγγλόδουλης κυβέρνησής του. Δηλώνει παράλληλα ότι εισβάλλει για να εκδιώξει τους Βρετανούς από την Ελλάδα.

Το έγγραφο θίγει βασικά ιστορικά και κοινωνιολογικά ζητήματα όπως τον ευρωπαϊκό ηγεμονισμό της Γερμανίας και τους τρόπους με τους οποίους ήθελε αυτός να επιβληθεί. Ακόμα τις σχέσεις της Ελλάδας με τους αντιφωνούντες Δυτικούς της Συμμάχους.

Ο ευρωπαϊκός ηγεμονισμός του Ράιχ είναι έκδηλος κι έχει την αφετηρία του πολύ πριν από τη δεκαετία του ‘40. Ο Herrenvolk (περιούσιος λαός) ενισχυόμενος από τους Γερμανούς διανοούμενους του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα είχε επιχειρήσει να ανδρωθεί στις αρχές του επόμενου μ’ έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, τον πρώτο.

Η είσοδος της Αμερικής στον πόλεμο αποστέρησε τα όνειρα της Γερμανίας για την κυριαρχία των Αρείων επί γης αλλά δεν τα έσβησε τελείως, καθώς στα προβλήματα που είχε γεννήσει η βιομηχανική επανάσταση προστέθηκαν νεότερα, έκγονα του εξαιρετικά θυματοφόρου πολέμου, τα οποία αδυνατούσε να λύσει η Κοινωνία των Εθνών.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σχεδιάστηκε σε πιο επιστημονική βάση: η Γερμανία που δεν διέθετε πρώτες ύλες, ανοίχτηκε οικονομικά σε όσα κράτη μπορούσε. Τις  οικονομικές δοσοληψίες προσπάθησε να τις μεταφράσει σε πολιτικές μέσα από το δέος που προκαλούσε η ισχύ της κατακόρυφα αυξανόμενης στρατιωτικής της μηχανής. Αλλά εκτός από τις αναμφισβήτητες πολεμικές της ικανότητες έλαβε μέρος και στον αγώνα επηρεασμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς όπου επέδειξε άριστη κατάρτιση με αποτέλεσμα να κερδίσει σημαντικούς επαίνους και επιβραβεύσεις.

Έτσι ενώ από τη μια μεριά επεδείκνυε το αγαθό της πρόσωπο με εξιδανικευτικές ή πραγματιστικές αναλύσεις συμφερόντων και σχέσεων, από την άλλη έκρυβε αδυσώπητους σκοπούς με μια άδολη ειρηνιστική ρητορεία. Μέσα απ’ αυτή τη μακιαβελική οπτική δεν δίστασε να συμφιλιωθεί με τον βασικό ιδεολογικό αντίπαλο της, το Στάλιν, όσον καιρό, βέβαια, τους εξυπηρετούσε.

Ο γκαιμπελισμός ή η τέχνη της προπαγάνδας εκτός από εσωτερικές ανάγκες απευθυνόταν για κατανάλωση στους λαούς, κατακτημένους ή όχι, της Ευρώπης αλλά και πέραν του Ατλαντικού. Η Αμερική ευθυνόταν για την πρότερη ήττα του Ράιχ γι αυτό η κοινή της γνώμη έπρεπε να αποκοιμηθεί. Η Γερμανία το είχε καταφέρει ως το 1942.

Οι Σύμμαχοι έλαβαν επίσης μέρος στην πράξη του δράματος ως ένθερμοι θιασώτες του αντιηγεμονισμού με το δικό τους μεγαλοπρεπή ηγεμονισμό, αφελέστερα η Γαλλία, προσεκτικότερα η Βρετανία. Από νωρίς ενέπλεξαν σε περιπέτειες όσες χώρες μπορούσαν με θεμιτά κι αθέμιτα μέσα –πλην όμως με τεράστια διπλωματικότητα. Με υποσχέσεις, συμφωνίες, ελιγμούς και πιέσεις στο οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό πεδίο κατάφεραν να εκθέσουν αρκετά κράτη της Ευρώπης στα μάτια της Γερμανίας.

Αν οι Σύμμαχοι παράτησαν αβοήθητους τους Σλάβους της Τσεχοσλοβακίας και της Πολωνίας, δεν έπραξαν παρομοίως με τους Δανούς και τους Νορβηγούς και περισσότερο με τους «δικούς τους» Γάλλους. Όταν οι τελευταίοι υπέκυψαν, νέοι κομπάρσοι αναβαπτίστηκαν σε πρωταγωνιστές (μήπως αχθοφόροι;), οι Βαλκάνιοι.

Η γειτόνισσα της Γαλλίας Ιταλία ήταν η τάφρος που χώριζε τις αντιστασιακές επιθυμίες των Δυτικών. Όλος ο χρόνος από το Σεπτέμβρη του ‘39 ως τον Απρίλη του ‘40 ξοδεύτηκε με σχέδια των Γάλλων να πείσουν τους Βαλκάνιους να φονευθούν για την τιμή μιας άμεσης γειτονίας. Δεν πρόλαβαν να τους βιάσουν, γιατί έπεσαν νωρίς.

Τη σκυτάλη του δικαίου πήρε τότε η Βρετανία συζητώντας και παλινδρομώντας μέχρι το απροχώρητο. Από κει κι ύστερα δε δίστασε να εκβιάσει όπως στην περίπτωση της Ελλάδας όπου ήρθε απρόσκλητη, για να φύγει αφού πέτυχε το σκοπό της, όχι μόνο τότε αλλά και μακρύτερα μέσα στο χρόνο, στην Κατοχή, τον εμφύλιο κι αργότερα.

Όσο για την Ελλάδα ήταν μια μικρή χώρα σ’ έναν μεγάλης σημασίας χώρο, στον οποίο έριχναν ζάρια πολύ δυνατότεροι από τους Έλληνες παίχτες. Η χώρα παρακολούθησε το παιχνίδι συμμετέχοντας αλλά κέρδισε μόνο ό,τι οι άλλοι θέλησαν να αφήσουν πίσω: πικρία, σπέρματα διχασμού και τον ίδιο το διχασμό.

Δημοσιεύθηκε στην ΑΡΘΡΑ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση